← Κύπρος

Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων ν. Metacrome Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2215/2008, 24/3/2015

Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων ν. Metacrome Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2215/2008, 24/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2215/2008 Μεταξύ: Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων Ενάγουσας και

  1. Metacrome Limited
  2. Frakapor Logistics Limited
  3. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Τελωνειακών Πρακτόρων Επαρχίας Λευκωσίας (Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ.) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 2.7.2008: Μεταξύ: Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων Ενάγουσας και
  4. Metacrome Limited
  5. Frakapor Logistics Limited
  6. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Επαγγελματικών Κλάδων και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΤΕΚ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 24 Μαρτίου, 2015 Για την ενάγουσα: κ. Α. Μερακλής Για τον εναγόμενο 3 : κ. Θ. Κορφιώτης ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά απαίτηση της ενάγουσας για €4.150,19 (Λ.Κ. 2.429,00) πλέον νόμιμο τόκο από 8.6.2004, το οποίο αντιπροσωπεύει οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό και Φ.Π.Α. προς το Τμήμα Τελωνείων. Σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς, η εναγομένη 1 εταιρεία, ως εισαγωγέας και ιδιοκτήτρια συγκεκριμένων εμπορευμάτων, καταχώρισε μέσω του εξουσιοδοτημένου τελωνειακού πράκτορα της, ήτοι της εναγομένης 2 εταιρείας, δύο ηλεκτρονικές διασαφήσεις εισαγωγής με αριθμό 2004100104349, ημερ. 1.6.2004 και 2004100104352 ημερ. 7.6.2004 αντίστοιχα, για να τεθεί σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας στο τελωνειακό έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας αριθμός βαμβακερών ενδυμάτων, με την καταβολή των αναλογούντων στα εμπορεύματα αυτά εισαγωγικών δασμών και φόρων ύψους €2.451,84 και €1.698,35 αντίστοιχα, σύνολο €4.150,
  7. Ακολούθως, η εναγομένη 2, ως εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος της εναγομένης 1, πλήρωσε τους εν λόγω δασμούς και φόρους με επιταγή με αριθμό 50266999 και τα εμπορεύματα τέθηκαν υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας/ανάλωσης. Στις 30.6.2004 το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας πληροφόρησε το Τμήμα Τελωνείων ότι αριθμός επιταγών της εναγομένης 2, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη επιταγή, είχαν επιστραφεί ανεξαργύρωτες, με αποτέλεσμα τα εμπορεύματα να έχουν παραληφθεί από την ιδιοκτήτρια τους εναγομένη 1 ενώ οι αναλογούντες δασμοί και φόροι να παραμένουν απλήρωτοι. Η μη καταβολή των δασμών και φόρων τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία συνεπάγεται τη γένεση τελωνειακής οφειλής με συνυπόχρεους οφειλέτες τόσο την εναγομένη 1 ως ιδιοκτήτρια των εμπορευμάτων όσο και την εναγομένη 2 ως εξουσιοδοτημένο τελωνειακό πράκτορα του εισαγωγέα. Το Τμήμα Τελωνείων απαίτησε από τις εναγόμενες 1 και 2 την καταβολή των οφειλόμενων ποσών με διπλοσυστημένες επιστολές το 2004 και 2005, αλλά και από την εναγομένη 3 στις 15.12.2005, στη βάση των εγγυητηρίων εγγράφων ημερ. 5.12.2000 και 18.2.2002 και αρ. 158/2000 και 61/2002 αντίστοιχα, τα οποία ήταν κατατεθειμένα στο Τμήμα Τελωνείων. Με τα εν λόγω έγγραφα, η εναγομένη 3, ως εγκεκριμένος εγγυοδοτικός οργανισμός, εγγυήθηκε την πληρωμή, μετά από την υποβολή ανάλογης απαίτησης από την ενάγουσα, οποιασδήποτε επιταγής μέχρι των ποσών των €17.086,01 (Λ.Κ. 10.000) και €8.543,01 (Λ.Κ. 5.000) αντίστοιχα, η οποία θα εκδίδετο και κατατίθετο στο Τμήμα Τελωνείων από τις εταιρείες Frakapor Clearing Ltd και Ledra Bonded Stores Ltd. Αναφέρεται επιπλέον στην έκθεση απαίτησης ότι σε στάδιο μεταγενέστερο της έναρξης της ισχύος των εγγυητηρίων εγγράφων, οι δύο προαναφερόμενες εταιρείες συγχωνεύθηκαν δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 9.6.2003, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης αρ. 155/2003, στην εταιρεία Frakapor Holdings Ltd. Στις 28.7.2003 η εν λόγω εταιρεία μετονομάσθηκε σε Frakapor Logistics Ltd (εναγομένη 2). Η εναγομένη 3 απέρριψε την απαίτηση της ενάγουσας για πληρωμή των ποσών των επιταγών της εναγομένης 2 που είχαν κατατεθεί στο Τμήμα Τελωνείων και επιστραφεί ανεξαργύρωτες, στις οποίες περιλαμβανόταν και η επίδικη επιταγή, προβάλλοντας ισχυρισμούς περί τερματισμού και/ή ακύρωσης των εγγυητηρίων εγγράφων από τις 15.10.
  8. Η ενάγουσα προβάλλει ότι μετά από διερεύνηση των ισχυρισμών της εναγομένης 3, διαφάνηκε ότι η εναγομένη 2 είχε πληροφορήσει γραπτώς στις 15.10.2003 το Τελωνείο αναφορικά με την πρόθεσή της για τερματισμό της ισχύος των συνημμένων στην εν λόγω επιστολή εγγυητικών επιστολών. Τα έγγραφα που είχαν επισυναφθεί στην εν λόγω επιστολή ήταν μία επιστολή της εναγομένης 3 εταιρείας προς τον Διευθυντή της Αρχής Λιμένων καθώς και φωτοαντίγραφο του εγγυητηρίου εγγράφου αρ. 158/2000 ημερ. 5.12.2000 με πρωτοφειλέτιδα την Frakapor Clearing Ltd. Η θέση της ενάγουσας είναι ότι ανεξάρτητα από την πιο πάνω διατυπωθείσα πρόθεση της εναγομένης 2 για τερματισμό της ισχύος του εγγυητηρίου εγγράφου αρ. 158/2000 ημερ. 5.12.2000, το Τμήμα Τελωνείων ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή από οιονδήποτε των ενδιαφερομένων μερών σε σχέση με την ακύρωση του άλλου εγγυητηρίου εγγράφου αρ. 61/2002 ημερ. 18.2.2002 με πρωτοφειλέτιδα την εταιρεία Ledra Bonded Stores Ltd, η οποία σε μεταγενέστερο χρόνο συγχωνεύθηκε στην εναγομένη 2 εταιρεία με εγγυήτρια την εναγομένη 3, το οποίο εξακολουθεί να είναι σε ισχύ και να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη έναντι του Τμήματος Τελωνείων. Οι εναγόμενες 1, 2 και 3 δεν κατέβαλαν το οφειλόμενο ποσό και εγέρθη η παρούσα αγωγή. Η αγωγή επιδόθηκε στις εναγόμενες 1 και
  9. Η εναγομένη 1 δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης και στις 11.11.2008 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της ως η απαίτηση. Η αγωγή δεν επιδόθηκε στην εναγομένη 2, με αποτέλεσμα το κλητήριο να έχει εκπνεύσει όσον αφορά αυτήν. Η εναγομένη 3 καταχώρισε έκθεση υπεράσπισης, στην οποία τονίζει ότι δεν είχε καμία σχέση ή συναλλαγή με την εναγομένη 1 εταιρεία, ότι η οποιαδήποτε διαδικασία εκτελώνισης ή διασαφήνισης εμπορευμάτων δεν την αφορά, ότι οι δασμοί δεν οφείλονται από την ίδια και ότι ουδέποτε αναλήφθηκε υποχρέωση κάλυψης τέτοιων δασμών. Βεβαιώνει ότι η επιταγή της εναγομένης 2 δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της, και υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε οφειλή ή υποχρέωση πληρωμής αφορά τις εναγόμενες 1 και 2 ενώ ουδόλως γεννάται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης
  10. Απορρίπτει ότι εγγυήθηκε την πληρωμή των απλήρωτων επιταγών και διευκρινίζει ότι οι επίδικες εγγυητικές είχαν τερματιστεί από την εναγομένη 2 και συνεπώς δεν είχαν καμία ισχύ και δεν δημιουργούσαν οποιαδήποτε δέσμευση για την εναγομένη
  11. Υποστηρίζει ότι το Τμήμα Τελωνείων γνώριζε για την ακύρωση και/ή ανάκληση των εγγυητικών και ότι μετά την επιστροφή της επίδικης και άλλων επιταγών, η ενάγουσα απαιτούσε πλέον από την εναγομένη 2 να παρουσιάζει επιταγές επιβεβαιωμένες από την εναγομένη 3 με την ένδειξη «καλή για πληρωμή». Πέραν της άρνησης της όποιας οφειλής προς την ενάγουσα, η εναγομένη 3 προβάλλει περαιτέρω στην έκθεση υπεράσπισής της ότι η εγγυητική ήταν απεριόριστης διάρκειας και επομένως μπορούσε να τερματιστεί οποτεδήποτε, είτε από την Ledra είτε από «τους εναγομένους» (χωρίς διευκρίνιση) εάν η Ledra δεν διέθετε επαρκή κεφάλαια να πληρώσει τις επιταγές. Υποστηρίζει ότι όλες οι εγγυήσεις που είχαν δοθεί στο Τελωνείο ακυρώθηκαν και τερματίστηκαν από την εναγομένη
  12. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Ledra διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό στην εναγομένη 3 επί του οποίου εξέδιδε επιταγές, ο οποίος έκλεισε στις 26.2.2004 και ότι η εγγυητική τερματίστηκε με αίτημα της Ledra και/ή των αντιπροσώπων της. Διευκρινίζεται ότι η εγγυητική εγγυάτο την πληρωμή επιταγών που εξέδιδε στο Τελωνείο η Ledra και όχι η εναγομένη 2 και ότι ο λογαριασμός της Ledra έκλεισε, με αποτέλεσμα η εγγυητική να ακυρωθεί, σε πλήρη γνώση της ενάγουσας. Ούτε και μπορούσε να μεταβιβαστεί η εγγυητική στην εναγομένη 2 αφού ήταν στο όνομα της Ledra. Προβάλλει επιπλέον ότι η εγγυητική επιστολή που αναφέρεται στο κλητήριο τερματίστηκε από την ίδια την ενάγουσα και ότι οι εγγυητικές που επικαλείται η ενάγουσα είχαν ακυρωθεί και/ή ανακληθεί με επιστολή της εναγομένης 1 και/ή των αντιπροσώπων της προς το Τελωνείο ημερ. 15.10.2003, ενώ παράλληλα ζήτησαν να τους επιτραπεί να συνεχίσουν να συνεργάζονται με το Τελωνείο με το ίδιο καθεστώς όπως και οι υπόλοιποι εκτελωνιστές. Η εναγομένη 3 ισχυρίζεται επίσης ότι η ενάγουσα κωλύεται από τις πράξεις και/ή τη συμπεριφορά της να αξιώνει από την εναγομένη 3 την πληρωμή οφειλής για την οποία η ίδια υποστηρίζει στην αγωγή της ότι αφορά τις εναγόμενες 1 και 2 ενώ η εγγυητική είχε τερματιστεί με επιστολή της εναγομένης 2 και ότι η αγωγή είναι εκδικητική, σκανδαλώδης και ενοχλητική και οφείλεται στην αδυναμία του Τμήματος Τελωνείων να εισπράξει τους οφειλόμενους δασμούς από την εναγομένη 1 ή και από την εναγομένη 2 η οποία τέθηκε υπό εκκαθάριση. Η ενάγουσα καταχώρισε Απάντηση στην Υπεράσπιση, στην οποία υποστηρίζει ότι η υποχρέωση της εναγομένης 3 έναντι του Τμήματος Τελωνείων για κάλυψη δασμών και φόρων αναλήφθηκε με την υπογραφή του εγγυητηρίου εγγράφου 61/2002 ημερ. 18.2.
  13. Δικαίωμα ανάκλησης/ακύρωσης είχε μόνο ο εγγυητής ήτοι η εναγομένη 3 και όχι η εναγομένη
  14. Απορρίπτονται οι ισχυρισμοί περί γνώσης της ισχυριζόμενης ακύρωσης από 15.10.2003 και επαναλαμβάνεται ότι στην επιστολή 15.10.2003 της εναγομένης 2 δεν γινόταν καμία αναφορά σε ακύρωση του πιο πάνω εγγυητηρίου εγγράφου, ούτε επισυναπτόταν αντίγραφο αυτού. Προβάλλεται η θέση ότι το γεγονός ότι μετά την επιστροφή της επιταγής ως απλήρωτης, η ενάγουσα απαίτησε από την εναγομένη 2 όπως παρουσιάζει επιταγές επιβεβαιωμένες από την εναγομένη 3 ως καλές για πληρωμή, καταδεικνύει την πρόθεση της ενάγουσας να προστατεύσει και να διασφαλίσει τα δημόσια έσοδα αλλά και τους ίδιους τους εγγυητές. Η ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εναγομένης 3 και εμμένει στη θέση ότι το εγγυητήριο έγγραφο ουδέποτε ακυρώθηκε και ότι καμία από τις εταιρείες δεν νομιμοποιείτο να το ακυρώσει. Όσον αφορά το κλείσιμο του λογαριασμού της Ledra, η ενάγουσα προβάλλει ότι το εγγυητήριο δεν περιέχει καμία αναφορά στον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό. Τονίζει ότι η Ledra συγχωνεύθηκε, μαζί με άλλες εταιρείες, στην εναγομένη 2 δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερ. 9.6.2003, η οποία και απέκτησε και ανέλαβε την επιχείρηση, τις υποχρεώσεις, ευθύνες, καθήκοντα και δικαιώματα όλων των θυγατρικών της εταιρειών. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι, δυνάμει του διατάγματος, τεκμαίρετο ότι οι υποχρεώσεις της Ledra είχαν μεταβιβαστεί και αναληφθεί, χωρίς την ανάγκη οποιασδήποτε περαιτέρω πράξης, στην Frakapor Holdings Ltd, η οποία στις 28.7.2003 μετονομάστηκε σε Frakapor Logistics Ltd, ήτοι την εναγομένη
  15. Σημειώνεται ότι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε εκ συμφώνου ότι η εναγομένη 3 έχει συγχωνευθεί στην Σ.Π.Ε. Στροβόλου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ένας μάρτυρας για την ενάγουσα, ενώ η πλευρά της εναγομένης δεν προσκόμισε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία. Ο κ. Ανδρέας Ανδρέου, Τελωνειακός Λειτουργός στο Τελωνείο Λευκωσίας, στη μαρτυρία του προέβαλε τα γεγονότα που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, όπως καταγράφονται περιληπτικά στις σελίδες 2-4 πιο πάνω. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την εξουσιοδότηση τελωνειακού πράκτορα που είχε δώσει η εναγομένη 1 προς την εναγομένη 2, ως Τεκμήρια 2 και 3 τις ηλεκτρονικές διασαφήσεις εισαγωγής που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, ως Τεκμήριο 4 την επίδικη επιταγή της εναγομένης 2 για Λ.Κ. 10.000, και ως Τεκμήρια 5 και 6 τις καταστάσεις ανάλυσης συναλλαγών. Κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 7 την επιστολή ημερ. 30.6.2004 του Γενικού Λογιστηρίου με την οποία ενημερώνεται το Τελωνείο ότι αριθμός επιταγών της εναγομένης 2, μεταξύ των οποίων και η επιταγή Τεκμήριο 4, επιστράφηκαν ανεξαργύρωτες, με αποτέλεσμα τα ανάλογα εμπορεύματα να βρίσκονταν σε ελεύθερη κυκλοφορία/ανάλωση και να παραληφθούν από τους ιδιοκτήτες τους ενώ οι εισαγωγικοί δασμοί και φόροι να παραμένουν απλήρωτοι. Ως Τεκμήρια 8, 9 και 10 κατέθεσε τις επιστολές που στάληκαν από το Τελωνείο στους εναγομένους 1, 2 και 3 το 2004 και 2005 απαιτώντας την καταβολή των ποσών των ακάλυπτων επιταγών της εναγομένης
  16. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η απαίτηση της ενάγουσας κατά της εναγομένης 3 βασίζεται στο γεγονός ότι η τελευταία, ως εγγυήτρια, κατέθεσε στο Τμήμα Τελωνείων τα εγγυητήρια έγγραφα 158/2000 και 61/2002 ημερ. 5.12.2000 και 18.2.2002 αντίστοιχα, με τα οποία εγγυήθηκε την πληρωμή, μετά από υποβολή ανάλογης απαίτησης από την ενάγουσα, οποιασδήποτε επιταγής μέχρι των ποσών των Λ.Κ. 10.000 και Λ.Κ. 5.000 αντίστοιχα, η οποία θα εκδιδόταν και θα κατατίθετο στο Τμήμα Τελωνείων από τις πελάτιδες της εταιρείες Frakapor Clearing Ltd και Ledra Bonded Stores Ltd αντίστοιχα, με σκοπό την πληρωμή δασμών και φόρων (Τεκμήρια 11 και 12 τα εγγυητήρια έγγραφα). Πρόσθεσε ότι οι προαναφερόμενες εταιρείες συγχωνεύθηκαν στην εταιρεία Frakapor Holdings Ltd (προηγούμενη ονομασία της εναγομένης 2), δυνάμει του διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 9.6.2003 (Τεκμήριο 13 η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα). Η εναγομένη 3, ως πιστωτής της Frakapor Logistics (Cyprus) Ltd, η οποία προέκυψε μετά από διαδοχικές μετονομασίες της Frakapor Clearing Ltd, αλλά και ως πιστωτής της Ledra Bonded Stores Ltd, με πληρεξούσια έγραφα ημερ. 13.5.2003 (Τεκμήρια 14 και 15), διόρισε συγκεκριμένο πρόσωπο για να ψηφίσει εκ μέρους της στη συνέλευση πιστωτών η οποία είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση του διατάγματος συγχώνευσης. Συνεπώς, ο κ. Ανδρέου θεωρεί ότι η εναγομένη 3 είχε γνώση της συγχώνευσης αλλά παρέλειψε να τερματίσει τις επίδικες εγγυήσεις. Η Frakapor Holdings Ltd μετονομάστηκε σε Frakapor Logistics Ltd, ήτοι την εναγομένη 2, στις 28.7.2003 (Τεκμήριο 16 επιστολή όπου φαίνονται όλες οι αλλαγές ονομάτων στον όμιλο εταιρειών Frakapor). Ως Τεκμήριο 17 κατέθεσε επιστολή ημερ. 12.1.2006 των δικηγόρων της εναγομένης 3 όπου απορρίπτεται η απαίτηση της ενάγουσας και προβάλλονται οι θέσεις της εναγομένης 3 σε σχέση με τον τερματισμό της ισχύος των δύο εγγυητηρίων. Ως Τεκμήριο 18 κατέθεσε επιστολή ημερ. 15.10.2003 της εναγομένης 2 που επικαλείται η εναγομένη 3 ότι καταδεικνύει ότι η ακύρωση των εγγυητηρίων περιήλθε σε γνώση της ενάγουσας από την εν λόγω ημερομηνία. Ο κ. Ανδρέου επεσήμανε όμως ότι παρά τη διατυπωθείσα με το Τεκμήριο 18 πρόθεση της εναγομένης 2 για τερματισμό της ισχύος του εγγυητηρίου εγγράφου 158/2000, η ενάγουσα ουδέποτε παρέλαβε επιστολή από οιονδήποτε των ενδιαφερομένων μερών για την ακύρωση των δύο επίδικων εγγυητηρίων εγγράφων, τα οποία θεωρεί ότι εξακολουθούν να είναι σε ισχύ και να δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη έναντι της ενάγουσας. Σημείωσε περαιτέρω ότι σύμφωνα με ρητό όρο των εγγυητηρίων εγγράφων, οι εγγυήσεις είναι συνεχείς και έχουν απεριόριστη διάρκεια ισχύος εκτός αν η ισχύς τους τερματιστεί από τον εγγυητή με επιστολή προς την ενάγουσα, ενέργεια η οποία ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Ανέφερε επίσης ότι ακόμη και μετά τη συγχώνευση των εταιρειών του Ομίλου Frakapor στις 9.6.2003, η εναγομένη 3 συνέχισε να εγγυάται την Frakapor Clearing Ltd που δεν υφίστατο, εφόσον είχε συγχωνευθεί στην εναγομένη 2, γεγονός το οποίο θεωρεί ότι προκύπτει και από το Τεκμήριο 18, και κατ' επέκταση συνέχιζε να εγγυάται την εναγομένη 2 που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, εφόσον η συγχώνευση εφαρμόστηκε στις 13.7.
  17. Ισχυρίστηκε δε ότι η εναγομένη 3 σε χρόνο μεταγενέστερο της συγχώνευσης των εταιρειών, σε επιστολή της προς την Αρχή Λιμένων, επιβεβαίωσε την ισχύ της εγγύησης προς την Frakapor Clearing Ltd που είχε ήδη συγχωνευθεί στην εναγομένη
  18. Κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας διαφώνησε με την υποβολή ότι ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης των εταιρειών του ομίλου Frakapor οι εγγυητικές ακυρώθηκαν αυτόματα και κατέστησαν άνευ αντικειμένου, καθότι στο σχετικό Διάταγμα αναφέρεται ότι η Frakapor Holdings Ltd (προηγούμενη ονομασία εναγομένης 2) θα τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει όλες τις υποχρεώσεις και δικαιώματα των δύο εταιρειών που αφορούσαν οι επίδικες εγγυητικές. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι υποχρεώσεις που δημιουργούν τα επίδικα εγγυητήρια δεν μεταφέρθηκαν ως αποτέλεσμα του διατάγματος συγχώνευσης. Τόνισε δε ότι η ενάγουσα ουδέποτε παρέλαβε αίτημα για ακύρωση των εγγυητηρίων. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τα εγγυητήρια ακυρώθηκαν με την επιστολή της εναγομένης 2 Τεκμήριο 18 εφόσον ο μόνος που θα μπορούσε να τα ακυρώσει ήταν ο εκδότης αυτών ήτοι η εναγομένη
  19. Διευκρίνισε ότι η μία εγγυητική επιστολή της εναγομένης 3 που επισυναπτόταν στην επιστολή της εναγομένης 2 ημερ. 15.10.2003 και παραλήφθηκε από το Τελωνείο 28.11.2003, Τεκμήριο 18, δεν είναι επίδικη, εφόσον είναι προς την Αρχή Λιμένων. Επεξήγησε ότι παρουσιάστηκε το Τεκμήριο 18 για να καταδειχθεί ότι ακόμη και μετά τη συγχώνευση των εταιρειών η εναγομένη 3 συνέχισε να εγγυάται την Frakapor Clearing. Δέχθηκε όμως ότι η σχετική εγγυητική επιστολή της εναγομένης 3 προς την Αρχή Λιμένων δεν φέρει ημερομηνία και συνεπώς μπορεί να ήταν προγενέστερη της συγχώνευσης. Γνωρίζει μόνο ότι η επιστολή της εναγομένης 2 ημερ. 15.10.2003 προς το Τελωνείο παραλήφθηκε στις 28.11.2003 και φαίνεται ότι επισυναπτόταν σε αυτήν τόσο η εγγυητική επιστολή της εναγομένης 3 χωρίς ημερομηνία προς όφελος της Αρχής Λιμένων, όσο και το εγγυητήριο έγγραφο αρ. 158/2000 Τεκμήριο
  20. Με το πέρας της μαρτυρίας του κ. Ανδρέου, κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 19 κατάλογος παραδεκτών γεγονότων στον οποίο σημειώνεται ότι η εναγομένη 3 (υπό την προηγούμενη της ονομασία) υπό την ιδιότητα της ως πιστωτή της Frakapor Logistics (Cyprus) Ltd, η οποία προέκυψε μετά από διαδοχικές μετονομασίες της εταιρείας Frakapor Clearing Ltd, και υπό την ιδιότητα της ως πιστωτή της εταιρείας Ledra Bonded Stores Ltd, με πληρεξούσια έγγραφα ημερ. 13.5.2003 διόρισε τον κ. Γιαννάκη Φραγκεσκίδη ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της για να ψηφίσει στη θέση και εκ μέρους της εναγομένης 3 (με την προηγούμενη ονομασία της), στη Συνέλευση των πιστωτών των εταιρειών Frakapor Logistics (Cyprus) Ltd και Ledra Bonded Stores Ltd που θα λάμβανε χώρα στις 16.5.2003, σύμφωνα με το Διάταγμα ημερ. 22.4.
  21. Σημειώνεται περαιτέρω ότι η εναγομένη 3 παρέστη μέσω του εν λόγω πληρεξουσίου αντιπροσώπου της στην Συνέλευση και δεν ήγειρε ένσταση στην προτεινόμενη συγχώνευση. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η θέση του κ. Μερακλή είναι ότι η πρόθεση της εναγομένης 3 για συνέχιση της εγγύησης ακόμη και σε περίπτωση μεταβολής του νομικού καθεστώτος των πρωτοφειλέτιδων, συνάγεται από τον όρο που περιείχαν τα εγγυητήρια ότι ήταν απεριόριστου χρόνου και μπορούσαν να τερματιστούν μόνο από τον εγγυητή, αλλά και από τη συμπεριφορά των μερών πριν και μετά τη συγχώνευση και τη συμμετοχή της εναγομένης στη διαδικασία που οδήγησε στην έγκριση της συγχώνευσης. Τόνισε ότι η εναγομένη 3 γνώριζε για τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος των πρωτοφειλέτιδων αλλά δεν τερμάτισε τα εγγυητήρια, καταδεικνύοντας ότι πρόθεση της ήταν να συνεχίσει να καλύπτει με τα εγγυητήρια τη νέα εταιρεία που προέκυψε με τη συγχώνευση, ήτοι την εναγομένη
  22. Ο κ. Μερακλής αναφέρθηκε επιπλέον στα άρθρα 198

(2)και 200
(2)του Κεφ. 113 για να εισηγηθεί ότι με την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης και συγχώνευσης, μεταβιβάστηκε στην εναγομένη 2 όλη η ιδιοκτησία και οι υποχρεώσεις των εταιρειών που απορροφούνταν. Ο κ. Μερακλής εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η θέση της υπεράσπισης ότι τα εγγυητήρια έπαυσαν να έχουν οποιαδήποτε ισχύ μετά τη διάλυση χωρίς εκκαθάριση και τη συγχώνευση των δύο πρωτοφειλέτιδων στην εναγομένη 2 δεν είναι δικογραφημένη. Ο κ. Κορφιώτης, με αναφορά σε νομοθεσία, νομολογία και συγγράμματα, εισηγήθηκε ότι η εναγομένη 3 ουδέποτε εγγυήθηκε τις οφειλές της εναγομένης 2 για δασμούς προς το Τελωνείο, ότι τα επίδικα εγγυητήρια έχασαν κάθε ισχύ ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης και ότι η συγχώνευση απάλλαξε την εναγομένη 3 από την όποια ευθύνη της στη βάση των εγγυητηρίων. Προέβαλε ότι τα επίδικα εγγυητήρια δεν μεταβιβάστηκαν στην απορροφήσασα εταιρεία εναγομένη 2, καθότι δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία, δικαίωμα, επιχείρηση, υποχρέωση ή ευθύνη των Frakapor Clearing Ltd και Ledra Bonded Stores Ltd και ότι με τη συγχώνευση η εναγομένη 2 δεν υποκαταστάθηκε στη θέση του πρωτοφειλέτη σε σχέση με τα εγγυητήρια. Η δε παρουσία εκπροσώπου της εναγομένης 3 στη Συνέλευση πιστωτών και η μη ένσταση στη συγχώνευση αφορούσε όσα προνοούσε το σχέδιο αναδιοργάνωσης και συγχώνευσης και ουδεμία σχέση είχε με τα εγγυητήρια και τη συνέχιση τους ή όχι. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, τα βασικά γεγονότα της υπόθεσης, αυτά καθ' εαυτά, δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Δεν αμφισβητείται η καταχώριση από την εναγομένη 1, μέσω του τελωνειακού πράκτορα της, ήτοι της εναγομένης 2, των ηλεκτρονικών διασαφήσεων εισαγωγής εμπορευμάτων που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης ημερ. 1.6.2004 και 7.6.2004, η έκδοση και παράδοση επιταγής ημερ. 8.6.2004 με αρ. 50266999 για Λ.Κ. 10.000 από την εναγομένη 2 προς το Τελωνείο προς πληρωμή, μεταξύ άλλων ποσών, και των αναλογούντων στα εμπορεύματα εισαγωγικών δασμών και φόρων εκ Λ.Κ. 2.429 / €4.150,19, η διάθεση των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία/ανάλωση με την παράδοση της επίδικης επιταγής, και η επιστροφή της επιταγής από την τράπεζα ως απλήρωτης. Ούτε και αμφισβητούνται τα εγγυητικά έγγραφα με αρ. 158/2000 και 61/2002, ημερ. 5.12.2000 και 18.2.2002 αντίστοιχα, τα οποία ήταν κατατεθειμένα στο Τμήμα Τελωνείων και με τα οποία η εναγομένη 3 (με την τότε ονομασία της) εγγυάτο την πληρωμή οποιασδήποτε επιταγής μέχρι των ποσών των Λ.Κ. 10.000 και Λ.Κ. 5.000 αντίστοιχα, η οποία θα εκδίδετο και παραδίδετο στο Τμήμα Τελωνείων από τις πρωτοφειλέτιδες εταιρείες Frakapor Clearing Ltd (προηγούμενη ονομασία της Frakapor Logistics (Cyprus) Ltd) και Ledra Bonded Stores Ltd αντίστοιχα (Τεκμήρια 11 και 12). Παρομοίως, δεν αμφισβητείται το Διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 9.6.2003 με το οποίο εγκρίθηκε Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης διαφόρων εταιρειών του Ομίλου Frakapor, σύμφωνα με το οποίο η Frakapor Holdings Ltd (προηγούμενη ονομασία της εναγομένης 2) απέκτησε και ανέλαβε την επιχείρηση, υποχρεώσεις και δικαιώματα διαφόρων εταιρειών μεταξύ των οποίων η Frakapor Clearing Ltd (με τη μετέπειτα ονομασία της Frakapor Logistics (Cyprus) Ltd) και η Ledra Bonded Stores Ltd (Τεκμήριο 13). Είναι περαιτέρω αδιαμφισβήτητο ότι η ενάγουσα ζήτησε από την εναγομένη 3 με επιστολή ημερ. 15.12.2005 (Τεκμήριο 10) την πληρωμή ακάλυπτων επιταγών της εναγομένης 2 που είχαν παραδοθεί στο Τμήμα Τελωνείων για την πληρωμή δασμών και φόρων για μεγάλο αριθμό εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων δασμών και φόρων, στηριζόμενη στα δύο επίδικα εγγυητήρια, και ότι η εναγομένη 3, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 12.1.2006 απέρριψε το αίτημα της ενάγουσας. Τέλος, δεν αμφισβητείται ότι το επίδικο ποσό εισαγωγικού δασμού και φόρου για εμπορεύματα της εναγομένης 1, που εκτελώνισε εκ μέρους της η εναγομένη 2, παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτο. Ως εκ τούτου, καταλήγω σε ανάλογα ευρήματα. Αυτό που τελεί υπό αμφισβήτηση είναι κατά πόσο η εναγομένη 3 υπέχει υποχρέωση, βάσει των εγγυητηρίων εγγράφων Τεκμήρια 11 και 12, να καταβάλει το αξιούμενο ποσό φόρων και δασμών στην ενάγουσα, εν όψει της επιστροφής ως απλήρωτης επιταγής της εναγομένης 2 που είχε παραδοθεί στο Τελωνείο προς πληρωμή των εν λόγω φόρων και δασμών, δεδομένου ότι τα εν λόγω εγγυητήρια είχαν ως πρωτοφειλέτιδες δύο εταιρείες οι οποίες στη συνέχεια διαλύθηκαν χωρίς εκκαθάριση και συγχωνεύθηκαν στην εναγομένη 2 βάσει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 9.6.
  1. Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών επί αυτού του επίδικου ζητήματος, έχουν ήδη σημειωθεί περιληπτικά στις σελίδες 10 και 11 πιο πάνω. Όσον αφορά την εισήγηση του κ. Μερακλή ότι η θέση της υπεράσπισης ότι τα εγγυητήρια έπαυσαν να έχουν οποιαδήποτε ισχύ μετά τη συγχώνευση δεν είναι δικογραφημένη, είναι γεγονός ότι η έκθεση υπεράσπισης της εναγομένης 3, η οποία καταχωρίστηκε από τον προηγούμενο της δικηγόρο, περιέχει σωρεία ισχυρισμών και γραμμών υπεράσπισης, με κάποια έμφαση επί του ισχυρισμού περί ακύρωσης των εγγυητηρίων από την εναγομένη
  2. Ο κ. Κορφιώτης, ο οποίος ανέλαβε στην πορεία την εκπροσώπηση της εναγομένης 3, επέλεξε όπως επικεντρωθεί στον ισχυρισμό ότι η εναγομένη 3 ουδέποτε εγγυήθηκε τις οφειλές της εναγομένης 2 προς το Τελωνείο και ότι τα εγγυητήρια έχασαν κάθε ισχύ ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης, γεγονός το οποίο θεωρεί ότι απάλλαξε την εναγομένη 3 από την όποια ευθύνη βάσει των επίδικων εγγυητηρίων. Αυτοί οι ισχυρισμοί περιλαμβάνονται, έστω και με κάπως γενικευμένο τρόπο και χωρίς συγκεκριμένη αναφορά στο γεγονός της συγχώνευσης, στην έκθεση υπεράσπισης. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι τα επίδικα έγγραφα εγγυούνταν την πληρωμή επιταγών που εξέδιδαν στο Τελωνείο άλλες εταιρείες και όχι η εναγομένη 2, και ότι οι εγγυητικές δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν στην εναγομένη
  3. Είχε δε δηλωθεί πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας από την πλευρά της εναγομένης 3 ότι τα βασικά γεγονότα δεν τελούσαν υπό αμφισβήτηση και ότι η υπεράσπιση θα επικεντρωνόταν στο προαναφερόμενο νομικό ζήτημα και μόνο. Συνεπώς, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η πλευρά της ενάγουσας κατελήφθη εξαπίνης. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την αγόρευση του κ. Μερακλή, είναι η ενάγουσα που προβάλλει τη θέση ότι η εναγομένη 3 έχει υποχρέωση να καταβάλει το αξιούμενο ποσό βάσει των εγγυητηρίων εγγράφων Τεκμήρια 11 και 12 που αφορούν εταιρείες που διαλύθηκαν χωρίς εκκαθάριση και συγχωνεύθηκαν στην εναγομένη 2, με το επιχείρημα ότι ένεκα του διατάγματος συγχώνευσης η ιδιοκτησία, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τα εγγυητήρια μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη 2 και ότι πρόθεση της εναγομένης 3 ήταν η συνέχιση της εγγύησης ακόμη και σε περίπτωση μεταβολής του νομικού καθεστώτος των πρωτοφειλέτιδων, όπως είναι η συγχώνευση τους στην εναγομένη
  4. Ως εκ τούτου, ακόμη και στην περίπτωση που οι θέσεις του κ. Κορφιώτη κατά την αγόρευση του δεν καλύπτονταν από την έκθεση υπεράσπισης, το Δικαστήριο θα είχε εν πάση περιπτώσει υποχρέωση να εξετάσει κατά πόσο ευσταθούν/αποδεικνύονται οι θέσεις της ενάγουσας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ευσταθεί η θέση της ενάγουσας ότι τα εγγυητήρια εξακολουθούσαν να δεσμεύουν την εναγομένη 3 μετά τη διάλυση χωρίς εκκαθάριση και τη συγχώνευση των πρωτοφειλέτιδων, όσον αφορά επιταγές που εκδίδονταν από την εταιρεία στην οποία συγχωνεύθηκαν, ήτοι την εναγομένη 2, για την πληρωμή δασμών και φόρων για εμπορεύματα που εκτελώνισε/διασαφήνισε ως εξουσιοδοτημένος τελωνειακός πράκτορας της εναγομένης
  5. Το άρθρο 198
(2)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο οποίο παρέπεμψε ο κ. Μερακλής, προνοεί ότι σε περίπτωση που πλειοψηφία σε αριθμό που αντιπροσωπεύει τρία τέταρτα σε αξία των πιστωτών ή τάξης πιστωτών ή μελών ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση, που είναι παρόντες και ψηφίζουν είτε προσωπικά ή με αντιπρόσωπο στη συνέλευση όπου προτείνεται διακανονισμός ή συμβιβασμός, αποδέχονται τον διακανονισμό ή συμβιβασμό, τότε, αν επικυρωθεί από το Δικαστήριο, είναι δεσμευτικός για όλους τους πιστωτές ή την τάξη των πιστωτών, ή τα μέλη ή την τάξη μελών, ανάλογα με την περίπτωση, όπως επίσης για την εταιρεία ή, σε περίπτωση υπό εκκαθάριση εταιρείας, για τον εκκαθαριστή και συνεισφορείς της εταιρείας. Το άρθρο 200
(2)του Κεφ. 113, το οποίο επίσης επικαλέστηκε ο κ. Μερακλής, και το οποίο εφαρμόζεται σε αναδιοργανώσεις και συγχωνεύσεις ως η επίδικη, προνοεί ότι όταν σχετικό διάταγμα «προνοεί τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων, η ιδιοκτησία εκείνη, δυνάμει του διατάγματος μεταβιβάζεται και περιέρχεται σε, και οι υποχρεώσεις εκείνες μεταβιβάζονται δυνάμει του διατάγματος και αποτελούν υποχρεώσεις, της εταιρείας προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση, και σε περίπτωση οποιασδήποτε ιδιοκτησίας, αν το διάταγμα διατάσσει με τον τρόπο αυτό, είναι ελεύθερη κάθε επιβάρυνσης που έπαυσε να έχει αποτέλεσμα δυνάμει του συμβιβασμού ή διακανονισμού». Το δε εδάφιο
(4)του εν λόγω άρθρου προνοεί ότι ο όρος «ιδιοκτησία» περιλαμβάνει ιδιοκτησία, δικαιώματα και εξουσίες οποιασδήποτε περιγραφής, και η έκφραση «υποχρεώσεις» περιλαμβάνει καθήκοντα. Στην παρούσα περίπτωση, το διάταγμα ημερ. 9.6.2003 που αφορά, μεταξύ άλλων εταιρειών, και τις πρωτοφειλέτιδες στα επίδικα εγγυητήρια έγγραφα εταιρείες Frakapor Clearing Ltd (υπό τη μετέπειτα ονομασία της Frakapor Logistics (Cyprus) Ltd) και Ledra Bonded Stores Ltd, προνοούσε ρητά ότι η Frakapor Holdings Ltd, ήτοι η εναγομένη 2 υπό την προηγούμενη της ονομασία, σε 30 ημέρες από την καταχώριση του διατάγματος στον Έφορο Εταιρειών, θα τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει και αναλάβει την επιχείρηση, περιλαμβανομένων όλων των νόμιμων υποχρεώσεων, ευθυνών και δικαιωμάτων, στοιχείων παθητικού και ενεργητικού, συμβατικών δικαιωμάτων, φήμης και πελατείας και περιουσιακών στοιχείων οποιασδήποτε μορφής των εταιρειών που απορροφούνται, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως «θυγατρικές». Προνοεί επίσης ότι όλα τα δικαιώματα και περιουσιακά στοιχεία, και όλες οι υποχρεώσεις και ευθύνες και καθήκοντα των θυγατρικών εταιρειών, θα θεωρούνται ότι έχουν μεταβιβαστεί και αναληφθεί και θα κατέχονται από και θα ανήκουν στη Frakapor Holdings Ltd (εναγομένη 2 υπό την προηγούμενη της ονομασία), χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω πράξη ή ενέργεια. Οι δε θυγατρικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων οι πρωτοφειλέτιδες στα επίδικα εγγυητήρια έγγραφα, διαλύθηκαν χωρίς εκκαθάριση και οι φάκελοι τους στον Έφορο Εταιρειών μεταφέρθηκαν στον φάκελο της εναγομένης 2 (βλ. Τεκμήριο 13). Η εναγομένη 3, ως πιστωτής των δύο θυγατρικών εταιρειών, παρέστη στη συνέλευση που ενέκρινε το εν λόγω σχέδιο αναδιάρθρωσης και συγχώνευσης και δεν έφερε ένσταση σε αυτό. Ως εκ των ανωτέρω, το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο τα επίδικα εγγυητήρια έγγραφα αποτελούν «ιδιοκτησία» ή «περιουσιακό στοιχείο» ή «δικαίωμα» των πρωτοφειλέτιδων/θυγατρικών εταιρειών, εντός της έννοιας του άρθρου 200 του Κεφ. 113 και του προαναφερόμενου διατάγματος. Εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε προκύπτει αβίαστα ότι τα εγγυητήρια διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του διατάγματος με το οποίο εγκρίθηκε η συγχώνευση, εφόσον με αυτό δημιουργήθηκε τεκμήριο ότι η ιδιοκτησία, τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα, όπως και οι υποχρεώσεις, των θυγατρικών μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη 2 (υπό προηγούμενη ονομασία) χωρίς περαιτέρω πράξη ή ενέργεια. Σχετικό προς τούτο είναι το λεκτικό των συγκεκριμένων εγγυητηρίων Τεκμήρια 11 και 12, τα οποία ονομάζονται «General Bond for the Payment of Duties and Other Charges by Cheques not Guaranteed by a Bank», και τι ακριβώς διαλαμβάνουν. Συναφώς, σημειώνω ότι με τα έγγραφα αυτά, στις 5.12.2000 και 18.2.2002 αντίστοιχα, η Frakapor Clearing Ltd και η Ledra Bonded Stores Ltd ως «principals» (πρωτοφειλέτιδες) και η εναγομένη 3 (υπό προηγούμενη της ονομασία) ως «surety», δεσμεύτηκαν να καταβάλουν στην Κυπριακή Δημοκρατία σε απαίτηση του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, οποιοδήποτε ποσό μέχρι του ποσού των Λ.Κ. 10.000 και Λ.Κ. 5.000 αντίστοιχα, που θα οφείλεται σχετικά με κάθε επιταγή που θα εκδίδεται από την κάθε πρωτοφειλέτιδα εταιρεία επί της εναγομένης 3 τράπεζας, για την πληρωμή δασμών, φόρων και άλλων χρεώσεων. Παράλληλα, η ενάγουσα δίδει άδεια όπως οι πρωτοφειλέτιδες εταιρείες καταβάλλουν φόρους και δασμούς στο Τελωνείο με επιταγές επί της εναγομένης 3 τράπεζας, οι οποίες δεν θα υπερβαίνουν το ποσό των Λ.Κ. 10.000 και Λ.Κ. 5.000 αντίστοιχα κάθε φορά. Προνοείται ρητά και στα δύο εγγυητήρια έγγραφα ότι η διάρκεια τους είναι απεριόριστη («of unlimited duration») εκτός εάν τερματιστεί ενωρίτερα από τον «surety» δίδοντας προς τούτο γραπτή ειδοποίηση στον Διευθυντή του Τελωνείου, και ότι η ευθύνη της εναγομένης 3 ως surety θα συνεχίζεται σε σχέση με όλες και/ή οποιεσδήποτε επιταγές που έχει αποδεχθεί το Τελωνείο εντός της διάρκειας της εγγυητικής μέχρι να τιμηθεί από τον surety. Τέτοιος τερματισμός ουδέποτε δόθηκε, είτε πριν τη συγχώνευση είτε μετά. Όπως προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό των εγγυητηρίων, παρά το γεγονός ότι η ευθύνη των πρωτοφειλέτιδων έναντι της ενάγουσας καταγράφεται στο ίδιο έγγραφο με την εγγύηση της εναγομένης 3, όσον αφορά την εγγύηση που παραχωρεί η εναγομένη 3 για επιταγές που εκδίδουν οι πρωτοφειλέτιδες προς όφελος της ενάγουσας, πρόκειται για σύμβαση μεταξύ της εναγομένης 3 ως εγγυητή και της ενάγουσας ως πιστωτή. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Reissue, Volume 20
(1), para.103: «
  1. The principal debtor. The person primarily liable to the creditor for the obligation guaranteed is usually referred to as the principal debtor. Although sometimes bound by the same instrument as his guarantor, the principal debtor is not a party to the guarantor's contract to be answerable to the creditor. There is not necessarily any privity between the guarantor and the principal debtor; they do not constitute one person in law, and are not as such jointly liable to the creditor, with whom alone the guarantor contracts.» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα εγγυητήρια αποτελούν «ιδιοκτησία» ή «περιουσιακό στοιχείο» ή «υποχρέωση» ή «συμβατικό δικαίωμα» των πρωτοφειλέτιδων εταιρειών που μεταβιβάστηκε αυτόματα και χωρίς περαιτέρω πράξη ή ενέργεια στην εναγομένη 2 δυνάμει του διατάγματος έγκρισης της συγχώνευσης. Τα επίδικα εγγυητήρια αποτελούν χωριστή σύμβαση μεταξύ του εγγυητή - στην προκειμένη περίπτωση της εναγομένης 3 - και του πιστωτή - στην προκειμένη περίπτωση της ενάγουσας - και οι πρωτοφειλέτιδες εταιρείες Frakapor Clearing Ltd και Ledra Bonded Stores Ltd δεν ήταν μέρος των συμβάσεων εγγύησης. Από τη στιγμή που οι πρωτοφειλέτιδες δεν ήταν μέρος των συμβάσεων εγγύησης, οι εν λόγω συμβάσεις δεν μπορούν να αποτελούν συμβατικό τους δικαίωμα ή ιδιοκτησία που μεταβιβάζεται ένεκα της συγχώνευσης. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που η εναγομένη 2 απέστειλε στις 15.10.2003 την επιστολή Τεκμήριο 18 στο Τελωνείο με την οποία το πληροφορεί ότι οι εγγυητικές που είχε παραχωρήσει η εναγομένη 3 εγγυώμενη επιταγές της Frakapor Clearing Ltd προς την Αρχή Λιμένων και το Τελωνείο (μία εκ των επίδικων εγγυητικών Τεκμήριο 11) «δεν ισχύουν πλέον λόγω των αλλαγών που έλαβαν χώρα στη δομή του ομίλου των εταιρειών Frakapor με διάφορες συγχωνεύσεις με άλλες εταιρείες». Βεβαίως, αυτή η επιστολή Τεκμήριο 18 σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «ακύρωση» ή «τερματισμός» της εγγυητικής από την εναγομένη 2, ως η δικογραφημένη θέση της εναγομένης 3 και η σχετική υποβολή του κ. Κορφιώτη στον μάρτυρα της ενάγουσας κατά την αντεξέταση του, εφόσον σύμφωνα με τους ρητούς όρους των επίδικων εγγράφων μόνο ο εγγυητής είχε τέτοιο δικαίωμα. Επαναλαμβάνω, όμως, ότι με την επιστολή αυτή η εναγομένη 2 δεν επιχείρησε να «ακυρώσει» ή να «τερματίσει» τις όποιες εγγυητικές (που δεν εδικαιούτο εν πάση περιπτώσει να πράξει), παρά μόνο να πληροφορήσει το Τελωνείο ότι αυτές δεν ισχύουν πλέον λόγω της συγχώνευσης, και μάλιστα ζητά από το Τελωνείο να της επιτραπεί να λειτουργεί με βάση το υφιστάμενο καθεστώς που ισχύει για όλους τους εκτελωνιστές. Εφόσον τα επίδικα εγγυητήρια αποτελούσαν σύμβαση εγγύησης μεταξύ του Τελωνείου και της εναγομένης 3, η οποία εγγυάτο επιταγές που εξέδιδαν συγκεκριμένες εταιρείες που διαλύθηκαν χωρίς εκκαθάριση και συγχωνεύθηκαν στην εναγομένη 2, το Τελωνείο είχε κάθε δικαίωμα και κάθε ευκαιρία μετά τη συγχώνευση και την επιστολή της εναγομένης 2 Τεκμήριο 18 να απαιτήσει από αυτήν κάποια εγγύηση ή εξασφάλιση για τις επιταγές που εξέδιδε. Αντ' αυτού, το Τελωνείο επέλεξε όπως αποδέχεται επιταγές της εναγομένης 2, σε σχέση με τις οποίες δεν φαίνεται να κατείχε οποιαδήποτε εγγύηση από την εναγομένη
  2. Επαναλαμβάνω ότι η εναγομένη 2 ενημέρωσε/προειδοποίησε έγκαιρα το Τελωνείο, με το Τεκμήριο 18, ότι η εγγυητική Τεκμήριο 11 που αφορούσε την Frakapor Clearing Ltd δεν ίσχυε πλέον λόγω της συγχώνευσης. Η εν λόγω επιστολή λήφθηκε από το Τελωνείο 28.11.2003, ήτοι πολύ πριν την αποδοχή της επίδικης επιταγής της εναγομένης 2 από το Τελωνείο. Ως εκ τούτου, ξενίζει η θέση του μάρτυρα της ενάγουσας ότι το Τεκμήριο 18 καταδεικνύει ή επιβεβαιώνει ότι η εγγυητική Τεκμήριο 11 εξακολουθούσε να έχει ισχύ μετά τη συγχώνευση. Κάθε άλλο. Ο δε ισχυρισμός που προέβαλε ο μάρτυρας της ενάγουσας κατά την αντεξέταση του ότι η εναγομένη 3 σε χρόνο μεταγενέστερο της συγχώνευσης, σε επιστολή της προς την Αρχή Λιμένων, επιβεβαίωσε την ισχύ της εγγύησης προς την Frakapor Clearing Ltd που είχε ήδη συγχωνευθεί στην εναγομένη 2, είναι εξίσου αβάσιμος. Τέτοια επιστολή της εναγομένης 3, με ημερομηνία μεταγενέστερη της συγχώνευσης, ουδόλως παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας προφανώς αναφερόταν στην εγγυητική επιστολή (χωρίς ημερομηνία) της εναγομένης 3 προς την Αρχή Λιμένων με την οποία εγγυόταν επιταγές της Frakapor Clearing Ltd, η οποία επισυνάπτεται στην επιστολή της εναγομένης 2 ημερ. 15.10.2003 Τεκμήριο 18, με την οποία, όπως έχει προαναφερθεί, η εναγομένη 2 ενημερώνει το Τελωνείο ότι οι εγγυητικές επιστολές που επισυνάπτονται δεν ισχύουν πλέον λόγω της συγχώνευσης. Επαναλαμβάνω ότι δεν επρόκειτο περί τερματισμού των εγγυητικών από την εναγομένη 2, κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν εδικαιούτο να πράξει, αλλά ενημέρωση προς το Τελωνείο ότι τα εγγυητήρια που κατείχε τόσο το Τελωνείο όσο και η Αρχή Λιμένων όσον αφορά τη Frakapor Clearing Ltd δεν ίσχυαν πλέον εφόσον η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία είχε διαλυθεί χωρίς εκκαθάριση και συγχωνευθεί σε άλλη εταιρεία. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι κατά τον χρόνο έκδοσης και αποδοχής της επίδικης επιταγής της εναγομένης 2 το Τελωνείο κατείχε παράλληλα και την εγγυητική Τεκμήριο 12, που αφορούσε τη Ledra Bonded Stores Ltd, για την οποία η εναγομένη 2 δεν φαίνεται να απέστειλε επιστολή στο Τελωνείο ενημερώνοντας το ότι και αυτή είχε συγχωνευθεί και συνεπώς ούτε και η εγγυητική Τεκμήριο 12 δεν ίσχυε πλέον. Εν τούτοις, το Τελωνείο είχε γνώση και αυτής της συγχώνευσης, καθότι παρέστη μέσω αντιπροσώπου στη συνέλευση πιστωτών στην οποία εγκρίθηκε το σχετικό σχέδιο, ενώ το διάταγμα δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 20ης Ιουνίου του 2003 (Τεκμήριο 13). Το δε γεγονός ότι τον Ιούνιο του 2004 το Τελωνείο αποδέχθηκε την επίδικη επιταγή (και προφανώς πολλές άλλες επιταγές) της εναγομένης 2 χωρίς την ύπαρξη εγγυητηρίου που να αφορούσε δικές της επιταγές, απλώς και μόνο επειδή «θεωρούσε» ότι εξακολουθούσαν να ισχύουν τα επίδικα εγγυητήρια, τα οποία κάλυπταν επιταγές εταιρειών που είχαν πλέον διαλυθεί, ουδόλως μεταβάλλει την κατάσταση. Επαναλαμβάνω ότι τα επίδικα εγγυητήρια δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία ή συμβατικό δικαίωμα των υπό συγχώνευση εταιρειών έτσι ώστε να μεταβιβάστηκαν αυτόματα στην εναγομένη 2, αλλά χωριστή σύμβαση μεταξύ του Τελωνείου και της εναγομένης
  3. Όσον αφορά τη θέση της πλευράς της ενάγουσας ότι έχει καταδειχθεί πρόθεση από πλευράς της εναγομένης 3 για συνέχιση της εγγύησης ακόμη και σε περίπτωση μεταβολής του νομικού καθεστώτος των πρωτοφειλέτιδων εταιρειών, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Reissue, Volume 20
(1), para 293: «293. Change of status of principal debtor. The question whether a change in the status or constitution of the principal debtor discharges a guarantee as to future transactions between the creditor and the principal debtor is primarily a question of construction of the guarantee. ... ... Nor will a guarantee for the debts of one company normally be construed so as to extend to cover the debts of its parent, subsidiary or sister companies to which its business is transferred on a reconstruction or amalgamation. However, such liabilities may be covered if it is clear that that is what the parties intended» (η υπογράμμιση δική μου). Δηλαδή, το ζήτημα κατά πόσο η αλλαγή στην υπόσταση του πρωτοφειλέτη απαλλάσσει τον εγγυητή από την ευθύνη για τις μελλοντικές δοσοληψίες του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή είναι πρωτίστως ζήτημα ερμηνείας της ίδιας της εγγύησης. Ειδικότερα όσον αφορά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, μία εγγύηση για τα χρέη μίας εταιρείας συνήθως δεν ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε αυτή να καλύπτει και χρέη που δημιουργεί η μητρική εταιρεία στην οποία η πρωτοφειλέτιδα θυγατρική εταιρεία έχει συγχωνευθεί. Σχετική είναι και η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου First National Finance Corporation Ltd v. Goodman [1983] BCLC 203 στην οποία παραπέμπει το πιο πάνω σύγγραμμα και στην οποία αναφέρθηκε ότι οι εγγυήσεις συνήθως το προνοούν ρητά όταν η εγγύηση θα εξακολουθεί να παραμένει σε πλήρη ισχύ ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αλλαγή στην υπόσταση του πρωτοφειλέτη. Στην προκειμένη περίπτωση, το επίδικο ποσό αφορά φόρους και δασμούς που επιβλήθηκαν τον Ιούνιο του 2004 και ακάλυπτη επιταγή που εκδόθηκε από την απορροφήσασα μητρική εταιρεία εναγομένη 2 για την πληρωμή των εν λόγω φόρων και δασμών, επίσης τον Ιούνιο του 2004, ήτοι περίπου ένα χρόνο μετά τη συγχώνευση. Σαφής πρόθεση των μερών για συνέχιση της εγγύησης της σε περίπτωση μεταβολής του νομικού καθεστώτος των πρωτοφειλέτιδων σίγουρα δεν προκύπτει από το λεκτικό των επίδικων εγγυητηρίων εγγράφων, όπως έχει καταγραφεί περιληπτικά στη σελίδα 16 πιο πάνω. Τα εγγυητήρια Τεκμήρια 11 και 12 δεν περιλαμβάνουν όρο ότι η εγγύηση θα παραμείνει σε πλήρη ισχύ ανεξάρτητα από οποιαδήποτε τυχόν αλλαγή στην υπόσταση των πρωτοφειλέτιδων εταιρειών. Ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της πλευράς της ενάγουσας ότι η πρόθεση της εναγομένης 3 να συνεχίσει να καλύπτει με βάση τα επίδικα εγγυητήρια επιταγές της απορροφήσασας εταιρείας, συνάγεται από το γεγονός ότι ενώ γνώριζε για τη συγχώνευση ένεκα της παρουσίας της στη συνέλευση πιστωτών, ουδέποτε τερμάτισε τις επίδικες εγγυητικές. Όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα Τεκμήριο 19, η εναγομένη 3 παρέστη στη συνέλευση κατά την οποία εγκρίθηκε η συγχώνευση των δύο θυγατρικών εταιρειών ως πιστωτής αυτών. Σκοπός της συνέλευσης πιστωτών ήταν η εξέταση και ψηφοφορία επί του προτεινόμενου Σχεδίου Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης ημερ. 7.4.2003, όπως προνοείται από το άρθρο 198
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Συνεπώς, η παρουσία εκπροσώπου της εναγομένης 3 στη συνέλευση και η μη ένσταση του στο προτεινόμενο Σχέδιο ουδόλως αφορούσε ή σχετιζόταν με τα επίδικα εγγυητήρια, τα οποία προφανώς και δεν αποτελούσαν θέμα της συνέλευσης. Υπενθυμίζω δε ότι με το διάταγμα ημερ. 9.6.2003, συγχωνεύθηκαν στην εναγομένη 2 (υπό την προηγούμενη της ονομασία) όχι μόνο οι πρωτοφειλέτιδες στα επίδικα εγγυητήρια έγγραφα εταιρείες, αλλά και άλλες θυγατρικές. Κατά την κρίση μου, θα ήταν ιδιαίτερα παράλογο να θεωρηθεί, χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο για την ύπαρξη τέτοιας πρόθεσης, ότι η εναγομένη 3 είχε υποχρέωση να εγγυάται τις επιταγές που εξέδιδε η μητρική εταιρεία μετά τη συγχώνευση, επειδή στο παρελθόν είχε εγγυηθεί επιταγές που εξέδιδαν δύο θυγατρικές της εταιρείες, οι οποίες στη συνέχεια έπαυσαν να υφίστανται ως νομικές οντότητες. Επαναλαμβάνω ότι τα Τεκμήρια 11 και 12 αφορούσαν συγκεκριμένες νομικές οντότητες οι οποίες διαλύθηκαν χωρίς εκκαθάριση και συγχωνεύθηκαν στην εναγομένη 2, γεγονός για το οποίο ήταν ενήμερο το Τελωνείο, και ότι το Τελωνείο είχε κάθε δικαίωμα και κάθε ευκαιρία μετά τη συγχώνευση να απαιτήσει από την εναγομένη 2 κάποια εγγύηση ή εξασφάλιση για τις επιταγές που εξέδιδε αντί να τις αποδέχεται χωρίς να κατέχει οποιαδήποτε εγγύηση. Συμπερασματικά όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται όσον αφορά την εναγομένη 3, με έξοδα υπέρ της και εναντίον της ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.