← Κύπρος

Λευτέρης Λειβαδιώτης & Σια Λτδ ν. Βασίλη Α. Αβραάμ, Αρ. Αγωγής: 5199/2013, 6/3/2015

Λευτέρης Λειβαδιώτης & Σια Λτδ ν. Βασίλη Α. Αβραάμ, Αρ. Αγωγής: 5199/2013, 6/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5199/2013 Μεταξύ: Λευτέρης Λειβαδιώτης & Σια Λτδ Ενάγουσας και Βασίλη Α. Αβραάμ Εναγομένου --------------------- Αίτηση ημερ. 16.4.2014 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 6 Μαρτίου, 2015 Για αιτήτρια - ενάγουσα : κ. Δ. Κούτρας Για καθ' ου η αίτηση - εναγόμενο : κ. Σ. Κυριακίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένου. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η αξίωση είναι για €64.216,35 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, δυνάμει παραδεδεγμένου λογαριασμού και/ή πωλήσεως εμπορευμάτων και/ή τιμολογίων και/ή κατάστασης λογαριασμού και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας εταιρείας, η οποία ασχολείται με την παρασκευή και πώληση ζωοτροφών, ο εναγόμενος είναι πελάτης της ενάγουσας και αγόραζε εμπορεύματα επί πιστώσει από αυτήν δυνάμει τιμολογίων, τα οποία ο εναγόμενος αφού τα έλεγχε, υπέγραφε ως ορθά. Κατά διάφορες ημερομηνίες, ο εναγόμενος κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι, ως εμφαίνονται σε κατάσταση λογαριασμού η οποία άρχισε από το 2012, με παραδεδεγμένο υπόλοιπο €60.162,01 και έληγε την 1.3.2013 οπόταν ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο εκ €64.216,

  1. Προβάλλεται επιπλέον ότι η κατάσταση λογαριασμού κοινοποιείτο στον εναγόμενο τακτικά αλλά και ότι ο εναγόμενος συμφώνησε με το προαναφερόμενο υπόλοιπο και προς αναγνώριση του χρέους του το υπέγραψε. Παρά τις υποσχέσεις του για εξόφληση, παρέλειψε να το πράξει και καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή την 1.8.
  2. Ο εναγόμενος καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης στις 23.8.2013 και στις 9.10.2013 η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση εναντίον του λόγω μη καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης. Στις 29.1.2014 ο εναγόμενος καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης, στην οποία παραδέχεται ότι ο εναγόμενος αγόραζε εμπορεύματα από την ενάγουσα δυνάμει τιμολογίων τα οποία αφού έλεγχε υπέγραφε, αλλά αρνείται το ισχυριζόμενο υπόλοιπο και ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσό οφείλει προς την ενάγουσα. Προβάλλει επιπλέον ότι ουδέποτε εκδόθηκαν επ' ονόματί του τιμολόγια τα οποία δεν έχει πληρώσει και αρνείται ότι αναγνώρισε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ότι υποσχέθηκε να το πληρώσει. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι και αν ακόμη οφείλεται οιονδήποτε ποσό δυνάμει μη αποπληρωθέντων τιμολογίων, το ποσό αυτό είναι πολύ μικρότερο του ποσού της αξίωσης, το οποίο ουδέποτε η ενάγουσα ζήτησε από τον εναγόμενο όπως της καταβληθεί. Καλεί δε την ενάγουσα σε αυστηρά απόδειξη των ισχυρισμών της, εφόσον αρνείται ότι οφείλει δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού οιονδήποτε ποσό προς την ενάγουσα και/ή το αξιούμενο ποσό. Στις 16.4.2014 η ενάγουσα καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του διευθύνοντος συμβούλου της, κ. Ελευθέριου Λειβαδιώτη. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση ο κ. Λειβαδιώτης αναφέρει ότι έχει αναγνώσει και συμφωνεί με το κλητήριο ένταλμα και ότι ο εναγόμενος αληθώς και δικαίως οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €64.216,35 δυνάμει παραδεδεγμένου λογαριασμού και/ή αναγνώρισης χρέους, ως θεωρεί ότι εμφαίνεται στα τιμολόγια τα οποία επισυνάπτει ως δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο Α. Σημειώνει ότι ο εναγόμενος έχει υπογράψει όλα τα τιμολόγια, αναγνωρίζοντας και συμφωνώντας ταυτόχρονα με το «προηγούμενο υπόλοιπο» το οποίο αναγράφεται σε κάθε τιμολόγιο, πέραν του ποσού του κάθε τιμολογίου. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β κατάσταση λογαριασμού, από την οποία θεωρεί ότι επιβεβαιώνεται το οφειλόμενο ποσό εκ €64.216,
  3. Ο κ. Λειβαδιώτης δηλώνει ότι ο εναγόμενος ουδεμία υπεράσπιση έχει και ότι καταχώρισε εμφάνιση για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των εκατέρωθεν θέσεων, επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι η εν λόγω κατάσταση Τεκμήριο Β αρχίζει με ημερ. 14.2.2012 και προηγούμενο υπόλοιπο €59.688,64 («balance brought forward») και τελειώνει με ημερ. 1.3.2013 και τελικό υπόλοιπο €66.542,
  4. Ο εναγόμενος καταχώρισε ένσταση, με την οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους, όπως συνοψίζω πιο κάτω:
  5. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 και η νομολογία σε σχέση με την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  6. Ο ενόρκως δηλών για την αιτήτρια ισχυρίζεται ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €64.216,35 ως η αξίωση στο κλητήριο ένταλμα, ενώ στο Τεκμήριο Β που επισυνάπτει το εμφαινόμενο ως οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό ανέρχεται σε €66.542,10
  7. Στην παράγραφο 4 του κλητηρίου εντάλματος η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τηρείτο λογαριασμός, ο οποίος το 2012 εμφάνιζε κατ' ισχυρισμό παραδεδεγμένο υπόλοιπο εκ €60.162,01, ενώ η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Β που επισύναψε ο διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας στην αίτηση για συνοπτική άρχεται από τις 14.2.2012 με ισχυριζόμενο υπόλοιπο και συνεχίζει μέχρι την 1.3.2013 και σε ουδεμία ημερομηνία εμφανίζει υπόλοιπο ύψους €60.162,
  8. Ο εναγόμενος αρνείται ότι με την υπογραφή των τιμολογίων του Τεκμηρίου Α αναγνώριζε ή συμφωνούσε με οποιοδήποτε ισχυριζόμενο υπόλοιπο που αναγραφόταν επί του κάθε τιμολογίου. Ο εναγόμενος διά της υπογραφής του απλώς επιβεβαίωνε την παραλαβή του σχετικού τιμολογίου και των αγαθών που περιγράφονται σε αυτό και όχι οτιδήποτε άλλο.
  9. Από τα Τεκμήρια Α και Β προκύπτει ότι για την περίοδο μεταξύ 14.2.2012 μέχρι και 1.3.2013 παρέλαβε εμπορεύματα συνολικής αξίας €40.172,38 συμπ. του Φ.Π.Α. και κατέβαλε συνολικό ποσό εκ €37.625,
  10. Εφόσον ο εναγόμενος αρνείται το ισχυριζόμενο προηγούμενο υπόλοιπο («balance brought forward») ύψους €59.688,64 ως καταγράφεται επί του Τεκμηρίου Β με ημερ. 14.2.2012, ουσιαστικά οφείλει, σύμφωνα με τα Τεκμήρια Α και Β που προσκόμισε η ενάγουσα, μόνο το ποσό των €2.546,
  11. Η ενάγουσα ουδεμία σαφή και θετική μαρτυρία έχει προσφέρει που να αποδεικνύει την ύπαρξη του οιουδήποτε υπολοίπου - είτε για αυτό που αναγράφεται στο Τεκμήριο Β ως balance brought forward εκ €59.688,64 είτε για αυτό που αναγράφεται στην παράγραφο 4 του κλητηρίου εντάλματος εκ €60.162,
  12. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου, ο οποίος επισημαίνει ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι της οφείλει €64.216,35 ενώ στο Τεκμήριο Β που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το εμφαινόμενο ως οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €66.542,
  13. Επισημαίνει επιπλέον ότι η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Β άρχεται από τις 14.2.2012 και συνεχίζει μέχρι την 1.3.2013 και σε ουδεμία ημερομηνία εμφανίζει υπόλοιπο ύψους €60.162,01, ενώ στην παράγραφο 4 του κλητηρίου εντάλματος η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η κατάσταση λογαριασμού άρχισε το 2012 με παραδεδεγμένο υπόλοιπο εκ €60.162,
  14. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η πραγματική σημασία της υπογραφής κάθε τιμολογίου από τον ίδιο συνίστατο στο ότι αναγνώριζε και παραλάμβανε το σχετικό τιμολόγιο και τα εμπορεύματα τα οποία περιγράφονταν σε αυτό και όχι οτιδήποτε άλλο, όπως το κάθε ισχυριζόμενο προηγούμενο υπόλοιπο. Επισημαίνει επιπλέον ότι από τα Τεκμήρια Α και Β προκύπτει ότι για την περίοδο μεταξύ 14.2.2012 μέχρι και 1.3.2013 αγόρασε εμπορεύματα συνολικής αξίας €40.172,38 και κατέβαλε συνολικό ποσό εκ €37.625,
  15. Εφόσον αρνείται το ισχυριζόμενο προηγούμενο υπόλοιπο («balance brought forward») ύψους €59.688,64 ως καταγράφεται επί του Τεκμηρίου Β με ημερ. 14.2.2012, προβάλλει τη θέση ότι εάν οφείλει οιονδήποτε ποσό σύμφωνα με τα Τεκμήρια Α και Β τούτο δεν δύναται να είναι μεγαλύτερο από €2.546,
  16. Επαναλαμβάνει τον έκτο λόγο ένστασης, ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση την οποία έχει το δικαίωμα να προβάλει και αιτείται την απόρριψη της αίτησης. Η πλευρά της ενάγουσας καταχώρισε, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου η οποία δόθηκε με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 5.12.2014, συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Καλοπετρίδη, εγγεγραμμένου λογιστή ο οποίος τηρεί τους λογαριασμούς της ενάγουσας. Αναφέρει ότι το Τεκμήριο Α συνάδει πλήρως με το Τεκμήριο Β ως και με την αξίωση επί του κλητηρίου εντάλματος, ήτοι ότι η συνολική οφειλή ανέρχεται σε €64.216,
  17. Ειδικότερα, σημειώνει ότι σε κάθε τιμολόγιο του Τεκμηρίου Α εμφαίνεται το οφειλόμενο υπόλοιπο και στο κάτω μέρος αριστερά είναι η υπογραφή του εναγομένου. Το ίδιο συμβαίνει σε όλα τα υπογεγραμμένα τιμολόγια του Τεκμηρίου Α, αρχής γενομένης από το τιμολόγιο ημερ. 29.2.2012 όπου αναγράφεται ότι το προηγούμενο υπόλοιπο είναι €59.688,33, και τελειώνει με το τελευταίο τιμολόγιο ημερ. 1.3.2013 στο οποίο αναγράφεται ως οφειλόμενο προηγούμενο υπόλοιπο το ποσό των €64.216,35, ήτοι το ποσό της επίδικης αξίωσης και του Τεκμηρίου Β. Κατά συνέπεια, προβάλλει ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αφού ο ίδιος αναγνώρισε εγγράφως το οφειλόμενο υπ' αυτού ποσό των €64.216,
  18. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια[1]. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18, θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:

(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2, θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι, απ' ό,τι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και με φειδώ ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι ικανοποιητικοί. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του [2] . Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) την 1.8.2013 και σημείωμα εμφάνισης για τον εναγόμενο καταχωρίστηκε στις 23.8.2013. Συνεπώς οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) ικανοποιούνται. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης πριν την καταχώριση της παρούσας αίτησης δεν εξουδετερώνει την εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.18 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Όπως λέχθηκε στη Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408, «η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση . ..» Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το ζήτημα του κατά πόσο ένα άτομο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και η φύση της απαίτησης [3] . Η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «θετική γνώση», ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Για παράδειγμα, στην περίπτωση που ο ενάγων-αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο φυσικό πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώσει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό [4] . Ανάλογα με τα καθήκοντά του, είναι δυνατόν ο κάθε αξιωματούχος ή υπάλληλος ενός νομικού προσώπου να αποκτά θετική γνώση για τα γεγονότα, μεταξύ άλλων και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του στα πλαίσια της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του. Ουσιαστικά, στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα [5] . Στην παρούσα υπόθεση, ο κ. Λειβαδιώτης είναι ο διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας εταιρείας, και δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι έχει προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων. Επισυνάπτει δε όλα τα σχετικά τιμολόγια και την κατάσταση λογαριασμού, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του στα πλαίσια των επαγγελματικών του καθηκόντων. Ένας αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του, ότι ο καθ' ου η αίτηση εξακολουθεί να οφείλει το αξιούμενο ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση [6] . Ο κ. Λειβαδιώτης με την ένορκη δήλωσή του εκ μέρους της αιτήτριας ενάγουσας πληροί όλα αυτά σε σχέση με την απαίτηση κατά του εναγομένου. Συνεπώς, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ενόρκως δηλών είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής, όπως και έπραξε στην ένορκη δήλωσή του, στην οποία δηλώνει επίσης την πίστη του ότι ο εναγόμενος ουδεμία υπεράσπιση έχει στην αγωγή. Ο δε λογιστής της ενάγουσας κ. Καλοπετρίδης, ο οποίος τηρεί τους λογαριασμούς συμπεριλαμβανομένου του επίδικου λογαριασμού για τον εναγόμενο, απλώς απαντά σε κάποιες θέσεις του εναγομένου. Ως εκ τούτου μετατοπίζεται το βάρος στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να του δίδουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Βάσει της σχετικής νομολογίας, ο εναγόμενος θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Όπως λέχθηκε στην Ν. V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1912, «είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς.» Μελετώντας τόσο την ένσταση όσο και την ένορκη δήλωση του εναγομένου που τη συνοδεύει, προκύπτει ότι προβάλλονται ισχυρισμοί και θέσεις οι οποίες καταδεικνύουν ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές και θέματα προς εκδίκαση, ενώ δίδονται από τον εναγόμενο ικανοποιητικές λεπτομέρειες. Ειδικότερα, ο εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά ότι δια της επιθέσεως της υπογραφής του σε κάθε ένα από τα τιμολόγια του Τεκμηρίου Α αναγνώρισε και/ή συμφώνησε με οποιοδήποτε ισχυριζόμενο υπόλοιπο αναγραφόταν επί του κάθε τιμολογίου. Προβάλλει δε τη θέση ότι δια της υπογραφής του επιβεβαίωνε απλώς την παραλαβή του σχετικού τιμολογίου και των εμπορευμάτων που περιγράφονται σε αυτό. Το μεγαλύτερο μέρος του ποσού της απαίτησης αποτελείται από ισχυριζόμενο υπόλοιπο παραδεδεγμένου λογαριασμού. Στο παρακλητικό του κλητηρίου εντάλματος η αξίωση είναι για «€64.216,35 υπόλοιπο οφειλόμενο από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα, δυνάμει παραδεδεγμένου λογαριασμού και/ή δυνάμει πωλήσεως και/ή παραδόσεως εμπορευμάτων δυνάμει τιμολογίων και/ή καταστάσεως λογαριασμού και/ή δυνάμει εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους». Στην παράγραφο 4 του κλητηρίου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος «κατέβαλε έναντι διάφορα ποσά ως εμφαίνονται στην κατάθεση λογαριασμού η οποία άρχισε από το 2012, με παραδεδεγμένο υπόλοιπο €60.162,01 και έληγε την 1.3.2013, οι οποίες κοινοποιούντο στον εναγόμενο τακτικά». Δηλαδή, η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας είναι ότι το ποσό της αξίωσης εκ €64.216,35 προκύπτει από παραδεδεγμένο υπόλοιπο κατά το 2012 εκ €60.162,01, πλέον υπόλοιπο βάσει τιμολογίων που εκδόθηκαν το 2012 μέχρι και 1.3.2013, οπόταν το οφειλόμενο υπόλοιπο ανήλθε στο ποσό της απαίτησης, «ποσό με το οποίο ο εναγόμενος συμφώνησε και προς αναγνώριση του χρέους του το υπέγραψε» (βλ. παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης). Η έννοια και ο τρόπος στη βάση του οποίου επενεργεί ένας παραδεδεγμένος λογαριασμός επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2005)1Α Α.Α.Δ. 610 ως εξής στη σελίδα 615: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά την ύπαρξη των βασικών συστατικών στοιχείων του παραδεδεγμένου λογαριασμού επί του οποίου εδράζεται η απαίτηση. Ειδικότερα, αρνείται την όποια ισχυριζόμενη συμφωνία ότι το υπόλοιπο που καταγράφεται στην έκθεση απαίτησης ως «παραδεδεγμένο υπόλοιπο», ήτοι €60.162,01, ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, ήταν ορθό και ότι υποσχέθηκε να το καταβάλει. Επισημαίνει δε ότι ενώ στην έκθεση απαίτησης προβάλλεται η θέση ότι η κατάσταση λογαριασμού άρχισε το 2012 με παραδεδεγμένο υπόλοιπο εκ €60.162,01, η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Β αρχίζει στις 14.2.2012 με διαφορετικό ποσό ως ισχυριζόμενο «υπόλοιπο εκ μεταφοράς», ενώ παράλληλα η εν λόγω κατάσταση ουδόλως είναι υπογραμμένη από τον εναγόμενο προς αναγνώριση του επίδικου χρέους. Το δε ποσό που αναγράφεται σε ένα σημείο του πρώτου τιμολογίου της δέσμης τιμολογίων Τεκμήριο Α ως «προηγούμενο υπόλοιπο» με ημερ. 14.2.2012, επίσης δεν είναι €60.162,01. Από τη στιγμή που ο εναγόμενος αμφισβητεί έντονα το ισχυριζόμενο υπόλοιπο εκ μεταφοράς (τόσο αυτό που αναγράφεται στην έκθεση απαίτησης ως «παραδεδεγμένο υπόλοιπο» κατά το 2012 όσο και αυτό που αναγράφεται σε ένα σημείο του πρώτου τιμολογίου του Τεκμηρίου Α και στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Β ως προηγούμενο υπόλοιπο/υπόλοιπο εκ μεταφοράς κατά τις 14.2.2012), αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας σε σχέση με την ορθότητα του λογαριασμού κατά το 2012, και προβάλλει συγκεκριμένη θέση όσον αφορά την πραγματική και νομική σημασία της υπογραφής του επί των τιμολογίων, στην οποία στην ουσία βασίζεται η θέση της ενάγουσας περί αποδοχής και αναγνώρισης του επίδικου χρέους και ύπαρξης παραδεδεγμένου λογαριασμού εφόσον η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Β δεν είναι υπογραμμένη, προκύπτει ότι υπάρχει σοβαρή διαφορά προς εκδίκαση. Τονίζω, βεβαίως, ότι δεν είναι ορθό στο παρόν στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να υπεισέλθει το Δικαστήριο στην ουσία της διαφοράς και να αξιολογήσει μαρτυρία ή να αντιπαραβάλει τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και να επιλέξει ποια εκδοχή θεωρεί πιο πειστική. Σημειώνω μόνο ότι από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης, κρίνω πως οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της πλευράς του εναγομένου θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς και αρνήσεις, παραθέτοντας συγκεκριμένες θέσεις προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, δεν μπορεί να λεχθεί στο παρόν στάδιο ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε συζητήσιμο θέμα. Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω, η υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου η απαίτηση είναι ξεκάθαρη και είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμία υπεράσπιση. Η πλευρά του εναγομένου αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα από τα οποία διαφαίνεται η ύπαρξη ζητήματος προς εκδίκαση, το οποίο του δίδει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή. Υπενθυμίζω τη σχετική νομολογία βάσει της οποίας άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται, ακόμα και όταν φαίνεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας, και ότι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Εφόσον έχει ήδη καταχωριστεί Έκθεση Υπεράσπισης πριν την καταχώριση της παρούσας αίτησης, δεν θα δοθούν οποιεσδήποτε σχετικές οδηγίες. Δεν υπάρχει λόγος τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. [2] Βλ. Hermes Insurance, ανωτέρω, και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ''Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204) [3] Βλ. Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782) [4] Βλ. Atlaspantou Co Limited v. Angelos Nicolaides Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2012, ημερ. 17.12.2013) [5] Βλ. Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B. 1253, Marketrends Financial Services v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223 στη σελ. 3 [6] Βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.