← Κύπρος

Κώστας Μανώλη ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1563/13, 13/3/2015

Κώστας Μανώλη ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1563/13, 13/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1563/13 Μεταξύ: Κώστας Μανώλη, εκ Παλαιομετόχου Ενάγων -και-

  1. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας
  2. Alianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία δια του Γενικού αντιπροσώπου της στην Κύπρο, Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ Εναγομένων Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη ημερομηνίας 10.12.14 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13.3.15 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 2 - Αιτητές: κα Τταουξιή Για Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Σ. Δράκος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων με την αγωγή του αξιώνει εναντίον των εναγομένων την ακύρωση τριών δανείων και ασφαλειών ζωής που συνήψε με τους εναγόμενους λόγω απάτης και ψευδών παραστάσεων. Επιζητά επίσης αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος και πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων των εναγομένων καθώς, και αποζημιώσεις. Την 3.6.14 οι εναγόμενοι 2 αποτάθηκαν στο δικαστήριο με αίτηση δια κλήσεως για την παραπομπή των επίδικων διαφορών μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων 2 σε διαιτησία. Τα υποστηρικτικά γεγονότα της αίτησης εστιάζονται σε συντομία στα εξής. Ο ενάγων κατόπιν αίτησης και πρότασης για ομαδική ασφάλεια ζωής προς τους εναγόμενους 2, αυτοί προέβηκαν στην έκδοση πιστοποιητικού ασφάλισης. Ήταν όρος του ασφαλιστικού εγγράφου ότι σε περίπτωση διαφωνίας που οφείλεται από το ομαδικό συμβόλαιο, η διαφωνία θα ανατεθεί σε διαιτητή. Αν τα μέρη δεν συμφωνήσουν στο καθορισμό του διαιτητή τότε αυτός θα καθοριστεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Είναι η θέση τους ότι τα επίδικα θέματα και οι αξιώσεις του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων 2 αποτελούν διαφορές και διαφωνίες που εμπίπτουν στον ρηθέντα όρο του ασφαλιστικού συμβολαίου. Ο ενάγων έφερε ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση αναλύοντας και επεξηγώντας τις θέσεις του ως προς τον δόλο και τις ψευδείς παραστάσεις των εναγομένων 1 και 2 αναφορικά με την σύναψη των επιδίκων και των διασυνδεόμενων με αυτά ασφαλιστικών συμβολαίων. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η βάση της αγωγής του που είναι δόλος και απάτη δεν καλύπτεται από τον ρηθέντα όρο περί διαιτησίας και η υπόθεση θα πρέπει να εκδικασθεί από το δικαστήριο. Προέκυψε περαιτέρω αίτηση εκ μέρους των εναγομένων 2 αιτητών, η επίδικη αίτηση, με την οποία επιζητούν άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία και έτυχε της ένστασης του ενάγοντος. Επί της ουσίας του αιτήματος επιζητούν να απαντήσουν διεξοδικά επί των ισχυρισμών του ενάγοντος όπως αυτοί προβάλλονται στην ένσταση του και ως καλός λόγος αποτελεί το γεγονός ότι δεν γνώριζαν τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που θα πρόβαλλε ο ενάγων. Προκύπτει συνεπώς η ανάγκη να απαντηθούν πλείστοι ισχυρισμοί του και τούτο δεδομένου ότι φέρουν και το βάρος απόδειξης της αίτησης προς παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Αντιπαρατάσσει ο ενάγων ότι δεν μπορεί οι εναγόμενοι 2 να ισχυρίζονται ότι δεν γνώριζαν τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς του γιατί αυτοί συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση απαιτήσεως του. Είναι η επίσης η θέση του ότι πρόκειται για απαντητική ένορκη δήλωση που επιχειρούν να καταχωρίσουν και όχι διευκρινίσεις και με αυτόν τον τρόπο επιδιώκουν να συμπληρώσουν κενά στην αρχική τους αίτηση. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση και οι δικηγόροι παρέδωσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Το δικαστήριο έχει μελετήσει όσα εκατέρωθεν προβάλλονται από τους δικηγόρους και κυρίως έχει ενδιατρίψει και έχει πλήρως υπόψη του το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που επιζητούν οι αιτητές να καταχωρίσουν, που αποτελεί τεκμήριο στην αίτηση, τιτλοφορούμενη «συμπληρωματική ένορκη δήλωση». Η Δ.48 θ.4

(2), που αποτελεί το νομικό βάθρο της αιτούμενης θεραπείας, προνοεί ότι η ακρόαση αίτησης γίνεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Με το θεσμό αυτό, σε αμφισβητούμενα γεγονότα αποκλείεται πλέον, σε αντίθεση με το τι ίσχυε με τον παλαιό θεσμό, η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, εκτός βέβαια από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, των ενόρκως δηλούντων. Η πιο πάνω Διαταγή επιτρέπει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων για καλό λόγο. Για να δοθεί δε άδεια από το Δικαστήριο το θέμα θα πρέπει να αντικριστεί μέσα στους λόγους που προβάλλουν ως αναγκαίοι σε συνάρτηση με το αίτημα της κυρίως αίτησης. Συνακόλουθη απόρροια της πιο πάνω διαταγής, είναι η καλά παγιωμένη αρχή ότι αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου ή με ένορκες δηλώσεις (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.A. 2118). Είναι επίσης καλά νομολογημένο ότι η μη αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων επιφέρει νομικές συνέπειες, με την έννοια ότι το περιεχόμενο τους ή προβαλλόμενα γεγονότα και ισχυρισμοί παραμένουν ακλόνητα ως μη αμφισβητούμενα και κατ' επέκταση γίνονται αποδεκτά (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013, Favero General Trading Ltd κ.ά. v. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12.11.12, Thinking Steel International B.V v. Caramondani Bros Public Co Ltd Πολ. Έφεση Αρ.361/08 ημερ. 29.6.12). Και ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί και η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd, Πολ. Έφεση 411/08 ημερ.24.5.12). Η πιο πάνω ανάλυση έγινε για να καταδείξει ότι ακροάσεις επί αιτήσεων που υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις διαφέρουν αφενός από τη ζωντανή δίκη της ουσίας της υπόθεσης, αλλά αφετέρου ουδόλως δεν θα πρέπει να περιορίζουν τα εχέγγυα μιας δίκαιης δίκης. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι η κρίση και αντίληψη του Δικαστηρίου ότι η εξέταση τέτοιων αιτήσεων δεν μπορεί να γίνεται μικροσκοπικά και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι ευρεία, ώστε να μην αποκλείει ή και να εγκλωβίζει τους διαδίκους σε αμφισβητούμενα γεγονότα, στερώντας τους το δικαίωμα να προβάλλουν απαντητικώς τις δικές τους θέσεις. Σε αντίθεση με την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων που η νομολογία καθιέρωσε στενότερα πλαίσια, όπου απαιτείται να καταδειχθεί ότι η περίπτωση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων (Μήλου κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ.280, Rana (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660). Το αίτημα για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να αντικρυστεί μέσα στους λόγους που προβάλλουν ως αναγκαίοι, στον καλό λόγο σύμφωνα με το θ.4
(2)της Διαταγής 48, σε συνάρτηση με το αίτημα που προβάλλεται στην κυρίως αίτηση, που στην παρούσα υπόθεση αφορά την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία δυνάμει όρου των ασφαλιστικών συμβολαίων. Το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, αποκαλύπτεται καλός λόγος τέτοιος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Σημειώνεται ότι δεν έχει εκδοθεί κάποιο ενδιάμεσο διάταγμα ώστε να συντρέχει περίπτωση μεταβολής της εικόνας που αρχικά δόθηκε στο δικαστήριο, ή κάποια προσπάθεια να καταδειχθεί ότι ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, ή να εξηγηθούν περαιτέρω οι λόγοι και γεγονότα επί των οποίων στηρίχθηκε αρχικά το δικαστήριο και εξέδωσε το διάταγμα. Κατά συνέπεια η θέση του κ. Δράκου ότι επιδιώκεται με αυτό τον τρόπο η κάλυψη κενών, θα είχε σημασία αν επρόκειτο για εκδοθέν μονομερώς ενδιάμεσο διάταγμα. Κρίνεται πως δεν μπορεί να γίνει απαρίθμηση λόγων που θα μπορούσαν εκ προοιμίου να συνιστούν καλό λόγο για τέτοιο αίτημα. Εναπόκειται στον αιτητή κάθε φορά να εξηγήσει και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει τέτοιος λόγος, είτε αυτός αφορά τα γεγονότα, είτε αναφέρεται σε άλλους παράγοντες ανεξάρτητους, ως για παράδειγμα ότι περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση του στοιχεία ή γεγονότα. Καθοδηγητική κρίνεται η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 4)
(1997)1 Α.Α.Δ 979. Αφορά βέβαια τη Δ.59 κ.1 και 6 των Αγγλικών Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως ως εξηγείται για να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να αναφέρεται ή και να σχετίζεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των καθ΄ ων η αίτηση. Καθοδήγηση μπορεί επίσης να αντληθεί και από το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Λεωνίδα
(2010)1 Α.Α.Δ
  1. «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Οι πιο πάνω αναφορές έγιναν ως μέρος ενός ευρύτερου προβληματισμού αναζήτησης αλλά και ανίχνευσης των προσδιοριστικών εκείνων στοιχείων και παραμέτρων της έννοιας του καλού λόγου, επί των οποίων θα ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να επιτραπεί για λόγο που εντοπίζεται και κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, άρρηκτα συνυφασμένων με τη φύση των επιζητούμενων αξιώσεων στη βασική αίτηση. Από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, είναι σαφές και διάχυτο ότι επιδιώκεται να απαντηθούν σειρά ισχυρισμών που προβάλλει ο καθ' ου η αίτηση τόσο επί πραγματικών όσο και επί νομικών θεμάτων. Η θέση του κ. Δράκου ότι οι αιτητές γνώριζαν τις θέσεις του ενάγοντα εξαγόμενες εκ της εκθέσεως απαιτήσεως δεν μπορεί να έχει ουσιαστικό ούτε και πραγματικό έρεισμα. Ο καθ ου η αίτηση εν προκειμένω στην ένσταση του εγείρει και προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί των οποίων οι αιτητές επιδιώκουν με την αίτηση τους να απαντήσουν. Δεν πρόκειται ούτε για νέους ισχυρισμούς εκ μέρους των αιτητών, ούτε και επιζητούν να συμπεριλάβουν γεγονότα προς υποστήριξη της δικής τους αίτησης, τα οποία παρέλειψαν να συμπεριλάβουν στην αρχική τους δήλωση. Απάντηση επιζητούν να καταχωρίσουν στους ισχυρισμούς του καθ ου αίτηση. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τόσο την ένορκη δήλωση που επιζητείται η άδεια, όσο και την ένσταση. Έχει επίσης ενδιατρίψει και μελετήσει τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις που αφορούν την κυρίως αίτηση για την παραπομπή σε διαιτησία. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι εισάγονται ισχυρισμοί και γεγονότα εκ μέρους του καθ ου η αίτηση 1 τέτοια, που δεν καθιστούν ανεπιθύμητη την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των αιτητών. Και τούτο γιατί η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιζητείται να καταχωρηθεί είναι επί συγκεκριμένων ισχυρισμών και γεγονότων που ευθέως προκύπτουν από ισχυρισμούς του καθ ου η αίτηση
  2. Το δικαστήριο βέβαια δεν θα υπεισέλθει στο στάδιο αυτό στην ουσία της αίτησης προς παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, στα πλαίσια όμως αυτά, οι αιτητές ουσιαστικά επιδιώκουν να παραθέσουν όλα τα γεγονότα και πλήρη εικόνα επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών, ως φέροντες και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους ως προς το επιζητούμενο διάταγμα. Πρόκειται συναφώς περί δικαιώματος αλλά και δικονομικής υποχρέωσης τους στα πλαίσια της Δ.48 Θ.4 και εφόσον καταδείξουν καλό λόγο που να δικαιολογεί το αίτημα τους, δεν μπορεί να τους αποκλειστεί ούτε και να τους στερηθεί το δικονομικό διάβημα που επιδιώκουν. Στην βάση όλων των ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντων στοιχείων, όπως αυτά έχουν αξιολογηθεί και αναλυθεί, κρίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αποκλίνει υπέρ του αιτήματος των αιτητών. Ως εκ τούτου το αίτημα εγκρίνεται. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και σε βάρος των καθ΄ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.