← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Άκης Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής : 6090/13, 26/3/2015

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Άκης Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής : 6090/13, 26/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 6090/13 Μεταξύ :- ALPHA BANK CYPRUS LTD, Ενάγουσας και

  1. Άκης Ιωάννου
  2. Κατερίνα Ιωάννου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ : 26.3.15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κα Γεωργιάδου Για τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κ. Πλαστήρας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αποτελεί καλά γνωστή και παγιωμένη αρχή ότι η Δ.19 Θ.6 παρέχει την ευχέρεια στην παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών επί ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι την μαρτυρία που θα προσκομιστεί για την απόδειξη των γεγονότων. Και ο λόγος, είναι για να γνωρίζει ο αντίδικος ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιαστεί στη δίκη για να μην καταληφθεί εξ' απήνης. Είναι ακόμα νομολογημένο ότι ο σκοπός της παροχής λεπτομερειών είναι για να διευκρινιστούν και να εξειδικευτούν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, και όχι να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την μαρτυρία της άλλης πλευράς. ( Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ

(2001)1 Α.Α.Δ. 157). Ως προς τον ορθό τρόπο δικογράφησης της υπεράσπισης τα υποδειχθέντα στην υπόθεση Παπαπέτρου ν. Λαϊκής Φάκτορς Λτδ, Πoλ. ΄Εφεση αρ. 180/2010 ημερ.20.2.15, είναι απολύτως σχετικά και θέτουν το υπόβαθρο της κρινόμενης αίτησης για παροχή λεπτομερειών. «. θεωρούμε ότι η πιο πάνω δικογραφική αναφορά δεν μπορεί να κριθεί ότι περιλαμβάνει τη σύνθετη και ευρύτερη θέση που προωθούσε ο εφεσείων ότι δηλαδή η εγγύηση ήταν ή κατέστη άκυρη ως εκ του ότι περιλάμβανε αρχικά συνεγγυητή, ο οποίος εντέλει δεν υπέγραψε το έγγραφο. Ούτε βέβαια μπορούσαν οι γενικές αναφορές περί παρανομίας ή περί μη ύπαρξης της εγγύησης να θεωρηθούν ότι περιλάμβαναν τις εξειδικευμένες θέσεις που ο εφεσείων επικαλείται. Η γενικότητα των πιο πάνω αναφορών είναι κατάδηλη και ως τέτοια δεν ικανοποιεί τις πρόνοιες των σχετικών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.13 και Δ.19 θ.16 οι οποίοι έχουν ως εξής: «
  1. The defendant or plaintiff, as the case may be, must raise by his pleading all matters which show the action or counterclaim not to be maintainable, or that the transaction is either void or voidable in point of law, and all such grounds of defence or reply, as the case may be, as if not raised would be likely to take the opposite party by surprise, or would raise issues of fact not arising out of the preceding pleadings as, for instance, fraud, prescription or limitation of time, release, payment, performance, or facts showing illegality of any kind, or rendering the claim or counter-claim unenforceable.» «
  2. When a party in any pleading denies an allegation of fact in the previous pleading of the opposite party, he must not do so evasively, but answer the point of substance. Thus if it be alleged that he received a certain sum of money, it shall not be sufficient to deny that he received that particular amount, but he must deny that he received that sum or any part thereof, or else set out how much he received. And if an allegation is made with divers circumstances, it shall not be sufficient to deny it along with those circumstances» Στην κλασσική υπόθεση Courtis and others v. Iassonides
(1970)1 C.L.R. 180, πολύ παραστατικά περιγράφηκαν τα δικόγραφα ως οι ράγες του τραίνου που ορίζουν την πορεία της δίκης. Στην Αyia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549 αναφέρονται και τα εξής στη σελ.555: «Αναφορικά με την παρανομία, η Δ.19, θ. 13 των Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπει ότι διάδικος, ο οποίος θέλει να εγείρει την παρανομία ως υπεράσπιση, πρέπει να αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις του γεγονότα που να δεικνύουν την παρανομία.» Ακριβώς δε η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πιο πάνω απόφαση είναι ότι στην υπό εξέταση υπόθεση η ΄Εκθεση Υπεράσπισης δεν περιείχε οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία να στήριζαν τον ισχυρισμό για ύπαρξη παρανομίας». Τα πιο πάνω θέτουν το νομικό υπόβαθρο της κρινόμενης αίτησης για λεπτομέρειες εκ μέρους των εναγομένων που υπέβαλαν οι ενάγοντες. Οι εναγόμενοι έφεραν ένσταση και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δυο πλευρών. Η κα Γεωργιάδου αναλύει την νομολογία και παραπέμπει προς τούτο σε συγγράμματα που πραγματεύονται το θέμα της παροχής λεπτομερειών, ενώ ο κ. Πλαστήρας από την πλευρά του με την ανάλογη εκ μέρους του παραπομπή σε νομολογία εκφράζει την άποψη ότι με την υπεράσπιση τίθενται τα αναγκαία στοιχεία ώστε οι ενάγοντες γνωρίζουν τι θα αντιμετωπίσουν στην ακρόαση και εμμέσως επιζητούν να αποσπάσουν μαρτυρία και ουσιαστικά να αντεξετάσουν τους εναγόμενους πριν την ακρόαση. Περιληπτική και σύντομη αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως κρίνεται αναγκαία ώστε να διαφανεί εκ της υπερασπίσεως τι επιδιώκουν οι ενάγοντες να τους παρασχεθούν ως περαιτέρω λεπτομέρειες. Η αγωγή των εναγόντων εναντίον των εναγομένων αφορά υπόλοιπα και τόκους από συμφωνίες δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων που συνήψαν οι εναγόμενοι με τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Ακολούθησε επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερ.25.7.14 προς τον δικηγόρο των εναγομένων για την παροχή λεπτομερειών της υπεράσπισης. Στην απουσία παροχής λεπτομερειών καταχωρήθηκε η υπό κρίσιν αίτηση. Επιζητούνται λεπτομέρειες αναφορικά με διάφορες παραγράφους της υπερασπίσεως ως ακολούθως:
  1. Σε σχέση με την παράγραφο 3 της Υπεράσπισης: Λεπτομέρειες του ισχυρισμού ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τις εν λόγω επιστολές και/ή συμφωνίες υπό συνθήκες που καθιστούν άκυρη την υπογραφή τους αφού ευρίσκοντο υπό οικονομική πίεση και τους επιβλήθηκαν καταχρηστικοί όροι και/ή είναι προϊόν άνισης διαπραγματευτικής δύναμης και/ή συνιστά αθέμιτο και αδικαιολόγητο πλουτισμό υπέρ και από τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα να αναφερθούν: (α) τα πραγματικά γεγονότα και τις συνθήκες που καθιστούν άκυρη την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, (β) οι όροι που κατά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων ήταν καταχρηστικοί και/ή είναι προϊόν άνισης διαπραγματευτικής δύναμης και/ή συνιστά αθέμιτο και αδικαιολόγητο πλουτισμό υπέρ και από τους Ενάγοντες.
  2. Σε σχέση με την παράγραφο 4 της Υπεράσπισης: Λεπτομέρειες του ισχυρισμού ότι μετά από προτροπή των Εναγόντων και υπό την απειλή ότι θα τους έπαιρναν το σπίτι εάν δεν συνέχιζαν την καταβολή των δόσεων τους υπέγραψαν αναστολή των δόσεων τους για περίοδο 1 έτους. Να αναφερθούν λεπτομέρειες των πράξεων των Εναγόντων οι οποίες συνιστούν προτροπή και απειλή προς τους Εναγόμενους. Συγκεκριμένα να αναφερθούν πως οι Ενάγοντες προέτρεψαν και απείλησαν τους Εναγόμενους και τα ονόματα των προσώπων που ισχυρίζονται ότι τους απείλησαν.
  3. Σε σχέση με την παράγραφο 5 της Υπεράσπισης: Λεπτομέρειες του ισχυρισμού ότι το ισχυριζόμενο δάνειο ύψους €190.000.00 υπογράφηκε αφού ασκήθηκε οικονομική πίεση από τους Ενάγοντες που απειλούσαν ότι θα τερμάτιζαν και θα έκλειναν άλλα δάνεια. Να αναφερθούν λεπτομέρεια των πράξεων των Εναγόντων οι οποίες συνιστούν οικονομική πίεση προς τους Εναγόμενους. Συγκεκριμένα να αναφερθούν πως οι Ενάγοντες άσκησαν οικονομική πίεση και απείλησαν τους Εναγόμενους και ονόματα αυτών που ισχυρίζονται ότι τους απείλησαν και τους άσκησαν οικονομική πίεση.
  4. Σε σχέση με την παράγραφο 10 της Υπεράσπισης: Λεπτομέρεια του ισχυρισμού ότι τα απαιτούμενα ποσά είναι υπέρογκα και δεν οφείλονται, περιέχουν δε μη συμφωνηθέντες τόκους, ανατοκισμούς και χρεώσεις που είναι συνήγορος τοις άλλοις παράνομες, αντισυμβατικές και καταχρηστικές. Συγκεκριμένα να αναφερθούν: (α) ποια είναι τα κατ΄ ισχυρισμό των Εναγομένων ορθά οφειλόμενα ποσά, (β) ο τόκος που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν συμφωνήθηκε, και (γ) τα κατ΄ ιδίαν ποσά των χρεώσεων που κατά τον ισχυρισμό των Εναγομένων είναι παράνομες, αντισυμβατικές και καταχρηστικές
  5. Σε σχέση με την παράγραφο 11 της Υπεράσπισης: Λεπτομέρεια του ισχυρισμού ότι τα δάνεια τους χρεώνονταν με αυθαίρετα και παράνομα ποσά που αποτελούσαν υπερτοκισμό και αυθαίρετες και αδικαιολόγητες χρεώσεις. Συγκεκριμένα να αναφερθούν τα εν λόγω αυθαίρετα και παράνομα ποσά που κατά τον ισχυρισμό των Εναγομένων αποτελούσαν υπερτοκισμό και αυθαίρετες και αδικαιολόγητες χρεώσεις. Στην υπόθεση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ματσούκα κ.ά Πολ. Έφεση 91/2010, ημερ.3.7.14 αναφορικά με την δικογράφηση επεξηγούνται τα πιο κάτω: « . Από την άλλη ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντίστοιχα, πρέπει να εγείρει µε το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέµατα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση αστήρικτη, ∆.19 θ.
  6. Ακόµη και όλα εκείνα τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον αντίδικο εξαπίνης. Στην Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 712, όπως υιοθετήθηκε στην Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤ∆ ν. Mohammad Al Sharif, Πολιτική Έφεση Αρ. 358/08, ηµερ. 17.1.2012, ως «ουσιώδες», ορίστηκε εκείνο το αναγκαίο γεγονός που σκοπεί στη διαμόρφωση της αιτίας της αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο. Οποιοδήποτε άλλο γεγονός, που δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της αξίωσης όπως διαγράφεται µε την έκθεση απαίτησης ή της υπεράσπισης αντιστοίχως, δεν απαιτείται να καταγραφεί και µπορεί να παραλειφθεί η δικογράφηση του, εκτός αν καθίσταται φανερό ότι είναι αναγκαίο να δοθεί µαρτυρία προς απόδειξη του (Odgers´ Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 87)». Εκ της παραθέσεως των παραγράφων επί των οποίων επιζητούνται οι λεπτομέρειες, αναδύεται η αοριστία και η γενικότητα με την οποία δικογραφούνται οι θέσεις των εναγομένων. Είναι επίσης σαφές ότι πρόκειται για ισχυρισμούς, έστω και αόριστους, για τους οποίους οι εναγόμενοι θα πρέπει να δώσουν μαρτυρία χωρίς όμως να παρατίθεται έστω και ένα γεγονός επί των οποίων εδράζονται οι θέσεις τους. Είναι συνεπώς δικαίωμα των εναγόντων αφενός να γνωρίζουν τι γεγονότα θα αντιμετωπίσουν στην δίκη, αλλά και δικονομική υποχρέωση των εναγομένων από την άλλη να εξειδικεύσουν τις θέσεις τους με την παράθεση όλων εκείνων των αναγκαίων γεγονότων, ώστε να ικανοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.19. Εξηγείται στο Annual Practice 1958, σελ.450 ότι: «.. It is absolutely essential that the pleading, not to be embarrassing to the defendants, should state those facts which will put the defendants on their guard, and tell them what they will have to meet when the case comes on for trial». Στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ ν. Libanais
(1991)1 Α.Α.Δ. 649 εξηγήθηκε ότι ο γενικός κανόνας, όπως προκύπτει από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη Νομολογία, είναι ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για την φύση και την έκταση της υπόθεσης την οποία έχει να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων και τετελεσμένων γεγονότων. Έτσι όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται πάντοτε να απευθύνεται στο Δικαστήριο και να επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να τον εφοδιάσει με τις απαιτούμενες, κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες. Η έκθεση υπεράσπισης βρίθει ως λέχθηκε από γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς επί γεγονότων, που χρήζουν επεξήγησης και καλύτερων λεπτομερειών ώστε με αυτό τον τρόπο να περιοριστούν τα επίδικα θέματα ( Panayiotou v. Solomou
(1979)1 C.L.R 779 και Θεοδούλου ν. A.Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134), αλλά και από την άλλη να γνωρίζουν οι ενάγοντες την ακριβή φύση της υπόθεσης των εναγομένων. Θα πρέπει περαιτέρω να υποδειχθεί ότι υπάρχει και ανταπαίτηση εκ μέρους των εναγόμενων, εδραζόμενη στους πιο πάνω ισχυρισμούς, οπότε οι ενάγοντες, ως εναγόμενοι στην ανταπαίτηση, θα πρέπει να γνωρίζουν τι ακριβώς θα αντιμετωπίσουν στην δίκη. Στον Odger' s On Pleading and Practice 20η εκδ. σελ. 160 επεξηγείται ότι με την παροχή λεπτομερειών περιορίζονται τα επίδικα θέματα και θα πρέπει να ενθαρρύνονται. Στις σελ. 156-157 υποδεικνύεται ότι : « If your opponent has worded his pleading so vaguely that you cannot be sure what his line of attack or defence will be at the trial, it is worthwhile to apply for particulars; even you think you can make a shrewd guess at his meaning. It is safer to pin him down to a definite story, otherwise it will be open at the trial to give evidence as to any fact which tends to support his vague allegation.. Particulars are now ordered much more freely than in former days». Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις παραγράφους της υπεράσπισης επί των οποίων επιζητούνται οι λεπτομέρειες, καθώς όσα δια της αιτήσεως επιζητούν οι ενάγοντες να τους παρασχεθούν ως λεπτομέρειες. Ουδόλως βεβαίως δεν παραγνωρίζεται ότι με την παροχή λεπτομερειών επιζητούνται τα ονόματα εκείνων που κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων άσκησαν απειλές και οικονομική πίεση. Ως εξηγείται στο Annual Practice 1958 σελ.461 : « If the only object of the summons be to obtain the names of witnesses or some other clue to the evidence of the other party, it will be dismissed. But where the information asked for is clearly necessary tο enable applicant properly to prepare for trial, on in other respects the application is a proper one, the information must be given, even though it discloses some portion of the evidence on which the other party proposes to rely at the trial. » Η διχογνωμία και ο προβληματισμός που μπορεί να υπάρξει στην περίπτωση αποκάλυψης ονομάτων μαρτύρων, όπως επιζητείται στην παρούσα υπόθεση, αναδύεται ανάγλυφα στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ανωτέρω. Επεξηγείται ότι αν οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για σκοπούς διευκρίνησης της θέσης του αντιδίκου δεν μπορεί να υπάρξει άρνηση στην παραχώρηση τους μόνο και μόνο γιατί θα έχουν ως επακόλουθο την αποκάλυψη ενεχομένων μαρτύρων. Στην σελ. 167 υποδεικνύονται τα εξής: «Η νομολογία δείχνει ότι η αποκάλυψη του ονόματος ενδεχόμενου μάρτυρα μπορεί να προκύψει όχι αφ΄ εαυτής αλλά μόνο ως επακόλουθο παροχής αναγκαίων λεπτομερειών ως προς ουσιώδες γεγονός, όπως στην περίπτωση της υπεράσπισης της αλήθειας της αναφοράς σε αγωγή για δυσφήμιση, ή της φύσης της ισχυριζόμενης σκληρότητας σε αγωγή διαζυγίου, ή της διασαφήνισης του τρόπου με τον οποίο γίνεται ισχυρισμός ότι ενήργησε ο αντίδικος που ανεφέρθη στην υπόθεση Briton. Ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου που ενήργησε για την εταιρεία δεν συνιστά μέρος του ουσιώδους γεγονότος που αναφέρεται στο δικόγραφο, που είναι τα όσα αποδίδονται στην εφεσίβλητη και των οποίων δεν ζητά περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ακόλουθα των οποίων ενδεχόμενα να αποκαλύπτετο και το φυσικό πρόσωπο που ενήργησε εκ μέρους της. Η προκειμένη υπόθεση θεωρούμε ότι εμπίπτει στα πλαίσια της Τemperton, ανωτέρω, στην οποία η αποκάλυψη των ονομάτων των υπαλλήλων τους οποίους, όπως ισχυρίζετο ο ενάγων, είχαν επηρεάσει οι εναγόμενοι, δεν επιδιώκετο προς διευκρίνιση ισχυρισμού ουσιώδους γεγονότος επί του οποίου εβασίζετο η δικογραφική στοιχειοθέτηση του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα αλλά προφανώς προς αποκάλυψη της μαρτυρίας που θα απεδείκνυε την απαίτηση με βάση τη δικογραφία». Στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι εναγόμενοι, ως έχει ήδη εκτεθεί, είναι ότι «μετά από προτροπή των εναγόντων και υπό την απειλή ότι θα τους έπαιρναν το σπίτι εάν δεν συνέχιζαν την καταβολή των δόσεων τους υπέγραψαν αναστολή των δόσεων τους για περίοδο ενός έτους». Στην συνέχεια αναφέρουν ότι «υπέγραψαν την αναστολή γιατί οι ενάγοντες απειλούσαν ότι θα τερμάτιζαν την συμφωνία δανείου και θα τους έπαιρναν το σπίτι». Ομοίως στην παράγραφο 5 προβάλλονται ανάλογοι ισχυρισμοί, ότι οι ενάγοντες άσκησαν οικονομική πίεση και πρόβαλλαν τις ίδιες πιο πάνω απειλές. Εκείνο που επιζητούν οι ενάγοντες είναι λεπτομέρειες των απειλών και των οικονομικών πιέσεων που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι ασκήθηκαν από τους ενάγοντες σε βάρος τους και ως αναπόφευκτο συνεπακόλουθο αποτέλεσμα είναι η αποκάλυψη των ονομάτων των προσώπων εκείνων που καταλογίζουν οι εναγόμενοι τις συγκεκριμένες συμπεριφορές. Η παρούσα υπόθεση, κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν εμπίπτει στα πλαίσια της Τemperton ανωτέρω, γιατί εκεί ο ενάγων ισχυρίζετο ότι ο κάθε ένας από τους εναγόμενους, ως αξιωματούχοι συντεχνίας, ενήργησαν με τον τρόπο που τους καταλόγιζε και ήταν θέμα μαρτυρίας τι θα απεδείκνυε εναντίον ενός εκάστου εξ αυτών. Στην προκειμένη υπόθεση οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός, η αναφορά δε στην υπεράσπιση και ο καταλογισμός των ενεργειών γενικώς και αορίστως στους ενάγοντες, χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξειδίκευση, αναφορά ή συγκεκριμενοποίηση, δεν επιτρέπει στους ενάγοντες να γνωρίζουν ποια είναι τα ακριβή γεγονότα που τους καταλογίζονται και ως συνέπεια για ποίους υπαλλήλους τους αναφέρονται και καταλογίζονται σε αυτούς οι διάφορες ενέργειες και συμπεριφορές. Εξάγεται ότι οι ενάγοντες δεν επιδιώκουν να εκμαιεύσουν την μαρτυρία των εναγομένων, αλλά επιζητούν λεπτομέρειες των ισχυρισμών και γεγονότων που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι όπως αυτοί προβάλλονται στην υπεράσπιση τους. Κατά συνέπεια και υπό τις περιστάσεις και με τον τρόπο με τον οποίο προβάλλονται οι διάφοροι ισχυρισμοί στην υπεράσπιση, κρίνεται ότι οι αιτητές δεν επιδιώκουν να εκμαιεύσουν την μαρτυρία της άλλης πλευράς, αλλά όπως τίθενται οι διάφοροι ισχυρισμοί, είναι δικαίωμα των εναγόντων να γνωρίζουν τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η υπεράσπιση των εναγομένων, έστω και αν θα πρέπει ως συνεπακόλουθο αποτέλεσμα να αποκαλύψουν μέρος της μαρτυρίας τους. Για τους πιο πάνω λόγους είναι η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου ότι οι επιζητούμενες λεπτομέρειες, μπορούν και θα πρέπει να δοθούν. Ως εκ τούτου το αίτημα εγκρίνεται ως η αίτηση. Λεπτομέρειες να δοθούν εντός 21 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων-αιτητών και σε βάρος των εναγομένων-καθ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.