← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 9218/2007, 31/3/2015

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 9218/2007, 31/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 9218/2007 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόντων -και- ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Εναγομένου 31 Μαρτίου,

  1. Εμφανίσεις Για τους ενάγοντες: κα Ιεροκηπιώτου. Για τον εναγόμενο: κος Α. Παπαντωνίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση είναι κατάλοιπο της ζοφερής χρηματιστηριακής περιόδου που έζησε η χώρα μας τα έτη 1999 και
  2. Αυτή η δήλωση ας μην παρερμηνευθεί, δεν σημαίνει τίποτα άλλο από το αυτονόητο, δηλαδή εκείνο που εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος διαπιστώνεται, που είναι οι κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις που επέφερε η αιφνίδια άνοδος της αξίας των μετοχών σε συνδυασμό με την ανυπολόγιστη συμμετοχή στα χρηματιστηριακά δρώμενα του ανυποψίαστου και σε μεγάλο βαθμό ανειδίκευτου κοινού. Στην υπό κρίση περίπτωση η ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός (στη συνέχεια η τράπεζα). Επιπλέον, είναι κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων ότι την 22.04.1999 ο εναγόμενος αιτήθηκε συμμετοχή στο σχέδιο Εθνοεπενδυτής που παρείχε η τράπεζα. Η αίτηση που υπέβαλε ο εναγόμενος είναι το τεκμήριο
  3. Την 21.07.1999 ακολούθησε έγκριση του αιτήματος από την τράπεζα. Τούτη η έγκριση και κατ' επέκταση η ολοκλήρωση της μεταξύ των μερών συμφωνίας, επιτεύχθηκε με το τεκμήριο
  4. Είναι τούτο έντυπο που υπέγραψαν τα μέρη και αναφέρει ότι ο εναγόμενος εγκρίθηκε από την τράπεζα παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.20.000,
  5. Προς διευκόλυνση των χρηματιστηριακών πράξεων που θα διενεργούνταν, άλλωστε το σχέδιο Εθνοεπενδυτής αυτό είναι που αφορούσε, άμα την ολοκλήρωση της συμφωνίας, δηλαδή την 21.07.1999, ο εναγόμενος παραχώρησε πληρεξούσιο στο χρηματιστηριακό γραφείο Louis Clappas Brokerage House. Τούτο το πληρεξούσιο είναι το τεκμήριο
  6. Σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχομαι σε θέματα ερμηνείας είτε της συμφωνίας είτε οιουδήποτε άλλου εγγράφου που υπέγραψε ο εναγόμενος. Παρατηρώ όμως ότι από τα αναφερόμενα στο πληρεξούσιο συνάγεται ότι σκοπός τούτου ήταν να καταστεί ο χρηματιστής αντιπρόσωπος του εναγομένου σε σχέση με αγορά, πώληση και μεταβίβαση αξιών που ήταν εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στη συνέχεια Χ.Α.Κ.). Την ίδια ημέρα ο εναγόμενος παρείχε εξουσιοδότηση στην τράπεζα για ενεχυρίαση των τίτλων μετοχών που θα διαπραγματεύονταν στο πλαίσιο του σχεδίου Εθνοεπενδυτής. Το έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών είναι το τεκμήριο
  7. Για την ιστορία σημειώνεται πως ακολούθησαν άλλα τρία πληρεξούσια έγγραφα που χορήγησε ο εναγόμενος. Το πρώτο εξ αυτών είναι το πληρεξούσιο ημερομηνίας 13.06.2001 προς τη χρηματιστηριακή εταιρεία Clappas Securities Ltd (τεκμήριο 5), το δεύτερο είναι το πληρεξούσιο ημερομηνίας 17.02.2002 προς την επίσης χρηματιστηριακή εταιρεία Sharelink Securities Ltd (τεκμήριο 6) και το τρίτο είναι το πληρεξούσιο ημερομηνίας 06.08.2002 προς την τράπεζα (τεκμήριο 19). Όλα τα πιο πάνω συνιστούν παραδεχτά γεγονότα και ως εκ τούτου υιοθετούνται και καθίστανται ευρήματα του δικαστηρίου. Η δικογραφημένη εκδοχή της τράπεζας θέλει μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας ημερομηνίας 22.04.1999, εν προκειμένω το τεκμήριο 1, να ανοίγεται τρεχούμενος λογαριασμός επ' ονόματι του εναγομένου που φέρει αριθμό 529/338236-
  8. Ο εν λόγω λογαριασμός την 10.08.2006 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.34.755,
  9. Καίτοι ο εναγόμενος ειδοποιήθηκε ότι ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός καθώς ότι οι εξασφαλίσεις, δηλαδή οι μετοχές που είχαν ενεχυριαστεί, υπολείπονται του οφειλόμενου ποσού, παρέλειψε να συμμορφωθεί, δηλαδή να συμπληρώσει την αξία των μετοχών. Συνεπώς την 27.06.2006 και την 21.07.2006 η τράπεζα άσκησε το δικαίωμα που της παρείχε η συμφωνία και προέβη σε πώληση 22.700 μετοχών της εταιρείας NEMESIS CONSTRUCTIONS PUBLIC COMPANY. Ακολούθως την 10.08.2006 η τράπεζα απέστειλε επιστολή στον εναγόμενο και τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία και μετέφερε το υπόλοιπο, Λ.Κ.34.755,27, σε νέο λογαριασμό, ήτοι το λογαριασμό με αριθμό 529/399642-
  10. Επιπλέον κάλεσε τον εναγόμενο να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό και τον πληροφόρησε ότι από τούδε και στο εξής το υπόλοιπο θα φέρει τόκο προς 11,5% ετησίως, κεφαλαιοποιημένο κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου. Εν κατακλείδι, την 01.07.2007 το υπόλοιπο του εναγομένου ανέρχετο σε Λ.Κ.38.520,13 πλέον τόκο 11,5%. Αυτό εν προκειμένω είναι το ποσό που αξιώνει η ενάγουσα. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να συνοψίσει κανείς την πολυσέλιδη υπεράσπιση του εναγομένου. Η δυσχέρεια αυτή δεν οφείλεται απλώς επειδή το δικόγραφο απαρτίζεται από 35 σελίδες. Η σύγχυση επιτείνεται καθ' ότι οι προβαλλόμενες υπερασπίσεις εγείρονται ατάκτως και χωρίς οιανδήποτε συνοχή ή λογική συνέχεια. Αρκεί να λεχθεί ότι μια εκ των υπερασπίσεων, εν προκειμένω ότι ο επίδικος λογαριασμός δεν ήταν τρεχούμενος αλλά επενδυτικός (investor account), επαναλαμβάνεται και απασχολεί περισσότερες από τις μισές παραγράφους της υπεράσπισης. Ανάλογα ισχύουν και για πολλές άλλες υπερασπίσεις, όπως οι υποχρεώσεις της τράπεζας και η τυχόν αμέλειά της. Ο λόγος διά τον οποίο αναφέρω τα πιο πάνω δεν είναι βεβαίως για να μειώσω ή να θίξω τις δικογραφικές ικανότητες του συντάκτη τούτου του δικογράφου. Οφείλεται όμως επισήμανση ότι ο δικανικός λόγος δεν εξυπηρετείται από πληθωρισμό. Κύριο γνώρισμα τούτου είναι η επιγραμματικότητα και περιεκτικότητα. Δικόγραφα των οποίων οι ισχυρισμοί φέρουν στο μυαλό την αρχαία ρήση λίθοι, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα, δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εφόσον καθιστούν το δικόγραφο περίπλοκο και δυσνόητο. Εν πάση όμως περιπτώσει, η δικογραφημένη εκδοχή του εναγομένου φαίνεται να είναι ότι ουσιαστικός λόγος συμμετοχής του στο σχέδιο ήταν οι προτροπές της τράπεζας που τον διαβεβαίωσε, του υποσχέθηκε και του εγγυήθηκε ότι η συμμετοχή του σε αυτό θα ήταν κερδοφόρα. Είναι η θέση του εναγομένου ότι ο λογαριασμός που ανοίχθηκε συνεπεία των εγγράφων που υπογράφηκαν, δεν ήταν τρεχούμενος αλλά επενδυτικός. Η δε τράπεζα του εγγυήθηκε ότι θα είχε κέρδος και του ανέφερε ότι ο λογαριασμός θα ελεγχόταν από εξειδικευμένο προσωπικό της τράπεζας. Εξ ου, διατείνεται ο εναγόμενος, δεν του επιτράπηκε να διορίσει χρηματιστή της επιλογής του και ο χρηματιστής που εξουσιοδότησε του υπεβλήθη από την τράπεζα. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ο ίδιος ουδέποτε προέβη σε οιανδήποτε αγοραπωλησία μετοχών και ούτε έδωσε οδηγίες στο χρηματιστή για κάτι τέτοιο. Θέλει ο εναγόμενος τις όποιες αγοραπωλησίες μετοχών να έχουν συντελεστεί κατόπιν οδηγιών της τράπεζας. Μοναδική οδηγία του ιδίου ήταν όταν ειδοποιήθηκε από την τράπεζα ότι ο λογαριασμός βρέθηκε κάτω από το συμφωνηθέν όριο εξασφάλισης, οπόταν έδωσε οδηγίες στην τράπεζα να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές, κάτι όμως που η τελευταία δεν έπραξε με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημία. Πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών, οι οποίοι άπτονται πραγματικών ζητημάτων, ο εναγόμενος εγείρει αριθμό νομικών ζητημάτων. Κυρίαρχος ισχυρισμός είναι το είδος του λογαριασμού, δηλαδή ότι είναι επενδυτικός και όχι τρεχούμενος. Η σχετική θέση συναρτάται με υποχρέωση της τράπεζας για επίδειξη εύλογης επιμέλειας, κάτι που στην προκείμενη περίπτωση απέτυχε να κάνει. Τα δε έγγραφα που υπογράφηκαν από τα μέρη τυγχάνουν διαπραγμάτευσης από την υπεράσπιση και υποστηρίζεται ότι διέπονται από αοριστία, ασάφεια και πλάνη. υποστηρίζεται ότι η συμφωνία αντιβαίνει ρητών οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και παραβιάζει τη δημόσια πολιτική. και τέλος, ότι δυνάμει της συμφωνίας η τράπεζα υποχρεούταν να ελέγχει το λογαριασμό και άμα την ανατροπή του περιθωρίου ασφαλείας να πωλήσει τις μετοχές, καθώς ότι ως θεματοφύλακας των ενεχυριασμένων μετοχών μόνο η τράπεζα μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές σε περίπτωση που ο λογαριασμός ήταν κάτω από το συμφωνηθέν όριο. Συναφώς η υπεράσπιση καταλογίζει στην τράπεζα αμέλεια, παραβίαση ρητών και εξυπακουόμενων υποσχέσεων, παράβαση νόμιμων υποχρεώσεων και ψευδείς παραστάσεις και απάτη. Εν κατακλείδι, ο εναγόμενος ανταπαιτεί επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.6.000,00 που κατέβαλε ως αρχική εξασφάλιση, καθώς επίσης ακύρωση της συμφωνίας 22.04.1999, των συμφωνιών ενεχυρίασης των μετοχών του και των πληρεξουσίων εγγράφων. Περιπλέον, ζητά ακύρωση και/ή διαγραφή του χρέους Λ.Κ.38.520,
  11. Αμφότερες οι πλευρές κάλεσαν μάρτυρες προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Η τράπεζα κάλεσε την Τούλια Θεμιστοκλέους (στη συνέχεια η Θεμιστοκλέους), λειτουργό της τράπεζας με καθήκοντα στην υπηρεσία Εθνοεπενδυτή, και τον Παναγιώτη Χριστοφόρου, λειτουργό στο τμήμα εκκαθάρισης συναλλαγών του Χ.Α.Κ. (στη συνέχεια ο λειτουργός του Χ.Α.Κ.). Από την άλλη η υπεράσπιση κάλεσε το χρηματιστή Λούη Κλάππα (στη συνέχεια ο χρηματιστής) και ακολούθως τον εναγόμενο. Η Θεμιστοκλέους ανέφερε ότι μεταξύ των καθηκόντων της ήταν η ετοιμασία συμφωνιών του σχεδίου Εθνοεπενδυτής και παρακολούθηση και έλεγχος των ειδικών τρεχούμενων λογαριασμών που ανοίγονταν με βάση το σχέδιο. Υπό αυτή την ιδιότητα επεξήγησε τη φύση και τον τρόπο λειτουργίας τούτου. Σκοπός του σχεδίου, ανέφερε, ήταν το άνοιγμα ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού σε πελάτες που επιθυμούσαν να προβούν σε αγοραπωλησίες μετοχών στο Χ.Α.Κ. Ο λογαριασμός αυτός, εξήγησε η μάρτυρας, λειτουργούσε με δικαίωμα παρατραβήγματος. Άμα την υπογραφή της συμφωνίας ο πελάτης επέλεγε ένα εκ των χρηματιστηριακών γραφείων με τα οποία συνεργαζόταν η τράπεζα και το καθιστούσε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του για αγοραπωλησία μετοχών. Κάθε που παραγματοποιείτο συναλλαγή το χρηματιστηριακό γραφείο έκδιδε και απέστελλε στην τράπεζα πινακίδιο τούτης της συναλλαγής (contract note) μαζί με εξουσιοδότηση για χρέωση ή πίστωση του λογαριασμού. Η δε τράπεζα βασιζόταν σε αυτά τα στοιχεία και πλήρωνε το συνολικό ποσό των πινακιδίων που συμποσούταν στο τίμημα αγοράς, την προμήθεια του χρηματιστή και το τέλος του Χ.Α.Κ. Η πληρωμή γινόταν από το λογαριασμό του πελάτη που χρεωνόταν ανάλογα. Οι δε αγορασθείσες μετοχές ενεχυριάζονταν προς όφελος της ενάγουσας. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή πώλησης, η τράπεζα πίστωνε το λογαριασμό του πελάτη με το καθαρό ποσό κάθε πινακιδίου, δηλαδή το προϊόν πώλησης μείον την προμήθεια του χρηματιστή και το τέλος του Χ.Α.Κ. Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία πώλησης η τράπεζα έπρεπε να αποδεσμεύσει τις σχετικές μετοχές. Στην προκείμενη περίπτωση, ανέφερε η Θεμιστοκλέους, με την αίτηση (τεκμήριο 1) ο εναγόμενος αιτήθηκε παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.30.000,
  12. Η τράπεζα όμως ενέκρινε μόνο Λ.Κ.20.000,00 και αυτό είναι που εν τέλει συμφώνησαν οι διάδικοι (τεκμήριο 2). Κατέθεσε συναφώς τα τεκμήρια 1 και
  13. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο εναγόμενος παραχώρησε πληρεξούσιο στο χρηματιστηριακό γραφείο, αρχικά Louis Clappas Brokerage House, στη συνέχεια Clappas Securities Ltd και τελικώς στη Sharelink Securities Ltd. Προς τούτο παρουσίασε τα τεκμήρια 3, 5 και
  14. Περαιτέρω, κατέθεσε και το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών που ο εναγόμενος παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας, δηλαδή το τεκμήριο
  15. Αφότου υπογράφτηκαν τα έγγραφα, ανέφερε η Θεμιστοκλέους, ανοίχθηκε επ' ονόματι του εναγομένου ο λογαριασμός 529/338236-2 και το σύνολο των εγγράφων αποστάληκε στον εναγόμενο και γνωστοποιήθηκε στο χρηματιστηριακό γραφείο της επιλογής του. Στην υπό κρίση περίπτωση, ανέφερε η μάρτυρας, ως εξασφάλιση του λογαριασμού ο εναγόμενος κατέθεσε στο λογαριασμό το ποσό των Λ.Κ.6.000,00, αντί μετοχών. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, καθ' όλη τη διάρκεια του σχεδίου ο εναγόμενος καθώς και το εκάστοτε χρηματιστηριακό γραφείο που τον αντιπροσώπευε τηρούνταν ενήμεροι για το επιτρεπόμενο όριο του λογαριασμού και οι αγοραπωλησίες μετοχών θα έπρεπε να κυμαίνονται μέσα σε εκείνο το όριο. Η τράπεζα, ανέφερε η Θεμιστοκλέους, ενημερωνόταν εκ των υστέρων για τη διενέργεια των πράξεων, δεν επείχε θέση διαχειριστή χαρτοφυλακίου και ούτε ήλεγχε τις εντολές που ο εναγόμενος έδινε στο χρηματιστή. Εν ολίγοις, δεν είχε σχέση ή ανάμειξη στις αποφάσεις του εναγομένου και ούτε συμβούλευε τούτον πώς να προχωρήσει. Σε αυτό το πλαίσιο η Θεμιστοκλέους παρουσίασε το σύνολο των εξουσιοδοτήσεων που η τράπεζα έλαβε από τον εκάστοτε χρηματιστή του εναγομένου (τεκμήρια 7 και 28) καθώς επίσης τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 20) που κάθε μήνα, μέχρι που τερματίστηκε η λειτουργία του λογαριασμού, αποστέλλονταν στον εναγόμενο. Μαζί με τις εξουσιοδοτήσεις η Θεμιστοκλέους παρουσίασε και κάποια contract notes. Τούτα είναι τα τεκμήρια 26Α έως Θ. Υπέδειξε ότι τα contract notes που είναι τεκμήρια 26Α έως Δ αφορούν την εξουσιοδότηση τεκμήριο 7/67, τα τεκμήρια 26Ε ως Ζ την εξουσιοδότηση τεκμήριο 7/68, το τεκμήριο 26Η την εξουσιοδότηση τεκμήριο 7/71 και το τεκμήριο 26Θ την εξουσιοδότηση τεκμήριο 7/
  16. Τέλος, παρουσίασε και συγκεντρωτική κατάσταση των αγοραπωλησιών του εναγομένου καθώς και κατάσταση που δεικνύει την κάλυψη του χαρτοφυλακίου σε αντίστοιχες ημερομηνίες, τεκμήρια 30 και 31 αντίστοιχα. Όταν σε κάποιο στάδιο, ανέφερε η μάρτυρας, το υπόλοιπο του λογαριασμού έπεσε κάτω από το συμφωνηθέν όριο, η τράπεζα απέστειλε στον εναγόμενο αριθμό επιστολών (βλ. τεκμήριο 23). Επιπλέον, μεταξύ της περιόδου 27.06.2006 με 21.07.2006 η τράπεζα άσκησε το δικαίωμα που της παρείχε η συμφωνία μεταξύ των μερών και προέβη σε πώληση των μετοχών που τότε κατείχε ο εναγόμενος. Οι μετοχές που πωλήθηκαν φαίνονται στο τεκμήριο 25 - συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού επενδυτή - έγγραφο του Χ.Α.Κ. ημερομηνίας 03.02.
  17. Οι μετοχές που τότε κατείχε ο εναγόμενος ήταν 22.700 μετοχές της εταιρείας NEMESIS CONSTRUCTIONS PUBLIC COMPANY. Το δε ποσό που εισπράχθηκε πιστώθηκε, σύμφωνα με τη Θεμιστοκλέους, στο λογαριασμό του εναγομένου, ως φαίνεται στο τεκμήριο
  18. Μετά την πώληση των μετοχών και λόγω της μη συμμόρφωσης του εναγομένου με τις οδηγίες της τράπεζας, ακολούθησε ο τερματισμός της συμφωνίας, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στον εναγόμενο με επιστολή ημερομηνίας 10.08.2006 (τεκμήριο 18). Άμα τον τερματισμό της συμφωνίας, 10.08.2006, ανέφερε η Θεμιστοκλέους, έκλεισε ο λογαριασμός του εναγομένου και το οφειλόμενο υπόλοιπο μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις όπου ανοίχθηκε νέος λογαριασμός με αριθμό 529/399642-
  19. Σε σχέση με το επιτόκιο και δη τις όποιες αυξομειώσεις, η Θεμιστοκλέους παρουσίασε τα τεκμήρια 8 μέχρι και 17, δηλαδή αντίγραφα δημοσιεύσεων σε διάφορες εφημερίδες. Σύμφωνα με τη Θεμιστοκλέους, το υπόλοιπο κατά την 01.07.2009 ανερχόταν σε €85.097,26 πλέον τόκο 11,5% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ανά έτος, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Ο λειτουργός του Χ.Α.Κ. παρουσίασε στο δικαστήριο τις συναλλαγές του επενδυτή για την περίοδο Οκτωβρίου 1999 μέχρι και Δεκεμβρίου
  20. Το εν λόγω έντυπο είναι το τεκμήριο
  21. Περαιτέρω, παρουσίασε μια επιστολή και μια ανακοίνωση. Είναι τούτα τα τεκμήρια 35 και
  22. Και τα δύο εκδόθηκαν από το χρηματιστηριακό οίκο Louis Clappas Brokerage House και αποστάληκαν στο Χ.Α.Κ., ώστε να πληροφορήσουν τούτο ότι από την 12.02.2001 το γραφείο μετατρέπεται σε εταιρεία, ήτοι την Clappas Securities Ltd. Τέλος, ο λειτουργός του Χ.Α.Κ. ανέφερε ότι οι πράξεις που φαίνονται στο τεκμήριο 34 με κωδικό χρηματιστή τον αριθμό 14, διενεργήθηκαν από το χρηματιστή Λούη Κλάππα που λειτουργούσε με την επωνυμία Louis Clappas Brokerage House. Τέτοιες πράξεις διενεργήθηκαν εκ μέρους του εναγομένου μέχρι και την 19.01.
  23. Από την 19.04.2001, ανέφερε ο λειτουργός, οι πράξεις που διενεργήθηκαν επ' ονόματι του εναγομένου εκτελέστηκαν από το χρηματιστή με κωδικό 60, ο οποίος αντιστοιχεί στην εταιρεία Clappas Securities Ltd. Ο χρηματιστής αναγνώρισε το τεκμήριο 33, δηλαδή επιστολή που απέστειλε στην τράπεζα και την πληροφορούσε ότι διεξήγαγε εργασίες υπό την εμπορική επωνυμία Louis Clappas Brokerage House. Επιπλέον του υποδείχθηκαν δυο εγκύκλιοι του Χ.Α.Κ., ημερομηνίας 07.10.1999 και 09.02.2000 αντίστοιχα, που αφορούν τη διαδικασία λήψης εντολών και ως τέτοιες τις αναγνώρισε (τεκμήρια 37 και 38 αντίστοιχα). Ακολούθως, ο χρηματιστής αναγνώρισε τα τεκμήρια 3 και 5 ως πληρεξούσια που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου Εθνοεπενδυτής. Ανέφερε δε ότι η εκτέλεση συναλλαγών μέσω του σχεδίου ήταν εφικτή μόνο με συμβολή του χρηματιστή, εξ ου και χορηγήθηκαν τα πληρεξούσια. Περαιτέρω, επεξήγησε ότι στις εξουσιοδοτήσεις, δηλαδή τα τεκμήρια 7 και 28, καταγράφονταν τα πινακίδια συναλλαγών, ο αριθμός της συναλλαγής που είχε εκτελεσθεί στο Χ.Α.Κ., η τιμή, τα στοιχεία του τίτλου και το όνομα του πελάτη. Αν και ο ίδιος δεν είχε άμεση σχέση με τον εναγόμενο, ανέφερε ότι ήταν σε γνώση του πως είχε σύμβουλο επενδύσεων άλλο μέλος του γραφείου του. Στη συνέχεια ο χρηματιστής ανέφερε ότι το τεκμήριο 7 είναι εξουσιοδότηση που υπέγραψε ο ίδιος και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος ήταν πελάτης του γραφείου του. Η μαρτυρία του εναγομένου υποστηρίζει ότι υπέβαλε αίτηση στο σχέδιο Εθνοεπενδυτής μετά που κάποιος συνάδελφός του τον σύστησε με τη Λίζα Παντελίδου (στη συνέχεια η Παντελίδου), δηλαδή πρόσωπο που εργαζόταν στην τράπεζα. Συνομιλία που είχε με την Παντελίδου και διαβεβαιώσεις που του έδωσε η τελευταία, ήταν οι λόγοι που τον ώθησαν να υποβάλει αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο. Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι η Παντελίδου του είπε πως θα έβαζε ο ίδιος κάποια χρήματα και τα υπόλοιπα η τράπεζα. Θα ανοιγόταν investor account και τη διαχείριση τούτου θα είχε η τράπεζα με το εξειδικευμένο προσωπικό της. Μάλιστα η Παντελίδου του υποσχέθηκε ότι η ίδια θα παρακολουθούσε το λογαριασμό, ενώ σε ερώτησή του το διαβεβαίωσε ότι δεν θα είχε απώλειες αλλά κέρδος. Ως εκ τούτου ο εναγόμενος συγκατένευσε και υπόγραψε τα έγγραφα. Εντούτοις είναι η θέση του ότι το σύνολο των εγγράφων που υπέγραψε, τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 19, υπεγράφησαν παρουσία της Παντελίδου μόνο και όχι παρουσία μαρτύρων ή πιστοποιούντος υπαλλήλου. Κατά τον ίδιο χρόνο (21.07.1999) έδωσε στην Παντελίδου το ποσό των Λ.Κ.6.000,00, ενώ πιθανόν να έδωσε και τις 5.300 μετοχές της τράπεζας Κύπρου, ως αναφέρεται στο τεκμήριο
  24. Γι' αυτό το τελευταίο ο εναγόμενος δεν ήταν σίγουρος. Ακολούθως αναχώρησε. Ο ίδιος δεν γνώριζε το χρηματιστή Λούη Κλάππα όπως ούτε το γραφείο του Louis Clappas Brokerage House, ή την εταιρεία Clappas Securities Ltd. Ήταν η θέση του ότι ο χρηματιστής του υπεβλήθη από την τράπεζα, εξ ου και υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο. Επιπλέον, ο ίδιος ποτέ δεν μίλησε με το χρηματιστή ή υπάλληλο του γραφείου του και ποτέ δεν έδωσε εντολή για αγορά ή πώληση μετοχών. Το τεκμήριο 7, δηλαδή οι εξουσιοδοτήσεις, καθώς και το τεκμήριο 20, οι καταστάσεις λογαριασμού, του είναι παντελώς άγνωστα. Ανέφερε όμως ότι λίγο καιρό μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 2, δηλαδή μετά την 21.07.1999, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Παντελίδου ώστε να πληροφορηθεί την εξέλιξη του λογαριασμού. Όταν η Παντελίδου του ανέφερε ότι ο λογαριασμός πήγαινε πολύ καλά και είχε κέρδη, τη ρώτησε γιατί δεν πουλάνε, υπενθυμίζοντάς της εκείνο που της ανέφερε άμα την ολοκλήρωση της συμφωνίας, δηλαδή πως ο ίδιος δεν είχε άλλα χρήματα να δώσει. Η τελευταία όμως τον καθησύχασε ότι όλα κυλούν ομαλά και να μην έχει έγνοια. Λίγους μήνες μετά ήταν η σειρά της Παντελίδου να επικοινωνήσει μαζί του για να του πει ότι ο λογαριασμός θα αρχίσει να παρουσιάζει πρόβλημα. Αμέσως της ζήτησε να πωλήσουν τις μετοχές γιατί ο ίδιος δεν μπορούσε να προσθέσει χρήματα. Μετά από λίγο καιρό η Παντελίδου του τηλεφώνησε εκ νέου και του ανέφερε ότι όντως ο λογαριασμός έπεσε κάτω από το όριο. Τότε της ανέφερε ότι ήταν δική της ευθύνη εφόσον η ίδια ήταν που τον παρακολουθούσε και όφειλε να τον κλείσει. Τελευταία επικοινωνία που είχε με την τράπεζα ήταν όταν τον κάλεσαν να υπογράψει το τεκμήριο 19, δηλαδή το πληρεξούσιο με το οποίο χορήγησε την τράπεζα την 06.08.
  25. Έκτοτε ουδείς από την τράπεζα επικοινώνησε μαζί του. Ο ίδιος αν και προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Παντελίδου δεν τα κατάφερε. Πέραν των τεκμηρίων που δέχθηκε ότι υπέγραψε, τεκμήρια 1 μέχρι και 6 και 19, υποστήριξε ότι ουδέν άλλο έγγραφο του κοινοποιήθηκε και ότι δεν είδε τις δημοσιεύσεις στην εφημερίδα σε σχέση με αύξηση του επιτοκίου (τεκμήρια 8 έως και 17). Τέλος, ανέφερε ότι η τράπεζα δεν τον ενημέρωσε για τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας (τεκμήριο 29) πράγμα που αν έκανε θα τον οδηγούσε σε απόφαση να κλείσει το λογαριασμό. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997 1 Α.Α.Δ. 614). Εφόσον τα ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εξαρτώνται εν πολλοίς από την ερμηνεία που θα δοθεί στη συμβατική σχέση των διαδίκων, επιβάλλεται σύνοψη και των δικανικών αρχών που διέπουν το ζήτημα. Όπως έχει νομολογηθεί η ερμηνεία εγγράφου συνίσταται σε εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, εφόσον τούτες οι λέξεις εκλαμβάνεται ότι αποδίδουν και αποκαλύπτουν την πραγματική πρόθεση των μερών. Η σημασία της φρασεολογίας που ενσωματώνεται στη σύμβαση και δη ο κανόνας ότι υπερτερεί έναντι τυχόν διαφορετικών προθέσεων που τα μέρη είχαν αλλά δεν εξωτερίκευσαν, εύγλωττα αποδίδεται στην υπόθεση Monypenny ν. Monypenny
(1861)9 H.L.C. 114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α Α.Α.Δ. 168, 173. Λέχθηκε εκεί ότι. «the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions». Συνεπώς ζητούμενο δεν είναι οι ενδόμυχες και ουδέποτε αποκαλυφθείσες στην άλλη πλευρά προθέσεις ενός μέρους, αλλά το αντικειμενικό νόημα όσων περιέχονται στη συμφωνία. Η εξακρίβωση τούτου επιτυγχάνεται βεβαίως από έλεγχο του συνόλου της συμφωνίας και χωρίς κατακερματισμό των διάφορων προνοιών τούτης, εφόσον πιθανή είναι αλληλεξάρτησή τούτων και επιπλέον, οι πραγματικές προθέσεις των μερών δυνατό να είναι διάχυτες στο κείμενο κατά τρόπο που αποσπασματικός έλεγχος να καθιστά την όλη διεργασία ημιτελή και τα όποια συμπεράσματα πλασματικά και λανθασμένα (βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, 176 - 177). Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στη Χ¨Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/2009, ημερ. 22.5.2012, η προσήλωση στα γραφόμενα της σύμβασης και ο αποκλεισμός εξωγενούς μαρτυρίας, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές. Ως εκ των πιο πάνω κριτής του εγγράφου είναι το δικαστήριο και όχι η υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν (βλ. Λαζούρας, πιο πάνω, σελ. 172). Σε αυτή δε τη διεργασία κριτήριο είναι η αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α Α.Α.Δ. 407, 413). Οι μάρτυρες της τράπεζας, καθώς επίσης ο χρηματιστής, μάρτυρας υπεράσπισης, μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Η μαρτυρία ενός εκάστου διέπεται από λογική και είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και υπερβολών. Από την άλλη η μαρτυρία του εναγομένου κατακλύζεται από υπερβολή και αντίφαση, στοιχεία που αναδεικνύουν ότι είναι φανταστική και επιτηδευμένη. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η Θεμιστοκλέους δεν έχει πρωτογενή γνώση της συνομολόγησης της συμφωνίας. Άλλωστε κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή 22.04.1999 με 21.07.1999, δεν εργαζόταν στην τράπεζα. Η μαρτυρία της όμως σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας του σχεδίου, υποστηρίζεται από τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν καθώς και τη μαρτυρία του χρηματιστή. Όπως θα διαφανεί και πιο κάτω, η μαρτυρία της Θεμιστοκλέους απηχεί τα πραγματική γεγονότα και διατυμπανίζει την ειλικρίνεια και αληθοφάνειά της. Από την άλλη η αληθοφάνεια της μαρτυρίας της σε αμιγώς πραγματικά ζητήματα είναι εμφανής από τις απαντήσεις που έδωσε. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της επιχείρησε να καλύψει φαινομενικά κενά της υπόθεσης. Χωρίς περιστροφές απάντησε ότι η ίδια δεν ενημέρωσε και δεν γνωρίζει αν ο εναγόμενος ενημερώθηκε από άλλο πρόσωπο, για το περιεχόμενο των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας (τεκμήριο 29). Απερίφραστη ήταν η απάντηση που έδωσε και στην ερώτηση. αν η τράπεζα έχει εντολές, γραπτές ή προφορικές, του εναγομένου, για αγοραπωλησία μετοχών. Η μάρτυρας απάντησε «όχι». Επιπλέον, στην προσπάθεια της υπεράσπισης να διερευνήσει κατά πόσο μάρτυρες και πιστοποιών υπάλληλος ήταν παρόντες κατά την υπογραφή των διαφόρων εγγράφων, ερώτησε τη Θεμιστοκλέους αν γνωρίζει τους δυο πιστοποιούντες υπαλλήλους που πιστοποιούν τα διάφορα έγγραφα. Η μάρτυρας και πάλιν δεν έκρυψε ότι μόνο τον ένα εξ αυτών γνωρίζει, εν προκειμένω τον Πλαστήρα. Επίσης στην υποβολή ότι ο εναγόμενος δεν υπέγραψε παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου, απάντησε «Δεν γνωρίζω». Τέλος, όταν της υποδείχθηκε ότι το τεκμήριο 28 - εξουσιοδότηση - υπογράφεται από χρηματιστηριακό γραφείο που δεν είχε πληρεξούσιο του εναγομένου, πάραυτα δέχθηκε τούτο και στην αμέσως επόμενη δικάσιμο επεξήγησε ότι η 2η σελίδα του τεκμηρίου 28 δεν αφορά τον εναγόμενο, ενώ η 1η σελίδα του ίδιου τεκμηρίου αποδίδει όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 7/55. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν δείγμα της φιλαλήθειας της Θεμιστοκλέους. Η αγνότητα των απαντήσεών της φανερώνει απροθυμία για συγκάλυψη και σε συνδυασμό με την ευκολία παραδοχής λάθους επιβεβαιώνει το ανεπιτήδευτο της μαρτυρίας της και ότι πρόθεσή της ήταν μόνο η αποκάλυψη της αλήθειας. Και ο λειτουργός του Χ.Α.Κ. άφησε θετικές εντυπώσεις. Ο τρόπος που κατέθεσε, εν προκειμένω το ύφος και ο αυθορμητισμός που επέδειξε, συνηγορεί για του λόγου το ασφαλές. Πέραν τούτου όμως γεγονός είναι ότι δεν έχει να κερδίσει από την έκβαση της υπόθεσης. Ο λόγος διά τον οποίο κλήθηκε στο δικαστήριο έχει να κάνει απλώς και μόνο με τα τεκμήρια 34 μέχρι και 36, τα οποία είναι έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή του Χ.Α.Κ. Το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων καθώς και η φύση τούτων, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Ως εκ των πιο πάνω τη μαρτυρία του λειτουργού του Χ.Α.Κ. τη δέχομαι ως ορθή και αξιόπιστη. Θετική όμως εντύπωση άφησε και ο χρηματιστής ο οποίος χωρίς περιστροφές και αοριστίες απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι η μαρτυρία του χρηματιστή διαφέρει ουσιωδώς από τη μαρτυρία του εναγομένου. Υποδεικνύω εν προκειμένω ότι ο χρηματιστής αναγνώρισε το σύνολο των εξουσιοδοτήσεων που του υποδείχθηκαν, δηλαδή το τεκμήριο 7, και ανέφερε ότι εκείνος είναι που υπέγραψε τα εν λόγω έντυπα. Κρίσιμη όμως πτυχή της μαρτυρίας του δεν είναι απλώς η αναγνώριση των εξουσιοδοτήσεων. Έτι περισσότερο ενδιαφέρει η αντίληψη του χρηματιστή για τη σχέση που είχε ο ίδιος και το γραφείο του με τον εναγόμενο. Ερωτήθηκε αν καθ' οιονδήποτε χρόνο είδε ή μίλησε με τον εναγόμενο, νοείται κατά την περίοδο του σχεδίου Εθνοεπενδυτής, και απερίφραστα απάντησε «Όχι». Πρόσθεσε όμως ότι. «Γνωρίζω ότι ήταν πελάτης του γραφείου μου αλλά είχε το σύμβουλο επενδύσεων άλλο μέλος του προσωπικού μου. Προσωπικά όμως εγώ δεν είχα οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση σχέση με το συγκεκριμένο πελάτη». Ερωτηθείς αν είναι σε θέση να πει κατά πόσο ο εναγόμενος έδωσε εντολές για αγορά ή πώληση μετοχών στον εν λόγω λογαριασμό, η απάντησή του ήταν «Όχι, λυπούμαι. Λυπούμαι». Κατά την αντεξέταση όμως ακολούθησε η εξής στιχομυθία: «Ερ.: Είπατε ότι δεν μπορείτε να θυμάστε αν ο εναγόμενος έδωσε ή όχι εντολές σε εσάς. Απ.: Αυτοπροσώπως. Δεν έχω αποδεχθεί ότι πήρα εγώ εντολή προσωπικά από τον εν λόγω πελάτη, αλλά αναγνωρίζω ότι ήταν συνεργαζόμενο άτομο ο πελάτης με άλλο πρόσωπο του γραφείου. Ερ.: Άρα αναγνωρίζεται ότι ήταν πελάτης του γραφείου σας; Απ.: Βεβαίως». Ένα είναι το συμπέρασμα που εξάγεται από τα πιο πάνω. ότι ο εναγόμενος ήταν πελάτης του χρηματιστηριακού γραφείου που διατηρούσε ο χρηματιστής, αλλά εξυπηρετείτο από άλλο πρόσωπο και όχι τον ίδιο. Οι δε εξουσιοδοτήσεις του τεκμηρίου 7 συνιστούν το αποτέλεσμα των εντολών του εναγομένου. Η διάσταση τώρα μεταξύ της μαρτυρίας του χρηματιστή, μάρτυρα υπεράσπισης, και εκείνης του εναγομένου, σύγκειται στο ότι ο τελευταίος ήταν κάθετος ότι δεν έδωσε καμία εντολή είτε στο χρηματιστή είτε σε οιονδήποτε υπάλληλο του γραφείου του. Μάλιστα ο εναγόμενος υποστήριξε ότι ούτε καν γνωρίζει το χρηματιστή ή το γραφείο του. Αυτή η θέση του εναγομένου δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Εν πρώτοις συνιστά βασική δικαιϊκή αρχή ότι κάθε διάδικος δεσμεύεται από τη μαρτυρία των μαρτύρων που καλεί. Αν η πάγια αυτή αρχή χρειάζεται τεκμηρίωση, αρκεί να παραπέμψω στην υπόθεση Νικολάου ν. Στυλιανού κ.α.
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1727,
  1. Κατ' επέκταση αυτή και μόνο η διάσταση στη μαρτυρία της υπεράσπισης φανερώνει την αναλήθεια και αντίφαση που διέπει τον ουσιωδέστερο ισχυρισμό του εναγομένου. Από την άλλη, έχοντας ως γνώμονα την κοινή λογική καταλήγει κανείς ότι η αλήθεια κατοικεί στα λεγόμενα του χρηματιστή και όχι του εναγομένου. Αυτό γιατί ο πρώτος δεν έχει κανένα συμφέρον να εξυπηρετήσει. Όποια και αν είναι η απόφαση του δικαστηρίου δεν επηρεάζεται. Στον αντίποδα ο εναγόμενος εξυπηρετεί ίδιον όφελος, δηλαδή προσπάθεια απαλλαγής απ' όσα του καταλογίζει η τράπεζα. Ως εκ των πιο πάνω, ως ορθή και αληθή δέχομαι τη θέση του χρηματιστή, μάρτυρα υπεράσπισης, και όχι τη θέση του εναγομένου. Πέραν όμως των πιο πάνω, το σύνολο της μαρτυρίας του εναγομένου αναδεικνύει αναλήθεια και σκοπιμότητα. Και εξηγώ. ο εναγόμενος υποστήριξε ότι η Παντελίδου του ανέφερε πως ο λογαριασμός που θα ανοιγόταν θα ήταν investor account, ότι θα κατέβαλλε ο ίδιος μέρος των χρημάτων και τα υπόλοιπα η τράπεζα, και τέλος, ότι η τράπεζα θα ήταν εκείνη που θα προέβαινε στις πράξεις και θα παρακολουθούσε το λογαριασμό, ώστε να έχει κέρδος, πράγμα που του εγγυήθηκε. Είμαι της γνώμης ότι όλα τα πιο πάνω δεν είναι τίποτα άλλο από μυθοπλασίες του εναγομένου, ώστε να αποφύγει τις συνέπειες των δικών του πράξεων και αποφάσεων. Απλή και μόνο ανάγνωση του τεκμηρίου 1, δηλαδή της αίτησης του σχεδίου Εθνοεπενδυτής, φανερώνει ότι καλούνται για συμμετοχή «δραστήριοι επενδυτές». Παρεμβάλλω εδώ ότι στο πλαίσιο αντεξέτασης της Θεμιστοκλέους έγινε προσπάθεια να αναδειχθεί ο εναγόμενος ως αδαής των χρηματιστηριακών δρώμενων. Αν και επίδικο δεν είναι η συναλλακτική ικανότητα του εναγομένου στο Χ.Α.Κ., εντούτοις ο όγκος του τεκμηρίου 7, δηλαδή οι εξουσιοδοτήσεις που ο χρηματιστής αναγνώρισε ως το αποτέλεσμα των πράξεων που έκανε ο εναγόμενος, το τεκμήριο 34, δηλαδή ο κατάλογος των μετοχών που κατείχε ο εναγόμενος την περίοδο 1999 με 2001, καθώς και το τεκμήριο 1, συγκεκριμένα η δήλωση του εναγομένου ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν κάτοχος 5.300 μετοχών τράπεζας Κύπρου, αξίας Λ.Κ.30.000,00, αποκαλύπτουν μεγάλη, αν μη τι άλλο, δραστηριότητα. Επανέρχομαι όμως στη μεταξύ των μερών συμφωνία (τεκμήρια 1 και 2) ώστε να υποδείξω ότι στο επεξηγηματικό σημείωμα της αίτησης που υπέβαλε ο εναγόμενος, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Με το σχέδιο «ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ», η Εθνική Τράπεζα σας παρέχει κεφάλαιο κίνησης από £10.000,- μέχρι £30.000,- μέσω ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού για επενδύσεις μόνο στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Εσείς καταθέτετε ποσοστό 30% του ορίου που θα σας παραχωρηθεί ή/και δεσμεύετε τίτλους δημοσίων εταιρειών, αντίστοιχης αξίας. Οι Χρηματιστηριακές αξίες του χαρτοφυλακίου σας ενεχυριάζονται υπέρ της Εθνικής Τράπεζας, χωρίς αυτό να σας εμποδίζει να τις εμπορεύεστε». Τα πιο πάνω αποτελούν ακριβοδίκαιη και εύλογη σύνοψη όσων αναφέρονται στους όρους 2, 3, 6 και 9 του τεκμηρίου
  2. Επιπλέον, δεν χωρούν πολλαπλών ή διαζευκτικών ερμηνειών. Μοναδικό συμπέρασμα που εξάγεται από τα πιο πάνω, καθώς και το σύνολο των εγγράφων που υπέγραψαν οι διάδικοι, είναι πως η τράπεζα θα παραχωρούσε δάνειο (πιστωτικές διευκολύνσεις) στον εναγόμενο. Επειδή όμως αντικείμενο αγοράς και παράλληλα εξασφάλισης της συναλλαγής ήταν χρηματιστηριακές αξίες, οι οποίες λόγω της φύσεώς τους δεν φημίζονται για τη σταθερότητα της τιμής τους, το σχέδιο προέβλεπε περιθώριο ασφαλείας, που ήταν το 120% του αθροίσματος της εκάστοτε αξίας του χαρτοφυλακίου που κατεχόταν και τυχόν μετρητών που ήταν κατατεθειμένα (όρος 7, τεκμηρίου 1). Τα πιο πάνω καταβαραθρώνουν τον ισχυρισμό του εναγομένου περί επενδυτικού λογαριασμού που θα σύστηνε από κοινού με την τράπεζα και τον οποίο θα ήλεγχε η τράπεζα. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι ο λογαριασμός δεν ήταν επενδυτικός, υπό την έννοια ότι η τράπεζα δεν συμμετείχε στην επένδυση και ούτε επείχε θέση συμβούλου. Διερωτάται όμως κανείς, αν η τράπεζα ήταν εκείνη που θα ήλεγχε το λογαριασμό και θα προέβαινε σε πράξεις, τότε γιατί να εμπλακεί στη διαδικασία ο χρηματιστής; Εν ολίγοις, γιατί χορηγήθηκε πληρεξούσιο στο χρηματιστή και όχι στην τράπεζα απευθείας; Άλλωστε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγομένου το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων του κοινού αυτού λογαριασμού που θα σύστηναν οι δυο, εναγόμενος και τράπεζα, θα το έβαζε η τελευταία. Γιατί τότε δόθηκε πληρεξούσιο στο χρηματιστή και όχι στην τράπεζα που θα παρακολουθούσε και το λογαριασμό, ή διαζευκτικά, γιατί δεν έδωσε και η τράπεζα πληρεξούσιο στο χρηματιστή για το μέρος των χρημάτων που η ίδια θα επένδυε; Ομολογώ ότι μου είναι δύσκολο να βρω ίχνος λογικής στους ισχυρισμούς του εναγομένου. Αντικειμενική θεώρηση τούτων αποκαλύπτει ότι δεν είναι τίποτα άλλο από μύθευμα, ως ύστατη προσπάθεια απαλλαγής από τις επιπτώσεις των πράξεών του. Επίπλαστος είναι και ο ισχυρισμός περί στιχομυθίας που είχε με την Παντελίδου αναφορικά με την εξέλιξη του λογαριασμού. Ανέφερε ο εναγόμενος ότι λίγους μήνες μετά την υπογραφή της συμφωνίας τεκμήριο 2 (21.07.1999), πληροφορήθηκε από την Παντελίδου ότι ο λογαριασμός είχε κέρδη. Λίγους μήνες μετά πληροφορήθηκε, και πάλιν από την Παντελίδου, ότι ο λογαριασμός θα παρουσίαζε πρόβλημα. Μάλιστα αντέδρασε και ζήτησε να πωλήσουν τις μετοχές αυθωρεί. Το ίδιο έπραξε και λίγους μήνες μετά όταν του αναφέρθηκε ότι ο λογαριασμός ήταν κάτω από το περιθώριο ασφάλειας. Εκείνο που ξενίζει είναι η παραδοχή του εναγομένου ότι μετά από αυτή την τελευταία επικοινωνία του ζητήθηκε να μεταβεί στην τράπεζα ώστε να υπογράψει νέο πληρεξούσιο, αυτή τη φορά προς την τράπεζα (τεκμήριο 19), πράγμα που έκανε. Εγείρεται λοιπόν το εξής ερώτημα. γιατί δέχθηκε να εξουσιοδοτήσει την τράπεζα με το πληρεξούσιο τεκμήριο 19, τη στιγμή που στο δικό του μυαλό ήταν ξεκάθαρο ότι η τράπεζα ήταν εκείνη που ευθύνετο για την όλη κατάσταση; Μάλιστα, όπως ισχυρίστηκε, στην τηλεφωνική συνομιλία που είχε με την Παντελίδου της είπε ότι εκείνη ήταν που ευθυνόταν εφόσον του υποσχέθηκε ότι θα παρακολουθούσε το λογαριασμό και όφειλε να τον κλείσει μόλις έπεσε κάτω από το συμφωνηθέν όριο. Πέραν του ότι οι πιο πάνω θέσεις του εναγομένου δεν αντέχουν τη βάσανο της λογικής, αντικρούονται και από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αρκεί να υποδειχθεί ότι το τεκμήριο 31 φανερώνει ποια ήταν η εξασφάλιση που παρείχε το χαρτοφυλάκιο που κατείχε ο εναγόμενος σε διάφορες ημερομηνίες. Τελευταία ημερομηνία κάλυψης του οφειλόμενου ποσού από το χαρτοφυλάκιο του εναγομένου, είναι η 01.12.
  3. Κατ' εκείνο το χρόνο το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε Λ.Κ.23.075,21, ενώ το χαρτοφυλάκιο άξιζε Λ.Κ.23.988,
  4. Η κάλυψη, σύμφωνα με το τεκμήριο 31, υπέρβαινε κατά 3,96% το οφειλόμενο ποσό (βλ. στήλη outstanding balance cover %). Η σημασία τούτου του τεκμηρίου αναδεικνύεται άμα ειδωθεί με τα υπόλοιπα πληρεξούσια που έδωσε ο εναγόμενος, τα οποία παραδέχεται ότι υπέγραψε. Το τεκμήριο 5 δόθηκε την 13.06.2001, δηλαδή σε περίοδο που το χαρτοφυλάκιο υπολειπόταν του οφειλόμενου ποσού κατά 35,21% (βλ. τεκμήριο 31 ημερομηνία 05.06.2001). Το δε τεκμήριο 6 δόθηκε λίγους μήνες πριν το τεκμήριο 19 πιο πάνω, δηλαδή την 17.02.
  5. Κατ' εκείνο το χρόνο το χαρτοφυλάκιο του εναγομένου υπολειπόταν του οφειλόμενου ποσού κατά 82,75% (βλ. τεκμήριο 31 ημερομηνία 04.02.2002). Γιατί δεν αντέδρασε ο εναγόμενος σε εκείνες τις επισκέψεις του στην τράπεζα, δεν απασχόλησε την υπεράσπιση. Πέραν των πιο πάνω η Θεμιστοκλέους ανέφερε, και επί του προκειμένου δεν αμφισβητήθηκε, ότι την 28.06.2001 ο εναγόμενος παρέδωσε στην τράπεζα 12.500 μετοχές της εταιρείας NEMESIS CONTSTRUCTIONS PUBLIC COMPANY, ώστε να ενεχυριαστούν. Τούτες οι μετοχές αναφέρονται, όπως υπέδειξε η Θεμιστοκλέους, στο τεκμήριο 21 και περιγράφονται ως additional stock. Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την αδιάσειστη θέση του χρηματιστή ότι ο εναγόμενος είναι που προέβη στις πράξεις του τεκμηρίου 7, αποκαλύπτουν ότι οι αιτιάσεις του εναγομένου και δη η προσπάθεια αποστασιοποίησης από υποβολή εντολών για αγορά ή πώληση μετοχών, πόρρω απέχουν από την πραγματικότητα. Αν ο εναγόμενος ουδεμία σχέση είχε με αγοραπωλησία μετοχών γιατί τότε πρόσφερε τις 12.500 μετοχές της NEMESIS; Γιατί δεν διαμαρτυρήθηκε στην τράπεζα και γιατί συνέχιζε να παραχωρεί πληρεξούσια σε χρηματιστές τη στιγμή που το χαρτοφυλάκιό του κατρακυλούσε στα τάρταρα του χρηματιστηρίου; Οι περιβάλλουσες περιστάσεις, η κοινή λογική καθώς και η ανθρώπινη εμπειρία, ερμηνεύουν τη στάση του εναγομένου. Έχοντας απωλέσει το μεγαλύτερο μέρος του χαρτοφυλακίου του, το μόνο που απέμεινε στο άλλοτε κουτί της Πανδώρας ήταν η ελπίδα. Ελπίδα για επάνοδο της αξίας των μετοχών που ο ίδιος αγόρασε. Αυτός προφανώς ήταν ο λόγος που κράτησε τις μετοχές και πρόσθεσε 12.500 νέες μετοχές της εταιρείας NEMESIS και όχι η άγνοια που σήμερα προφασίζεται. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι ο εναγόμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Οι θέσεις του ήταν επιτηδευμένες και στόχο είχαν την απαλλαγή του και όχι αποκάλυψη της αλήθειας. Ως εκ τούτου τη μαρτυρία του εναγομένου, στην έκταση που διαφέρει από την αξιόπιστη μαρτυρία, δεν την αποδέχομαι και την απορρίπτω. Από το σύνολο της αξιόπιστης μαρτυρίας προκύπτει ότι αμέσως μετά την υπογραφή των τεκμηρίων 2, 3 και 4, η τράπεζα άνοιξε επ' ονόματι του εναγομένου το λογαριασμό με αριθμό 529388236-
  6. Το σύνολο των εγγράφων που υπέγραψε ο εναγόμενος, συγκεκριμένα τα τεκμήρια 2, 3, 4, 5 , 6 και 19, αναφέρουν ότι υπογράφηκαν παρουσία μαρτύρων και πιστοποιούντος υπαλλήλου. Καμία αξιόπιστη μαρτυρία πλήττει αυτή την αναφορά και ως εκ τούτου δέχομαι ότι η υπογραφή των εν λόγω εγγράφων από τον εναγόμενο έγινε παρουσία των προσώπων που εκεί αναφέρονται. Όριο του λογαριασμού που ανοίχθηκε ήταν το ποσό των Λ.Κ.20.000,
  7. Ως εξασφάλιση ο εναγόμενος κατέθεσε ποσό Λ.Κ.6.000,
  8. Η διαδικασία που ακολουθείτο σε λογαριασμούς ως ο επίδικος, είναι αυτή που επεξηγήθηκε από τη Θεμιστοκλέους και το χρηματιστή. Εν συντομία. ο δικαιούχος του λογαριασμού απευθυνόταν στο χρηματιστή που είχε διορίσει με πληρεξούσιο, δηλαδή του έδινε οδηγίες αγοράς ή πώλησης μετοχών, ο χρηματιστής εκτελούσε τις οδηγίες και ακολούθως απέστελλε στην τράπεζα την εξουσιοδότηση, δηλαδή έντυπο ως αυτά που περιέχονται στο τεκμήριο 7, και την καλούσε να χρεώσει ή να πιστώσει το λογαριασμό του πελάτη αναλόγως της πράξης που προηγήθηκε. Η σχέση μεταξύ τράπεζας και πελάτη, δεν ήταν άλλη από σχέση δανειστή και οφειλέτη. Ο έλεγχος των πράξεων ανήκε στον πελάτη και η τράπεζα απλώς παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις (βλ. Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ Έφ. 303/08, ημερομηνίας 08.03.2012). Στην υπό κρίση περίπτωση η υπεράσπιση αμφισβητά τη νομιμότητα των εξουσιοδοτήσεων τεκμήρια 7/1 έως και 7/
  9. Ο λόγος έγκειται στο ότι οι εν λόγω εξουσιοδοτήσεις υπογράφονται από το Λούη Κλάππα, δηλαδή το χρηματιστή, ενώ το πληρεξούσιο που παραχώρησε ο εναγόμενος είναι στο όνομα του χρηματιστηριακού οίκου Louis Clappas Brokerage House (τεκμήριο 3) και αργότερα της εταιρείας Clappas Securities Ltd (τεκμήριο 5). Πριν οτιδήποτε άλλο νιώθω υποχρεωμένος να αναδείξω το εξής οξύμωρο. αν και η υπεράσπιση κάλεσε το χρηματιστή ως μάρτυρα, εντούτοις δεν του απηύθυνε τούτο το ζήτημα. Αρκέστηκε εν προκειμένω στα συμπεράσματα που δυνατό να προκύπτουν από συνδυασμένη ανάγνωση των τεκμηρίων 3, 5 και
  10. Δεν σχολιάζω περαιτέρω τη στάση αυτή της υπεράσπισης, εφόσον κρίνω ότι το θέμα επιλύεται αλλιώς. Και εξηγώ. Όπως ανέφερε η Θεμιστοκλέους, μεταξύ των ημερομηνιών 27.06.2006 και 21.07.2006 η τράπεζα άσκησε το δικαίωμα που της παρείχε η συμφωνία και προέβη σε πώληση των μετοχών που τότε κατείχε ο εναγόμενος. Οι μετοχές που τότε είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος φαίνονται στο τεκμήριο
  11. Είναι τούτες 22.700 μετοχές της NEMESIS. Άλλες μετοχές δεν κατέχονταν από τον εναγόμενο. Επιπλέον, η Θεμιστοκλέους άφησε να νοηθεί ότι η τράπεζα δεν προέβη σε πώληση άλλων μετοχών του εναγομένου και το τεκμήριο 20, οι καταστάσεις λογαριασμού, φανερώνουν ότι άλλη αναγκαστική πώληση μετοχών του εναγομένου δεν διενεργήθηκε. Ποιο είναι όμως το συμπέρασμα όλων των πιο πάνω; Η απάντηση στο ερώτημα είναι πως όποιο και αν είναι το καθεστώς των εξουσιοδοτήσεων τεκμήρια 7/1 έως και 7/58, τα εμπλεκόμενα μέρη, και συγκεκριμένα ο εναγόμενος, εξέλαβαν ότι νομίμως αγοράστηκαν οι μετοχές επ' ονόματι του εναγομένου και αυτός είναι και ο λόγος που στη συνέχεια διαπραγματεύτηκε τούτες σε βαθμό που την 03.02.2006 (ημερομηνία έκδοσης του τεκμηρίου 25), δεν είχε άλλες μετοχές επ' ονόματί του, προφανώς επειδή πώλησε εκείνες που είχαν αγορασθεί. Εφόσον λοιπόν ο εναγόμενος χρησιμοποίησε τις αγορασθείσες μετοχές καταλήγω ότι υιοθέτησε, έστω εκ των υστέρων, τις εξουσιοδοτήσεις του Λούη Κλάππα και δεν του επιτρέπεται σήμερα να αμφισβητεί τούτες. Πέραν των πιο πάνω, τα τεκμήρια 32 και 33, επιστολές που απέστειλε στην τράπεζα ο χρηματιστής, φανερώνουν ότι Λούης Κλάππας και Louis Clappas Brokerage House, είναι ένα και το αυτό. Το τελευταίο όνομα χρησιμοποιήτο από το χρηματιστή ως επωνυμία. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του λειτουργού του Χ.Α.Κ. ο οποίος ανέφερε ότι ο κωδικός χρηματιστή ήταν στο όνομα Λούης Κλάππας, αλλά το χρηματιστήριο αποδεχόταν πράξεις και στο όνομα Louis Clappas Brokerage House, φτάνει να υπογράφονταν από το χρηματιστή. Από όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι. αφενός ουδέν μεμπτό αποκαλύπτεται σε σχέση με το πληρεξούσιο, τεκμήριο
  12. Το πληρεξούσιο χορηγήθηκε στο χρηματιστή Λούη Κλάπα που απλώς περιγράφηκε με την επωνυμία που χρησιμοποιούσε. Αφετέρου, έστω και αν το πιο πάνω συμπέρασμα ήθελε κριθεί εσφαλμένο, γεγονός παραμένει ότι ο εναγόμενος χρησιμοποίησε τις μετοχές που αγοράστηκαν με το πληρεξούσιο που δόθηκε στην επωνυμία, συμπεριφορά η οποία δηλοί ότι αποδέχθηκε τις σχετικές πράξεις. Καταλήγω συνεπώς ότι το σύνολο του τεκμηρίου 7 συνιστά τις εξουσιοδοτήσεις που απέστειλαν στην τράπεζα οι πληρεξούσιοι του εναγομένου. Οι δε οδηγίες για αγορά ή πώληση των μετοχών που αγοράστηκαν δόθηκαν από τον εναγόμενο, όπως αναφέρθηκε από το χρηματιστή. Διαπιστώνω περαιτέρω ότι σε κάποιο χρονικό σημείο ο λογαριασμός του εναγομένου άρχισε να παρουσιάζει πρόβλημα λόγω μείωσης της αξίας του χαρτοφυλακίου που κατείχε, όπως φαίνεται στο τεκμήριο
  13. Ως εκ τούτου η τράπεζα απέστειλε στον εναγόμενο διάφορες επιστολές, δηλαδή το τεκμήριο
  14. Παρεμβάλλω εδώ ό,τι σχετικό της άρνησης του εναγομένου ότι παρέλαβε τις επιστολές τεκμήριο
  15. Εν πρώτοις ο εναγόμενος κρίθηκε αναξιόπιστος και συνεπώς η μαρτυρία του δεν είναι ικανή να θεμελιώσει σχετικό εύρημα. Από την άλλη, αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι επιστολή που αποστέλλεται και δεν επιστρέφεται ως μη παραληφθείσα, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως τεκμήριο ότι παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1Α Α.Α.Δ. 479, 491). Στην προκείμενη περίπτωση η πάρα πάνω αρχή τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής. Καταλήγω συνεπώς ότι το τεκμήριο 23 (επιστολές τράπεζας για μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου), το τεκμήριο 24 (επιστολή δικηγόρων τράπεζας) και το τεκμήριο 18 (επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 10.08.2006), απεστάλησαν από την τράπεζα και δεν επιστράφηκαν ως μη παραληφθείσες. Κατ' επέκταση, παραλήφθηκαν από τον εναγόμενο. Περιπλέον αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι μεταξύ 27.06.2006 και 21.07.2006 η τράπεζα πώλησε 22.700 μετοχές που ο εναγόμενος είχε ενεχυριάσει και συμψήφισε το εισπραχθέν ποσό με το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ακολούθως, τη 10.08.2006 τερμάτισε το λογαριασμό και ενημέρωσε τον εναγόμενο (τεκμήριο 18). Κατ' εκείνο το χρόνο το οφειλόμενο υπόλοιπο του εναγομένου ανερχόταν σε Λ.Κ.34.755,
  1. Τούτο το ποσό μεταφέρθηκε σε νέο λογαριασμό στις καθυστερήσεις, δηλαδή τον υπ' αριθμό 529399642-8, ενώ ο αρχικός λογαριασμός έκλεισε. Παραμένει τώρα να εξεταστεί το οφειλόμενο υπόλοιπο του εναγομένου. Σχετική βεβαίως είναι η μαρτυρία της Θεμιστοκλέους σε συνδυασμό με το τεκμήριο 20 (κατάσταση λογαριασμού). Η σημασία της κατάστασης λογαριασμού αναδείχθηκε στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited, Πολ. Έφ. 209/09, ημερομηνίας 20.03.
  2. Στη δοσμένη περίπτωση το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού υποστηρίζεται από τις εξουσιοδοτήσεις, τεκμήριο 7, εφόσον αυτές είναι που το απαρτίζουν. Παρ' όλα αυτά, η υπεράσπιση έχει δίκαιο στο εξής. το ποσό που αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 28.09.2007 (τεκμήριο 20), ποσό Λ.Κ.630,20, αποτελεί έξοδα δικηγόρων. Η Θεμιστοκλέους ερωτήθηκε επί τούτου και δέχθηκε ότι το εν λόγω ποσό είναι δικηγορικά έξοδα. Περαιτέρω, συνάγεται ότι το ποσό που αναφέρεται σε επόμενο λογαριασμό ημερομηνίας 31.07.2008, ποσό €1.076,40, και επίσης περιγράφεται ως δικηγορικά έξοδα, είναι το ίδιο με το προηγούμενο μετατρεμμένο όμως σε ευρώ. Αυτό το ποσό κρίνω ότι δεν δικαιολογείται από τις συμφωνίες των διαδίκων και συνεπώς δεν μπορεί να επιδικαστεί. Τώρα, το ύψος του επιτοκίου και η διαδικασία τοκισμού του εκάστοτε υπολοίπου, επεξηγήθηκε από τη Θεμιστοκλέους και επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο
  3. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι ενώ ο τόκος αναφερόταν σε κάθε μηνιαία χρέωση, η προσθήκη τούτου γινόταν δύο φορές ανά έτος, δηλαδή κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου. Όπως προανέφερα, απλή και μόνο εξέταση του τεκμηρίου 20 επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της Θεμιστοκλέους, τα οποία και αποδέχομαι πλήρως. Το συμφωνηθέν επιτόκιο διαπιστώνεται από το τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα τους όρους 4 και
  4. Κατά το χρόνο έγκρισης της αίτησης του εναγομένου, δηλαδή την 21.07.1999 (βλ. επιστολή έγκρισης - τεκμήριο 2) το συμφωνηθέν επιτόκιο ανερχόταν σε 8% (βλ. τεκμήριο 1, 4ον όρο). Έχει όμως σημασία να λεχθεί εδώ ότι στον ίδιο όρο της συμφωνίας (όρο 4 τεκμηρίου 1) αναφέρεται πως: «
  5. ............................... Νοείται ότι σε περίπτωση που το προαναφερόμενο επιτόκιο ήθελε τροποποιηθεί είτε με Νόμο ή με απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου είτε άλλως πως, τότε το ανώτατο επιτόκιο όπως θα έχει τροποποιηθεί, θα υποκαθιστά αυτομάτως το επιτόκιο που προνοείται πιο πάνω, εκτός εάν η ΤΡΑΠΕΖΑ ήθελε άλλως πως και κατά την απόλυτη κρίση της αποφασίσει, οπότε και θα ειδοποιεί γι' αυτό γραπτώς τον ΕΠΕΝΔΥΤΗ». Επιπλέον, λίγους μήνες μετά τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ψηφίστηκε ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος, Ν.160(Ι)/99, ο οποίος κατάργησε τον περί Τόκου Νόμο, Ν.2/1977και συνάμα το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου. Συμφώνως του Ν.160(Ι)/99, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος ήταν απλώς η ενημέρωση του οφειλέτη περί διαφοροποίησης του επιτοκίου μέσω ανακοίνωσης στον ημερήσιο τύπο (βλ. άρθρο 3
(1)(γ) Ν.160(Ι)/99ως είχε κατά τον επίδικο χρόνο). Στη δοσμένη περίπτωση τα τεκμήρια 8 μέχρι και 17 επιμαρτυρούν τέτοια ανακοίνωση και ικανοποιούν τις επιταγές που θέτει ο νόμος. Συνεπώς δέχομαι ότι σε διάφορες περιόδους το επιτόκιο της συμφωνίας των μερών αυξομειώθηκε ως φαίνεται στα τεκμήρια 8 μέχρι και 17 και επεξηγήθηκε από τη Θεμιστοκλέους. Εν κατακλείδι, με την επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 18), η τράπεζα ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι το επιτόκιο αυξήθηκε σε 11,5%. Η εν λόγω ενέργεια δεν αντίκειται των διατάξεων του Ν.160(Ι)/99 και ήταν καθ' όλα σύμφωνη με τις πρόνοιες της συμφωνίας που συνομολόγησαν τα μέρη (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, πιο πάνω, στη σελίδα 490 και Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1A A.A.Δ. 194, 202). Προτού ολοκληρώσω οφείλω να εγκύψω σε δύο ζητήματα που ήγειρε η υπεράσπιση. Το πρώτο αφορά τυχόν αμελή συμπεριφορά της τράπεζας και δη υποχρέωση που είχε να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές, ώστε να προστατευτεί τόσο η ίδια αλλά και ο εναγόμενος. Επί του προκειμένου παρατηρώ ότι στην υπόθεση Μαρκίδη, πιο πάνω, εξετάστηκε ανάλογο ζήτημα σε συμφωνία ανάλογη με την επίδικη. Μάλιστα και εκεί η τράπεζα ήταν η ίδια με την εδώ ενάγουσα. Όσα εκεί αναφέρθηκαν απηχούν και την υπό κρίση συμφωνία και καθιστούν το σχετικό ισχυρισμό ανυπόστατο. Λέχθηκε εκεί ότι: «Οι λόγοι έφεσης 8, 9 και 18 αφορούν στην κατ΄ ισχυρισμό υποχρέωση των εφεσιβλήτων να λάβουν υπόψη τους τα συμφέροντα του εφεσείοντα όταν θα αποφάσιζαν να πουλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές του. Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται ουσιαστικά στα τεκμήρια 2 και
  1. Το τεκμήριο 2, ημερ. 12.5.98, είναι επιστολή των εφεσιβλήτων προς τον εφεσείοντα η οποία υπογράφεται και από τις δύο πλευρές. Σ΄ αυτήν αναγράφεται, αναφορικά με την παράγραφο 7 των όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ότι «σε περίπτωση που το περιθώριο ασφάλειας περιοριστεί κάτω από το αναφερόμενο ποσοστό, τότε η Τράπεζα θα καταβάλει προσπάθειες, χωρίς αυτό να είναι στις υποχρεώσεις της, να σας ειδοποιήσει σχετικά προκειμένου να προβείτε, το αργότερο εντός 24 ωρών, στην τακτοποίηση του λογαριασμού σας. Ευνόητο ότι εάν δεν υπάρξει τακτοποίηση της εκκρεμότητας, η Τράπεζα θα ενεργήσει όπως προνοεί ο αναφερόμενος όρος, δηλαδή κλείσιμο του λογαριασμού σας και πώληση ολόκληρου του χαρτοφυλακίου σας.» Στο τέλος του τεκμηρίου 2 αναγράφεται ότι, εφόσον ο εφεσείων αποδέχεται τα προαναφερόμενα, θα πρέπει να υπογράψει το αντίγραφο της επιστολής και να το επιστρέψει στους εφεσίβλητους, όπως και έγινε. Κατά τον εφεσείοντα το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και του τεκμηρίου 18, το οποίο αντικαθιστά το περιθώριο ασφάλειας από ποσοστό 120% σε ποσοστό 130%, διαφοροποιούν τον προαναφερόμενο όρο 7 της, μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων. Είναι θέση του εφεσείοντα, ότι το δικαίωμα πώλησης των αξιών του που έχει η εφεσίβλητη τράπεζα δυνάμει του όρου 7, μετατρέπεται, ουσιαστικά, σε υποχρέωση «να πωλήσει» τις αξίες όταν «η αγοραία αξία του συνόλου των ενεχυριασμένων αξιών και της τυχόν κατάθεσης μετρητών είναι κατώτερη του 130% του ορίου ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων του, εάν αυτό τύχει να είναι μεγαλύτερο (περιθώριο ασφαλείας/margin of safety).» Στηρίζεται ο εφεσείων ουσιαστικά στο ότι, στο τεκμήριο 2, αναγράφεται ότι η τράπεζα «θα» ενεργήσει όπως προνοεί ο αναφερόμενος όρος, δηλαδή με το κλείσιμο του λογαριασμού του εφεσείοντα και την πώληση ολόκληρου του χαρτοφυλακίου του. Αντιπαραβάλλοντας το τεκμήριο 1 (συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων) με το τεκμήριο 2 δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τη θέση του εφεσείοντα, ότι το «δικαίωμα» που παρέχεται στην εφεσίβλητη τράπεζα στον όρο 7 του τεκμηρίου 1, μεταβάλλεται σε «υποχρέωση» πώλησης των αξιών του εφεσείοντα όταν οι ενεχυριασθείσες αξίες φθάσουν στο κατώτατο όριο του περιθωρίου ασφαλείας. Δεν συμφωνούμε με τον εφεσείοντα πως η φράση στο τεκμήριο 2 «η Τράπεζα θα ενεργήσει όπως προνοεί ο αναφερόμενος όρος .» διαφοροποιεί τη φύση του όρου
  2. Στις υποθέσεις Γιάλλουρου, Καλλικά και Συρίμη (ανωτέρω) συζητήθηκαν θέματα παρόμοια με αυτά που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. Στη Γιάλλουρου αποφασίστηκε ότι το ενεχυριαστήριο έγγραφο και το πληρεξούσιο που δόθηκε προς την επενδυτική εταιρεία δεν δημιουργούσαν παρακαταθήκη ή καταπίστευμα. Στην Καλλικά εξετάστηκε όρος του εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών που προσομοιάζει με τον όρο 7 του τεκμηρίου 1 και αποφασίστηκε ότι η τράπεζα δεν είχε υποχρέωση αλλά μόνο δικαίωμα για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Η μη άσκηση του δικαιώματος εκείνου δεν είχε οποιαδήποτε συνέπεια στις υποχρεώσεις του χρεώστη έναντι της τράπεζας. Ως προς την υποβολή ότι είχε δημιουργηθεί εμπίστευμα υπέρ του χρεώστη, αποφασίστηκε ότι οι δανειστές δεν κατέστησαν εμπιστευματοδόχοι των μετοχών που είχαν ενεχυριασθεί σ΄ αυτούς από τον οφειλέτη και ούτε ήσαν υπεύθυνοι, στον οφειλέτη, για την άσκηση του δικαιώματος πώλησης των μετοχών έστω και αν η αξία των μετοχών μειωνόταν ή εκμηδενιζόταν. Με αναφορά στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση China and South Sea Bank v. Tan
(1989)3 All E.R. 839, τονίστηκε ότι η μόνη υποχρέωση του ενεχυριοδανειστή ήταν, σε περίπτωση που αποφάσιζε να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς, τη δεδομένη στιγμή. Στη Συρίμη εξηγήθηκε η διαφορά των γεγονότων που ίσχυαν στη Marketrends και υπογραμμίστηκε ότι, σ΄ εκείνη την υπόθεση, οι μετοχές είχαν εγγραφεί στο όνομα των χρηματοδοτών-δανειστών ενώ στη Συρίμη οι μετοχές ενεχυριάστηκαν μόνο προς όφελος των δανειστών. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν δημιουργείται σχέση εμπιστεύματος». Όπως προανέφερα και στη δοσμένη περίπτωση η συμφωνία των μερών δεν επέβαλλε τέτοια υποχρέωση στην τράπεζα. Το δεύτερο ζήτημα που εξετάζεται αφορά τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας (τεκμήριο 29). Είμαι της γνώμης ότι οι αιτιάσεις του εναγομένου περί παραβίασης των σχετικών εγκυκλίων δεν ευσταθούν. Υποδεικνύεται εν προκειμένω ότι η αίτηση του εναγομένου (τεκμήριο 1) υποβλήθηκε την 22.04.1999. Αυτή είναι και η ημερομηνία της συμφωνίας. Δεν παραγνωρίζω ότι η αποδοχή της αίτησης (τεκμήριο 2) έγινε την 21.07.1999, δηλαδή λίγες ημέρες μετά την πρώτη εγκύκλιο του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. τεκμήριο 29, επιστολή 12.07.1999). Εντούτοις κατ' εκείνο το χρόνο οι επιστολές του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας δεν είχαν απαγορευτικό χαρακτήρα. Δεν καλούσε τις τράπεζες να μην παρέχουν τέτοιου είδους δάνεια, αλλά να αυξήσουν το περιθώριο ασφάλειας. Στην υπό κρίση περίπτωση κατά τον επίδικο χρόνο η κάλυψη του χαρτοφυλακίου υπερέβαινε κατά πολύ το συμφωνηθέν περιθώριο ασφαλείας. Αυτό αναφέρθηκε από τη Θεμιστοκλέους και επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 31 όπου φαίνεται ότι την 03.07.2000 η αξία του χαρτοφυλακίου παρείχε κάλυψη ύψους 239,17%. Κατ' επέκταση ουδείς λόγος υφίστατο για λήψη μέτρων. Καταλήγω συνεπώς ότι ουδεμία παραβίαση των εν λόγω εγκυκλίων διαπιστώνεται. Εν πάση περιπτώσει, υποδεικνύεται εκείνο που λέχθηκε στην Μαρκίδης, πιο πάνω, δηλαδή ότι «ακόμα και τυχόν παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, δεν οδηγεί αυτόματα σε ακύρωση συμβατικών πράξεων που έγιναν κατά παράβαση των εγκυκλίων». Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω είναι αντιληπτό ότι η ανταπαίτηση του εναγομένου απορρίπτεται ως μη αποδειχθείσα, ενώ η αξίωση της τράπεζας επιτυγχάνει. Κατ' επέκταση, υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου εκδίδεται απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.38.520,13, αντίστοιχο σε €65.815,53 (για την ισοτιμία σχετική είναι η Κ.Δ.Π. 311/07, ημερομηνίας 20.07.2007) πλέον τόκο προς 11,5% από 01.07.2007 κεφαλαιοποιούμενο κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου. Επιπλέον υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα τόσο σε σχέση με την αξίωση όσο και σε σχέση με την ανταπαίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.