← Κύπρος

Αναφορικά με την SGO Sibgasoil Investments Ltd ν. Antis Trade & Investments Inc κ.α., Αρ. Αίτησης: 375/13, 24/2/2015

Αναφορικά με την SGO Sibgasoil Investments Ltd ν. Antis Trade & Investments Inc κ.α., Αρ. Αίτησης: 375/13, 24/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 375/13 Αναφορικά με την SGO Sibgasoil Investments Ltd (η «εταιρεία») εκ Πάφου που έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Πελλάδος 1, Πάφος -και- Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 -και- Αναφορικά με τους Antis Trade & Investments Inc εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων Flynn Holdings S.A. εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων Bryn Invest & Finance Inc. εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων Gozzoil Holdings & Finance S.A. εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων Κemp Holding and Finance S.A. εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων υπό την ιδιότητα τους ως υπολοίπων μετόχων της Εταιρείας. Αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως 24 Φεβρουαρίου,

  1. Για τους Αιτητές: κος Παναγίδης. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κος Κυπραίος. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση οι αιτητές ζητούν: «Διάταγμα και/ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ως το Παράρτημα Α στην παρούσα αίτηση». Επιβάλλεται να λεχθεί ότι η επίδικη αίτηση δεν είναι η πρώτη που παρεμβάλλει στο πλαίσιο της κυρίως αιτήσεως. Σημειώνεται δε ότι η κυρίως αίτηση είναι petition (ως εκ τούτου διά αποφυγή σύγχυσης μεταξύ των διαφόρων αιτήσεων στη συνέχεια θα αναφέρομαι σε αυτήν ως petition) και εδράζεται στο άρθρο 202 του Κεφ. 113, δηλαδή εγείρεται από τους μετόχους μειοψηφίας και υποστηρίζει ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας καταπιέζουν τα δικαιώματα των πρώτων. Η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε από τους μετόχους μειοψηφίας (στη συνέχεια οι αιτητές) και η συμπληρωματική ένορκος δήλωση που ζητούν να καταχωρίσουν αφορά το petition. Αυτό εν προκειμένω είναι και το αντικείμενο της παρούσης. Οι μέτοχοι πλειοψηφίας (στη συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση) δεν συναίνεσαν στην υπό κρίση αίτηση και ως εκ τούτου καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Οι λόγοι που αναφέρονται στο πρόσωπο τούτης της ένστασης έχουν ως ακολούθως: «1.Οι διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν το θέμα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εφαρμόζονται μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις και συνεπώς: (α) Δεν υπάρχει νομικό ή/και δικονομικό υπόβαθρο για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε πρωτογενή αίτηση. (β) Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε πρωτογενή αίτηση.
  2. Άνευ βλάβης και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω λόγων ένστασης, ακόμη και εάν το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι υπάρχει εξουσία ή/και διακριτική ευχέρεια για την χορήγηση άδειας καταχώρησης της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξασκήσει την διακριτική ευχέρεια του κατά των Αιτητών για τους ακόλουθους λόγους: (α) Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι συντρέχει καλός λόγος για την καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (β) Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι Αιτητές επιχειρούν να εισάγουν γεγονότα τα οποία γνώριζαν προηγουμένως ή/και τα οποία όφειλαν να συμπεριλάβουν ή/και δηλώσουν στα πλαίσια της αρχικής τους ένορκης δήλωσης ή/και επιχειρούν να καλύψουν τα κενά και την συγκάλυψη γεγονότων της αρχικής ένορκης δήλωσης, τα οποία αποδείχθηκαν με την καταχώρηση της ένστασης στην κυρίως αίτησης και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. (γ) Εν όψει των όσων αναφέρονται στην υποπαράγραφο (β) ανωτέρω, η αίτηση είναι κακόπιστη». Είναι, πιστεύω, βολικό σε αυτό το στάδιο να παρατεθούν οι απόψεις που τα μέρη εξέφρασαν με τις γραπτές αγορεύσεις. Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι το petition αποτελεί εναρκτήρια αίτηση η οποία πρέπει να ειδωθεί υπό το πρίσμα της διαφαινόμενης ως κρατούσας απόψεως, ως τη χαρακτηρίζουν, ότι δικάζονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και όχι με προφορική μαρτυρία. Επικαλούνται δε απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennington Company Law, 4η έκδοση, σελ. 698, και ισχυρίζονται ότι σε κάθε περίπτωση που παρουσιάζονται διαφορετικά και αμφισβητούμενα γεγονότα, ο αιτητής έχει τη δυνατότητα να αντικρούσει τούτα με συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Επίσης, παραπέμπουν στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Σάββα Ιωάννη Κασπαρή, Πολ. Αιτ. 206/2013, 03.12.2013 και υποστηρίζουν ότι ο λόγος τούτης αποκαλύπτει πως το δικαστήριο έχει εξουσία να επιτρέψει καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Τέλος, είναι η θέση τους πως με τη συμπληρωματική ένορκο σκοπούν στο να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων ώστε να μπορούν να αποφασιστούν. Υποστηρίζουν επιπλέον ότι δεν έχει σημασία πως η μαρτυρία που επιθυμούν να εισάξουν ήταν εις γνώση τους από προηγουμένως και ο λόγος είναι γιατί το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει την ουσία του petition στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Εφόσον με την ένσταση στο petition οι καθ' ων η αίτηση έθεσαν διαφορετική εκδοχή, είναι δίκαιο να τους επιτραπεί να παρουσιάσουν ορθή και πλήρη εικόνα των γεγονότων, διαφορετικά θα είναι ωσάν να αποστερούνται του δικαιώματος να αντικρούσουν την αντίθετη άποψη. Στον αντίποδα οι καθ' ων η αίτηση διακρίνουν τη θέση τους σε δυο πτυχές. Η πρώτη περιγράφεται ως δικονομική πτυχή και προωθεί τη θέση πως το petition είναι εναρκτήρια αίτηση και ως εκ τούτου η μαρτυρία που προσκομίζεται δεν διέπεται και δεν μπορεί να συμπληρωθεί δυνάμει της Δ.48 κ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Καταλήγουν δε ότι το δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσία να εγκρίνει το αίτημα κάτω από οποιανδήποτε νομική βάση. Η δεύτερη πτυχή της ένστασης των καθ' ων η αίτηση άπτεται της ουσίας του αιτήματος και σε αυτό το πλέγμα υποστηρίζεται ότι στόχος της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως δεν είναι η απάντηση απρόβλεπτων ισχυρισμών που τέθηκαν με την ένσταση, αλλά η συγκάλυψη προφανούς ανεπάρκειας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει το petition. Ως εκ τούτου, είναι η θέση τους ότι η επίδικη αίτηση δεν εδράζεται και δεν αποκαλύπτει καλό λόγο ώστε να δικαιολογείται καταχώριση της επίδικης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τα πράγματα το πρώτο που πρέπει να απασχολήσει είναι η φύση της επίδικης αίτησης. Αν χρειάζεται λοιπόν να ταξινομηθεί τούτη στο δυαδικό δικονομικό πλαίσιο, ήτοι αγωγή εις αντιδιαστολή εναρκτήριας αίτησης, είναι αντιληπτό ότι εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία. Έχω όμως την αίσθηση ότι αυτή και μόνο η αναφορά δεν αποδίδει πλήρως την πραγματική εικόνα. Ο λόγος γι' αυτό είναι γιατί το petition είναι ιδιότυπη εναρκτήρια αίτηση. Η ιδιαιτερότητα τούτης έγκειται σε εκείνο που αναφέρθηκε στην υπόθεση D. J. Demades & Sons Ltd, ημερ. 28.05.
  3. Λέχθηκε εκεί ότι. «Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του
  4. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπως πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κατά τα άλλα, το δίκαιο της απόδειξης ισχύει όσον αφορά την αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας, ιδιαίτερα όταν ζητείται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων». Η πιο πάνω θέση επαναλήφθηκε στην επίσης πρωτόδικη υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Alkis H. Hadjikyriacos (Frou Frou Biscuits) Public Ltd, αρ. 552/07, 13.02.2009 και προσφάτως στο πλαίσιο του προνομιακού εντάλματος στην υπόθεση Κασπαρή, πιο πάνω. Συνάγεται λοιπόν ότι η πρακτική που ακολουθείται θέλει, συνήθως, τη διαδικασία σε petition να εξαντλείται στο μαρτυρικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Υποδεικνύεται εντούτοις ότι τα μέρη δεν χάνουν το δικαίωμα αντεξέτασης. Αν πέραν των πιο πάνω υποθέσεων χρειάζεται πρόσθετη υποστήριξη, παραπομπή οφείλεται στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, στην έκταση που πραγματεύεται διαδικασία απόδειξης και αντίκρουσης ισχυρισμών που περιέχονται σε εναρκτήρια αίτηση/petition. Σχετικό εν προκειμένω είναι το περιεχόμενο των σελίδων 321 μέχρι και
  5. Το κρίσιμο όμως απόσπασμα απαντάται στη σελίδα 323 και έχει ως ακολούθως∙ «The evidence follows what we have already seen to be the normal Chancery procedure on originating applications, and is usually given by affidavit, though attendance for cross-examination can be had if desired». Δοθέντος ότι ο συγγραφέας του συγγράμματος παραπέμπει στη διαδικασία εναρκτήριων αιτήσεων, υποδεικνύεται ότι τούτη αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στη σελίδα
  6. Αναφέρεται εκεί ότι. «When the summons first comes before him the master will give any necessary directions as to the further conduct of the proceedings as he thinks best adapted to secure the just, expeditious and economical thereof. Normally, the initial directions will be as to the filing of evidence. Such evidence is invariably given by affidavit in the first instance, and an affidavit on behalf of the plaintiff or applicant supporting the summons is normally sworn and filed shortly after issue. Very often no further evidence will be required, but all the other parties will require to take advice on the point, and the master will accordingly adjourn the appointment from time to time until the evidence is completed. The master does not merely act as a ring-keeper, but may and frequently does require of his own motion the filing of further evidence which he thinks he will require (if the summons is one which he has power, and proposes, to deal with himself) or which he thinks may be of assistance to the judge, and the joinder of additional parties». Το πιο πάνω απόσπασμα ουδεμία αμφιβολία αφήνει ότι σε συνήθη διαδικασία εναρκτήριας αίτησης, και με τη φράση συνήθη εννοώ το σύνολο των περιπτώσεων πλην εκείνων που ο νόμος ορίζει αλλιώς, η μαρτυρία που προσφέρεται δεν είναι δια βοής (viva voce) αλλά διά ενόρκου δηλώσεως. Αυτό γιατί, ως επεξηγείται στον Odgers' (σελ. 319): «It will be apparent from this sketch of the procedure that it is primarily designed to deal with questions of law or discretion arising upon facts substantially not in dispute, and, indeed, where there is any choice in the matter, it is wrong to bring proceedings by originating summons if it is known that the facts are disputed. But, as we have already noticed, sometimes the procedure is obligatory even in cases where there may be very substantial disputes of fact; for example, in a case under the Inheritance (Family Provision) Act, 1938, the question whether the testator has made reasonable provision for his dependants may be bitterly fought by those who inherit under his will. The evidence in chief is still given in such cases by affidavit; but upon the request of any opposite party the deponents will be ordered to attend for cross-examination, and the master will adjourn the summons into court to be heard with witnesses, and in this case (unless the oral evidence would not seriously add to the length of the hearing) it will take its place in the appropriate part of the Witness List». Ας σημειωθεί ότι ανάλογη είναι η προσέγγιση που προβλέπεται στους κκ 3 και 4 της σχετικής Δ.55 των δικών μας θεσμών, η οποία τιτλοφορείται Declarations on Originating Summons. Ιδιαίτερη μνεία οφείλεται στον κ.4 ο οποίος αναφέρει. «The Court or a Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined on originating summons». Καταλήγω συνεπώς ότι κατά τον ίδιο τρόπο που σε συνήθη εναρκτήρια αίτηση η μαρτυρία προσφέρεται με ένορκο δήλωση και τυχόν αντεξέταση που ήθελε διαταχθεί, έτσι και στο petition ακολουθείται ανάλογη διαδικασία. Νιώθω όμως ότι πρέπει να σημειωθεί, έστω εν παρόδω και εν συντομία, ότι επί της ουσίας οι δυο διαδικασίες, petition και εναρκτήρια αίτηση, διαφέρουν. Είναι γεγονός πως κοινή συνισταμένη των δυο διαδικασιών είναι ότι εκδικάζονται στη βάση ενόρκων δηλώσεων. Πέραν τούτου όμως έχει υποδειχθεί ότι η εναρκτήρια αίτηση εξυπηρετεί τις περιπτώσεις που το πραγματικό πλαίσιο του αιτήματος είναι αναμφισβήτητο, ή τουλάχιστον όχι πολύπλοκο. Από την άλλη, πολλές περιπτώσεις petition, και η καταπίεση μειοψηφίας είναι μια από αυτές, δεν έχουν κοινό, πόσω μάλλον απλό, πραγματικό πλαίσιο. Αυτή εν προκειμένω είναι μια ιδιαιτερότητα του petition εφόσον το δικαστήριο καλείται να διαγνώσει τα πραγματικά γεγονότα μέσα από ένορκες δηλώσεις, χωρίς να παραγνωρίζεται το δικαίωμα αντεξέτασης, με απώτερο στόχο, είτε την εκκαθάριση της εταιρείας είτε έστω την τροποποίηση του καταστατικού χάρτη τούτης. Έχοντας διαγνώσει τη φύση της κυρίως αιτήσεως, δηλαδή του petition, γεννάται το ερώτημα. ποια είναι, αν υπάρχει, η επίδραση των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σε petition. Η υπόθεση Κ.M.C. Motors Limited v. Jorephanco Trading and Contraction Company

(1984)1 CLR 390, 397 έως 398, με γλαφυρότητα δίδει την απάντηση στο ερώτημα. Εκεί η πρόθεση της εταιρείας να αμφισβητήσει αυτήν καθ' εαυτήν την επίδοση του petition με ενδιάμεση αίτηση εδραζόμενη στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ορθή και αναφέρθηκε ότι κατάλληλο βάθρο προώθησης τέτοιου αιτήματος δεν είναι άλλο από τις σχετικές πρόνοιες των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επίσης στην υπόθεση In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, 257 εμμέσως υποδείχθηκε ότι σε αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας εφαρμόζονται οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί (βλ. παραπομπή σε αστερίσκο στη σελίδα 257). Εν κατακλείδι, στην πρωτόδικη απόφαση Karaoglanian & Sons Ltd v. Karaoglanian & Another
(1976)12 JSC 1875, 1879, λέχθηκε ότι· «Further we incline to the view that even if we were to hold that r.3 of the Cyprus Companies Rules is the relevant enactment that governs matters pertaining to the service of a winding up petition, this rule does not have the effect of making applicable in Cyprus the English Companies (Winding Up) Rules, 1949. What r.3 of the Cyprus Companies Rules seeks to achieve is to make applicable the Civil Procedure Rules as they apply to civil actions in the absence of a specific provision being made in the Companies Rules regulating any procedural matter». Είναι λοιπόν φανερό ότι σε αιτήσεις αυτού του είδους τυχόν δικονομικό κενό πληρούται με καταφυγή στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Τίθεται όμως τώρα το ερώτημα. Παρέχει η Δ.48 κ.4, που επικαλούνται οι αιτητές, υπόβαθρο υποστύλωσης αιτήματος για έγκριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως; Είμαι της γνώμης ότι η απάντηση είναι αρνητική. Είναι αντιληπτό ότι δεν νοείται αυθαίρετη και κατά το δοκούν επίκληση των διαδικαστικών κανονισμών. Στην προκείμενη περίπτωση η επίκληση της Δ.48 κ.4 χαρακτηρίζεται αυθαίρετη, εφόσον έχει νομολογηθεί ότι περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Σχετικό εν προκειμένω είναι το απόσπασμα στην υπόθεση Hjichambis v. Attorney General of the Republic
(1986)1 CLR 386, 390 έως 391 όπου λέχθηκε ότι� «Under the Civil Procedure Rules one of the ways for commencing proceedings, is by Originating summons which is defined in Order 1, rule 2 of the said Rules as "any summons other than a summons in a pending cause or matter". Relevant is also the definition of "cause" in the same Order which "includes any action or other original proceedings between a plaintiff and defendant", a definition which is also to be found in section 2 of the Courts of Justice Law 1960, (Law No.14 of 1960). In contrast to this, under Order 48, an application made is incidental to the cause in respect of which proceedings are pending before the Court. It appears from its definition that an Originating summons is a summons other than a summons is a pending cause or matter and it resembles to a writ of summons by which proceedings are commenced before the Court. If the matter is not incidental to pending proceedings already the Court, then the cause cannot be brought before the Court in any other manner than that which is prescribed by the Rules, that is either by a writ or in exceptional cases by originating summons where provision to that effect exists in the Law or the regulations». Ως εκ τούτου καταλήγω ότι η Δ.48 είναι ανίκανη να υποστηρίξει το αίτημα που εδώ εγείρεται, εφόσον σκοπός τους αιτήματος είναι η προσθήκη μαρτυρίας σε petition, δηλαδή εναρκτήρια και όχι ενδιάμεση αίτηση. Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι η υπόθεση Κασπαρή, πιο πάνω, αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο έχει εξουσία να εγκρίνει αίτημα ως το υπό κρίση. Με όλο το σεβασμό αλλά κρίνω πως τούτη η θέση παρερμηνεύει το λόγο της υπόθεσης Κασπαρή. Εν πρώτοις σε εκείνη την περίπτωση το δικαστήριο δεν αποφάσισε έγκριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, αλλά επέτρεψε καταχώριση πρώτης ενόρκου δηλώσεως. Αυτό γιατί η ένσταση που είχε καταχωριστεί δεν υποστηριζόταν από ένορκο δήλωση. Αυτό όμως αποκαλύπτει και τη δεύτερη διαφορά με την υπό κρίση περίπτωση. Στην υπόθεση Κασπαρή ο καθ' ου η αίτηση είχε κάθε δικαίωμα να υποστηρίξει την ένστασή του με ένορκο δήλωση, κάτι που δεν έπραξε αρχικά και γι' αυτό στη συνέχεια ζήτησε την άδεια του δικαστηρίου. Όπως έχω υποδείξει με αναφορά στον Odgers, αυτή είναι η ενδεδειγμένη διαδικασία που ακολουθείται τόσο σε εναρκτήρια αίτηση όσο και σε petition. Στην προκείμενη όμως περίπτωση οι αιτητές έχουν καταχωρίσει ένορκο δήλωση για υποστήριξη του petition. Ζητούμενο δεν είναι να τους επιτραπεί η καταχώριση ενόρκου δηλώσεως ετεροχρονισμένα, όπως στην υπόθεση Κασπαρή, αλλά συμπλήρωση υφιστάμενης μαρτυρίας. Εδώ ακριβώς είναι που έγκειται η διαφορά της υπό κρίση περίπτωσης με την υπόθεση Κασπαρή. Έρχομαι λοιπόν στο διά ταύτα. Παρέχεται ευχέρεια συμπλήρωσης του μαρτυρικού υλικού σε διαδικασία petition, ή κάθε πλημμέλεια, έστω αθώα, είναι αθεράπευτη; Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι στην Αγγλία η καταχώριση απαντητικής (in reply) ενόρκου δηλώσεως, είναι δεδομένη. Εκεί όμως το ζήτημα έχει ρυθμιστεί δικονομικά, κάτι που δυστυχώς δεν έχει γίνει στη χώρα μας. Σχετικοί είναι οι κκ 30 και 36 των Winding Up Rules. Εντούτοις, στην υπόθεση Karaoglanian, πιο πάνω, έχει υποδειχθεί ότι οι αγγλικοί κανονισμοί δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Συνεπώς δεν επιτρέπεται επίκληση τούτων διά ενίσχυση του αιτήματος. Έχουν όμως οι αγγλικοί κανονισμοί τη δική τους σημασία. Ο λόγος δια τον οποίο αναφέρω τούτο είναι γιατί η μέχρι σήμερα πορεία και εξέλιξη αυτού του κλάδου του δικαίου στη χώρα μας, αποκαλύπτει ότι ακολουθείται, κατά προσέγγιση, η αγγλική πρακτική, έστω και αν εδώ το ζήτημα δεν διέπεται από εξειδικευμένους δικονομικούς κανόνες, κατά τον τρόπο που προνοούσαν τα Winding - Up Rules. Απλή και μόνο ανάγνωση των υποθέσεων Demades, Frou-Frou και Κασπαρή, πιο πάνω, καθώς επίσης η πρωτόδικη In re Sofroniou & Charalambides (Supermarket) Limited, αρ. αίτ. 92/78, ημερομηνίας 22.05.1978, φανερώνει του λόγου το ασφαλές. Από τις εν λόγω υποθέσεις προκύπτει ότι η πρακτική που μέχρι σήμερα ακολουθείται σε petition είναι η αγγλική και συνεπώς όσο και αν δεν ισχύουν οι αγγλικοί κανόνες (Winding - Up Rules), παρέχουν καθοδήγηση, εφόσον εκεί διαγράφεται η όλη διαδικασία. Το απαύγασμα όμως της νομολογίας του κοινού δικαίου συμπυκνώνεται στο ratio της υπόθεσης Re S.A. Hawken
(1950)2 All E.R.
  1. Τα λεχθέντα από τον Wynn-Parry J. αποκαλύπτουν ότι οι αγγλικοί επί του προκειμένου θεσμοί, έχουν τόσο βαθιές ρίζες που συνιστούν αναπόσπαστο κομμάτι του κοινού δικαίου. Υποδεικνύω εν προκειμένω τις αναφορές του άγγλου δικαστή στα Winding - Up Rules του
  2. Ό,τι λέχθηκε εκεί είναι πως: «The conjoint effect of s.210
(5)and s.365 of the Act is that r.3 and r.30 of the Companies (Winding-up) Rules, 1949, apply, and, therefore, having regard to the authorities, prima facie the statutory affidavit is sufficient to support a petition under s.210. It is difficult to see why, on the language of r.3 and r.30, the statutory affidavit is applicable. In Re Gold Hill Mines
(3), LINDLEY, L.J., said (23 Ch. D.214): The statutory affidavit strictly is no proof of anything. It is hearsay as to almost everything in it, but it is sufficient to require an answer. Its validity was challenged as long ago as 1882 in Re New Callao, Ltd
(4), but SIR GEORGE JESSEL, M.R., said that it had then been acted on for twenty years and the court could not throw any doubt on it. Notwithstanding the opportunities presented by subsequent Companies Acts, the legislature has not seen fit to replace this form of affidavit, which 'strictly is no proof of anything', and which, therefore, presumably could not result in anyone who should take his oath on it getting into trouble. The result of the decided cases appears to be that, while the statutory affidavit is always necessary, it is not always sufficient: see Re St. David's Gold Mining Co., Ltd
(5), and Re South Staffordshire Tramways Co.
(6); and it is never sufficient where the petition is based on allegations of fraud. In such cases the facts of the alleged fraud must be stated on affidavit: see Re St. David's Gold Mining Co., Ltd.
(5), Re South Staffordshire Tramways Co.
(6), and Re Ilfracombe Permanent Mutual Benefit Building Society
(7), per WRIGHT, J. ([1901] 1 Ch. 110). The court has never attempted to state exhaustively the circumstances in which, apart from cases based on allegations of fraud, the statutory affidavit is to be regarded as insufficient. Each case must depend on its peculiar facts. In BUCKLEY ON THE COMPANIES ACTS, 12th ed., p. 1028, it is stated, in the note to r. 30 of the Companies (Winding-up) Rules, 1949: 'In general the petitioner ought not to file any evidence beyond the statutory affidavit, unless evidence is filed in opposition .' I find this statement also in the 8th edition of BUCKLEY, dated 1902 [in a note to r.36 of the Companies Winding-up Rules, 1890, at p. 882]. I accept this statements so far as it goes, but, of course, much depends on the scope of the words 'in general'. In the ordinary case of a creditors' petition for a winding-up order on the ground of insolvency, no more that the statutory affidavit can be justified in the first instance. On the other hand, where the petition is grounded on an allegation that the affairs of the company require investigation, then, though no charge of fraud is made against any director or officer, it will probably be desirable in many, if not most, cases to supplement the statutory affidavit, and the court, in my view, ought not to be quick to disallow the costs of supplementary evidence in such a case. Again, where a petitioner must rely on documents if the petition is opposed, I should have thought that he would do right to exhibit those documents. They form part of his case, and the respondents to the petition are entitled to know the case which is made against them. It appears to me to be no answer to say that, in the event, the documents proved unnecessary, because the petition was not resisted. The completeness of a petitioner's case may well induce a respondent not to resist. I can imagine few cases of petitions presented under s. 210 in which it would be wise, or even possible, to rely merely on the statutory affidavit». Απ' όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι ένας μεγάλος αριθμός περιπτώσεων petition, σημειώνω εν παρόδω ότι δεν κρίνω πρόσφορο να αναζητήσω κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο τις διάφορες περιπτώσεις που δυνατό να διαφοροποιούνται, υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση λιτού και απέριττου περιεχομένου, το γνωστό statutory affidavit. Υποχρέωση επέκτασης της προσκομισθείσας μαρτυρίας ανακύπτει άμα την καταχώριση ένστασης, ώστε να απαντηθούν, εν εκτάσει πλέον, οι ισχυρισμοί που προβάλει ο καθ' ου η αίτηση. Εξ ου και ο σχετικός αγγλικός κανονισμός (κ.36 των Winding - Up Rules του 1949) θεσπίζει δικαίωμα απάντησης (reply) και συνυπάρχει με ό,τι σχετικο της ένστασης (ο πλαγιότιτλος του κ.36 είναι Affidavits opposition and reply). Διαπιστώνεται συναφώς ότι στη χώρα μας ακολουθείται η αγγλική πρακτική, εντούτοις το ημεδαπό δικονομικό πλαίσιο υπολείπεται όσων προνοούνται στην Αγγλία, και έτσι ενώ η διαδικασία που ακολουθούν τα δικαστήρια της χώρα μας θέλει τον αιτητή να καταχωρεί statutory affidavit, την ίδια στιγμή δεν παρέχεται, δικονομικά, ευχέρεια απάντησης τυχόν ισχυρισμών που αναφύονται με την ένσταση του καθ' ου η αίτηση. Επιπλέον είναι αναμφισβήτητο ότι το προμνησθέν αγγλικό δικονομικό πλέγμα συνιστά εχέγγυο για αναζήτηση των πραγματικών γεγονότων και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Μου φαίνεται λοιπόν παράλογο, αν όχι άδικο και ανάρμοστο, να αποστερείται ο αιτητής δικαιώματος απάντησης για λόγους όχι ουσιαστικούς αλλά δικονομικούς, τη στιγμή μάλιστα που έχει υποχρέωση, σύμφωνα με την ακολουθητέα πρακτική, να καταχωρίσει statutory affidavit. Αυτό θα οδηγούσε σε ένα μόνο αποτέλεσμα, ήτοι αποστέρηση δικαιώματος διαδίκου για επαρκή προώθηση των ισχυρισμών του. Ομολογώ εντούτοις ότι έρευνα που διενήργησα δεν απεκάλυψε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία να πραγματεύεται το δικονομικό κενό που διαπιστώνεται. Καθοδήγηση όμως αντλώ από τους ανάλογους προβληματισμούς των πρωτόδικων, τότε, δικαστών στην υπόθεση Sofroniou & Charlambides, πιο πάνω. Ό,τι απασχόλησε εκεί ήταν η επάρκεια του μαρτυρικού υλικού, καθ' ότι το petition συνοδεύτηκε από statutory affidavit. Αναλύοντας την ακολουθητέα διαδικασία με παραπομπή σε αριθμό αγγλικών αποφάσεων, το δικαστήριο ανέφερε ότι: «As we gather from the authorities, it is necessary to adduce direct evidence on material aspects of the case raised as hearsay in the affidavits. Such direct evidence may be either oral or admissible documentary evidence. It is also necessary if the statutory affidavit is not sufficient to file a supplementary affidavit particularly when there is an affidavit in opposition; we believe, however, that it is not necessary to supplement the statutory or any of the affidavits by oral evidence in lieu of filing a supplementary affidavit. It is at first sight a peculiar situation but not without good logic behind it. A winding up petition is filed together with its affidavits and the right of cross-examination is to shake the witness and obtain from him either admissions or statements, making his evidence improbable». και πιο κάτω «We feel that the absence of any imperative words rendering the giving of oral evidence as necessary was intentional to suit the spirit and nature of the proceedings». Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι το δικαστήριο δέχθηκε, έστω εμμέσως, ότι ο αιτητής σε petition έχει δικαίωμα καταχώρισης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως (supplementary affidavit). Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η πιο πάνω απόφαση δεν αναφέρει ρητά το νομικό πλαίσιο στο οποίο στηρίχτηκε το δικαστήριο. Εμμέσως όμως αφήνεται να νοηθεί ότι τούτο δεν είναι άλλο από την αγγλική πρακτική και τη σχετική νομολογία. Ομολογώ ότι δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να μην ακολουθήσω το ratio της υπόθεσης Sofroniou & Charalambides, το οποίο προάγει ακριβοδικία και δικαιοσύνη. Αν εντούτοις χρειάζεται επιπλέον διερεύνηση δεν μπορώ να μην υποδείξω και τα ακόλουθα. αναμφισβήτητο είναι ότι το σύνταγμα διασφαλίζει δικαίωμα για δίκαιη δίκη (άρθρο 30.2), το οποίο συναρτάται μάλιστα με το δικαίωμα του διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του (άρθρο 30.3(β)) και περιπλέον. να προσάγει ή να προκαλεί την προσαγωγή μέσων απόδειξης (άρθρο 30.3(γ)). Τα πιο πάνω δεν υπονοούν οτιδήποτε άλλο πλην του αυτονόητου. Το δίκαιο και η κατίσχυση τούτου, δια των μέσων απόδειξης, συνταγματικά κατοχυρωμένη, δεν ακυρώνεται κατά τον τρόπο που οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται. Το γεγονός ότι η δικονομία υπολείπεται ρύθμισης, και αυτό παρ' ότι υιοθετήθηκε μια πρακτική που αν ακολουθείτο ορθολογιστικά και δίκαια ο αιτητής θα είχε ευχέρεια απάντησης, δεν νοείται και δεν πρέπει να οδηγήσει τη διαδικασία σε τέλμα, όπως ούτε βεβαίως να προκαλέσει αδικία. Τούτη η αδικία συνίσταται στον εγκλωβισμό του αιτητή σε ένα λιτό και συν τω χρόνω υποχρεωτικό statutory affidavit, που δεν επιτρέπεται να απαντηθεί ώστε να συναντήσει τις ανάγκες της υπόθεσης. Είναι τούτη η περίπτωση, πιστεύω, που το δικαστήριο μπορεί και οφείλει να επικαλεστεί τη σύμφυτη εξουσία του, ώστε να προστατεύσει τη λειτουργία του θεσμού και βεβαίως τη διαδικασία, προς όφελος της απονομής της δικαιοσύνης διαφυλάσσοντας ότι ουδείς θα αδικηθεί. Επί του προκειμένου αντλώ καθοδήγηση από τη σχετική υπόθεση Τουβλοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ., όπου και εκεί το δικονομικό κενό που διαπιστώθηκε πληρώθηκε με καταφυγή στη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου και αυτό για να αποτραπεί καταφανής αδικία. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι το δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να επιτρέψει καταχώριση πρόσθετης ενόρκου δηλώσεως, κατά τον τρόπο που προβλέπεται στον αντίστοιχο αγγλικό κανονισμό (κ.36 των Winding - Up Rules), ώστε να διασφαλίσει τον ακριβοδίκαιο χαρακτήρα της δίκης και να μην αποστερηθεί ο διάδικος, εν προκειμένω ο αιτητής, του δικαιώματος να ακουστεί δεόντως, λόγω της πρακτικής που έχει υιοθετηθεί και θέλει το petition να υποστηρίζεται, συνήθως, από statutory affidavit. Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι στην προκείμενη περίπτωση το petition εδράζεται σε ισχυριζόμενη καταπίεση μειοψηφίας και ότι στην υπόθεση Re S.A. Hawken, πιο πάνω, αναφέρεται πως σε τέτοια περίπτωση ο αιτητής οφείλει να μην περιοριστεί στο statutory affidavit. Ο Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελίδα 423, πραγματεύεται αυτό το ζήτημα στο πλαίσιο του άρθρου 210, το οποίο αντιστοιχεί στο δικό μας άρθρο 202 του Κεφ. 113, και αναφέρει ότι: «It is rarely wise or even possible to rely solely on the statutory affidavit under Winding - Up rule 30». Ανάλογη θέση εντοπίζεται και στον Palmer's Company Law, 1982, σελίδα 786 κάτω από το κεφάλαιο The Remedy for Unfairly Prejudicial Treatment, δηλαδή κεφάλαιο που πραγματεύεται το καθ' όλα σχετικό άρθρο 210 του αγγλικού νόμου. Αναφέρεται εκεί ότι. «It was always necessary for the affidavit supporting the petition to be some greater detail than the normal statutory affidavit supporting a winding-up petition». Εντούτοις ο αγγλικός κ.36 των Winding - Up Rules δεν περιορίζεται σε απλές αιτήσεις εκκαθάρισης, λόγου χάριν εκείνες που εδράζονται σε μη ικανοποίηση δικαστικής απόφασης, γεγονός που αποκαλύπτει ότι το δικαίωμα του αιτητή για απάντηση ισχύει σε κάθε περίπτωση και δεν υπόκειται σε περιορισμούς που έχουν να κάνουν με τη νομική βάση στην οποία εδράζεται το petition. Καταλήγω συνεπώς ότι το δικαίωμα του αιτητή για καταχώριση απαντητικής ενόρκου δηλώσεως επεκτείνεται σε petition οποιασδήποτε φύσης. Επιπλέον είμαι της γνώμης ότι η απάντηση του αιτητή δεν προϋποθέτει απόδειξη καλού λόγου. Εφόσον η απάντηση (reply) αποτελεί συμπλήρωση του statutory affidavit, το οποίο δεν εμπεριέχει τίποτα άλλο από εξ ακοής και περιορισμένη μαρτυρία, σύμφωνα με τον Wynn - Parry J. (πιο πάνω), η οποία χαρακτηρίστηκε ανίκανη να αποδείξει οτιδήποτε άλλο από εκ πρώτης όψεως υπόθεση, συνάγεται ότι η απαντητική ένορκος δήλωση δικαιωματικά μπορεί να επεκταθεί σε κάθε πτυχή της μαρτυρίας που δικαιολογείται από τα αναφερόμενα στο petition. Καταλήγω λοιπόν ότι το δικαίωμα αιτητή σε petition για καταχώριση απαντητικής ενόρκου δηλώσεως είναι απαρασάλευτο και δεν υπόκειται σε περιορισμούς, εφόσον μόνο με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται αντιστάθμιση των αντίθετων θέσεων και παρέχεται ευχέρεια αναγωγής του statutory affidavit σε ουσιαστική μαρτυρία. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι δεν επιτρέπεται να εμπλακώ σε διερεύνηση όσων οι αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν με τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Είναι βεβαίως κατανοητό ότι η σχετικότητα και η επάρκεια του συνόλου της μαρτυρίας θα εξεταστεί στο τέλος της ημέρας. Για την ώρα περιορίζομαι σε έγκριση του αιτήματος των αιτητών. Συναφώς, δίδεται άδεια όπως το προσχέδιο της ενόρκου δηλώσεως που παρουσίασαν οι αιτητές, παράρτημα Α στην αίτηση, να καταχωριστεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της επίδικης διαδικασίας κρίνω ορθό να καταστούν έξοδα δίκης του petition. Ο επιτυχών διάδικος στο petition θα δικαιούται και τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ως βεβαίως αυτά θα υπολογιστούν. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.