← Κύπρος

ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΑΘΑΝΑΗΛ ΚΑΙ ΕΛΕΝΑ ΝΑΘΑΝΑΗΛ ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΝΑΘΑΝΑΗΛ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΛΑΜΠΡΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3518/200

ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΑΘΑΝΑΗΛ ΚΑΙ ΕΛΕΝΑ ΝΑΘΑΝΑΗΛ ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΝΑΘΑΝΑΗΛ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΛΑΜΠΡΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3518/2007, 16/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3518/2007 Μεταξύ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΑΘΑΝΑΗΛ ΚΑΙ ΕΛΕΝΑ ΝΑΘΑΝΑΗΛ ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΝΑΘΑΝΑΗΛ Εναγόντων -και- ΜΑΡΙΑΣ ΛΑΜΠΡΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ Εναγομένης 16 Φεβρουαρίου,

  1. Εμφανίσεις Για τους ενάγοντες: κος Δ. Καλλής. Για την εναγομένη: κος Λ. Ιωάννου (κα Θεοχάρους για να ακούσει απόφαση). ΑΠΟΦΑΣH Βάση της επίδικης αγωγής είναι συμφωνία για ανέγερση κατοικίας. Αντικείμενο της αξίωσης είναι δύο χρηματικά ποσά που προκύπτουν, σύμφωνα με τους ενάγοντες, από την ειρημένη συμφωνία. Το πρώτο, Λ.Κ.11.628,84, διεκδικείται ως συμφωνηθέν υπόλοιπο και/ή ως οφειλή δυνάμει εκδοθέντων διατακτικών. Εντούτοις αυτό το σκέλος της αξίωσης δεν θα απασχολήσει σοβαρά εφόσον, ως θα διαφανεί και στη συνέχεια, η υπεράσπιση παραδέχθηκε ότι οφείλει το εν λόγω ποσό. Υπό αμφισβήτηση τίθεται το δεύτερο από τα δυο ποσά που αξιώνονται. Αυτό το ποσό αρχικά ανερχόταν σε Λ.Κ.11.211,
  2. Αναφέρω αρχικά εφόσον την 15.01.2014 ο συνήγορος των εναγόντων δήλωσε ότι νέος υπολογισμός στον οποίο προέβη η πλευρά τούτων απεκάλυψε ότι το διεκδικούμενο ποσό ανέρχεται σε Λ.Κ.10.987,
  3. Ως εκ τούτου περιόρισε αυτό το σκέλος της απαίτησης στο αναφερθέν ποσό, ήτοι Λ.Κ.10.987,
  4. Σύμφωνα με τους ενάγοντες τούτο το ποσό οφείλεται σε αύξηση που επήλθε στην αξία των εργατικών, λόγω του χρόνου που διέρρευσε από την υπογραφή της συμφωνίας μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών. Στον αντίποδα η υπεράσπιση διατείνεται ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται το εν λόγω ποσό, Λ.Κ.10.987,86, και επιπλέον, εγείρουν ανταπαίτηση. Βάση της ανταπαίτησης είναι κακοτεχνίες του κτίσματος που ανέρχονται σε Λ.Κ.28.000,00, αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης στην παράδοση της οικίας, ανερχόμενες σε Λ.Κ.24.000,00 και τέλος, έξοδα επιμετρητή ποσοτήτων Λ.Κ.1.500,00 και διαφυγόν κέρδος Λ.Κ.708,
  5. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή καταγράφοντας όσα τα δικόγραφα και η μαρτυρία καθιστούν κοινό τόπο μεταξύ των δυο πλευρών. Την 19.3.1991 η εναγομένη συμφώνησε με τον Χριστοφή Ναθαναήλ να της ανεγείρει κατοικία σε δύο επίπεδα και βοηθητική σε υπόγειο, επί οικοπέδου που κατέχει στο χωριό Αλάμπρα. Η συμφωνία αποτυπώθηκε γραπτώς και είναι τούτη τα τεκμήρια 2Α και Β. Παρεμβάλλω ότι την 13.08.1999 ο Χριστοφής Ναθαναήλ απεβίωσε και ακολούθως οι Σταύρος και Έλενα Ναθαναήλ διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος. Το διάταγμα διορισμού των πιο πάνω είναι το τεκμήριο
  6. Εξ ου και η επίδικη αγωγή εγείρεται από τους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος υπό την ιδιότητά τους ως τέτοιοι. Στη συνέχεια κάθε αναφορά σε ενάγοντες θα εννοεί τους διαχειριστές, εκτός εάν αναφέρονται ονομαστικώς, ενώ ο αποβιώσας θα αναφέρεται με αυτόν ακριβώς τον τρόπο (αποβιώσας). Επανερχόμενος στη συμφωνία του αποβιώσαντος με την εναγομένη παρατηρώ ότι τα μέρη συμφωνούν πως σε κάποιο χρονικό σημείο, πότε και δια ποιο λόγο επεξηγείται πιο κάτω, ο αποβιώσας σταμάτησε κάθε περαιτέρω εργασία στο εργοτάξιο. Ακολούθως η εναγομένη ενήγαγε τον αποβιώσαντα με την αγωγή 964/
  7. Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής είναι το τεκμήριο
  8. Η εν λόγω αγωγή απεσύρθη άνευ βλάβης την 27.6.1994 και ενδεικτικό τούτου είναι το πρακτικό του δικαστηρίου που κατατέθηκε ως τεκμήριο
  9. Πριν την απόσυρση της αγωγής οι συνήγοροι των μερών αντάλλαξαν αλληλογραφία που δεικνύει τους λόγους απόσυρσης της αγωγής 964/94, τη διευθέτηση εν προκειμένω των μερών, και αυτή είναι τα τεκμήρια 3 και
  10. Μετά την απόσυρση της αγωγής 964/94 και συγκεκριμένα την 01.09.1994 οι εργασίες ανέγερσης της οικίας της εναγομένης επανάρχισαν και συνεχίστηκαν μέχρι τέλους. Το πότε ολοκληρώθηκε η οικία και δη κατά πόσο ολοκληρώθηκε στο χρόνο που προβλεπόταν από τη συμφωνία των μερών ή σε αντίθετη περίπτωση ποιος ευθύνεται για την όποια καθυστέρηση, είναι ζητήματα που θα απασχολήσουν στη συνέχεια εφόσον διαπιστώνω ότι οι θέσεις των μερών διαφέρουν. Επιπλέον, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι δυνάμει της συμφωνίας των διαδίκων οι εργασίες ανέγερσης της κατοικίας θα ανέρχονταν σε Λ.Κ.56.000,00 πλέον Φ.Π.Α., πλέον επιπρόσθετες (extra) εργασίες. Η διεκπεραίωση των εργασιών θα ήταν υπό την επίβλεψη των αρχιτεκτόνων Χ. Φεραίος & Συνεργάτες, οι οποίοι θα εξέδιδαν και τα διατακτικά πληρωμής. Όντως εκδόθηκαν διατακτικά πληρωμής και τούτα είναι τα ακόλουθα: (α) διατακτικό αρ. 1, ημερομηνίας 14.09.1995 για ποσό Λ.Κ.14.040,00 πλέον 8% Φ.Π.Α. (είναι τούτο το τεκμήριο 7Α), (β) διατακτικό αρ. 2, ημερομηνίας 04.12.1995 για ποσό Λ.Κ.9.214,00 πλέον 8% Φ.Π.Α. (είναι τούτο το τεκμήριο 7Β), (γ) διατακτικό αρ. 3, ημερομηνίας 19.06.1996 για ποσό Λ.Κ.7.740,00 πλέον 8% Φ.Π.Α. (είναι τούτο το τεκμήριο 7Γ), (δ) διατακτικό αρ. 4, ημερομηνίας 04.05.1998 για ποσό Λ.Κ.17.166,00 πλέον 8% Φ.Π.Α. (είναι τούτο το τεκμήριο 7Δ) και (ε) διατακτικό αρ. 1Ε, ημερομηνίας 26.05.1998 για ποσό Λ.Κ.8.668,00 πλέον 8% Φ.Π.Α. (είναι τούτο το τεκμήριο 7Ε). Έναντι των πιο πάνω διατακτικών, καθώς και ενός επιπλέον ποσού που κατεβλήθη ως προκαταβολή, ήτοι Λ.Κ.6.720,00, η εναγομένη κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά: (α) Λ.Κ.6.720,00 ως προκαταβολή (σχετική απόδειξη πληρωμής είναι το τεκμήριο 8Α), (β) ποσό Λ.Κ.15.165,00 κατεβλήθη την 26.09.1995 (σχετικό είναι το αντίγραφο της επιταγής τεκμήριο 8Β), (γ) ποσό Λ.Κ.9.950,00 κατεβλήθη την 20.02.1996 (σχετικό είναι το αντίγραφο της επιταγής τεκμήριο 8Γ), (δ) ποσό Λ.Κ.7.740,00 κατεβλήθη την 24.07.1996 (σχετικό είναι το αντίγραφο της επιταγής τεκμήριο 8Δ), (ε) ποσό Λ.Κ.4.500,00 κατεβλήθη την 18.06.1997 (σχετική είναι η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 8Ε) και (στ) ποσό Λ.Κ.13.600,00 κατεβλήθη την 06.08.1998 (σχετικό είναι το αντίγραφο της επιταγής τεκμήριο 8Στ). Εν ολίγοις, από σύνολο Λ.Κ.63.548,00 πλέον Λ.Κ.4.546,24 ως Φ.Π.Α., (σύνολο Λ.Κ.68.094,24) η εναγομένη κατέβαλε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.57.675,
  11. Στη διά ζώσης μαρτυρία της η εναγομένη παραδέχθηκε ότι οφείλει στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.11.628,84 (βλ. γραπτή δήλωση εναγομένης - τεκμήριο Γ στην παράγραφο 10). Υποδεικνύεται εντούτοις ότι το ποσό που παραδέχθηκε ότι οφείλει δεν είναι απλώς η διαφορά των δύο πιο πάνω ποσών, ήτοι τελικού κόστους και συνόλου πληρωμών (68.094,24 - 57.675,00= 10.419,24). Στο εν λόγω υπόλοιπο εμπεριέχεται άλλο ένα ποσό, ήτοι Λ.Κ.1.209,
  12. Αυτό το τελευταίο ποσό αντιστοιχεί στο 2% επί του αρχικού κόστους (Λ.Κ.56.000,00) το οποίο κρατήθηκε δυνάμει της συμφωνίας ως εγγύηση του εργολάβου για κακοτεχνίες, στον οποίο και θα επιστρέφετο άμα την εκπνοή του χρόνου ευθύνης, ως προβλέπεται στη σύμβαση. Συνεπώς η παραδοχή της εναγομένης ότι οφείλει ποσό Λ.Κ.11.628,84 αφορά όχι μόνο ποσά που δεν κατέβαλε δυνάμει των εκδοθέντων διατακτικών, αλλά και το ποσό των Λ.Κ.1.120,00, ως έχει αναφερθεί, πλέον το Φ.Π.Α. τούτου του ποσού, δηλαδή Λ.Κ.89,
  13. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν παραδεχτή ή αναμφισβήτητη μαρτυρία. Συνεπώς υιοθετούνται και καθίστανται ευρήματα του δικαστηρίου. Κατ' επέκταση, εφόσον η εναγομένη δέχεται ότι δεν κατέβαλε το υπόλοιπο των εκδοθέντων πιστοποιητικών πλέον ποσό Λ.Κ.1.209,60, η αξίωση των εναγόντων, στην έκταση που αφορά το ποσό των Λ.Κ.11.628,84, αντίστοιχο σε €19.872,07 (ως προς την ισοτιμία λίρας με ευρώ βλ. Κ.Δ.Π.311/07), επιτυγχάνει. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το εναπομείναν μέρος της αξίωσης και βεβαίως η ανταπαίτηση της εναγομένης. Προς υποστήριξη της αξίωσης η πλευρά των εναγόντων κάλεσε δύο μάρτυρες. Πρώτη κλήθηκε η Έλενα Ναθαναήλ, θυγατέρα του αποβιώσαντα και μια εκ των διαχειριστών της περιουσίας του τελευταίου. Η μάρτυρας κατέθεσε τα τεκμήρια 1 μέχρι και 13Β. Ήταν η θέση της ότι με την απόσυρση της αγωγής 964/94 τα μέρη προέβησαν σε νέα συμφωνία, με αποτέλεσμα να επαναρχίσει η ανέγερση της κατοικίας. Σύμφωνα με τη μάρτυρα αυτή η νέα συμφωνία σκοπούσε σε επαναπροσδιορισμό της ημερομηνίας επανέναρξης των εργασιών, καθορίστηκε η 01.09.1994, και της ημερομηνίας αποπεράτωσης, καθορίστηκε η 01.02.
  14. Ήταν όμως η θέση της ότι η κατοικία παραδόθηκε στην εναγομένη το Μάιο του
  15. Τούτη η παράδοση, σύμφωνα με τη μάρτυρα, ήταν η προσωρινή, ως αναφέρεται στο άρθρο 13Η του τεκμηρίου 2Β. Δέχθηκε ότι δεν έχει κάτι που να αποδεικνύει τούτο, αλλά, υποστήριξε, καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα από το γεγονός ότι το τεκμήριο 7Δ τιτλοφορείται «Τελική Παραλαβή». Ως εκ τούτου, ανέφερε η μάρτυρας, εφόσον το τεκμήριο 2Β προβλέπει ότι η τελική παραλαβή διενεργείται 12 μήνες μετά την προσωρινή (βλ. όρο 13Θ τεκμηρίου 2Β), προκύπτει ότι η προσωρινή παραλαβή προηγήθηκε κατά 12 μήνες. Ήταν η θέση της ότι η καθυστέρηση που παρατηρείται στην παράδοση του έργου οφείλεται αποκλειστικά στην εναγομένη, εφόσον ακόμη και μετά την επανέναρξη των εργασιών συνέχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Υποστήριξε τούτο παραπέμποντας και πάλι στη συμφωνία, αυτή τη φορά στο παράρτημα του τεκμηρίου 2Α, όπου αναφέρεται ότι η προθεσμία (έκδοσης) προσωρινών πιστοποιητικών είναι ανά μήνα. Αντί, λέει η μάρτυρας, να εκδοθούν 17 πιστοποιητικά, εκδόθηκαν μόνο 4, πλέον ένα για πρόσθετες εργασίες. Ο λόγος, σύμφωνα με τη μάρτυρα, είναι οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η εναγομένη και το γεγονός ότι ο αρχιτέκτονας προσπαθούσε να τη βοηθήσει καθυστερώντας την έκδοση των πιστοποιητικών. Υποστήριξε εν προκειμένω ότι τηρείτο ενήμερη από τον αποβιώσαντα πατέρα της διά το λόγο ότι γνώριζε και την εναγομένη με την οποία ήταν συμμαθήτριες και γείτονες. Εν πάση περιπτώσει αρνήθηκε ότι ο αποβιώσας είναι εκείνος που καθυστερούσε την ολοκλήρωση του έργου. Σε σχέση με την αύξηση των εργατικών ήταν η θέση της ότι τόσο ο αποβιώσας όσο και οι διαχειριστές της περιουσίας του απαίτησαν τούτο το ποσό από τον αρχιτέκτονα. Παρουσίασε εν προκειμένω τις επιστολές τεκμήρια 13Α και 13Β. Μάλιστα ήταν η θέση της ότι και η ίδια μίλησε με τον αρχιτέκτονα, αλλά η αντίδρασή του ήταν ότι «είναι φτωχή κορούδα (νοείται η εναγομένη) και να την λυπηθούν και να μην προχωρήσουν». Για τον ισχυρισμό της εναγομένης περί κακοτεχνιών η μάρτυρας ανέφερε ότι τούτο το θέμα ηγέρθηκε το 2003, δηλαδή αρκετά χρόνια μετά την παράδοση της κατοικίας και αφότου η εναγομένη έφτιαξε πισίνα και έχτισε ανώγειο σπίτι, ενέργειες που μπορεί να επηρέασαν το κτίσμα. Ούτως ή άλλως, ανέφερε η μάρτυρας, η συμφωνία των μερών περιορίζει την ευθύνη του εργολάβου σε ένα έτος. Επόμενος και τελευταίος μάρτυρας για τους ενάγοντες ήταν ο Χάρης Χριστοφόρου. Είναι τούτος επιμετρητής ποσοτήτων και ανέφερε ότι γνώρισε τον αποβιώσαντα μέσω της θυγατέρας του Έλενας Ναθαναήλ, εφόσον και οι δυο εργάζονται σε εργοληπτική εταιρεία. Τον Ιούνιο του 1998 του ζητήθηκε να εξετάσει κατά πόσο δικαιούταν ο αποβιώσας αύξηση εργατικών. Συνεπώς έλαβε από τον αποβιώσαντα τα τεκμήρια 2Α και Β, δηλαδή τη συμφωνία, καθώς επίσης τα διατακτικά, τεκμήρια 7Α έως Ε. Πληροφορήθηκε δε ότι η ημερομηνία αποπεράτωσης του έργου επαναπροσδιορίστηκε σε σχέση με το τεκμήριο 2Α, δηλαδή δόθηκε παράταση από το 1991 μέχρι το 1994 που επανάρχισαν οι εργασίες. Επιπλέον, είχε υπ' όψιν του τους επίσημους δείκτες του τμήματος Στατιστικής και Ερευνών της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. τεκμήριο 14) τους οποίους και εφάρμοσε σε φόρμουλα ώστε να καταλήξει στον πίνακα, εν προκειμένω το τεκμήριο 15, που δεικνύει την αύξηση που δικαιούται ο αποβιώσας. Από μέρους της υπεράσπισης κλήθηκαν τέσσερις μάρτυρες. Πρώτη βεβαίως κατέθεσε η εναγομένη, ενώ ακολούθησαν. ο αρχιτέκτονας του έργου Χάρης Φεραίος (στη συνέχεια ο Φεραίος). ο Δημήτρης Χατζηπάκκος, επιμετρητής ποσοτήτων. και ο Ευτύχιος Παπαευσταθίου, επίσης αρχιτέκτονας. Ήταν η θέση της εναγομένης ότι μετά την υπογραφή της συμφωνίας, τεκμήρια 2Α και Β, οι εργασίες του έργου διακόπηκαν λόγω του διαζυγίου της και επάλληλων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε. Προσπάθησε να καταλήξει σε συμφωνία με τον αποβιώσαντα ώστε να πάρει πίσω μέρος της προκαταβολής που έδωσε και αυτός ήταν και ο λόγος που καταχώρισε την αγωγή 964/
  16. Εν τέλει, μετά από διαβουλεύσεις αποφασίστηκε η συνέχιση του έργου με τροποποίηση των σχετικών ημερομηνιών. Ως ημερομηνία έναρξης καθορίστηκε η 01.09.1994 και αποπεράτωσης η 01.02.
  17. Δέχθηκε εν προκειμένω ότι οφείλει το ποσό των Λ.Κ.11.628,84, και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, ανέφερε, την 09.10.2000 κατέβαλε στο δικηγόρο της το ποσό των Λ.Κ.8.850,00, ώστε να διευθετηθεί η υπόθεση. Εντούτοις οι ενάγοντες απέρριψαν το εν λόγω ποσό και γι' αυτό της επιστράφηκε. Επί του προκειμένου παρουσίασε το τεκμήριο 16, απόδειξη καταβολής του ποσού στο δικηγόρο της. Παρεμβάλλω εδώ ότι σε αυτόν ακριβώς τον ισχυρισμό είναι που εδράζεται η αξίωση του ποσού των Λ.Κ.708,00, το οποίο η εναγομένη διεκδικεί ως απώλεια τόκων, διά το λόγο ότι το ποσό των Λ.Κ.8.850,00 κατατέθηκε, ως ανέφερε, σε μη τοκοφόρο λογαριασμό. Περαιτέρω ήταν η θέση της εναγομένης ότι ο αποβιώσας ουδέποτε ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με αύξηση εργατικών. Μάλιστα ήταν η θέση της ότι μετά την παράδοση του έργου συμφώνησε με τον αποβιώσαντα να του καταβάλει το οφειλόμενο ποσό με ετήσιες δόσεις ύψους Λ.Κ.3.000,00 έκαστη, αρχής γενομένης το καλοκαίρι του
  18. Δεν πρόλαβε όμως εφόσον ο εργολάβος απεβίωσε και οι διαχειριστές απαίτησαν αύξηση εργατικών, κάτι που δεν αποδέχεται. Για δε την παράδοση της οικίας ανέφερε ότι τούτη διενεργήθηκε την 04.05.
  19. Ανέφερε όμως ότι η ίδια κατοίκησε την οικία το καλοκαίρι του 1999, εφόσον μετά το διαζύγιο διέμενε με τη μητέρα της. Επικαλέστηκε δε τον πιο πάνω ισχυρισμό ώστε να επεξηγήσει το λόγο που δεν διέγνωσε τις κακοτεχνίες από την πρώτη στιγμή. Επιπλέον υποστήριξε ότι οι κακοτεχνίες διαπιστώθηκαν και από τον Φεραίο το
  20. Ο τελευταίος της είπε να τις διορθώσουν και στη συνέχεια βλέπουν πώς θα προχωρήσουν. Περί το 2000 με 2001 προσπάθησε, ανέφερε, μαζί με το σύζυγό της να διορθώσουν τούτες, χωρίς όμως επιτυχία. Έτσι το 2003 κάλεσε τους Χατζηπάκκο και Παπαευτυχίου οι οποίοι κατέγραψαν τις ζημίες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ.24.000,
  21. Το 2011, όταν πλέον ήταν σε θέση να επιδιορθώσει τις ζημίες, κάλεσε την εταιρεία Tiger Steel για τα περαιτέρω. Στην εν λόγω εταιρεία κατέβαλε το ποσό των €60.000,00 που αφορά επιδιόρθωση των κακοτεχνιών και άλλων ζημίων που όμως δεν αφορούν την υπόθεση. Παρεμβάλλω ότι έγινε προσπάθεια κατάθεσης του σχετικού τιμολογίου ως τεκμηρίου. Εντούτοις το αίτημα απορρίφθηκε για λόγους που άπτονται της δικογράφησης των ζημίων. Παρ' όλα αυτά για σκοπούς ελέγχου και μόνο της ορθότητας της ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου, η δέσμη των σχετικών τιμολογίων σημειώθηκε ως έγγραφο Χ. Αυτό βεβαίως δεν καθιστά το εν λόγω έγγραφο τεκμήριο και ούτε το εντάσσει στο μαρτυρικό υλικό. Συνεπώς δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Ο Φεραίος είναι ο αρχιτέκτονας του έργου. Υπό αυτή την ιδιότητα είδε και αναγνώρισε τα τεκμήρια 7Δ και Ε, δηλαδή τα δυο τελευταία διατακτικά που εξέδωσε. Ανέφερε ότι προτού προβεί στην έκδοση των εν λόγω διατακτικών κάλεσε τον αποβιώσαντα και τον ενημέρωσε για την πρόθεσή του. Κατ' εκείνο το χρόνο ερωτήθηκε από τον αποβιώσαντα κατά πόσο προτίθετο να του πιστοποιήσει αύξηση εργατικών, για να του απαντήσει όμως ότι δεν σύμφερε τον αποβιώσαντα να ανακινήσει τέτοιο θέμα καθ' ότι αυτό θα προκαλούσε την εναγομένη να διεκδικήσει αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης. Μετά την έκδοση των διατακτικών ο αποβιώσας επανήλθε, ανέφερε ο Φεραίος, και του παρέδωσε επιστολή με την οποία διεκδικούσε αυξήσεις εργατικών. Υπεδείχθη στο Φεραίο το τεκμήριο 13Α για το οποίο ανέφερε ότι το περιεχόμενό του είναι το ίδιο με εκείνο της επιστολής που του έδωσε ο αποβιώσας, αλλά η γραμματοσειρά διαφέρει. Παρουσίασε στη συνέχεια την επιστολή που έλαβε από τον αποβιώσαντα (βλ. τεκμήριο 17) και επεξήγησε ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις στην εν λόγω επιστολή είναι δικές του και ότι τις έθεσε σε αυτήν τη στιγμή που του παραδόθηκε. Ο λόγος διά αυτό είναι επειδή επιχείρησε να εξηγήσει στον αποβιώσαντα ότι ο πίνακας που συνοδεύει την επιστολή είναι λανθασμένος εφόσον συμπεριλήφθηκαν τα δυο διατακτικά του 1998 και περαιτέρω, ότι η αποζημίωση που ενδεχομένως να δικαιούταν η εναγομένη λόγω καθυστέρησης να ήταν μεγαλύτερη από το ποσό που διεκδικούσε ο αποβιώσας. Υποστήριξε τέλος ότι ανέφερε στον αποβιώσαντα πως η επιστολή του (τεκμήριο 17) ήταν εκπρόθεσμη αφ' ης στιγμής τα διατακτικά είχαν ήδη εκδοθεί. Πέραν των πιο πάνω ο Φεραίος ανέφερε ότι δεν μελέτησε τον πίνακα που συνοδεύει την επιστολή τεκμήριο
  22. Η θέση του σε σχέση με το εσφαλμένο του υπολογισμού, επί τω ότι λήφθηκαν υπόψη τα διατακτικά του 1998, οφείλεται στο ότι αυτό του επιβεβαιώθηκε από τον αποβιώσαντα. Είναι εσφαλμένος λοιπόν ο υπολογισμός, σύμφωνα με το Φεραίο, εφόσον η συμφωνία προέβλεπε ότι η αποπεράτωση θα διενεργείτο το 1996 και η καθυστέρηση που παρατηρείται μέχρι την παράδοση, που ήταν το 1998, δεν ζητήθηκε από τον αρχιτέκτονα να την δικαιολογήσει. Επιπλέον, ήταν η θέση του Φεραίου ότι το τεκμήριο 17 δεν συνιστά αίτηση του εργολάβου προς τον αρχιτέκτονα για επίλυση διαφοράς και γι' αυτό το λόγο δεν την αντιμετώπισε ως τέτοια, παρ' ότι ανέφερε στον αποβιώσαντα ότι αν επιθυμούσε μπορούσε να ζητήσει διαιτησία. Ο Φεραίος ανέφερε ακόμη ότι μετά πάροδο κάποιου διαστήματος έλαβε επιστολή από τους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος, δηλαδή το τεκμήριο 13Β, και πως είχε και τηλεφωνική συνομιλία με τη θυγατέρα τούτου. Εντούτοις, και σε αυτή την περίπτωση επανέλαβε ότι τα πιστοποιητικά είχαν ήδη εκδοθεί, δεν υπεβλήθη αίτηση για επίλυση της διαφοράς και δεν ζητήθηκε διαιτησία. Τέλος, ήταν η θέση του Φεραίου ότι μετά την έκδοση των πιστοποιητικών, σε κάποιο χρόνο που επισκέφθηκε την οικία της εναγομένης, διαπίστωσε ότι υπήρχαν ζημίες και συμβούλευσε την τελευταία να φωνάξει κάποιον για να τις επιδιορθώσει και ότι θα μπορούσε να αποζημιωθεί από την κράτηση του 2% που οφειλόταν ακόμη στον αποβιώσαντα. Η μαρτυρία των δυο τελευταίων μαρτύρων της υπεράσπισης έχει κοινό πραγματικό υπόβαθρο. Όπως ανέφεραν και οι δύο, Χατζηπάκκος και Παπαευτυχίου, περί το 2003 κλήθηκαν από την εναγομένη να επιθεωρήσουν την οικία της ώστε να καταγράψουν τα σημεία που χρήζουν επιδιόρθωσης. Ο μεν Παπαευτυχίου εντόπισε, υπό την ιδιότητα του αρχιτέκτονα, τα σημεία και προσδιόρισε τον τρόπο επιδιόρθωσής τους, δηλαδή μεθοδολογία και αναγκαία υλικά, ο δε Χατζηπάκκος, κοστολόγησε, ως επιμετρητής ποσοτήτων, τις επικείμενες επιδιορθώσεις βασιζόμενος στη μελέτη του αρχιτέκτονα. Η έκθεση που ετοιμάστηκε από τους δυο είναι κοινή και είναι το τεκμήριο
  23. Σε αυτό το έγγραφο περιλαμβάνονται και φωτογραφίες που έλαβε ο Χατζηπάκκος από τα σημεία που του υπέδειξε ο αρχιτέκτονας Παπαευτυχίου. Έχοντας συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία διαπιστώνω ότι το δικαστήριο καλείται να απαντήσει τα ακόλουθα ερωτήματα. Τι είναι εκείνο που συμφωνήθηκε από τα μέρη ώστε να αποσυρθεί η αγωγή 964/94; Πότε ολοκληρώθηκε και πότε παραδόθηκε η οικία στην εναγομένη; Υπήρξε καθυστέρηση στην αποπεράτωση της οικίας, και αν ναι, ποια είναι η αιτία της καθυστέρησης; Υπήρξε αύξηση εργατικών μέχρι αποπερατώσεως της οικίας; Ζητήθηκε αύξηση εργατικών, και αν ναι, πότε ζητήθηκε και ποια ήταν η τύχη του αιτήματος; Και τέλος, διαπιστώνονται ή όχι κακοτεχνίες στην εκτέλεση του έργου; Αν η απάντηση είναι καταφατική, πότε διαπιστώθηκαν τέτοιες και ποία η αξία τους; Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997 1 Α.Α.Δ. 614). Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι η αξιολόγηση εμπειρογνώμονα δεν διαφέρει από εκείνη άλλων μαρτύρων. Σημειώνεται εντούτοις ότι η συμπεριφορά του εμπειρογνώμονα στο εδώλιο του μάρτυρα δεν είναι καθοριστικής σημασίας παρά μόνο μία παράμετρος που συναποτιμάται με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του (βλ. Star Fiberglass Ltd v. Elena Trading
(1992)1 Α.Α.Δ. 875). Είναι υποχρέωση του εμπειρογνώμονα να επεξηγήσει στο δικαστήριο τη μεθοδολογία που ακολούθησε, το λόγο που επέλεξε τούτη, και εν κατακλείδι τα πραγματικά γεγονότα στα οποία την εφάρμοσε. Με αυτό τον τρόπο το δικαστήριο ελέγχει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του εμπειρογνώμονα και διαμορφώνει δική του ανεξάρτητη κρίση εδραζόμενη στη μαρτυρία που προσάχθηκε (βλ. Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Εφόσον τα ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εξαρτώνται από την ερμηνεία που θα δοθεί στη συμβατική σχέση των διαδίκων, επιβάλλεται σύνοψη των δικανικών αρχών που διέπουν το ζήτημα. Όπως έχει νομολογηθεί η ερμηνεία εγγράφου συνίσταται σε εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, εφόσον τούτες οι λέξεις εκλαμβάνεται ότι αποδίδουν και αποκαλύπτουν την πραγματική πρόθεση των μερών. Η σημασία της φρασεολογίας που ενσωματώνεται στη σύμβαση και δη ότι υπερτερεί έναντι τυχόν διαφορετικών προθέσεων που τα μέρη είχαν αλλά δεν εξωτερίκευσαν, εύγλωττα αποδίδεται στην υπόθεση Monypenny ν. Monypenny
(1861)9 H.L.C. 114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α Α.Α.Δ. 168, 173. Λέχθηκε εκεί ότι. «the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions». Συνεπώς ζητούμενο δεν είναι οι ενδόμυχες και ουδέποτε αποκαλυφθείσες στην άλλη πλευρά προθέσεις ενός μέρους, αλλά το αντικειμενικό νόημα όσων περιέχονται στη συμφωνία. Η εξακρίβωση τούτου επιτυγχάνεται βεβαίως από έλεγχο του συνόλου της συμφωνίας και χωρίς κατακερματισμό των διάφορων προνοιών τούτης, εφόσον πιθανή είναι αλληλεξάρτησή τούτων και επιπλέον, οι πραγματικές προθέσεις των μερών δυνατό να είναι διάχυτες στο κείμενο κατά τρόπο που αποσπασματικός έλεγχος να καθιστά την όλη διεργασία ημιτελή και τα όποια συμπεράσματα πλασματικά και λανθασμένα (βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, 176 - 177). Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στη Χ¨Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/2009, ημερ. 22.5.2012, η προσήλωση στα γραφόμενα της σύμβασης και ο αποκλεισμός εξωγενούς μαρτυρίας, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές. Ως εκ των πιο πάνω κριτής του εγγράφου είναι το δικαστήριο και όχι η υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν (βλ. Λαζούρας, πιο πάνω, σελ. 172). Σε αυτή δε τη διεργασία κριτήριο είναι η αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α Α.Α.Δ. 407, 413). Σημειώνω εντούτοις ότι στην προκείμενη περίπτωση κρίνω πως είναι ευχερέστερο η ερμηνεία της συμφωνίας των μερών να εξεταστεί σε συσχετισμό με τα ερωτήματα που το δικαστήριο καλείται να απαντήσει και όχι αυτοτελώς. Είναι αντιληπτό ότι από το σύνολο των μαρτύρων τρεις κλήθηκαν ως εμπειρογνώμονες. Τούτοι είναι. ο Χάρης Χριστοφόρου για τους ενάγοντες και οι Χατζηπάκκος και Παπαευτυχίου για την υπεράσπιση. Και οι τρεις αυτοί μάρτυρες άφησαν θετική εντύπωση. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι δέχομαι την επιστημονική θέση που έκαστος προώθησε. Ό,τι όμως εννοώ είναι ότι ουδείς εξ αυτών έδειξε να διακατέχεται από πρόθεση παραποίησης των πραγματικών γεγονότων ή ότι επιτηδευμένα εφάρμοσε επί των γεγονότων τις επιστημονικές αρχές που διέπουν το θέμα για το οποίο κλήθηκε να μαρτυρήσει. Καταλήγω λοιπόν ότι και οι τρεις αυτοί μάρτυρες παρέθεσαν τη θέση τους με πραγματική και αγνή πεποίθηση ότι συνιστά αποτέλεσμα ορθής επιστημονικής ανάλυσης. Προς ενίσχυση των πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι ο Χάρης Χριστοφόρου δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατάλογος του τεκμηρίου 14 περιέχει τους δείκτες που καθορίζονται από το Τμήμα Στατιστικής και Ερευνών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπλέον, δεν αμφισβητήθηκε ούτε για τη φόρμουλα που χρησιμοποίησε ώστε να καταλήξει στο αποτέλεσμα. Από την άλλη οι Χατζηπάκκος και Παπαευτυχίου δεν αμφισβητήθηκαν σε σχέση με όσα ανέφεραν ότι εντόπισαν στην οικία της εναγομένης, όπως ούτε ότι οι φωτογραφίες που επισυνάπτονται στο τεκμήριο 18 αποδίδουν εκείνα που εκεί εντόπισαν. Τέλος, ο Χατζηπάκκος δεν αμφισβητήθηκε για την ορθότητα των τιμών που χρησιμοποίησε ώστε να κοστολογίσει όσα αναγράφονται στο τεκμήριο
  1. Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας των πιο πάνω και δη εκείνο το μέρος που αφορά πραγματικά γεγονότα, δεν έτυχε αμφισβήτησης, γεγονός που ενισχύει τη θετική εικόνα που άφησαν στο δικαστήριο. Τώρα, όσον αφορά τη νομική θεώρηση της μαρτυρίας τούτων, δηλαδή εξέταση της γνώμης που εξέφρασαν μέσα από το πλέγμα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και διερεύνηση της ορθότητας του αποτελέσματος που έκαστος εισηγήθηκε, αυτό διενεργείται πιο κάτω και μετά από διαπίστωση του συνόλου των πραγματικών γεγονότων. Η Έλενα Ναθαναήλ άφησε θετικότατες εντυπώσεις. Η μαρτυρία της απηχεί προσωπικές της ενέργειες καθώς και θέματα που είχε την ευκαιρία να συζητήσει με τον αποβιώσαντα πατέρα της. Η μάρτυρας δεν ήταν απλώς ετοιμόλογη και άνετη εντός του δικαστηρίου, έτι περισσότερο εντυπωσιακό είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας της το οποίο διαπνέεται από λογική και συνέπεια, ενώ σε μεγάλο βαθμό υποστηρίζεται από τα λεγόμενα άλλοτε του Φεραίου και άλλοτε του Χάρη Χριστοφόρου, καθώς και από τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν. Υποδεικνύω εν προκειμένω ότι ο Φεραίος δέχτηκε πως συνομίλησε μαζί της για αυξήσεις επί των εργατικών. Δέχτηκε περαιτέρω ότι έλαβε και την επιστολή των διαχειριστών, τεκμήριο 13Β. Από την άλλη ο Χ. Χριστοφόρου επιβεβαίωσε εκείνο που ανέφερε η μάρτυρας, δηλαδή ότι είναι συνάδελφοι και γι' αυτό το λόγο τον έφερε σε επαφή με τον αποβιώσαντα πατέρα της. Επιπλέον γι' αυτό ετοίμασε και το τεκμήριο 13Α, του οποίου το περιεχόμενο είναι πανομοιότυπο με εκείνο του εγγράφου που παρουσίασε ο Φεραίος, τεκμήριο 17, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διεργασία που προηγήθηκε για ετοιμασία του εγγράφου καθώς ότι κατ' εκείνο το χρόνο ο Φεραίος συζήτησε με τον αποβιώσαντα αυξήσεις εργατικών. Από την άλλη φτωχική είναι η εντύπωση που άφησε η εναγομένη. Πλην ενός φωτεινού σημείου στη μαρτυρία της, η παραδοχή εν προκειμένω ότι οφείλει το ένα εκ των δυο ποσών, έντονο είναι το στοιχείο αοριστολογίας και ασάφειας. Μονίμως παραπέμπει για απαντήσεις στο Φεραίο, ακόμη και για θέματα που αφορούν την ίδια, όπως πότε διαπίστωσε τις κακοτεχνίες και γιατί υπάκουσε τυφλά την οδηγία του Φεραίου να διορθώσει τις κακοτεχνίες και δεν κάλεσε τον εργολάβο, δηλαδή τον αποβιώσαντα. Εντούτοις, αδυνατεί να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η πρώτη φορά που επικαλέστηκε κακοτεχνίες είναι τον Αύγουστο του 2003 (βλ. επιστολή τεκμήριο 11) και ενώ μέχρι τότε ήταν διατεθειμένη να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.8.850,00 (βλ. επιστολή υπεράσπισης ημερομηνίας 9.10.2000 - τεκμήριο 10). Και όλα αυτά τη στιγμή που διατείνεται ότι διέγνωσε τις κακοτεχνίες από το
  2. Εν ολίγοις γεννάται το ερώτημα. αν διέγνωσε τις κακοτεχνίες από το 1999 και ήταν τέτοιας έκτασης και αξίας όπως υποστηρίζει, γιατί μέχρι και το 2003 ήταν διατεθειμένη να πληρώσει; Το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον του δικαστηρίου δεν απαντά το πιο πάνω ερώτημα, γεγονός που φανερώνει την υστεροβουλία που κρύβεται πίσω από τη θέση της εναγομένης, η οποία μοναδικό στόχο είχε να απαλλαγεί από οποιεσδήποτε ευθύνες και όχι να αποκαλύψει τα πραγματικά γεγονότα. Ακόμη και στο λιγοστό χρόνο ενώπιον του δικαστηρίου ο Φεραίος κατόρθωσε να αναδείξει την πληθωρικότητα του χαρακτήρα του. Αντιλαμβάνομαι ότι είναι βαθύς γνώστης του αντικειμένου με ευρύ γνωσιολογικό πεδίο και κυρίως με ιδιαίτερη αντίληψη του θέματος που εδώ ενδιαφέρει. Ενδεικτικό των πιο πάνω είναι το γεγονός ότι μόλις στο στάδιο της αντεξέτασης τούτου διαπιστώθη, μετά από δική του παρατήρηση, ότι η συμφωνία των μερών δεν περιορίζεται στα τεκμήρια 2Α και Β αλλά περιλαμβάνει άλλο ένα πολυσέλιδο έγγραφο. Υπέδειξε εν προκειμένω εκείνο που αναφέρεται στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 2Α, δηλαδή ότι. «ΚΑΙ ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ τα ρηθέντα Σχέδια υπ' αριθμόν 1, 2, 3, 4, 5, 6, 10, Λ7, Λ11, Σ1 Σ12 (εν τοις εφεξής αναφερόμενα ως τα Σχέδια του Συμβολαίου) και ή Συγγραφή Υποχρεώσεων σελίς 1 - 36 υπεγράφησαν παρισταμένων των μαρτύρων υπό ή κατ' εντολήν των συμβαλλομένων μερών και αποτελούν αναπόσπαστον μέρος του παρόντος Συμφωνητικού». Έχοντας αναφέρει όμως όλα τα πιο πάνω δεν παραλείπω να σημειώσω ότι η ακροαματική διαδικασία ανέδειξε και αντιφάσεις. Υποδεικνύω εν προκειμένω ότι οι απαντήσεις του Φεραίου σε σχέση με το πότε πληροφορήθηκε την επανέναρξη των εργασιών στην οικοδομή, τη συνέπεια του αποβιώσαντος στην εκτέλεση των εργασιών, τους λόγους καθυστέρησης στην παράδοση και τυχόν κακοτεχνίες του κτίσματος, διέπονται από ασάφεια και φανερώνουν αντίφαση. Κρίνω όμως αναγκαίο να προσεγγίσω τη μαρτυρία σε όλο της το εύρος και δη κάτω από το φακό των επίδικων θεμάτων, ώστε να αναδειχθούν εναργώς τα σχετικά ευρήματα του δικαστηρίου. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τη μαρτυρία εν τέλει και οι δυο πλευρές συμφωνούν πως η συμφωνία του 1991 διεκόπη περί το 1992, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε η εναγομένη μετά από το διαζύγιο. Η αγωγή όμως 964/94 διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο εφόσον στο πλαίσιο αυτής τα μέρη συμφώνησαν να συνεχίσουν την ανέγερση της κατοικίας με τους ίδιους όρους της συμφωνίας τεκμήρια 2Α και Β. Οι επιστολές που αντάλλαξαν οι συνήγοροι των μερών, τεκμήρια 3 και 4, φανερώνουν ότι η αρχική συμφωνία ουδέποτε διεκόπη. Με την απόσυρση της αγωγής (σχετικό είναι το πρακτικό του δικαστηρίου - τεκμήριο 6), το μόνο που μεταβλήθηκε από την αρχική συμφωνία είναι οι ημερομηνίες έναρξης και αποπεράτωσης. Αφενός η επανέναρξη ορίστηκε την 01.09.1994 και η αποπεράτωση την 01.02.
  3. Κατά τα λοιπά η συμφωνία του 1991 παρέμεινε ισχυρή. Το επόμενο ερώτημα αφορά το χρόνο που τελικά παραδόθηκε η οικία στην εναγομένη. Δεν θα επαναλάβω τις θέσεις των μερών εφόσον έχουν ήδη αναφερθεί. Κρίνω όμως ότι επί του προκειμένου η Έλενα Ναθαναήλ λανθάνεται και ότι ορθή είναι η θέση του Φεραίου. Είναι γεγονός ότι το τεκμήριο 7Δ τιτλοφορείται «Τελική Παραλαβή». Η δε συμφωνία των μερών, τεκμήριο 2Β, διακρίνει την παραλαβή σε δυο στάδια. Το πρώτο στάδιο είναι εκείνο της προσωρινής παραλαβής (άρθρο 13Η της συμφωνίας) και το δεύτερο η οριστική παραλαβή (άρθρο 13Θ της συμφωνίας). Η οριστική παραλαβή έπεται της προσωρινής αναλόγως της περιόδου ευθύνης. Στην προκείμενη περίπτωση τούτη η περίοδος καθορίστηκε σε 12 μήνες. Σχετικό είναι το παράρτημα στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 2Α. Εκείνο που με οδηγά στο συμπέρασμα ότι το τεκμήριο 7Δ δεν αφορά οριστική παραλαβή αλλά προσωρινή, είναι η μαρτυρία του Φεραίου σε συνδυασμό με το ίδιο το τεκμήριο. Όπως ανέφερε ο Φεραίος, και μου ακούγεται καθ' όλα λογικό, δεν θα κρατούσε τα χρήματα του εργολάβου για ένα έτος. Υποδεικνύω μάλιστα ότι με το διατακτικό τεκμήριο 7Δ ο αποβιώσας εγκρίθηκε να λάβει από τον εργοδότη, δηλαδή την εναγομένη, ποσό πέραν των Λ.Κ.17.000,
  4. Τούτο το ποσό υπερβαίνει το 25% της συμφωνηθείσας αξίας του έργου. Γιατί όντως να μην είχε εκδοθεί το πιστοποιητικό ένα έτος προηγουμένως, νοουμένου ότι το τεκμήριο 7Δ αφορά οριστική παραλαβή, δεν αντιλαμβάνομαι. Ακόμη πιο ισχυρό όμως είναι και το εξής επιχείρημα. Αν το τεκμήριο 7Δ αφορούσε οριστική παραλαβή, ποιος λόγος υπήρχε να διατηρηθεί η κράτηση της εγγύησης του εργολάβου, δηλαδή το 2%; Όπως προκύπτει από τη συμφωνία (βλ. συνδυασμένη ανάγνωση άρθρων 13Ζ και Θ τεκμηρίου 2Β) το εν λόγω ποσό ελευθερώνεται άμα τη λήξει της περιόδου ευθύνης. Τούτη όμως η περίοδος συμπίπτει με την οριστική παραλαβή. Αν λοιπόν η 04.05.1998 ήταν η ημερομηνία οριστικής παραλαβής, δεν θα υπήρχε λόγος να μην αποδεσμευθεί η κράτηση του 2%. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι το τεκμήριο 7Δ και η ημερομηνία 04.05.1998, δεν αφορούν οριστική παραλαβή. Κατ' εκείνο το χρόνο διενεργήθηκε η προσωρινή παραλαβή και συνάμα άρχισε να τρέχει η περίοδος ευθύνης του εργολάβου, δηλαδή 12 μήνες. Παρεμβάλλω επιπλέον ότι δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω και τη θέση της εναγομένης πως εντός της οικίας εισήλθε το επόμενο καλοκαίρι, δηλαδή το καλοκαίρι του 1999 και αυτό γιατί διαζευγμένη ούσα, μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, της ήταν βολικότερο να μην μετακομίσει και να παραμείνει με τη μητέρα της. Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι δεν τηρήθηκε το χρονοδιάγραμμα αποπεράτωσης της οικίας. Διαπιστώνεται εν προκειμένω ότι η οικία παραδόθηκε 27 μήνες μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία. Παραδόθηκε την 04.05.1998 αντί της 01.02.1996 που είχε συμφωνηθεί. Ποιος όμως είναι ο λόγος καθυστέρησης; Όλως παραδόξως η εναγομένη δεν άγγιξε αυτή τη πτυχή με τη μαρτυρία της. Αποσιώπησε ό,τι σχετικό, ενώ οι οποίες απαντήσεις της, μονολεκτικές και αόριστες, οφείλονται σε υποβολές που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση. Βασικός εκπρόσωπος αυτής της πτυχής της υπεράσπισης ήταν ο Φεραίος. Εντούτοις οι σχετικές θέσεις του Φεραίου μόνο αλλοπρόσαλλες χαρακτηρίζονται. Διατείνεται ο Φεραίος ότι σε συζήτηση που είχε με τον αποβιώσαντα όταν τον κάλεσε για να τον ενημερώσει σχετικά με την έκδοση των διατακτικών τεκμήρια 7Δ και Ε, ο αποβιώσας τον ρώτησε κατά πόσο θα του πιστοποιούσε αύξηση εργατικών και τότε ο Φεραίος του είπε «δεν δούλευες συνέχεια». Μάλιστα, σε δυο τουλάχιστον περιπτώσεις ο Φεραίος υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών ρώτησε την εναγομένη αν επιθυμούσε να παύσει τον αποβιώσαντα από τα καθήκοντά του. Εντούτοις, όταν ερωτήθηκε από το συνήγορο των εναγόντων κατά πόσο η εναγομένη ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της, δηλαδή τις πληρωμές, απαντά ότι ήταν εις γνώση του πως είχε κάποιες δυσκολίες. Προσθέτει δε ο ίδιος ότι ενώ έπρεπε να είχαν εκδοθεί 10 με 12 διατακτικά εκδόθηκαν μόλις 4 και παραπέμπει σε άλλη στιχομυθία που είχε με τον αποβιώσαντα στον οποίο ανέφερε «ρε μάστρε δουλεύεις και δεν ζητάς πληρωμές; Τι γίνεται μαζί σου.». Διερωτάται λοιπόν κανείς, ποια ήταν η πραγματικότητα και πως δικαιολογείται η άλλη θέση του Φεραίου, εργαζόταν ή όχι ο αποβιώσας; Από την άλλη είναι αντιληπτό ότι η συμφωνία των μερών (τεκμήριο 2Β) επιτρέπει στον εργοδότη να τερματίσει τη συμφωνία για λόγους που αφορούν καθυστέρηση. Σχετικές είναι οι διατάξεις του άρθρου 11(Α)
(1)
(2)και
(4). Είναι εντούτοις γεγονός ότι καμία προειδοποίηση δόθηκε στον αποβιώσαντα, και περαιτέρω, η λογική επιτάσσει ότι εφόσον η συμφωνία επανάρχισε μετά από απόσυρση αγωγής, όλοι οι ενδιαφερόμενοι θα βρίσκονταν επί ποδώς και πρόθυμοι να εκπληρώσουν το μέρος της συμφωνίας που τους αναλογούσε. Με βάση τούτο διερωτώμαι, γιατί δεν στάληκε οιαδήποτε έγγραφη ειδοποίηση στον εργολάβο, γιατί δεν απαλλάγηκε των καθηκόντων του, αλλά κυρίως, γιατί το 1ο διατακτικό εκδόθηκε μετά πάροδο ενός έτους τη στιγμή που η συμφωνία προβλέπει ότι θα εκδίδονται ανά μήνα; Είμαι της γνώμης ότι τα πιο πάνω ερωτήματα απαντά άλλη θέση του Φεραίου, που εκφράστηκε κατόπιν επίμονης και πολύπλευρης αντεξέτασης. Όταν του υπεδείχθη η καθυστέρηση στην παράδοση της οικίας και ερωτήθηκε κατά πόσο ο ίδιος αναλογίστηκε ποιος ήταν ο λόγος, απάντησε. «Δεν είπα ότι δεν διερωτήθηκα. Είπα ναι, υπήρχε καθυστέρηση, ενδεχομένως να ήταν κοινή συναινέσει», για να προσθέσει πιο κάτω. «Υποθέτω ότι μπορεί να ήταν κοινή συναινέσει» καθώς ότι. «Και είπα και στη μια και στην άλλη (εννοεί πλευρά) άντε παιδιά τελειώνετε να μπούμε και μέσα στο σπίτι μας». Αυτός κρίνω είναι ο πραγματικός λόγος της καθυστέρησης, δηλαδή ότι τα μέρη συναποφάσισαν την καθυστέρηση. Είναι δε προφανές ότι ο λόγος που συναποφάσισαν τούτην είναι αυτός που αναφέρθηκε από την Έλενα Ναθαναήλ. η εναγομένη συνέχιζε να έχει οικονομικά προβλήματα και αδυνατούσε να πληρώσει. Αυτό διαπιστώνεται από τη μαρτυρία της εναγομένης που ανέφερε ότι μετά την παραλαβή της οικίας ήλθε σε συνεννόηση με τον αποβιώσαντα να του καταβάλει το οφειλόμενο ποσό σε δόσεις ύψους Λ.Κ.3.000,00 ανά έτος. Αποκαλύπτει τούτο την οικονομική αδυναμία της να ανταποκριθεί στα διατακτικά ακόμη και μετά την παράδοση της οικίας, ενώ γεγονός είναι ότι η ίδια δεν επείγετο να κατοικήσει το σπίτι αφού η ίδια ανέφερε ότι το κράτησε κλειστό για ένα χρόνο, εφόσον διέμενε με τη μητέρα της. Καταλήγω λοιπόν ότι η καθυστέρηση στην παράδοση της οικίας δεν οφείλεται στο ότι ο αποβιώσας δεν εργαζόταν τακτικά, όπως η υπεράσπιση ισχυρίστηκε, αλλά στο ότι η εναγομένη αδυνατούσε να πληρώσει και ο εργολάβος αποδέχθηκε αυτό το γεγονός σε μια προσπάθεια να βοηθήσει τη συγχωριανή του. Ό,τι απομένει να αποφασιστεί είναι αν σε αυτό το πραγματικό πλαίσιο διαπιστώνεται αύξηση εργατικών. Η σχετική και αξιόπιστη μαρτυρία του Χ. Χριστοφόρου δεν αφήνει άλλη επιλογή. Βασική αμφισβήτηση τούτου ήταν ότι η κατάληξή του είναι προϊόν σφάλματος και αυτό γιατί δεν μίλησε με τον αρχιτέκτονα, ώστε να γίνει κοινωνός της αδικαιολόγητης καθυστέρησης. Εντούτοις όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω φανερώνουν ότι ουδεμία καθυστέρηση οφείλεται στον αποβιώσαντα. Τούτη την καθυστέρηση την επωμίζεται εξ ολοκλήρου η εναγομένη. Είναι δε αντιληπτό ότι η συμφωνία των μερών, συγκεκριμένα το άρθρο 7 του τεκμηρίου 2Β, διέπει τούτο το ζήτημα. Επί του προκειμένου είναι αρκετό να λεχθεί ότι το άρθρο 7 του τεκμηρίου 2Β ρητά αναφέρει ότι αύξηση του βασικού δείκτη πέραν του 3% δικαιολογεί αύξηση των εργατικών. Ο μάρτυρας Χριστοφόρου επεξήγησε ότι στην προκείμενη περίπτωση τούτη η αύξηση είναι πέραν του 3%, γεγονός που διαπιστώνεται και από το τεκμήριο 14, δηλαδή τον κατάλογο που περιέχει τους επίσημους δείκτες της Κυπριακής Δημοκρατίας για τα έτη 1991 μέχρι και 1997. Οι δείκτες που χρησιμοποιήθηκαν σε κάθε περίπτωση, δηλαδή για καθ' ένα πιστοποιητικό ξεχωριστά, αποκαλύπτουν ότι είναι αυτοί που αναφέρονται στις αντίστοιχες ημερομηνίες του τεκμηρίου 14 και επιπλέον, ότι υπερβαίνουν το 3%. Όπως προανέφερα, δέχομαι ότι ο μάρτυρας δεν χρησιμοποίησε δείκτη που αφορά το έτος 1998, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 14 (οι δύο τελευταίοι δείκτες που χρησιμοποιήθηκαν στο τεκμήριο 15 (192,60) παραπέμπουν στις ημερομηνίες 30.04.1997 και 31.05.1997). Επιπλέον, ο λόγος δια τον οποίο ο Χριστοφόρου χρησιμοποίησε το δείκτη του 1997 είναι γιατί η πλευρά των εναγόντων ήταν με την εντύπωση ότι η προσωρινή παραλαβή του έργου διενεργήθηκε το Μάιο του 1997. Δοθέντος ότι είναι εύρημα του δικαστηρίου πως το σπίτι παραδόθηκε την 04.05.1998, σημαίνει ότι οι εργασίες διεξάγονταν μέχρι και εκείνη την ημερομηνία και συνεπώς θα ήμουν διατεθειμένος να δεχτώ και το δείκτη που αντιστοιχεί στην εν λόγω ημερομηνία. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο Χριστοφόρου δεν χρησιμοποίησε δείκτη του έτους 1998. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι οι ενάγοντες περιόρισαν την αξίωσή τους μέχρι και το 1997, καθιστά το θέμα λήξαν. Καταλήγω εν προκειμένω ότι το αποτέλεσμα του Χριστοφόρου, δηλαδή ότι οι ενάγοντες δικαιούνται αύξηση εργατικών που ανέρχεται σε Λ.Κ.10.987,86, είναι ορθό και το αποδέχομαι. Διατείνεται η υπεράσπιση ότι εφόσον ο αρχιτέκτονας δεν πιστοποίησε τούτη την αύξηση και εφόσον οι ενάγοντες δεν ζήτησαν επίλυση διαφοράς και ούτε αιτήθηκαν διαιτησία, δεν δικαιούνται να αξιώνουν οιονδήποτε ποσό. Με όλο το σεβασμό αλλά δεν μπορώ να δεχτώ τη σχετική επιχειρηματολογία. Κατ' αρχάς η νομική διάσταση του θέματος συμπυκνώνεται στην υπόθεση Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Κουρουκλίδη κ.α.
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1374, όπου στη σελίδα 1379 αναφέρεται ότι. «Σημειώνεται περαιτέρω ότι ρήτρα διαιτησίας, όπως αυτή της παρούσας υπόθεσης που είναι γνωστή ως ρήτρα Scott v. Avery [1856] H.L.S. σελ.392 από την ομώνυμη υπόθεση, δεν καταργεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, αλλά παρέχει δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας (βλέπε επίσης Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγρ. 645-646)». Αποκαλύπτεται λοιπόν ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν καταργείται. Η σύμβαση των διαδίκων παραμένει ισχυρή και το αναίτιο μέρος σε περίπτωση παράβασης καλείται να αποδείξει τη ζημία του, έστω και αν μπορούσε να αποταθεί για διαιτησία. Πέραν τούτου, δράττομαι της ευκαιρίας να υποδείξω ότι οι αιτιάσεις του Φεραίου πως το τεκμήριο 17 που του παρουσίασε ο εργολάβος, δηλαδή η επιστολή με την οποία ζητούσε αύξηση εργατικών, ήταν εκπρόθεσμη και εν πάση περιπτώσει δεν ήταν αίτηση για επίλυση διαφοράς από τον αρχιτέκτονα, είναι τουλάχιστον ανυπόστατες, αν όχι και καταχρηστικές του ρόλου που είχε να επιτελέσει. Δικαιώνουν δε τον κανόνα ότι δεν καταργείται η δικαιοδοσία του δικαστηρίου, διαφορετικά το δίκαιο, ανά περίπτωση, θα υπόκειτο στις ορέξεις του ισχυρού, στη δοσμένη περίπτωση του αρχιτέκτονα, και το αναίτιο μέρος θα έμενε αθεράπευτο. Αδυνατώ να κατανοήσω γιατί η έγγραφη απαίτηση του εργολάβου, εν προκειμένω το τεκμήριο 17, δεν αποτελεί αίτηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14Α του τεκμηρίου 2Β. Από την άλλη, εφόσον αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι το τεκμήριο 7Δ εκδόθηκε με την προσωρινή παραλαβή της οικίας, είναι κατανοητό ότι μετά την περίοδο ευθύνης, δηλαδή 12 μήνες μετά, ο αρχιτέκτονας όφειλε να εκδώσει άλλο ένα πιστοποιητικό αναφορικά με την κράτηση του 2%. Γιατί τότε ήταν εκπρόθεσμος ο εργολάβος όταν παρουσίασε το τεκμήριο 17 την 25.06.1998, δηλαδή ένα μήνα και κάτι μετά την έκδοση του διατακτικού τεκμήριο 7Δ, αλλά σε κάθε περίπτωση πριν την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού που προβλέπεται στο άρθρο 13Θ της συμφωνίας. Τα πιο πάνω προσθέτουν στην ανεπάρκεια των θέσεων του Φεραίου και ενισχύουν την άποψη της Έλενας Ναθαναήλ ότι ο αρχιτέκτονας προστάτευε την εναγομένη λόγω υπερβολικής ευαισθησίας στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Έχοντας υπ' όψιν μου το σύνολο των διατάξεων της γραπτής συμφωνίας, τεκμήρια 2Α και Β, δεν βρίσκω κανένα λόγο διά τον οποίο να αναιρείται το δικαίωμα του εργολάβου για αύξηση εργατικών. Στην προκείμενη περίπτωση ο λόγος που δεν εκδόθηκε γραπτή ειδοποίηση για δικαιολόγηση της παράτασης, προκύπτει από τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Τούτος ήταν επειδή τα μέρη, μεταξύ αυτών και ο αρχιτέκτονας, συνειδητά καθυστέρησαν τις εργασίες και την επάλληλη πληρωμή, ώστε η εναγομένη να είναι εις θέση να αντεπεξέλθει. Το γεγονός όμως ότι τα μέρη απενεργοποίησαν ένα βασικό όρο της συμφωνίας, δηλαδή την ημερομηνία αποπεράτωσης του έργου, δεν σημαίνει ότι εξουδετέρωσαν και το δικαίωμα του εργολάβου για αύξηση εργατικών. Μπορεί μεν ο τελευταίος να συναίνεσε στην καθυστέρηση, καμία όμως μαρτυρία αφήνει να νοηθεί ότι αποδέχτηκε να απορροφήσει και το κόστος τυχόν επικείμενης αύξησης εργατικών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεσή τους στο ακέραιο και συνεπώς υπέρ τούτων επιδικάζεται και ποσό Λ.Κ.10.987,86, αντίστοιχο σε €18.776,05 (βλ. Κ.Δ.Π.311/07 για ισοτιμία). Στρέφομαι τώρα στην ανταπαίτηση της εναγομένης. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι την εξέλιξη της διαδικασία και δη τη μαρτυρία της εναγομένης, η υπεράσπιση δεν προώθησε την ανταπαίτηση που δικογράφησε σε σχέση με τα ενοίκια (Λ.Κ.24.000,00), τα έξοδα επιμετρητή (Λ.Κ.1.500,00) και το διαφυγόν κέρδος (Λ.Κ.708,00). Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε σε σχέση με αυτά τα θέματα. Κατ' επέκταση αυτή η πτυχή της ανταπαίτησης απορρίπτεται δίχως άλλο. Άλλωστε χαρακτηριστικός είναι ο δικανικός λόγος (ratiο) της υπόθεσης Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 T.L.R. 177, 178, ως υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, 243, που διέπει την απόδειξη ειδικής ζημίας. Λέχθηκε εκεί ότι. «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to wright down the particulars, and so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages'. They have to prove it». Ζητούμενο απομένει ο ισχυρισμός της εναγομένης για κακοτεχνίες. Επιβάλλεται να αναφέρω ότι ουδεμία αμφιβολία διατηρώ ότι οι Χατζηπάκκος και Παπαευτυχίου πράγματι εντόπισαν όσα αναφέρουν στο τεκμήριο
  1. Αυτό όμως από μόνο του δεν δικαιολογεί συμπέρασμα κακοτεχνιών. Παρεμβάλλω εδώ πως ο Παπαευτυχίου υποστήριξε ότι όσα αναφέρονται στην έκθεση τεκμήριο 18 οφείλονται σε κακώς εκτελεσθείσα εργασία (βλ. τεκμήριο Ε, 8η παράγραφος). Αποτελεί βεβαίως αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι ο εμπειρογνώμονας δικαιούται να εκφέρει άποψη για θέματα που εμπίπτουν στην εμπειρογνωμοσύνη του. Εντούτοις η υποχρέωση του εμπειρογνώμονα να επεξηγήσει τούτη την άποψη και να την τεκμηριώσει, δεν αίρεται απλώς και μόνο επειδή είπε τη θέση του. Αφοριστική άποψη δεν έχει θέση στο μαρτυρικό υλικό, εφόσον το μόνο που αποκαλύπτει δεν είναι προσπάθεια ενίσχυσης του έργου του δικαστηρίου αλλά υποκατάστασης τούτου δια υποβολιμαίας θέσης. Στην προκείμενη περίπτωση δεν επεξηγήθηκε η θέση του Παπαευτυχίου. Που εδράζει την πεποίθησή του και πως δικαιολογεί τούτη την κατάληξη δεν επεξηγήθηκε στο δικαστήριο. Ως εκ τούτου αδυνατώ να δεχθώ την κατάληξη του μάρτυρα ότι οι αλλοιώσεις που εντόπισε στην οικία της εναγομένης οφείλονται σε κακοτεχνίες. Άλλη μαρτυρία που ομιλεί για κακοτεχνίες είναι αυτή του Φεραίου και της εναγομένης. Ούτε όμως σε αυτή την περίπτωση είμαι πρόθυμος να αποδεχθώ τη μαρτυρία. Ο Φεραίος ανέφερε ότι όταν σε κάποιο στάδιο επισκέφθηκε την εναγομένη ήταν εμφανές ότι στο σπίτι υπήρχαν πάρα πολλές ζημίες. Εντούτοις την ίδια ώρα είπε της εναγομένης να διορθώσει τις ζημίες και θα μπορούσε να πάρει τα χρήματα από την κράτηση. Και ερωτώ. Αν οι ζημίες ήταν τέτοιας έκτασης, ως ο Φεραίος άφησε να νοηθεί (πάρα πολλές ζημίες), πως τότε θα καλύπτοντο από την κράτηση που αντιστοιχούσε στο 2%, δηλαδή στο μικρό ποσό των Λ.Κ.1.200,00; Από την άλλη η θέση της εναγομένης είναι πως οι ζημίες ανέρχονται στο πολύ υψηλό ποσό των Λ.Κ.28.000,
  2. Κατ' επέκταση ένα πρόσθετο ερώτημα που γεννάται είναι, ποιο από τα δύο ποσά ισχύει; Και αυτό όχι απλώς για να εξευρεθεί το ποσό, αλλά για να γίνει αντιληπτή η έκταση των κακοτεχνιών. Πέραν όμως των πιο πάνω, οι απαντήσεις που έδωσε η εναγομένη καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της αναδεικνύουν και την υστεροβουλία της σχετικής θέσης. Αν διαπίστωσε τις κακοτεχνίες από την πρώτη στιγμή, ως ο Φεραίος αλλά και η ίδια διατείνονται, τότε γιατί ήταν πρόθυμη μέχρι και το 2003, χρόνο που έστειλε την πρώτη επιστολή (τεκμήριο 11) και ισχυρίστηκε κακοτεχνίες, να πληρώσει τους ενάγοντες; Γιατί δεν ήγειρε τούτο το θέμα ευθύς μετά που κατοίκησε την οικία και βεβαίως γιατί δεν κάλεσε τον αποβιώσαντα να τις επιδιορθώσει; Εύλογη είναι και η ερώτηση που τέθηκε στην εναγομένη από τον συνήγορο των εναγόντων. Ερωτήθηκε εν προκειμένω γιατί να πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.8.850,00, ως ανέκαθεν ήταν η πρότασή της, τη στιγμή που οι κακοτεχνίες ανέρχονταν στις Λ.Κ.28.000,00, δηλαδή υπερέβαιναν κατά πολύ την οφειλή; Η απάντηση που έδωσε αν και γνήσια καταρρίπτει τον ισχυρισμό περί κακοτεχνιών. Απάντησε η εναγομένη ότι. «Επειδή ανήκαν (νοείται τα χρήματα) σε άλλο είχα σκοπό να τα δώσω». Καμία όμως λογική θεμελιώνει τούτη τη θέση. Αν υπήρχαν κακοτεχνίες και υπερέβαιναν κατά πολύ την οφειλή που είχε στον εργολάβο, σαφώς και δεν θα πλήρωνε αλλά θα χρησιμοποιούσε τα χρήματα για να επιδιορθώσει τις κακοτεχνίες. Τη στιγμή μάλιστα που η ίδια ανέφερε ότι μόλις το 2011, δηλαδή 13 χρόνια μετά την παράδοση της οικίας, ήταν σε θέση να επιδιορθώσει τις κακοτεχνίες. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό ότι ο όψιμος ισχυρισμός της εναγομένης και η υποστήριξη που έτυχε επί του προκειμένου από το Φεραίο, δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα. Κατ' επέκταση δεν αποδέχομαι τη θέση ότι η οικία αντιμετώπιζε πρόβλημα κακοτεχνιών. Επιπλέον δεν έχει αποδειχθεί ότι τα σημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζει η οικία, ως έχουν διαπιστωθεί από τους Χατζηπάκκο και Παπαευτυχίου, οφείλονται σε κακοτεχνίες του αποβιώσαντος. Δυνάμει των πιο πάνω διαπιστώσεων είναι αντιληπτό ότι η ανταπαίτηση ουδεμία επιτυχή κατάληξη μπορεί να έχει και συνεπώς απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης εκδίδεται απόφαση για τα ποσά των Λ.Κ.11.628,84 (€19.872,07) και Λ.Κ.10.987,86 (€18.776,05) πλέον νόμιμο τόκο από 23.05.2007, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, πλέον έξοδα σε σχέση τόσο με την αγωγή όσο και με την ανταπαίτηση ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.