← Κύπρος

Ανδρέας Κωνσταντίνου Κυρηλλή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής 7129/2014, 12/3/2015

Ανδρέας Κωνσταντίνου Κυρηλλή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής 7129/2014, 12/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A96 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 7129/2014 ΜΕΤΑΞΥ: Ανδρέας Κωνσταντίνου Κυρηλλή Ενάγοντoς -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 05.12.2014 για έκδοση προσωρινού διατάγματος 12 Μαρτίου, 2015. Για τoυς αιτητές: κος Λουκαΐδης. Για τον καθ' ου η αίτηση: κα Καλησπέρα. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ζητούμενο εδώ είναι το δικαιολογημένο του αιτήματος του ενάγοντα για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ποιο ακριβώς είναι το διάταγμα που ζητείται, η πραγματική βάση που το περιβάλλει, και το πλαίσιο της αγωγής στην οποία παρεμπίπτει, είναι θέματα που θα απασχολήσουν στη συνέχεια. Για την ώρα είναι αρκετό να υποδειχθεί ότι η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του υιού του ενάγοντα, εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στο άρθρο 9 του Κεφ. 6, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 κ.9, στην πρακτική και τις γενικές εξουσίες του δικαστηρίου και στην υπόθεση Evangelos Aristophanous Ltd. ν. Δημοκρατίας της Κύπρου, μέσω Υπουργού Οικονομικών κ.α.

(1991)4 Α.Α.Δ. 3476. Εναγόμενος στην αγωγή και κατ' επέκταση καθ' ου η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση είναι το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Η αμφισβήτηση της εγκυρότητας του αιτήματος από τον εναγόμενο οδήγησε σε καταχώριση ένστασης. Η ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση που ορκίζεται λογιστής του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας, έχει ανάλογη νομική βάση με την αίτηση. Εφόσον το αίτημα επικαλείται τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, κρίνω σκόπιμο πριν οτιδήποτε άλλο να παραθέσω τις νομολογιακές αρχές που διέπουν τούτο. Μεγάλος αριθμός αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου πραγματεύεται την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Όπως έχει νομολογηθεί οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που εξετάζονται είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα Ακολούθως το δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ' Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Odysseos, πιο πάνω, σελίδα 569, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται ότι η πιθανότητα επιτυχίας παραπέμπει στην αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης, συμπέρασμα που έπεται κάποιας αξιολόγησης. Ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται υπερβαίνει απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά υπολείπεται αρκετά του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Εν κατακλείδι η υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 170/11, ημερ. 20.10.2011 πραγματεύεται την τελευταία προϋπόθεση. Αναφέρθηκε εκεί ότι «εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης». Η πιο πάνω σύνοψη των νομολογιακών αρχών θα ήταν ημιτελής αν δεν αναφερθεί ότι σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς και το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των σχετικών προϋποθέσεων. Ως εκ τούτου δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας παρά μόνο σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ΄ εαυτή την εξακρίβωση των αναγκαίων προϋποθέσεων (βλ. Κυρίλλου (πιο πάνω), στη σελ. 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 853, 869, και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Ας δούμε τώρα το διάταγμα που ζητά ο ενάγων. Με την επίδικη αίτηση αξιώνεται η έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την αναστολή από μέρους της Γενικής Λογίστριας της Δημοκρατίας εφαρμογής των Νόμων περί Ανακουφίσεως Οφειλετών (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμοι του 1979 έως (αρ. 2) 1988 στην περίπτωση της εταιρείας Ακαπούλκο Χόλτινγκς Λίμιτεδ αναστέλλοντας έτσι την απάλειψη της υποθήκης με αρ. Υ837/1973 προς όφελος του ενάγοντα μέχρι την εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής». Η δε αγωγή στην οποία παρεμβάλλει το επίδικο αίτημα είναι διατυπωμένη σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 κ.1) και με αυτήν αξιώνεται η έκδοση δύο διαταγμάτων. τούτα είναι τα ακόλουθα: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι περί Ανακουφίσεως Οφειλετών (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμοι του 1979 έως (αρ. 2) 1988 δεν εφαρμόζονται για την εταιρεία Ακαπούλκο Χόλτινγκς Λίμιτεδ διότι δεν είναι «πληγείσα οφειλέτρια» όπως ορίζουν οι εν λόγω Νόμοι. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στο Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας να εφαρμόσει τους εν λόγω Νόμους για απάλειψη της υποθήκης με αρ. Υ837/1973 βάσει των προνοιών του άρθρου 35 των ίδιων πιο πάνω Νόμων». Στο πλαίσιο της αίτησης η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου σύγκειται στις δυο ένορκες δηλώσεις, μια για κάθε πλευρά, που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, καθώς και στα τεκμήρια που εκεί επισυνάπτονται. Ας σημειωθεί ότι καμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση και έτσι η ακρόαση περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Δεν κρίνω χρήσιμο να επαναλάβω κάθε τι που αναφέρεται στο μαρτυρικό υλικό, εφόσον διαπιστώνω ότι πληθώρα γεγονότων αποτελεί είτε κοινό τόπο μεταξύ των δυο πλευρών είτε δεν έχει αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου σπεύδω να συνοψίσω αυτή την πτυχή της μαρτυρίας. Χρονολογική προσέγγιση της μαρτυρίας αποκαλύπτει ότι την 18.10.2013 η εταιρεία Acapulco Holdings Ltd (στη συνέχεια η Acapulco) απευθύνθηκε, μέσω συνηγόρου, στο Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας και ζήτησε να πληροφορηθεί τι είναι εκείνο που όφειλε να πράξει ώστε να απαλειφθεί συγκεκριμένη υποθήκη που βαρύνει ακίνητη ιδιοκτησία της στην Επαρχία Κερύνειας (η επιστολή είναι το παράρτημα Α στην ένσταση). Είναι αντιληπτό ότι η επιστολή της Acapulco προς το Γενικό Λογιστήριο βασίστηκε στις πρόνοιες του άρθρου 5Α
(3)(α) του περί Ανακουφίσεως Οφειλετών (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου, Ν.24/1979(στη συνέχεια ο νόμος). Λόγω τους αιτήματος της Acapulco το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας απευθύνθηκε τόσο στο κτηματολόγιο όσο και στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και ζήτησε καθοδήγηση για περαιτέρω χειρισμό του αιτήματος. Δεν έχει σημασία εκείνο που ακριβώς αναφέρθηκε στο Γενικό Λογιστήριο από τα λοιπά τμήματα, υποδεικνύεται όμως ότι η σχετική αλληλογραφία επισυνάπτεται ως παράρτημα στην ένσταση του εναγομένου (παραρτήματα Γ, Δ, Ε, Ι και Κ). Ό,τι συγκρατώ από την πιο πάνω αλληλογραφία είναι οι οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα προς το Γενικό Λογιστήριο και συγκεκριμένα η παρότρυνση του πρώτου όπως ενημερωθεί σχετικά ο ενδιαφερόμενος, δηλαδή ο ενυπόθηκος δανειστής της Acapulco, που στην προκείμενη περίπτωση είναι ο ενάγων. Η επιστολή που το Γενικό Λογιστήριο απέστειλε στον ενάγοντα είναι το τεκμήριο 2 στην αίτηση, ως επίσης το παράρτημα Η στην ένσταση, και με αυτήν γνωστοποιείτο στον ενάγοντα το αίτημα της Acapulco, καθώς ότι το Γενικό Λογιστήριο είχε εκ πρώτης όψεως πρόθεση να ικανοποιήσει το αίτημα. Η επιστολή που έλαβε ο ενάγων φαίνεται ότι τον έθεσε σε εγρήγορση και αντίδραση τούτου ήταν να αποστείλει επιστολή στο Γενικό Λογιστήριο, δια της οποίας αμφισβήτησε το αίτημα της Acapulco. Η επιστολή του ενάγοντα προς το Γενικό Λογιστήριο είναι το παράρτημα Θ. Έχει τούτη η επιστολή τη σημασία της εφόσον σε αυτήν ο συνήγορος του ενάγοντα, που ας σημειωθεί είναι ο ίδιος με το συνήγορο που προωθεί την επίδικη αίτηση, παρέθεσε το σύνολο των θέσεων του πελάτη του, ως επίσης αριθμό γεγονότων που έλαβαν χώρα αμέσως πριν την παραλαβή της σχετικής επιστολής, δηλαδή του τεκμηρίου 2 στην αίτηση. Αναφέρεται στην επιστολή του ενάγοντα (παράρτημα Θ στην ένσταση) ότι η υποθήκη που βαρύνει την περιουσία της Acapulco, ανερχόμενη σε Λ.Κ.50.000,00, πρέπει να αναπροσαρμοστεί στα σημερινά δεδομένα. Προς υποστήριξη τούτου ο ενάγων πληροφορεί το Γενικό Λογιστήριο ότι μεταξύ των μερών, δηλαδή ενάγοντα και Acapulco, εκκρεμεί η παλαιά αγωγή 872/1974, καθώς ότι στο πλαίσιο αυτής της αγωγής την 14.03.2014 ο ενάγων καταχώρισε αίτηση που σκοπούσε σε αναπροσαρμογή του οφειλόμενου ποσού, δηλαδή του ποσού των Λ.Κ.50.000,00. Η αίτηση αποτελεί μέρος του παραρτήματος Θ καθ' ότι επισυνάφθηκε στην επιστολή του ενάγοντα προς το Γενικό Λογιστήριο, επιστολή ημερομηνίας 11.04.2014. Επιπλέον, στην ίδια επιστολή του ενάγοντα προς το Γενικό Λογιστήριο αναφέρεται ότι «ο οφειλέτης (νοείται η Acapulco) έπαυσε στην πραγματικότητα προ καιρού να είναι πληγείς οφειλέτης» και αυτό γιατί σύμφωνα με πληροφορίες που προσφάτως έλαβε ο ενάγων, το 2006 η Acapulco συμφώνησε να πωλήσει το υποθηκευμένο ακίνητο και από αυτή τη συμφωνία έλαβε προκαταβολή £140.000,00 στερλινών. Τα πιο πάνω συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Επιπλέον, οδηγούν, δίχως άλλο, και στο εξής συμπέρασμα. ο ενάγων είναι ο ενυπόθηκος δανειστής της Acapulco, επιβεβαιώνεται τούτο και από τα έγγραφα υποθήκης που επισυνάπτονται στην ένσταση (παράτημα Α και Θ) και περαιτέρω, ο ενάγων αμφισβητά ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζονται οι πρόνοιες του σχετικού νόμου. Όλα τα πιο πάνω είναι το αδιαμφισβήτητο πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει την αίτηση. Τώρα, η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση στου ενάγοντα επικαλείται την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή Evangelos Aristophanous Ltd. ν. Δημοκρατίας της Κύπρου, μέσω Υπουργού Οικονομικών κ.α.
(1991)4 Α.Α.Δ. 3476 και υποστηρίζει ότι δύο είναι οι τρόποι ώστε πρόσωπο να κηρυχτεί πληγείς ή εκτοπισθείς οφειλέτης. Είτε ο πιστωτής του θα τον αναγνωρίσει ως τέτοιο, είτε αρμόδιο δικαστήριο θα εκδώσει σχετικό διάταγμα. Στην προκείμενη περίπτωση, αναφέρει ο ομνύων, κανένα εκ των δυο ισχύει, ενώ τονίζει ότι ο ενάγων ουδέποτε αναγνώρισε την Acapulco ως πληγείσα οφειλέτιδα. Εφόσον, υποστηρίζει, η Acapulco επικαλείται σήμερα τις πρόνοιες του σχετικού νόμου και επιπλέον, το Γενικό Λογιστήριο είναι πρόθυμο να εφαρμόσει τούτες, τη στιγμή που δεν έχει εξουσία να κρίνει πρόσωπο ως πληγέντα οφειλέτη, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι απολύτως απαραίτητη. Διαφορετικά, διατείνεται ο ομνύων, θα προκληθούν μη αναστρέψιμα αποτελέσματα και ζημίες σε βάρος του ενάγοντα, καθ' ότι η Acapulco θα αποξενώσει την ιδιοκτησία του ακινήτου και ο ενάγων θα απωλέσει τα δικαιώματα που απορρέουν από την υποθήκη, τα οποία σήμερα ανέρχονται σε €1.700.000,
  1. Αυτό λοιπόν είναι το πραγματικό πλαίσιο που το δικαστήριο έχει ενώπιόν του και αυτό είναι που καλείται να διερευνήσει, ώστε να απαντήσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι νομολογιακές αρχές που διέπουν το άρθρο 32 του Ν.14/
  2. Είμαι της γνώμης ότι τα ζητήματα που εδώ εγείρονται επιβάλλουν διερεύνηση του τι εστί πληγείς οφειλέτης, πως πρόσωπο αναγνωρίζεται ως τέτοιο και ποια η ακολουθητέα διαδικασία. Νοείται βεβαίως ότι τέτοια διεργασία δεν σκοπεί σε εξονυχιστική διερεύνηση παρά μόνο σε προκαταρκτική και εκ πρώτης όψεως εξέτασης τούτων των θεμάτων, ώστε να εξακριβωθεί εάν συμπλέκονται και τίνι τρόπω με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/
  3. Μοναδικό εν προκειμένω ζητούμενο είναι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και όχι οτιδήποτε άλλο. Το επιβεβλημένο εντούτοις της διερεύνησης των πιο πάνω ζητημάτων ανακύπτει εφόσον απώτερος στόχος της αγωγής στην οποία παρεμβάλλει το επίδικο αίτημα είναι η έκδοση διατάγματος ότι η Acapulco δεν είναι πληγείσα οφειλέτιδα και περαιτέρω, ότι το Γενικό Λογιστήριο δεν δικαιούται να εφαρμόσει τις διατάξεις του σχετικού νόμου (Ν.24/79). Δοθέντος ότι η σοβαρότητα του ζητήματος παραπέμπει στη σχετική δικογραφία και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, επιβάλλεται η διερεύνηση των προμνησθέντων θεμάτων εφόσον συμπλέκονται με την αγωγή και την αίτηση, καθώς και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Πληγείς οφειλέτης, σύμφωνα πάντα με το νόμο, σημαίνει (άρθρο 2 Ν.24/79): «πάντα οφειλέτην του οποίου η εργασία ή επιχείρησις, λόγω της εκρύθμου καταστάσεως, επηρεάσθη εις τοιούτον βαθμόν ούτως ώστε να μη ηδύνατο ούτος κατά τον χρόνον, αμέσως μετά την 14ην Αυγούστου 1974 να ανταποκριθή προς τας συμβατικάς αυτού υποχρεώσεις εξ ωνπροέκυψε η οφειλή ή οφειλέτην του οποίου αγνοείται η τύχη συνεπεία τηςΤουρκικής εισβολής και περιλαμβάνει συνοφειλέτην και εγγυητήν παντός τοιούτου οφειλέτου». Περαιτέρω, συμφωνώ με τη θέση του ενάγοντα ότι πρόσωπο θεωρείται πληγείς οφειλέτης όταν ο πιστωτής τούτου τον αναγνωρίζει ως τέτοιο, ή κηρύσσεται σαν τέτοιος από αρμόδιο δικαστήριο. Για του λόγου το ασφαλές παραπέμπω στην υπόθεση Μ. Δημητριάδη Λτδ ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α.
(1993)3 Α.Α.Δ. 51, 60. Είναι βεβαίως αντιληπτό ότι το δικαίωμα πιστωτή για είσπραξη οιασδήποτε οφειλής, ως τούτη ορίζεται από το σχετικό νόμο, αναστέλλεται διαρκούσης της εκρύθμου καταστάσεως (βλ. άρθρο 3 Ν.14/79). Όπως έχει νομολογηθεί, άμα πρόσωπο εκληφθεί πληγείς οφειλέτης, είτε στο πλαίσιο αγωγής είτε κατόπιν αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο, κάθε περαιτέρω δικαστική διαδικασία διακόπτεται. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Montedison S.P.A. v. Neoplast Ltd
(1983)1B C.L.R. 509 όπου το πρωτόδικο δικαστήριο ανέστειλε την προώθηση της αγωγής, επί τω ότι διαδικασία για ανάκτηση οφειλών που διέπονται από το Ν.24/79αποτελεί προσπάθεια παράκαμψης των σχετικών νομοθετικών διατάξεων. Επιπλέον, το πρωτόδικο δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο (σελίδα 511 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου). «»Section 7 of Law 24/79 lays down that the provisions of the law are to have a direct bearing on subsisting actions, therefore when it is either admitted or proved that the debtor is displaced or stricken the proceedings should invariably be discontinued. Furthermore certain fetters are imposed on a displaced debtor under the provisions of s. 5 of the law with regard to the disposition of his property; these restrictions are imposed independently of any reference to the Court set up under Law 24/79. Therefore where it is admitted, as in this case, that the debtor is displaced it is unnecessary that these facts should first be declared or acknowledged by the Debtors Relief Court before a displaced or stricken debtor can validly set up the provisions of Law 24/79 as a shield in an action for the recovery of a debt covered by the provisions of the law. I cannot subscribe to the submission that the operation of the provisions of s. 6, Law 24/79, is made in any way dependent on any prior declaration by the Debtors Relief Court. Any such argument runs counter to the plain provisions of the law and no more need be said on the subject. The plaintiffs, so it seems, seek to ventilate their rights prematurely under the guise of a declaration signifying such rights. This cannot be pursued for it is well established that it is impermissible to make a declaration in advance of a monetary claim of the plaintiff. A monetary claim can only be made the subject of a judgment presently enforceable. What is material is whether the debt claimed is owing (
  1. a)by a displaced debtor; and (
  2. b)whether the debt was contracted prior to 14th August 1974"». Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι κάθε διαδικασία σε σχέση με οφειλή, και με τη φράση διαδικασία εννοώ δικαστική ή άλλη, αυτοδικαίως ανεστάλη μετά τη θέσπιση του Ν.24/79. Βεβαίως στην πράξη αν ο πιστωτής αμφισβητά ότι ο οφειλέτης είναι πληγείς και επιθυμεί να προωθήσει οιανδήποτε διαδικασία, είτε τούτη έχει καταχωριστεί προγενέστερα είτε μεταγενέστερα της θέσπισης του νόμου, δεν έχει παρά να πράξει τούτο, γεγονός που θα εξαναγκάσει τον οφειλέτη να αναζητήσει διάταγμα από το αρμόδιο δικαστήριο, επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν.24/79, καθώς και να επικαλεστεί τις διατάξεις του νόμου προς υπεράσπισή του όπως στην υπόθεση Montedison S.P.A., πιο πάνω. Αν από την άλλη το καθεστώς του οφειλέτη είναι δεδομένο, δηλαδή ότι πρόκειται περί πληγέντος ή εκτοπισθέντος, όπως στην υπόθεση Montedison S.P.A, πιο πάνω, το δικαστήριο δεν έχει παρά να αναστείλει τη διαδικασία. Συνάγεται λοιπόν ότι οι πρόνοιες του σχετικού νόμου συνιστούν, για να χρησιμοποιήσω τη φράση του δικαστή στην υπόθεση Montedison S.P.A., ασπίδα προστασίας για τον οφειλέτη, την οποία μπορεί να ανυψώσει σε κάθε περίπτωση που βάλλεται η οικονομική του κατάσταση. Στην προκείμενη όμως περίπτωση διαπιστώνεται αντινομική αντιστροφή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που φέρουν οι εμπλεκόμενοι. Στο πλαίσιο διερεύνησης και μόνο του κατά πόσο διαπιστώνεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, παρατηρώ ότι ενώ ο νόμος διέπει το δικαίωμα του οφειλέτη να κριθεί πληγείς ή εκτοπισθείς, με όλα τα επακόλουθα τέτοιας διαπίστωσης, εδώ ο πιστωτής είναι εκείνος που προβαίνει στη σχετική διαδικασία, και δη εν τη απουσία του ενδιαφερομένου, δηλαδή του οφειλέτη, και ζητά ακριβώς αντίθετο διάταγμα από εκείνο που προνοεί ο σχετικός νόμος. Αυτή εν προκειμένω είναι η αντιστροφή που χαρακτηρίζεται ως αντινομική εφόσον φαίνεται, έστω εκ πρώτης όψεως και στο πλαίσιο διερεύνησης του προσωρινού διατάγματος, να μην θεμελιώνεται στις διατάξεις του σχετικού νόμου. Μου φαίνεται άδικο, αν όχι αντισυνταγματικό, ότι επιτρέπεται να αποφασίσω τη δεδομένη στιγμή, έστω προσωρινά, όμως εν την απουσία του ενδιαφερόμενου οφειλέτη, ότι ο τελευταίος δεν είναι πληγείς. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι το αιτούμενο με την επίδικη αίτηση προσωρινό διάταγμα δεν είναι το καθεστώς της Acapulco που πλήττει, αλλά να διαταχθεί το Γενικό Λογιστήριο να μην εφαρμόσει τις διατάξεις του Ν.24/79. Εντούτοις, είμαι της γνώμης ότι τα δύο διατάγματα που αξιώνονται με την αγωγή, εκ των οποίων το δεύτερο αξιώνεται και ως προσωρινό, έχουν κοινή νομική βάση. Για να καταστήσω τούτη τη θέση σαφή και πλήρως κατανοητή υποδεικνύω ότι αν πρόσωπο είναι πληγείς οφειλέτης και παράλληλα η οφειλή του είναι εξασφαλισμένη με υποθήκη, μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 5Α
(3)(α) του νόμου. Συνεπώς η επίκληση των διατάξεων τούτου του άρθρου του νόμου προϋποθέτει ότι ο οφειλέτης είναι πληγείς. Από αυτό συνάγεται ότι η όποια απαγόρευση του Γενικού Λογιστηρίου να εφαρμόσει τις πρόνοιες του νόμου, προϋποθέτει διαπίστωση, έστω στο πλαίσιο όσων εξετάζονται δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι ο οφειλέτης δεν είναι πληγείς. Μόνο αν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης δεν είναι πληγείς μπορεί να απαγορευτεί στο Γενικό Λογιστήριο να εφαρμόσει το νόμο. Διαφορετικά ουδείς λόγος υφίσταται για μη εφαρμογή του νόμου σε σχέση με πρόσωπο που δικαιούται να επικαλεστεί την προστασία που παρέχεται από το νόμο. Επιπλέον, με βάση το αναμφισβήτητο ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό ο ενάγων είναι πιστωτής και μάλιστα ενυπόθηκος, της Acapulco. Προκύπτει δε ότι προ της θεσπίσεως του σχετικού νόμου καταχώρισε αγωγή εναντίον της Acapulco ώστε να εισπράξει το λαβείν του. Τούτη η αγωγή είναι η υπ' αριθμό 872/
  1. Περαιτέρω, την 14.03.2014 προώθησε ένδικο διάβημα στο πλαίσιο τούτης της παλαιάς αγωγής. Δυστυχώς τα μέρη δεν πληροφόρησαν το δικαστήριο σε σχέση με την τύχη του διαβήματος της 14ης Μαρτίου
  2. Δεν έχει όμως τούτο ιδιαίτερη βαρύτητα. Ούτως ή άλλως η προσοχή επικεντρώνεται στο γεγονός και μόνο ότι η αγωγή 872/74 δεν έχει αποπερατωθεί. Κατ' επέκταση, αν ο ενάγων αμφισβητά το καθεστώς της Acapulco δεν έχει παρά να προωθήσει την εν λόγω αγωγή. Από την άλλη, ο Ν.24/79που επικαλείται ο ενάγων δεν παρέχει έρεισμα στον πιστωτή να αξιώσει αναγνωριστικό διάταγμα ότι ο οφειλέτης που τον αφορά δεν είναι πληγείς ή εκτοπισθείς. Το σύνολο των διατάξεων του σχετικού νόμου και η ερμηνεία που έτυχαν από το Ανώτατο Δικαστήριο φανερώνει πως κάθε εκκρεμούσα διαδικασία αναστέλλεται, αν ήθελε φανεί ότι ο οφειλέτης είναι πληγείς ή εκτοπισθείς. Το κατά πόσο πρόσωπο είναι πληγείς οφειλέτης δεν μπορεί να αποφασιστεί στην απουσία του και συνολική θεώρηση των διατάξεων του Ν.24/79 φανερώνει ότι η διαδικασία που διενεργείται ώστε πρόσωπο να κριθεί πληγείς οφειλέτης, δεν άρχεται από τον πιστωτή αλλά τον ίδιο τον οφειλέτη. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Είναι όμως ορατή άλλη μια έκφανση των γεγονότων, ιδιαίτερα των γεγονότων που προκύπτουν από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση που ο ενάγων καταχώρισε στην αγωγή 872/
  3. Σε εκείνη την αίτηση ο ενάγων υποστήριξε ότι η Acapulco δεν είναι πλέον πληγείσα οφειλέτιδα. Ανάλογος ισχυρισμός αναφέρεται και στην επιστολή που στάληκε εκ μέρους του ενάγοντα στο Γενικό Λογιστήριο. Αν αυτός ο ισχυρισμός υπαινίσσεται ότι για κάποιο χρονικό διάστημα η Acapulco ήταν πληγείσα οφειλέτιδα, αλλά επειδή συμφώνησε να πωλήσει το ακίνητό της και έλαβε ήδη ένα ποσό που υπερβαίνει την αξία της υποθήκης επί του ακινήτου έπαυσε πλέον να είναι τέτοια - πληγείσα οφειλέτιδα - ευθέως απαντώ ότι ο συλλογισμός δεν με βρίσκει σύμφωνο καθ' ότι δεν ανταποκρίνεται στις διατάξεις του νόμου. Δεν παραγνωρίζω την ανωμαλία που προκάλεσε στο θεσμικό πλαίσιο η νέα κατάσταση πραγμάτων, δηλαδή το άνοιγμα των οδοφραγμάτων από τον κατοχικό στρατό και ιδιαίτερα η σύσταση, από την υποτυπώδη και κατοχική διοίκηση, επιτροπής για αποζημίωση περιουσιών, γεγονότα που επιτρέπουν πώληση της περιουσίας δια την οποία πρόσωπο δυνατό να κηρυχτεί ή άλλοτε κηρύχτηκε πληγείς οφειλέτης. Είναι τούτη η παράμετρος του θέματος μια πτυχή που ενδεχομένως η πολιτεία οφείλει να επανεξετάσει σε σχέση με τις πρόνοιες του σχετικού νόμου. Παρ' όλα αυτά, γεγονός παραμένει ότι η έκρυθμη κατάσταση συνεχίζει να υφίσταται και αυτή είναι που παρέχει έρεισμα ώστε πρόσωπο να αναγνωριστεί ως πληγείς οφειλέτης. Συνεπώς, άπαξ και πρόσωπο θεωρηθεί πληγείς οφειλέτης οι διατάξεις του νόμου δεν επιτρέπουν διαφοροποίηση τούτου του καθεστώτος, παρά μόνο μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο γνωστοποιήσει, δια δημοσιεύσεως στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, λήξη της εκρύθμου καταστάσεως. Ως εκ των πιο πάνω, πέραν της αντίφασης που παρατηρείται στα λεγόμενα του ενάγοντα σε διαφορετικές ημερομηνίες, καταλήγω ότι δεν νοείται αναγνώριση προσώπου ως πληγείς οφειλέτης και ακολούθως αναίρεση τέτοιας αναγνώρισης. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι ο ενάγων δεν απέδειξε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Τούτου δοθέντος αναπόφευκτη είναι και η πρόσθετη διαπίστωση ότι ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας έχει αποδείξει. Εφόσον λοιπόν η διερεύνηση αποκαλύπτει ότι δυο εκ των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 δεν έχουν ικανοποιηθεί, κρίνω ότι δεν επιβάλλεται περαιτέρω διερεύνηση, ακολουθώντας το λόγο της υπόθεσης Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1980, 1988. Εκ των πραγμάτων λοιπόν η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.