← Κύπρος

A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LTD ν. ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ, Αγωγή αρ. 7404/2013, 10/3/2015

A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LTD ν. ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ, Αγωγή αρ. 7404/2013, 10/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 7404/2013 Μεταξύ: A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσας και ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ Εναγομένου --------------------------------------- Αίτηση ημερ. 17.11.2014 για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2015 Για ενάγουσα-αιτήτρια : κ. Σπανός Για εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση : κ. Χριστοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 15.11.2013, με την οποία αξιώνει απόφαση εναντίον του εναγομένου για €25.999,83 ως οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων και/ή χρεωστικού λογαριασμού και/ή εγγράφων αναγνώρισης χρέους και/ή ως υπόλοιπο δια την πώληση και παράδοση εμπορευμάτων. Στις 14.1.2014 ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης και στις 19.6.2014 η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η εν λόγω αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας, η οποία επισυνάπτει μεταξύ άλλων σχετική κατάσταση λογαριασμού καθώς και δέσμη τιμολογίων τα οποία ισχυρίζεται ότι εκδίδονταν κάθε φορά που ο εναγόμενος παρήγγελλε και αγόραζε από την ενάγουσα διάφορα είδη αναψυκτικών, χυμών, νερό και άλλα ροφήματα σε συμφωνημένες τιμές μεταξύ του 2002 και του

  1. Στις 4.11.2014 ο εναγόμενος καταχώρισε ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου, στην οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς της πλευράς της ενάγουσας και προβάλλει ότι έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα, ενεργώντας μέσω της αδελφής του Χριστίνας Παρασκευαΐδου, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας και δικαιούχου μεγάλου μέρους του κεφαλαίου της, του ζήτησε κατά ή περί το πρώτο εξάμηνο του 2002 να προβεί σε συστάσεις προς την εταιρεία Εμπορική Κεφαλαίου ΑΕ, με την οποία ο εναγόμενος διατηρούσε άριστες επαγγελματικές σχέσεις, με σκοπό την αγορά μετοχών της ενάγουσας από την εν λόγω εταιρεία. Ως αντάλλαγμα για τη βοήθεια και τις υπηρεσίες αυτές του εναγομένου, η ενάγουσα, μέσω της Χριστίνας, υποσχέθηκε όπως του παρέχει δωρεάν οποιαδήποτε προϊόντα και/ή ροφήματα εμπορεύεται η ενάγουσα για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Ο εναγόμενος αναφέρει επιπλέον ότι πράγματι, στη βάση της προαναφερόμενης συμφωνίας, η ενάγουσα του απέστελλε διάφορα ροφήματα και/ή προϊόντα. Θεωρεί δε ότι οι ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι τα τιμολόγια στα οποία βασίζεται η απαίτηση, εκκρεμούν από τον Μάιο του 2002 αλλά και από το γεγονός ότι ουδέποτε, πριν από τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2013 που του στάληκαν επιστολές από δικηγόρο της ενάγουσας, δεν είχε απαιτηθεί πληρωμή για τα εν λόγω προϊόντα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η απαίτηση προβάλλεται σήμερα λόγω της διασάλευσης των σχέσεων του με την αδελφή του, και ότι κατά συνέπεια η απαίτηση είναι καταχρηστική και ότι η ενάγουσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς από το να εγείρει την παρούσα αγωγή. Άνευ βλάβης των προαναφερόμενων ισχυρισμών, ο εναγόμενος αναφέρει επιπλέον ότι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε από τα τιμολόγια της ενάγουσας και δεν εξουσιοδότησε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να υπογράψει. Τέλος, προβάλλει τη θέση ότι η βασιμότητα των ισχυρισμών του μπορεί να αποδειχθεί μόνο εάν το Δικαστήριο επιτρέψει την προσαγωγή μαρτυρίας, δηλαδή μόνο κατόπιν διεξαγωγής ακροαματικής διαδικασίας. Στις 17.11.2014 η πλευρά της ενάγουσας καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία αιτείται διάταγμα διατάττον την παρουσία του εναγομένου κατά την ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, για να αντεξεταστεί σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του στις παραγράφους 7 και 10 της ένορκης δήλωσής του που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18 θ. 1,2,3,4,7,8 και 9, Δ.38 θ. 1,2 και 3, Δ.39, Δ.48 θ. 1,2,3,4,8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου και της νομολογίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Ειρήνης Ξενοφώντος, υπαλλήλου της ενάγουσας η οποία είχε προβεί και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η κα Ξενοφώντος αναφέρει ότι ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωσή του προβαίνει σε αναφορά γεγονότων τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και προωθεί αναληθείς ισχυρισμούς, οι οποίοι χρήζουν διευκρίνισης. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσής του ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα του ζήτησε όπως προβεί σε συστάσεις προς την εταιρεία Εμπορική Κεφαλαίου Α.Ε. με σκοπό την αγορά μετοχών της ενάγουσας και ότι είχε συμφωνήσει με την ενάγουσα δια της αδελφής του όπως του παρέχει η ενάγουσα δωρεάν προϊόντα για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Στη δε παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής του, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν έχει υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο της ενάγουσας και ούτε έχει εξουσιοδοτήσει άλλο πρόσωπο να υπογράψει. Η ενάγουσα αμφισβητεί την αλήθεια των ισχυρισμών του εναγομένου επί αυτών των θεμάτων και ισχυρίζεται ότι είναι αναληθείς. Επισημαίνει ότι, όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, στα σημεία όπου υπάρχει σημείωση «Driver Collect», γίνονταν πληρωμές από τον εναγόμενο οι οποίες πιστώνονταν στον λογαριασμό του. Συνεπώς, θεωρεί ότι ο εναγόμενος ψεύδεται όταν λέει ότι το πρώτο εξάμηνο του 2002 η ενάγουσα συμφώνησε να του παρέχει δωρεάν προϊόντα για απεριόριστο χρόνο. Η κα Ξενοφώντος αναφέρει επιπλέον ότι λόγω της φύσης της αίτησης και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του εναγομένου επί των προαναφερόμενων σημείων, η παρουσία του στο Δικαστήριο προς τον σκοπό της αντεξέτασής του επί των συγκεκριμένων σημείων είναι απαραίτητη, για να παρουσιάσει η ενάγουσα την υπόθεσή της κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η διευκρίνιση των συγκεκριμένων θεμάτων δια της αντεξέτασης του εναγομένου είναι ύψιστης σημασίας σε σχέση με την αίτηση για συνοπτική απόφαση και θα έχει καταλυτικό ρόλο εφόσον θα διαφανεί κατά πόσο ο εναγόμενος πράγματι έχει οποιαδήποτε ή καλή υπεράσπιση και έτσι θα είναι σε θέση το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της αίτησης για συνοπτική απόφαση. O εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στις 16.2.2015, στην οποία εξειδικεύονται οι εξής λόγοι: 1) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας ή/και η Νομολογία για κλήση του ενόρκως δηλούντα προς αντεξέταση. 2) Τυχόν έγκριση της αίτησης θα μετατρέψει την παρούσα διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου της Δ.
  2. 3) Οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν εξαρτώνται από την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα για να καταδειχθεί αν οι ισχυρισμοί που προβάλλει ανταποκρίνονται ή όχι στην πραγματικότητα. 4) Τα θέματα επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση δεν εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας αλλά επεκτείνονται επί θεμάτων στα οποία υφίσταται διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων. 5) Δεν στοιχειοθετείται εξαιρετική ή ειδική περίσταση για να ασκηθεί η ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης, αλλά ούτε και επικαλείται τέτοιες περιστάσεις ο εναγόμενος. 6) Η αντεξέταση ζητείται προς τον σκοπό της εξασθένησης της αξιοπιστίας του ομνύοντα και για τον έλεγχο της αξιοπιστίας του. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χάρη Χριστοδούλου, δικηγόρου, ο οποίος αναφέρει ότι δεν κατέστη δυνατό να προσέλθει εγκαίρως ο εναγόμενος στο Δικαστήριο για να προβεί σε ένορκη δήλωση προσωπικά εξαιτίας μεγάλου φόρτου εργασίας. Προβάλλει τη θέση ότι η αίτηση για αντεξέταση πρέπει να απορριφθεί διότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και η νομολογία. Εάν επιτραπεί το αίτημα, το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με τις διιστάμενες θέσεις των διαδίκων για τα γεγονότα που αποτελούν την ουσία της διαφοράς και άρα θα μετατρέψει τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Περαιτέρω, με την έγκριση του αιτήματος θα επιτραπεί στα πλαίσια της Δ.18 λεπτομερής και αντικρουόμενη μαρτυρία αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και αναπόφευκτα το Δικαστήριο θα κληθεί, έμμεσα, να ασχοληθεί με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής. Αναφέρει επιπλέον ότι ο λόγος για τον οποίο ζητείται η αντεξέταση δεν συνιστά εξαιρετικό λόγο, εφόσον η ενάγουσα απλώς αμφισβητεί την αλήθεια των ισχυρισμών του εναγομένου. Θεωρεί ότι είναι νομικά ανεπίτρεπτο να ζητείται αντεξέταση με σκοπό τον έλεγχο της αξιοπιστίας του ομνύοντα και σε κάθε περίπτωση τα ζητήματα επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση δεν είναι αναγκαία να εξεταστούν στο πλαίσιο της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για πληρωμές λόγω καταχωρίσεων στην κατάσταση λογαριασμού με την ένδειξη «driver collect», αναφέρει ότι αυτές έγιναν σε μόνο εννέα μεμονωμένες περιπτώσεις σε χρονική περίοδο 11 χρόνων από υπάλληλο του εναγομένου από το ταμείο μικροπληρωμών «petty cash», ο οποίος δεν γνώριζε για τη μεταξύ των μερών συμφωνία. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Δ.48 θ. 4

(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί μεταξύ άλλων ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Ο θεσμός 1 της εν λόγω Δ.39 των Κανονισμών, προβλέπει ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό και τη χρήση της λέξης «may», το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, όπως σε κάθε περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, ασκείται δικαστικά, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Η ευχέρεια αυτή μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα και από τυχόν συναίνεση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1Α Α.Α.Δ 280, Annual Practice 1958 σελ. 865 και Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1660). Τα θέματα επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι προκαθορισμένα και περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας. Συνεπώς, η παραχώρηση άδειας για αντεξέταση ή όχι θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας - στην προκειμένη περίπτωση, της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επεκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή απλώς προς τον σκοπό της αποδυνάμωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου (βλ. πρωτόδικη ενδιάμεση απόφαση Balraj Singh Samra ν. Ναταλίας Πατσαλίδου ημερ. 9.4.2009 του κ. Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, στην αγωγή 7123/08 Ε.Δ. Λευκωσίας). Η αντεξέταση θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε ζητήματα τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό κρίση αίτηση. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η επέκτασή της σε επουσιώδη ζητήματα, ή ζητήματα αδιάφορα για την εξέτασή της, που άπτονται της ουσίας της γενικότερης διαφοράς των διαδίκων, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατρέπεται σε δίκη επί της ουσίας. Για να επιτύχει αίτηση για αντεξέταση, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι, με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, είναι κατάλληλο και αναγκαίο να αντεξεταστεί ενόρκως δηλών προς τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όσον αφορά την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης. Είναι προφανές ότι ο σκοπός της Δ.48 θ. 4
(2)όπως τροποποιήθηκε το 1999, είναι η διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής ακροάσεων ενδιάμεσων αιτήσεων, και ο απεγκλωβισμός από ατέρμονες καταστάσεις που δημιουργούνταν με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας επί όλων των επίδικων θεμάτων της αίτησης, η οποία μαρτυρία μπορεί να εξασφαλιστεί γραπτώς με ένορκες δηλώσεις, με δυνατότητα (και όχι υποχρέωση) αντεξέτασης, εξοικονομώντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Τούτων δεδομένων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται με αρκετή φειδώ και στις περιπτώσεις εκείνες όπου η αντεξέταση καθίσταται πρόδηλα αναγκαία όσον αφορά τα ζητήματα που θα πρέπει να αποφασιστούν στην ενδιάμεση αίτηση και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ. 878, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has a discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion". Η πλευρά της ενάγουσας βασίζεται, επιπλέον, και στη Διαταγή 18 θ. 3(γ), η οποία προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται, εάν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει τον εναγόμενο να παρουσιαστεί κατά την ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση και να εξεταστεί ενόρκως, ή να παρουσιάσει οποιαδήποτε ενοικιαστήρια, deeds, βιβλία, έγγραφα ή αντίγραφα αυτών. Οι διατάξεις του θ. 3 της Δ.18 αφορούν το δικαίωμα του εναγομένου να ενστεί στην αίτηση και να προβάλει τις δικές του θέσεις έτσι ώστε να του επιτραπεί να καταχωρίσει υπεράσπιση και η υποπαράγραφος (γ) αυτής στην ουσία αφορά εξουσία του Δικαστηρίου, εάν κρίνει αναγκαία την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας ή την προσκόμιση εγγράφων προς τεκμηρίωση των θέσεων του εναγομένου ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, να διατάξει την ένορκη εξέτασή του. Όπως και στην περίπτωση της Δ.39 θ. 1, είναι ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με γνώμονα τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Σημειώνεται δε ότι τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά την τροποποίηση της Δ.48 θ. 4
(2)το 1999, η πρόνοια της Διαταγής 18 θ. 3(γ) έχει πλέον περιπέσει σε αχρησία και τα Δικαστήρια γενικά δεν απαιτούν από τον εναγόμενο την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας και εγγράφων προς στήριξη της ένστασής του σε αίτηση για συνοπτική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα έχει καταχωρίσει αίτηση για συνοπτική απόφαση, και ο εναγόμενος έχει καταχωρίσει ένσταση. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α). Εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης το οποίο πρέπει να δικαστεί. Στην ένορκη δήλωση του εναγομένου που συνοδεύει την ένστασή του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς τους οποίους θεωρεί ότι καταδεικνύουν ότι έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση. Η πλευρά της ενάγουσας, με το υπό εξέταση αίτημα για αντεξέταση του εναγομένου επί συγκεκριμένων ισχυρισμών στην εν λόγω ένορκη δήλωση, στην ουσία επιθυμεί όπως αποδείξει, με την αντεξέταση του εναγομένου, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του, και κατ' επέκταση η όλη υπεράσπιση που επιθυμεί να του δοθεί άδεια να προβάλει, είναι αναληθείς. Η ίδια η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους της ενάγουσας - αιτήτριας αναφέρει ρητά ότι ο εναγόμενος «προωθεί αναληθείς ισχυρισμούς», αναφέρει «γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα» και «ψεύδεται» και συνεπώς θα πρέπει να αντεξεταστεί επί των συγκεκριμένων ισχυρισμών έτσι ώστε να παρουσιάσει η ενάγουσα την υπόθεσή της κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δηλαδή, η ενάγουσα αμφισβητεί την αλήθεια των ισχυρισμών του εναγομένου και επιθυμεί να τον αντεξετάσει επ' αυτών, προφανώς με σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία του και να καταδείξει ότι οι ισχυρισμοί που επιθυμεί να προβάλει προς υπεράσπιση της αγωγής είναι αναληθείς. Εν τούτοις, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Δεν είναι ορθό στο παρόν στάδιο και στα πλαίσια της εκδίκασης αίτησης για συνοπτική απόφαση να υπεισέλθει το Δικαστήριο στην ουσία της διαφοράς και να αξιολογήσει μαρτυρία ή να αντιπαραβάλει τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και να επιλέξει ποια εκδοχή θεωρεί πιο πειστική. Όπως έχει προαναφερθεί, στο στάδιο εκδίκασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο ο ενάγων ικανοποιεί τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α), και σε περίπτωση που τα ικανοποιεί, προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο ο εναγόμενος καταδεικνύει, με την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι υπάρχει συζητήσιμο/δικάσιμο θέμα. Το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν αποφαίνεται σε αυτό το στάδιο κατά πόσο οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο εναγόμενος προς κατάδειξη ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση και ότι δικαιολογείται η διεξαγωγή κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, είναι αληθείς ή κατά πόσο ψεύδεται, ως η επιδίωξη της πλευράς της ενάγουσας - αιτήτριας με την υπό κρίση αίτηση για αντεξέταση. Επαναλαμβάνω και τονίζω ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για συνοπτική απόφαση ουδόλως προβαίνει σε στάθμιση και αξιολόγηση των εκατέρωθεν αντικρουόμενων ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της διαφοράς. Ούτε και προβαίνει σε εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας της υπεράσπισης και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. (Βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτς (Υπό Εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1Α Α.Α.Δ. 418). Κατά την κρίση μου, τυχόν έγκριση της υπό εξέταση αίτησης για αντεξέταση θα είχε ως αποτέλεσμα η διαδικασία να εξέλθει από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της Δ.18 και θα μετέτρεπε την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση σε δίκη επί της ουσίας της διαφοράς, εφόσον αυτό που στην ουσία επιζητείται από την ενάγουσα - αιτήτρια είναι ο έλεγχος της αξιοπιστίας του ενόρκως δηλούντος και της αλήθειας των ισχυρισμών του (βλ. Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1Β Α.Α.Δ. 817). Κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο. Τα πιο πάνω θεωρώ ότι απαντούν και στα όσα προβλήθηκαν με την αγόρευση της πλευράς της ενάγουσας περί ύπαρξης «σοβαρών υποψιών ότι η υπεράσπιση του εναγομένου είναι κακόπιστη και μόνο σκοπό έχει να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης». Το έργο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο εκδίκασης αίτησης για συνοπτική απόφαση με βάση τη Δ.18 και τη σχετική με αυτή νομολογία, δεν περιλαμβάνει την λεπτομερή ανάλυση και αξιολόγηση των ισχυρισμών του εναγομένου, με σκοπό την τελική απόφανση επί της βασιμότητας ή αλήθειας της υπεράσπισης. Επαναλαμβάνω ότι στο στάδιο εκδίκασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Όσον αφορά τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους της ενάγουσας περί πληρωμών που πιστώνονταν στον λογαριασμό του εναγομένου με την ένδειξη «driver collect», σημειώνω ότι η ενάγουσα έχει πάντοτε το δικαίωμα να αιτηθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς τον σκοπό της απάντησης/αντίκρουσης των ισχυρισμών του εναγομένου και προς υποστήριξη της θέσης της ότι αυτοί δεν αποτελούν καλή υπεράσπιση. Αναφορικά με τα όσα προβάλλονται στην αγόρευση της πλευράς της ενάγουσας περί αντικανονικότητας και παρατυπίας της ένστασης λόγω του ότι η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει υπογράφεται από δικηγόρο αντί από τον εναγόμενο και δεν δίδεται η οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση, σημειώνω ότι όντως πρόκειται για ένορκη δήλωση δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του εναγομένου και όχι του ιδίου προσωπικά. Πρόκειται για μια πρακτική η οποία έχει κατ' επανάληψη χαρακτηριστεί από τα Δικαστήρια ως ανεπιθύμητη, εν όψει του ασυμβίβαστου της παρουσίας ενός δικηγόρου και ως μάρτυρα σε υπόθεση πελάτη του. Η δε εξήγηση που δίδει ο εν λόγω δικηγόρος (φόρτος εργασίας του εναγομένου) δεν είναι ιδιαίτερα επαρκής. Εν τούτοις, δεν μπορεί να λεχθεί ότι αυτό καθιστά παράτυπη την ένορκη δήλωση με αποτέλεσμα να συνεπάγεται και τον αποκλεισμό της, και η ένσταση να παραμένει χωρίς πραγματικό υπόβαθρο. Εξάλλου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί «η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση, παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση εκείνη ..., με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της» (Αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1Α Α.Α.Δ 280 στη σελίδα 286). Στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο θα ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια κατά της έγκρισης της αίτησης για αντεξέταση, για τους λόγους που αναλύθηκαν πιο πάνω, ανεξάρτητα ακόμη και από το περιεχόμενο της ένστασης. Δηλαδή, ακόμη και στην περίπτωση που η ένσταση κρινόταν παράτυπη και αγνοείτο, η κατάληξη της παρούσας απόφασης ουδόλως θα διαφοροποιείτο. Συμπερασματικά όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης στην παρούσα υπόθεση δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης για συνοπτική απόφαση αλλά αντίθετα θα οδηγούσε αχρείαστα σε εκτροπή από τα θεσμοθετημένα πλαίσια και σκοπούς της Δ.18. Η ακρόαση της αίτησης θα μεταβαλλόταν σε ανεπίτρεπτη ακρόαση επί των βασικών αμφισβητούμενων θεμάτων της ουσίας της αγωγής. Επομένως, κρίνω ότι η παρούσα δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς ικανοποίηση του αιτήματος. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.