← Κύπρος

PIRAUES BANK AD BEOGRAD ν. Πέτρου Πάλμα, Αρ. Αγωγής: 7265/2013, 26/3/2015

PIRAUES BANK AD BEOGRAD ν. Πέτρου Πάλμα, Αρ. Αγωγής: 7265/2013, 26/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 7265/2013 Μεταξύ: PIRAUES BANK AD BEOGRAD Εναγόντων -και- Πέτρου Πάλμα Εναγομένου Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης 26 Μαρτίου, 2015. Εμφανίσεις Για τους Αιτητές: κος Μιχαηλίδης. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κος Κωνσταντίνου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της επίδικης αίτησης είναι η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ως εκ τούτου πρόσφορο είναι πριν οτιδήποτε άλλο να παρατεθούν οι αρχές που διέπουν το αίτημα. Είναι αντιληπτό ότι δεν νοείται παρέκκλιση από τα ειωθότα της δικαστικής διαδικασίας. Η δίκη και ιδιαίτερα η κλήτευση μαρτύρων από αμφότερες τις πλευρές, είναι ό,τι αναδεικνύει τα επίδικα ζητήματα και επιτρέπει στο δικαστήριο να διαγνώσει την αλήθεια, διεργασία η οποία αποτελεί ύψιστο στόχο του δικαίου. Από την άλλη το δικαστήριο ανακτά δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης εκεί όπου ικανοποιούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τούτες είναι οι ακόλουθες: η οπισθογράφηση της αγωγής ανταποκρίνεται στον κ.6 της Δ.2· ο εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση· και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, Νεάρχου κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ.818 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd
(2008)1B A.A.Δ. 837). Πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων μεταθέτει το βάρος στους ώμους του εναγομένου ο οποίος καλείται∙ είτε να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, είτε να αποκαλύψει γεγονότα που του δίνουν δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. Νεάρχου (πιο πάνω), Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 221, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, Λαζάρου v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817, N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.1912 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ.204). Η επίδικη αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 κκ 1, 2 και 9, Δ.48 κκ 1 - 9, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του νόμου και της νομολογίας. Επιπλέον υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση το περιεχόμενο της οποίας πραγματεύομαι πιο κάτω. Ανάλογη εν προκειμένω είναι και η νομική βάση της ένστασης. Μοναδική προσθήκη είναι το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τα άρθρα 19 και 24 του Κεφ.
  1. Και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που σε αυτή την περίπτωση ορκίζεται ο εναγόμενος. Ουδεμία από τις δύο πλευρές ζήτησε αντεξέταση οιουδήποτε των ομνυόντων και συνεπώς η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Δεν επαναλαμβάνω όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέφεραν στο δικαστήριο εφόσον είμαι της γνώμης ότι η διεργασία που ακολουθεί αναδεικνύει κάθε τι σχετικό. Σε αυτό το στάδιο δέον είναι να παρατεθούν όσα γεγονότα διαπιστώνονται από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου. Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, που στην προκείμενη περίπτωση είναι ειδικά οπισθογραφημένο, καταχωρίστηκε την 12.11.
  2. Η καταχώριση του σημειώματος εμφανίσεως έγινε την 21.11.
  3. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 16.12.
  4. Για μόνο λόγο ότι αυτή είναι η μέχρι σήμερα πορεία της αγωγής, καθώς και ο τύπος που διέπει τούτη, είναι αντιληπτό ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αφορούν τον τύπο της αγωγής, δηλαδή ότι εδράζεται στον κ.6 της Δ.2 και επιπλέον, ότι καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης. Στην προκείμενη περίπτωση εκείνο που απασχολεί, άλλωστε αποτελεί λόγο ένστασης, είναι κατά πόσο η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο κ.1 της Δ.
  5. Υποδεικνύεται εν προκειμένω ότι σε σχέση με αυτό το ζήτημα ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει τα ακόλουθα: «Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των ως άνω ισχυρισμών, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας Αίτησης λόγω του ότι η Αίτηση δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ειδικότερα λόγω του ότι η Ένορκος Δήλωση που στηρίζει την Αίτηση υπογράφεται από πρόσωπο που δεν έχει ή που δεν μπορούσε να έχει προσωπική και θετική γνώση ώστε να ορκιστεί για τα γεγονότα της υπόθεσης που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται ή έστω η απαίτηση στο σύνολο». Επιβάλλεται τούτο το ζήτημα να αποφασιστεί πρώτο, εφόσον το δικαστήριο ανακτά δικαιοδοσία εξέτασης αιτήματος για έκδοση συνοπτικής απόφασης εκεί και μόνο όπου η αίτηση, κατ' επέκταση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, πληροί τις δικονομικές επιταγές. Επιβάλλεται περαιτέρω να παρατεθεί εδώ εκείνο ακριβώς που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Κατ' αρχάς, υποδεικνύεται ότι ομνύουσα τούτη την ένορκη δήλωση είναι η Μαρία Κυριάκου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές. Η γνώση της ομνύουσας αποτελεί αντικείμενο των παραγράφων 1 και 2 της ενόρκου δηλώσεως. Αναφέρεται εκεί ότι: «
  6. ...ορκίζομαι την παρούσαν υπό την εν λόγω ιδιότητα μου, βάσει οδηγιών και συμβουλών τις οποίες έλαβα υπό του Δικηγόρου των Εναγόντων-Αιτητών και εξ' όσων κάλλιο γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι.
  7. Είμαι εξουσιοδοτημένη υπό των Εναγόντων-Αιτητών όπως ορκισθώ την παρούσα και γνωρίζω τα γεγονότα της υπόθεσης από το περιεχόμενο του φακέλου που τηρείται στο γραφείο μας και από πληροφόρηση που έτυχα από τους πελάτες». Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, ως πιο πάνω παρατίθεται, απάδει των προϋποθέσεων που θέτει ο σχετικός κανονισμός. Είναι αντιληπτό ότι η ομνύουσα δεν έχει θετική, ήτοι προσωπική, γνώση όσων επικαλείται. Και πως άλλωστε να έχει τέτοια γνώση τη στιγμή που οι αιτητές είναι χρηματοπιστωτικός οργανισμός που εδράζεται σε ξένη χώρα και η αξίωση της αγωγής θεμελιώνεται σε έγγραφη συμφωνία εγγυήσεως που συναρτάται με δάνειο που παραχωρήθηκε σε τρίτο πρόσωπο, ενώ η ομνύουσα είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές. Πέραν όμως τούτου έκδηλο είναι από τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση ότι η γνώση της ομνύουσας δεν είναι θετική, υπό την έννοια ότι η ίδια δεν έχει συμμετοχή στη συνομολόγηση της συμφωνίας, ή στην παρακολούθηση του δανείου, ή έστω στην ετοιμασία του όποιου λογαριασμού. Όπως η ίδια αναφέρει στην επίδικη ένορκη δήλωση. η γνώση της πηγάζει από το περιεχόμενο του φακέλου που τηρείται στο γραφείο τους και από πληροφόρηση που έτυχε από τους πελάτες. Νιώθω ότι κοινολεκτώ είμαι όμως υποχρεωμένος να επαναλάβω όσα αναφέρθηκαν στην παλαιά υπόθεση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Bani A.S.
(1972)1 C.L.R. 130. Λέχθηκε εκεί ότι. «In Lagos v. Grunwaldt [1910] 1 K.B. 41, Farwell L.J., after dealing with the requirements of an affidavit under Order XLV., r.1 where the words were "upon affidavit by himself or his solicitor stating that judgment has been recovered or order made . . . . . " had this to say : "But when I contrast those words with the very special words in Order xiv . . . , r.1, 'swear positively to the facts,' and when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed. A solicitor may be a perfectly good witness from his own knowledge of the facts, but the mere fact that he is the solicitor cannot make his information and belief any better than that of any other person. To say that the solicitor can take his client's instructions and then swear 'positively' that they are true seems to me an extravagant proposition. I think on that ground that there was no jurisdiction to make this order." ................ It cannot, however, be claimed that the facts and circumstances of the present case would justify such an approach. The distinction should be drawn between the personal positive knowledge of the employee of the plaintiffs in the Pathe Freres case (supra), and the knowledge of the clerk of plaintiffs' advocate in the present case, whose means of knowledge emanated from information and instructions received by their law office. On the authorities, therefore, it may be said that the trial court had no jurisdiction to give judgment on the application, unless the affidavits were supplemented and the defects cured by the end of the day». Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου, πιο πάνω, καθώς επίσης στην Γεωργίου Αγαθαγγέλου ν. Τράπεζας Κύπρου
(2002)1Α Α.Α.Δ. 274 και στην The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 1168. Αρκεί να υποδειχθεί ότι στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου, πιο πάνω, ο ομνύων ισχυρίστηκε πως η γνώση του προέκυπτε από έγγραφα που είχε στην κατοχή του και από προσωπική επαφή και πείρα, κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που αναφέρθηκε από την ομνύουσα στην υπό κρίση περίπτωση. Και στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου, πιο πάνω, κρίθηκε πως ο ωμόσας την ένορκη δήλωση δεν είχε θετική γνώση. Χιλιοειπωμένη όσο και εάν είναι η νομική αρχή, γεγονός που γεννά προσδοκία ότι οι διάδικοι θα μεριμνούσαν για ικανοποίηση αυτών των απλών κατά τα άλλα προϋποθέσεων, εντούτοις στην προκείμενη περίπτωση είναι αντιληπτό ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτει ότι η ομνύουσα έχει θετική γνώση των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Αυτό και μόνο είναι αρκετό βεβαίως να οδηγήσει το αίτημα σε απόρριψη. Προσθέτω δε ότι αν και σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή αν η ομνύουσα απεκάλυπτε θετική γνώση των γεγονότων, η 3η παράγραφος της ενόρκου δηλώσεως θα ικανοποιούσε τη δικονομική υποχρέωση για επιβεβαίωση της αιτίας της αγωγής, εντούτοις τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί λόγω ακριβώς της διαπίστωσης ότι η γνώση των γεγονότων από την ομνύουσα δεν φέρει θετικό πρόσημο. Λόγω των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι κατανοητό ότι το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Εφόσον δε το ζήτημα απολήγει στη ρίζα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κρίνω ότι ανάρμοστο είναι να προχωρήσω σε εξέταση του κατά πόσο ο εναγόμενος απέδειξε καλή υπεράσπιση. Τέτοια διεργασία επιτρέπεται μόνο επί τη ικανοποιήσει των προϋποθέσεων που βαρύνουν τον αιτητή. Εφόσον λοιπόν στη δοσμένη περίπτωση οι αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν τη δική τους υποχρέωση, δεν ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για εξέταση των ζητημάτων που αφορούν τον καθ' ου η αίτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγόντων. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.