PIRAUES BANK AD BEOGRAD ν. Πέτρου Πάλμα, Αρ. Αγωγής: 7265/13, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 7265/13 PIRAUES BANK AD BEOGRAD Εναγόντων -και- Πέτρου Πάλμα Εναγομένου Αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως 27 Φεβρουαρίου,
- Για τους Αιτητές: κος Μιχαηλίδης. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κος Κωνσταντίνου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ EX-TEMPORE Η επίδικη αγωγή καταχωρίστηκε την 12.11.
- Ο εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση την 21.11.
- Μετά την καταχώριση εμφάνισης οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η επίδικη αίτηση εμμέσως μόνο σχετίζεται με όλα τα ανωτέρω. Αυτό γιατί αντικείμενο της αίτησης, που ας λεχθεί εν παρόδω ότι εδράζεται στις διαταγές Δ.39 και Δ.48 κκ1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών και τη συμφυή εξουσία του δικαστηρίου, είναι η έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Ο εναγόμενος δεν συναίνεσε στο αίτημα και έτσι καταχώρισε ειδοποίηση ένστασης. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τους 10 πυκνογραμμένους λόγους που εγείρονται στην ένσταση του εναγομένου. Δράττομαι όμως της ευκαιρίας να υποδείξω ότι ουκ εν τω πολλώ το ευ. Τουναντίον, αχρείαστος πλατειασμός και φλυαρία δεν έχουν θέση στο δικανικό λόγο που εξαντλείται σε περιεκτικότητα και επιγραμματικότητα. Χωρίς ποσώς να μειώνω το μόχθο της προσπάθειας που καταβλήθηκε για την ετοιμασία της ένστασης, νιώθω ότι οι πάρα πάνω παρατηρήσεις είναι απαραίτητες εφόσον η υπερβολή, ιδιαίτερα σε απλά ζητήματα, μάλλον περιπλέκει παρά διευκολύνει τα επίδικα θέματα. Επί της ουσίας ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι παράτυπη και ανυπόστατη, αδικαιολόγητη συνεπεία καθυστέρησης και τέλος, ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν καλό λόγο ώστε το δικαστήριο να δύναται να ασκήσει θετικά τη διακριτική του εξουσία. Υπ' όψιν του δικαστηρίου τέθηκαν και οι γραπτές αγορεύσεις των μερών, έγγραφα Α και Β αντίστοιχα. Το περιεχόμενο τούτων δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω, εφόσον η διεργασία που ακολουθεί αναδεικνύει ό,τι σχετικό. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω επιβεβλημένο να υπομνήσω ότι η εξέταση του δικαστηρίου περιορίζεται στον κ.4 της Δ.48, που επικαλούνται οι ενάγοντες. Αναφέρω τούτο καθ' ότι η αίτηση που ζητείται να ενισχυθεί διά συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, στοχεύει σε έκδοση συνοπτικής απόφασης και είναι γνωστό, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην Ετήσια Πρακτική του 1958 και τη νομολογία, ότι σε αίτηση για συνοπτική απόφαση ο αιτητής έχει δικαίωμα απάντησης (reply) των ισχυρισμών που εγείρει ο ενιστάμενος την αίτηση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1Β Α.Α.Δ. 817, 822). Εντούτοις εφόσον η επίδικη αίτηση δεν εδράζεται στις πρόνοιες της Δ.18, η διερεύνηση του δικαστηρίου περιορίζεται στη νομική βάση που αναφέρεται στην αίτηση και δη τον κ.4 της Δ.48. Σύμφωνα με τον κ.4
(2)της Δ.48 το δικαστήριο έχει εξουσία να επιτρέψει καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Είναι βεβαίως αντιληπτό ότι η εξουσία του δικαστηρίου, όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία, δεν είναι ανεξέλεγκτη ούτε και εφαρμόζεται κατά το δοκούν. Η σχετική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται δικαστικά και σύμμετρα των νόμων και κανονισμών, όπως επίσης των αρχών που θέτει η νομολογία. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται ότι από τα αναφερόμενα στον επίδικο κανονισμό, το αίτημα εγκρίνεται άμα τη αποδείξει «καλού λόγου». Δεν είναι πρόθεση μου να προσδιορίσω κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο τι είναι εκείνο που θεωρείται καλός λόγος. Κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων και καμία απόφαση δημιουργεί δεσμευτικό προηγούμενο. Εκείνο που δεσμεύει από προηγούμενες αποφάσεις είναι τα στοιχεία που λήφθηκαν υπ' όψιν ώστε να οδηγήσουν σε έγκριση ή απόρριψη του αιτήματος. Σημειώνεται επιπλέον ότι οι υποθέσεις A. Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα (αρ.1)
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195, 199, και Παπακόκκινου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, Πολ. Έφ. 242/11, ημερομηνίας 10.4.2012, είναι καθ' όλα σχετικές και διαγράφουν τις αρχές που διέπουν το ζήτημα. Στην υπό κρίση περίπτωση ο λόγος δια τον οποίο οι αιτητές ζητούν να τους επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, προκύπτει από τα συμφραζόμενα της ομνύουσας την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση. Σκοπός εν προκειμένω της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως είναι, σύμφωνα με τους ενάγοντες, να παρουσιαστούν δυο τεκμήρια που αφορούν την αίτηση για συνοπτική απόφαση, τα οποία παρέλειψαν να παρουσιάσουν στην πρώτη αίτηση. Διατείνεται η ομνύουσα ότι εκ παραδρομής δεν επισυνάφθηκαν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση τα εν λόγω τεκμήρια, ήτοι η συμφωνία δανείου και η συμφωνία εγγυήσεως, τα οποία αναφέρονται στο υφιστάμενο στην πρώτη αίτηση τεκμήριο Α. Επικαλείται λοιπόν τούτη την παραδρομή ως καλό λόγο δια τον οποίο το δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει το αίτημα. Αυτός δε είναι και ο μόνος πραγματικός λόγος στον οποίο εδράζονται οι ενάγοντες για υποστήριξη του αιτήματος. Δεν έχω αμφιβολία ότι σε αριθμό περιπτώσεων η παραδρομή δυνατό να κριθεί καλός λόγος και να οδηγήσει σε έγκριση ανάλογου αιτήματος. Εντούτοις η επίκληση παραδρομής συνιστά συμπέρασμα το οποίο ο αιτητής οφείλει σε κάθε περίπτωση να τεκμηριώσει. Εφόσον λοιπόν στην προκείμενη περίπτωση η ισχυριζόμενη παραδρομή συναρτάται με την αίτηση για συνοπτική απόφαση, στρέφω την προσοχή μου σε αυτή την αίτηση, ώστε να εξετάσω την εγκυρότητα του σχετικού ισχυρισμού. Διαπιστώνω εν προκειμένω ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν επικαλείται τα τεκμήρια που οι ενάγοντες επιθυμούν σήμερα να προσθέσουν με τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Εν ολίγοις, δεν είναι τούτη η περίπτωση που ενώ ο ομνύων επικαλείται το τεκμήριο, για άγνωστο λόγο, προφανώς εκ λάθους, δεν επισυνάπτεται στην αίτηση. Το λεκτικό της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι δεν ήταν πρόθεση των αιτητών να παρουσιάσουν τα εν λόγω τεκμήρια. Επί του προκειμένου σχετική είναι η 3η παράγραφος της ενόρκου δηλώσεως της αίτησης για συνοπτική απόφαση, όπου αναφέρεται ότι. «Ο Εναγόμενος οφείλει προς του Ενάγοντες-Αιτητές το ποσό των €61.172- δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως ημερομηνίας 12.04.2013 πλέον τόκου επί του ρηθέντος ποσού από 10.07.2013 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Λεπτομέρειες αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως της ως άνω Αγωγής, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται επί της παρούσης ως Τεκμήριο Α και της οποίας το περιεχόμενο υιοθετώ πλήρως δια τους σκοπούς της παρούσης ως αληθές και ορθό». Τίποτα άλλο αναφέρεται στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, γεγονός που δικαιολογεί συμπέρασμα ότι η δόμηση της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την πρώτη αίτηση, δεν συμπεριλάμβανε παρουσίαση των σχετικών τεκμηρίων. Επιπλέον, υποδεικνύω, εν παρόδω, ότι οι αρχές που διέπουν αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν επιτάσσουν να υποστηρίζεται η αίτηση από έγγραφα (βλ. Κυριάκου ν. Αναστασίου, Πολ. Έφ. 230/09, ημερ. 22.01.2013). Εν πάση όμως περιπτώσει, εφόσον από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι η παραδρομή δεν εδράζεται σε παράλειψη επισύναψης των τεκμηρίων, εγείρεται τότε το ερώτημα. σε τι οφείλεται; Επί του προκειμένου η ομνύουσα απαντά ότι: «Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω Αίτηση (συνοπτική) εκ παραδρομής δεν επισυνάφθεισαν ως τεκμήρια η Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 12.04.2013 και η Συμφωνία Εγγύησης ημερομηνίας 12.04.2013 για τις οποίες γίνεται αναφορά στο συνημμένο Τεκμήριο Α, που είναι το κλητήριο ένταλμα». Προκύπτει λοιπόν ότι η θέση των εναγόντων είναι πως εκείνο που δικαιολογεί τη συμπλήρωση της μαρτυρίας στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, είναι το υφιστάμενο στην πρώτη αίτηση τεκμήριο Α. Με όλο το σεβασμό αλλά με τούτη τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Το τεκμήριο Α στην αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι τίποτα άλλο από αντίγραφο του κλητήριου εντάλματος της αγωγής. Γεγονός είναι ότι εκεί γίνεται ισχυρισμός σε συμφωνία δανείου και συμφωνία εγγυήσεως και τα δυο ημερομηνίας 12.04.2013. Εντούτοις δεν μπορώ να δεχθώ ότι απλώς και μόνο επειδή το τεκμήριο Α αναφέρει τούτα, συνάγεται ότι ανέκαθεν ήταν πρόθεση των εναγόντων να τα παρουσιάσουν στο δικαστήριο, αλλά λόγω παραδρομής δεν έπραξαν τούτο. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση καταδεικνύει ότι καμία ανάλογη πρόθεση υπήρχε. Συνεπώς, εφόσον η μόνη διαπίστωση που δικαιολογείται από το μαρτυρικό υλικό είναι ότι ουδέποτε υπήρχε πρόθεση παρουσίασης των εν λόγω τεκμηρίων, καταλήγω ότι δεν δικαιολογείται συμπέρασμα παραδρομής για την παράλειψη επισύναψης τούτων. Παραδρομή σημαίνει έλλειψη προσοχής, απροσεξία. Αν και σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων πράξη που διενεργείται εκ παραδρομής συνεπάγει λάθος, εντούτοις η παραδρομή αφ' εαυτή δεν νοείται να είναι οτιδήποτε άλλο από ασυνείδητη ενέργεια. Εδώ το σύνολο των γεγονότων φανερώνει ότι οι ενάγοντες συνειδητά δόμησαν την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση, κατά τρόπο που οι δυο συμφωνίες - συμφωνία δανείου και εγγυήσεως - δεν είχαν θέση. Αυτή όμως η διαπίστωση δεν δικαιολογεί συμπέρασμα παραδρομής. Εφόσον λοιπόν οι ενάγοντες περιόρισαν το πραγματικό υπόβαθρο του υπό κρίση αιτήματος σε παραδρομή, συμπέρασμα που δεν υιοθετείται από το δικαστήριο καθ' ότι κρίνεται αβάσιμο, καταλήγω ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν καλό λόγο ώστε το δικαστήριο να ασκήσει θετικά τη διακριτική του εξουσία. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι το αίτημα είναι αβάσιμο και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου. Η δε καταβολή τούτων να διενεργηθεί άμα την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο