Στέλιος Γρούτας και Υιός Λτδ ν. Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας, Αρ. Αγωγής 3600/11, 10/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3600/11 Μεταξύ:- Στέλιος Γρούτας και Υιός Λτδ Εναγόντων Και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δαλιού Λτδ Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου ημερ.12.4.13 Μεταξύ:- Στέλιος Γρούτας και Υιός Λτδ, Εναγόντων Και Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 24.10.14 προς ακύρωση της δικαστικής απόφασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.3.15 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή : κ. Παπαχριστοδούλου Για Καθ ων η Αίτηση : κ. Π. Παπαγεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές υπέβαλαν αίτηση για ακύρωση της εκδοθείσης εναντίον τους δικαστικής αποφάσεως, δυνάμει των Δ.17 θ.10, Δ.25 Θ.1-6, Δ.26 Θ.1-4. Η αίτηση υποστηρίζεται από δυο ένορκες δηλώσεις. Η μια προέρχεται από δικηγόρο του γραφείου των αιτητών και η άλλη από κάποιον Ανδρέα Αντωνίου που κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην ΣΠΕ Δαλιού και είχε την ευθύνη διοίκησης εργοστασίου ζωοτροφών που ανήκε στην ΣΠΕ Δαλιού. Οι ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του διευθυντή τους και κάποιου Ανδρέα Χατζηκωστή κτηνίατρου. Στην συνέχεια οι ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση υπέβαλαν την κρινόμενη αίτηση με την οποία επιζητούν δυο θεραπείες. Πρώτο να αντεξετάσουν τον Αντωνίου «όσον αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του» και δεύτερο, διάταγμα που να διατάσσει την παρουσία του Χ' Παναγιώτου «για να αντεξεταστεί σχετικά με την εξ ακοής μαρτυρία που αποδίδεται σε αυτόν στην παράγραφο 17 της ενόρκου δηλώσεως του Αντωνίου». Οι αιτητές δεν έφεραν ένσταση στην αίτηση αλλά ως δήλωσε ο κ. Παπαγεωργίου θα πρέπει να περιοριστούν τα θέματα της αντεξέτασης γιατί αν επιτύχει η αίτηση παραμερισμού δεν θα εξεταστεί δυο φορές το επίδικο θέμα. Ο κ. Παπαχριστοδούλου για τους αιτητές παρέπεμψε στην παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, στην οποία σύμφωνα με την εισήγηση του περιορίζονται και εξειδικεύονται τα θέματα επί των οποίων επιζητείται η αντεξέταση. Το υπό κρίσιν αίτημα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, αφού σύμφωνα με την υπόθεση Μήλου κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ.280 είναι στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να εγκρίνει ή να απορρίψει αίτημα κάτω από την Δ.39 ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στους Halsbury' s Laws of England s Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21,παρα.878, σελ.418-419 επεξηγείται ότι το δικαστήριο δεν θα επιτρέψει σε ένα διάδικο να εξετάσει προφορικά ένα μάρτυρα αν είναι της άποψης ότι η αίτηση για αντεξέταση γίνεται για να προκληθεί καθυστέρηση, ή αν υπάρχει επαρκής μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου για να αποφασίσει. Όταν υποβάλλεται αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος, τούτο θα πρέπει να είναι αρκούντως προσδιορισμένο και σαφώς περιορισμένο και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της διαδικασίας και δεν μπορεί να εκτείνεται επί οιουδήποτε θέματος υπάρχει αμφισβήτηση μεταξύ των μερών. Κριτήριο και παράμετρος εντός της οποίας θα ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου είναι κατά πόσο η αντεξέταση είναι προς το συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης και αν καταδεικνύεται ως ανάγκη κάποια εξαιρετική περίσταση στην βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης. Στην υπόθεση Rana (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660, αίτηση για habeas corpus, υπεδείχθη ότι η αίτηση για αντεξέταση δυνάμει των προνοιών της Δ.39 Θ.1 πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Για όλα αυτά το βάρος προφανώς το φέρει ο αιτητής, που θα πρέπει να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι πιο πάνω παράγοντες ώστε να ασκηθεί προς όφελος του η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Ο μόνος δε τρόπος με τον οποίο μπορούν να προβληθούν και κυρίως να αξιολογηθούν αλλά και να κριθούν από το δικαστήριο οι σχετικοί παράμετροι, είναι η παράθεση με λεπτομερή ένορκη δήλωση εκ μέρους του αιτούντος όλων των συγκεκριμένων θεμάτων εκ των οποίων αναδύεται αλλά και καταδεικνύεται η ανάγκη αντεξέτασης, όπως και των εξαιρετικών εκείνων περιστάσεων που να δικαιολογούν το αίτημα. Το δικαστήριο έχει μελετήσει την παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση. Οι αιτητές αναφέρουν ότι ο Αντωνίου προβαίνει σε ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα και στην συνέχεια απαριθμούνται τα θέματα επί των οποίων γίνονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί. Περιστρέφονται γύρω από την ύπαρξη ή όχι αφλατοξινών σε ζωοτροφές που διατέθηκαν από τους εναγομένους καθώς και στη ποσότητα που καταναλώθηκε από τα ζώα των εναγόντων και πολλών άλλων συναφών με αυτά θεμάτων. Είναι επίσης η θέση του ομνύοντος ότι η αναφορά του Αντωνίου στον Χ΄ Παναγιώτου και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει τα ευρήματά του είναι παραπλανητικός, γίνονται εικασίες και εσφαλμένες εκτιμήσεις και ως εκ τούτου θα πρέπει ο Χ΄ Παναγιώτου να κληθεί ως μάρτυρας και να αντεξεταστεί με τα θέματα αυτά. Περαιτέρω η αξιοπιστία του Χ' Παναγιώτου είναι αμφισβητήσιμη γιατί ήταν και ο μόνιμος συνεργάτης των εναγομένων και έχουν στενή επαγγελματική σχέση μεταξύ τους. Η αντεξέταση του είναι επιβεβλημένη για να δοθεί και το σωστό βάρος στην εξ ακοής μαρτυρία του. Τέλος, δια της μαρτυρίας των εναγομένων αφήνονται υπαινιγμοί για την αξιοπιστία του Χατζηκωστή - του δικού τους μάρτυρα - και ως εκ τούτου απαιτείται η αντεξέταση του Αντωνίου για να διαφανεί ότι τον Χατζηκωστή τον επικαλέστηκαν και οι εναγόμενοι στο παρελθόν σε άλλες υποθέσεις και συνεπώς κωλύονται να εγείρουν ζήτημα αξιοπιστίας του. Κρίνεται ότι στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνουν κάποιες συγκεκριμένες επισημάνσεις άμεσα σχετιζόμενες με την φύση της διαδικασίας της κυρίως αίτησης που αφορά την ακύρωση δικαστικής αποφάσεως. Σχετίζονται με τον τρόπο με τον οποίο εκδικάζονται τέτοιες αιτήσεις, άμεσα συναρτώμενες με την υπό κρίση αίτηση. Στην υπόθεση Morris v. Saratoga Swimming pools Ltd Πολ. Έφεση 145/09 ημερ.10.4.12 υπεδείχθη ότι: « ............. το δικαστήριο στην προσπάθεια του να εξετάσει κατά πόσον οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας αποκάλυπταν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, εξέτασε την ουσία των ισχυρισμών της, ενώ αυτό ήταν έργο του δικαστηρίου που θα εκδίκαζε την αγωγή, σε περίπτωση που παραμεριζόταν η απόφαση (βλ. Phylactou and others v. Michael
(1982)1 CLR 204). Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρωτόδικος δικαστής προχώρησε στην αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας και διαμόρφωσε άποψη ως προς την ουσία της διαφοράς και αυτό μάλιστα με λανθασμένο τρόπο». Ομοίως, στην υπόθεση Γιάγκου κ.ά ν. Φωτίου Πολ. Έφεση 233/09 ημερ.24.1.14 εξηγήθηκε ότι: «Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε εκτενώς τη νομολογία επί του παραμερισμού απόφασης, αλλά στην πράξη, η εφαρμογή των αρχών που το ίδιο ορθά συνόψισε στην υπό αμφισβήτηση απόφαση του, υπήρξε πλημμελής. Αυτό προκύπτει και μάλιστα πρόδηλα από τον τρόπο που προέβη στην καταγραφή και ανάλυση της μαρτυρίας που δόθηκε, τόσο επί των ενόρκων δηλώσεων, όσο και επί της αντεξέτασης των μαρτύρων. Οι διιστάμενες απόψεις και θέσεις των διαδίκων έτυχαν ανάλυσης και κρίσης ως εάν η αγωγή είχε εκδικαστεί επί της ουσίας της. Η θεώρηση της αντικρουόμενης μαρτυρίας δεν παρέμεινε στο ενδεδειγμένο πλαίσιο της αναζήτησης μιας εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, αλλά προχώρησε στην ουσία να αποδεχθεί ή να απορρίψει ισχυρισμούς». Προκύπτει συνεπώς με σαφήνεια εκ της νομολογίας ότι επί αιτήσεως ακυρώσεως δικαστικής αποφάσεως δεν υπάρχει περιθώριο, ούτε και είναι νομικώς ορθό να αξιολογείται η μαρτυρία με τον τρόπο και την εμβέλεια με την οποία οι αιτητές επιδιώκουν δια της αντεξετάσεως του Αντωνίου ή του Χ΄ Παναγιώτου να επιτύχουν. Είναι προφανές ότι υπό όποιο μανδύα και αν επιχειρείται η αντεξέταση του Αντωνίου, αλλά και του Χ΄ Παναγιώτου η γενικότητα με την οποία προβάλλεται το αίτημα, αλλά κυρίως και ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται, θα έχει ως αποτέλεσμα η ακρόαση της αιτήσεως ακυρώσεως της αποφάσεως αναπόφευκτα να μετατραπεί σε ακρόαση επί της ουσίας, που ως υποδεικνύει η νομολογία δεν είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο. Όλα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών, ουσιαστικά αφορούν μεγάλο εύρος εκ των ισχυρισμών του Αντωνίου που προβάλλονται στα πλαίσια ακυρώσεως της αποφάσεως, απτόμενα προφανώς με την υπεράσπιση των εναγομένων. Το αίτημα για αντεξέταση είναι εξαιρετικά γενικό και καθόλου δεν ικανοποιεί ούτε τις πρόνοιες της Δ.39, αλλά ούτε και τις παραμέτρους που τάσσει η νομολογία. Είναι δε δεδομένο ότι το βάρος το φέρει αιτητής ώστε με την παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν λόγοι προς άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος του. Και οι αιτητές με βάση όσα έχει παραθέσει δεν το έχει αποσείσει. Στην υπόθεση In Re Smith and Fawcett, Ltd
(1942)Ch.303, C.A. αφορούσε άρνηση του διευθυντή εταιρείας να επιτρέψει την εγγραφή της μεταβίβασης μετοχών στους κληρονόμους άλλου μετόχου, δυνάμει των προνοιών του καταστατικού της εταιρείας, το οποίο προέβλεπε ότι οι διευθυντές είχαν απόλυτο και ανεξέλεγκτο δικαίωμα (absolute and uncontrolled discretion) να αρνηθούν να εγγράψουν την μεταβίβαση μετοχών. Το ζήτημα όπως το έθεσε ο Simonds J. ήταν κατά πόσο, εν όψει των ευρύτατων εξουσιών που έδινε το καταστατικό στους διευθυντές, περιορίζονται στην άσκηση της εξουσίας τους αυτής μόνο από την καλόπιστη άποψη τους (bona fide view) ως προς τα συμφέροντα της εταιρείας. Και το θέμα που ηγέρθη, ως θέμα γεγονότων, ήταν κατά πόσο η άρνηση των διευθυντών ήταν καλόπιστη. Λέχθηκαν τα εξής ως προς το εξεταζόμενο θέμα: « . I strongly dislike being asked on affidavit evidence alone to draw inferences as to the bona fides or mala fides of the actors. If it is desired to charged a deponent with having given account of his motives and his reasons which is not the true account, then the person on whom the burden of proof lies should take the ordinary and obvious course of requiring the deponent to submit himself to cross-examination. That does not mean that it is illegitimate in a proper case to draw inferences as to bona fides or mala fides in cases where there is on the face of the affidavit sufficient justification for doing so, but where the oath of the deponent is before the court, as it is here, and the only grounds on which the court is asked to disbelieve it are matters of inference many of them of a doubtful character, I decline to give to those suggestions the weight which is desired». Είναι συνεπώς φανερό ότι σε κάθε περίπτωση που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπάρχει ή και εγείρεται μεταξύ άλλων και η καλοπιστία της υπεράσπισης, και τα γεγονότα της Smith ανωτέρω ήταν ιδιαίτερα και σαφώς εξειδικευμένα ως προς το θέμα τούτο, δεν θα πρέπει οπωσδήποτε και άνευ ετέρου να διατάσσεται η αντεξέταση του ομνύοντος. Ούτε και σε ένσταση επί αιτήσεως ακυρώσεως αποφάσεως όπου εγείρεται το καλόπιστο ή το κακόπιστο της προβαλλομένης υπεράσπισης, ή ακόμα παραπλανητικών ή μη διαφόρων ισχυρισμών, με τον τρόπο μάλιστα και την έννοια ως προς την εμβέλεια και την ουσία του πράγματος με το οποίο εγείρεται εδώ ως λόγος για τον οποίο δικαιολογείται η αντεξέταση των πιο πάνω προσώπων, δικαιολογεί ως ανάγκη την αντεξέταση. Και κυρίως όταν εγείρεται θέμα ως προς την αξιοπιστία είτε της μιας ή της άλλης πλευράς ή των μαρτύρων τους. Ως υποδεικνύεται και στην In Re Smith ανωτέρω, σε κατάλληλες περιπτώσεις τα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από την όψη της ενόρκου δηλώσεως. Άμεσα συναφής προς τούτο είναι η υπόθεση Subotic ν. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ.22, 28, που τονίστηκε ότι εκεί όπου εγείρεται καλή τη πίστει υπεράσπιση, αυτή εξάγεται από τα ίδια τα γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους της υπεράσπισης. Κατά συνέπεια το θέμα μπορεί και πρέπει να εξαχθεί μέσα από τα προβαλλόμενα δια της ενόρκου δηλώσεως γεγονότα και ισχυρισμούς των εναγομένων και όχι ως άσκηση αντεξέτασης του ομνύοντος, ή και άλλων προσώπων, αφού αναπόφευκτα και εκ των πραγμάτων θα οδηγήσει στην αντεξέταση επί της ουσίας των προβαλλόμενων και εν πολλοίς αντικρουόμενων ισχυρισμών και γεγονότων, που είναι παντελώς ανεπίτρεπτο στο στάδιο αυτό, αφού μοιραία θα οδηγήσει ως λέχθηκε ως κατάληξη στην εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή ευρημάτων. Η αντεξέταση συνεπώς των Αντωνίου και Χ΄ Παναγιώτου δεν προσφέρεται, ούτε και παρουσιάζεται ως αναγκαία στην παρούσα υπόθεση, αφού η συζητήσιμη υπεράσπιση, με την έννοια του αν είναι καλόπιστη ή όχι, καθώς και οι άλλοι συναφείς παράμετροι θα αποφασιστούν επί των καθιερωμένων αρχών που τάσσει η νομολογία, δια της αντιπαραβολής εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο των εκατέρωθεν ισχυρισμών στην όψη τους και όχι ως άσκηση αξιοπιστίας ή απόδειξης ενός εκάστου προβαλλόμενου ισχυρισμού (Morris ανωτέρω). Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη ότι δεν καταχωρήθηκε ένσταση κρίνεται ότι είναι δίκαιο να μην εκδοθεί καμιά για έξοδα. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο