LITHO WEB LTD ν. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ & ΙΩΑΚΕΙΜ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 5281/2013, 17/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5281/2013 Μεταξύ: LITHO WEB LTD Ενάγουσας και ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ & ΙΩΑΚΕΙΜ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 5.6.2014 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 17 Μαρτίου, 2015 Για αιτήτρια- εναγομένη: κ. Μ. Κουκουμάς Για καθ΄ ης η αίτηση-ενάγουσα: κα Α. Σολουκίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 6.8.2013, με την οποία αξίωνε απόφαση εναντίον της εναγομένης για €13.564,54 για τυπογραφικές εργασίες που παρείχαν στην εναγομένη. Η αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη εταιρεία στις 28.8.2013, δεν καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης και η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης στις 25.9.2013 ως η απαίτηση πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Στις 5.6.2014 η εναγομένη καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης. Σημειώνω ότι αρχικά εκδόθηκε και προσωρινό διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών που εκδόθηκε προς εκτέλεση της απόφασης, το οποίο όμως στη συνέχεια ακυρώθηκε από το Δικαστήριο, και η σχετική αίτηση απορρίφθηκε, καθότι ουδείς παρουσιάστηκε τη μέρα που είχε οριστεί επιστρεπτέο το προσωρινό διάταγμα. Πανομοιότυπη αίτηση για αναστολή καταχωρίστηκε από την εναγομένη στις 10.7.2014 και στη συνέχεια απορρίφθηκε από το Δικαστήριο λόγω μη προώθησης. Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.17, θ. 10, Δ.26 θ. 14, Δ.33 θ. 5, Δ.48 θ. 1,2,3,8 και 9, Δ.57 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στις αρχές της επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Ιωακείμ, διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος αναφέρει ότι έλαβε γνώση της αγωγής στις 28.8.2013 όταν του επιδόθηκε προσωπικά ως διευθυντή της εναγομένης εταιρείας. Επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα και τους ενημέρωσε ότι η εναγομένη ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα αγωγή. Προσθέτει ότι λίγες ημέρες αργότερα τον επισκέφθηκαν αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι της ενάγουσας οι οποίοι απαίτησαν τα χρήματα της αγωγής και τους εξήγησε ότι ουδεμία σχέση έχει η εναγομένη με το οφειλόμενο ποσό. Αρνείται οποιαδήποτε οφειλή προς την ενάγουσα και αναφέρει ότι «λεπτομέρειες θα δοθούν στη δικάσιμο». Εξ όσων γνωρίζει και πιστεύει και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, έχει καλή υπεράσπιση και θεωρεί ότι εγείρει τέτοιους ισχυρισμούς που αποκαλύπτουν ουσιαστική υπεράσπιση στην απαίτηση της ενάγουσας. Συνεπώς θεωρεί ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις και είναι ορθό και δίκαιο όπως η απόφαση ακυρωθεί. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην αίτηση στις 20.1.2015, στην οποία εξειδικεύονται οι εξής λόγοι: α) Η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος. β) Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. γ) Η αιτήτρια-εναγομένη δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες καθότι δεν έχει αποδείξει καλό λόγο για την παράλειψη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης στην αγωγή. δ) Η αιτήτρια-εναγομένη δεν έχει αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Κυριάκου διευθυντή της ενάγουσας, ο οποίος προβάλλει ότι οι λόγοι που αναφέρει ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της εναγομένης για την παράλειψη εμφάνισης στο Δικαστήριο δεν αποτελούν σοβαρούς και εύλογους λόγους που να δικαιολογούν τη μη καταχώριση εμφάνισης. Μετά την επίδοση της αγωγής, η εναγομένη όφειλε να ενδιαφερθεί για την πορεία της υπόθεσης, πράγμα το οποίο αδικαιολόγητα δεν έπραξε. Προβάλλει επιπλέον ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν αποτελούν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας αλλά απλώς συνιστούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Στην ουσία η εναγομένη ουδεμία υπεράσπιση εγείρει και ουδένα ισχυρισμό προβάλλει. Αναφέρει επιπλέον ότι η εναγομένη ουδεμία υπεράσπιση έχει και μοναδικός στόχος της αίτησης είναι η καθυστέρηση και αποφυγή πληρωμής του χρέους προς την ενάγουσα. Επισημαίνει επιπλέον ότι ουδεμία δικαιολογία δίδεται για την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης 9 μήνες μετά από την έκδοση της απόφασης και ειδικότερα μετά την καταχώριση εντάλματος κινητής περιουσίας, το οποίο τελικώς απεσύρθη άνευ βλάβης. Συνεπώς, αιτείται την απόρριψη της αίτησης, εφόσον θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της απόφασης. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 17 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η παρούσα αίτηση, προνοεί ότι όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τη Διαταγή 17, δηλαδή λόγω παράλειψης του εναγομένου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει την απόφαση με όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι. Συνεπώς, η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές [1] . Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων. Ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά εξετάζει τα στοιχεία που τίθενται ενώπιόν του για να διαγνώσει κατά πόσο δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Συνεπώς, ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες ή στοιχεία που να αποκαλύπτουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αξίωση. Επιπρόσθετα, όμως, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του. Αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης. Όπως λέχθηκε στη Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει το Δικαστήριο η Δ.17, Θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Εξετάζοντας το θέμα της παράλειψης της αιτήτριας-εναγομένης να καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης, κατά την κρίση μου η εξήγηση που έδωσε ο διευθυντής της κ. Ιωακείμ σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κριθεί ως ικανοποιητική. Δέχεται ότι η αγωγή επιδόθηκε δεόντως, γεγονός που επιμαρτυρείται και από την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης. Επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους δικηγόρους της ενάγουσας και προέβαλε τη θέση του ότι η εναγομένη δεν έχει σχέση με την αγωγή. Εν τούτοις, δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα έτσι ώστε να μην προχωρήσει η δικαστική διαδικασία και να εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Σημειώνω ότι το κλητήριο ένταλμα που παρέλαβε ο διευθυντής της εναγομένης, καταγράφει ότι πρόκειται για αγωγή στο Ε.Δ. Λευκωσίας, ότι εντός δέκα ημερών από την επίδοση θα πρέπει να καταχωριστεί εμφάνιση και ότι σε περίπτωση που δεν καταχωριστεί εμφάνιση η ενάγουσα δύναται να προχωρήσει την αγωγή και δύναται να δοθεί απόφαση στην απουσία της. Ακόμη και όταν τον επισκέφθηκαν λίγες μέρες αργότερα υπάλληλοι της ενάγουσας απαιτώντας πληρωμή της επίδικης οφειλής, και πάλιν απλώς τους προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν έχει σχέση με την αγωγή. Από τη στιγμή που η θέση της εναγομένης είναι ότι δεν οφείλει το ποσό της απαίτησης, όφειλε να καταχωρίσει εμφάνιση για να μην προχωρήσει η διαδικασία στην απουσία της. Αντ' αυτού, η εναγομένη επέλεξε, αδικαιολόγητα, όπως μη πράξει οτιδήποτε, με αποτέλεσμα η δικαστική διαδικασία να προχωρήσει στην απουσία της. Επέδειξε δε ενδιαφέρον πέραν των οκτώ μηνών αργότερα, όταν η ενάγουσα προχώρησε σε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης με την έκδοση εντάλματος κινητών. Μόνο τότε, αποφάσισε η εναγομένη να κινητοποιηθεί και να υποβάλει αίτηση για αναστολή του εντάλματος κινητών και την υπό κρίση αίτηση παραμερισμού. Σημειώνω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, το γεγονός ότι ένας αιτητής δίδει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά και ικανοποιητική δικαιολόγηση της καθυστέρησης να εμφανιστεί στην αγωγή (βλ. Mine & Quarry Services Ltd ν. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26) και ειδικότερα όταν πρόκειται για πολύ αδύναμο ισχυρισμό ότι επικοινώνησε με την άλλη πλευρά και την πληροφόρησε ότι ουδεμία σχέση έχει με την αγωγή, χωρίς περαιτέρω ενέργειες, αδιαφορώντας πλήρως για τη δικαστική διαδικασία. Επαναλαμβάνω ότι η θέση της πλευράς της εναγομένης, ότι μετά την επίδοση της αγωγής ενημέρωσε την πλευρά της ενάγουσας ότι δεν έχει σχέση με την υπόθεση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψη να καταχωριστεί εμφάνιση, ούτε και να θεωρηθεί ως επαρκής δικαιολογία για το γεγονός ότι υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση πέραν των εννέα μηνών αφότου έλαβε γνώση της αγωγής, και πέραν των οκτώ μηνών από την έκδοση της απόφασης, ήτοι μόνο μετά την έκδοση του εντάλματος κινητών εναντίον της. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί ότι η εναγομένη επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία αγγίζει τα όρια καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941). Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο αιτητής οφείλει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του, αλλά και να υποβάλει την αίτηση για παραμερισμό έγκαιρα. Εάν η αίτηση υποβληθεί με καθυστέρηση, τότε ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν δόθηκε καμία σοβαρή και εύλογη αιτιολογία είτε για την παράλειψη καταχώρισης αίτησης εμφάνισης είτε για την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης παραμερισμού. Υπενθυμίζω ότι η εναγομένη έλαβε δεόντως γνώση της αγωγής από τις 28.8.2013, ενώ δηλώνει ότι στη συνέχεια η ενάγουσα απαιτούσε το ποσό της απόφασης. Εν τούτοις, η εναγομένη δεν ενδιαφέρθηκε για την έκβαση της δικαστικής διαδικασίας που γνώριζε ότι εκκρεμούσε εναντίον της, παρά μόνο όταν είχε πλέον προωθηθεί μέτρο εκτέλεσης. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω και το κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Ο κ. Ιωακείμ στην ένορκη δήλωσή του, αρνείται οποιαδήποτε οφειλή προς την ενάγουσα και αναφέρει ότι εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του έχει καλή υπεράσπιση και εγείρει τέτοιους ισχυρισμούς που αποκαλύπτουν ουσιαστική υπεράσπιση στην απαίτηση. Εν τούτοις, παραλείπει να προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση, πέραν του προαναφερόμενου γενικού και αόριστου ισχυρισμού ότι αρνείται την οφειλή και η εταιρεία του δεν έχει σχέση με την αγωγή. Η γενική άρνηση της απαίτησης και της όποιας σχέσης με την υπόθεση, χωρίς την παράθεση έστω και της παραμικρής λεπτομέρειας ή κάποιου απτού στοιχείου που να προσδίδει κάποια βαρύτητα στους ισχυρισμούς αυτούς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική για τους σκοπούς της παρούσας. Όσον δε αφορά την τοποθέτηση ότι λεπτομέρειες της υπεράσπισης «θα δοθούν κατά τη δικάσιμο», σημειώνω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, ο αιτητής σε αίτηση παραμερισμού απόφασης θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, «ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω, ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση». Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από αυτήν του ενάγοντα. Συνεπώς, θα πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας, ώστε να μην ασκείται επί ματαίω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως έχει προαναφερθεί, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά εξετάζει τα στοιχεία που τίθενται ενώπιόν του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως γνήσιας υπεράσπισης, παρά μόνο γενικές και αόριστες αρνήσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι, με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από την εναγομένη, δεν έχει στοιχειοθετηθεί συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση. Η γενικότητα των ισχυρισμών του κ. Ιωακείμ αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση υπεράσπισης (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστα Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1101). Στο σημείο αυτό, θεωρώ ορθό να επισημάνω την αποδοκιμασία του Δικαστηρίου για το γεγονός ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης στη γραπτή αγόρευσή του προβάλλει αρκετούς ισχυρισμούς για γεγονότα που ουδόλως περιέχονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης που συνοδεύει την ένσταση (τελευταίες δύο προτάσεις παραγράφου 13, τελευταία πρόταση παραγράφου 14, παράγραφος 15, παράγραφος 21, παράγραφος 22). Ως γνωστόν οι δικηγόροι δεν παραθέτουν μαρτυρία με τις αγορεύσεις τους. Το Δικαστήριο εξετάζει την αίτηση στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτήν και στις ένορκες δηλώσεις (τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39) και οι δικηγόροι δεν μπορούν να προσθέτουν περαιτέρω μαρτυρία με τις αγορεύσεις τους. Ζυγίζοντας αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί, και αφετέρου την ανάγκη για ταχεία διεκπεραίωση της δικαστικής διαδικασίας και την ανάγκη για τελεσιδικία, θεωρώ ότι η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη ώστε να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση και εναντίον της εναγομένης-αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Evans v. Bartlam [1937] 2 All ER 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, , Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd,
(1997)1(A) A.A.D. 28, Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA"
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 437, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, ΚΕΑΝ SOFT DRINKS LTD v. Safmarine Container Lines N.V.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1784, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Ευάνθη ν. Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 176 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο