ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΠΕΤΣΑ ΚΟΥΚΚΙΔΟΥ κ.α. ν. ΜΑΡΙΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ κ.α., Αρ. Αίτησης: 349/08, 17/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A107 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 349/08 ΜΕΤΑΞΥ:
- ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΠΕΤΣΑ ΚΟΥΚΚΙΔΟΥ
- ΜΑΡΙΑ ΠΕΤΣΑ
- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΠΕΤΣΑ Εφεσείουσες/Αιτήτριες -και-
- ΜΑΡΙΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ
- ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΟΤΑΜΙΤΗ Εφεσίβλητες/Καθ' ων η αίτηση --------------------- Αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως 17 Μαρτίου 2015 Για τις εφεσείουσες: κος Κρονίδης. Για τις εφεσίβλητες: κα Ερωτοκρίτου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη ενδιάμεση αίτηση οι εφεσείουσες (στη συνέχεια οι αιτήτριες) ζητούν να τους επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Σύμφωνα με τις αιτήτριες, έρεισμα για το αίτημα παρέχει, ο κ.10
(3)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1956, ως έχει τροποποιηθεί. Ας λεχθεί από τώρα ότι η ένορκη δήλωση που οι αιτήτριες επιθυμούν να προσθέσουν ανήκει σε τρίτο πρόσωπο, ονόματι Παναγιώτης Αργυρού, ο οποίος παρουσιάζεται ως ειδικός επί του θέματος που αφορά η έφεση, λόγω προϋπηρεσίας που έχει στο κτηματολόγιο. Προσχέδιο της σχετικής ενόρκου δηλώσεως επισυνάπτεται στην αίτηση ως τεκμήριο
- Περαιτέρω, η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της 1ης εφεσείουσας. Το περιεχόμενο τούτης σχολιάζω πιο κάτω, στην έκταση πάντα που ενδιαφέρει. Οι εφεσίβλητες (στη συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση) δεν συναίνεσαν στο αίτημα και καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Οι λόγοι που επικαλούνται για υποστήριξη της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Μη προβολή λόγων δικαιολογούντων επαρκώς την αίτηση.
- Η αίτηση γίνεται καθυστερημένα και καταχρηστικά και εκ του περισσού καθώς η πλευρά των Εφεσειουσών/αιτητριών είχε την ευκαιρία ευθύς εξ' αρχής σε μεταγενέστερα στάδια αλλά και πρόσφατα με την εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.3.14, καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, πράγμα που έπραξε, θεωρώντας και/ή επιλέγοντας μη αναγκαία την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Παναγιώτη Αργυρού αλλά μόνο της Εφεσείουσας 1, με εκτενή αναφορά στο περιεχόμενο του αρ. φακέλου Α418/58 που αφορούσε την εγκριθείσα τροποποίηση για συμπερίληψη των νέων λόγων έφεσης.
- Ο Νόμος Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικός) (αρ.2) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2006, ως τροποποιήθηκε ο Κανονισμός 10
(3)ήταν γνωστός στην πλευρά των εφεσειουσών - αιτητριών και/ή τους δικηγόρους τους εξ αρχής, πριν την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης/έφεσης.
- Τα γεγονότα και/ή οι αναφορές στον αρ. φακέλου Α418/58 και το περιεχόμενο του ήδη είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και ήδη αναφέρονται στην Συμπληρμωατική Ένορκη Δήλωση της Εφεσείουσας 1 ημερ. 16.4.
- Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση (laches) στην υποβολή του αιτήματος το οποίο συνδέεται με γεγονότα τα οποία οι Εφεσείουσες/Αιτήτριες γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν από την αρχή της διαδικασίας και/ή γνώριζαν πολύ πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
- Η αίτηση γίνεται κακόπιστα, αντικανονικά και ανεπίτρεπτα καθώς γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων στοιχείων και/ή εγγράφων που αναφέρεται σε φακέλους του κτηματαλογίου εκτός του φακέλου μερ αρ. Α.415/58 για τον οποίο επιτράπηκε μερικώς και ειδικώς η τροποποίηση 31.3.14 και/ή εκτός του πλαισίου της εν λόγω τροποποίησης.
- Η αίτηση δεν είναι αναγκαία καθώς τα έγγραφα και/ή οι κτηματολογικοί φακέλοι των οποίων επιχειρείται η κατάθεση είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα.
- Η ενόρκως δηλούσα δεν ήρθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και/ή καλόπιστα και/ή απέκρυψε και/ή παραποίησε γεγονότα και ημερομηνίες σχετικά με την ισχυριζόμενη έρευνα του Παναγιώτη Αργυρού και/ή προέβαλε αβάσιμους και/ή αναληθείς και/ή αναπόσπαστους ισχυρισμούς και/ή άλλως πως με σκοπό την παραπλάνηση του Σεβαστού Δικαστηρίου για το σκοπό της έγκρισης της παρούσας αίτησης.
- Η αίτηση είναι αντισυνταγματική και αντίκειται στην ισότητα των πολιτών έναντι του Νόμου και του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- Γίνεται κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of process)». Και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Ομνύουσα σε αυτή την περίπτωση είναι η 2η εφεσίβλητη, η οποία επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης που σε μεγάλο βαθμό έχουν νομικό και όχι πραγματικό περιεχόμενο. Ουδεμία από τις δύο πλευρές ζήτησε αντεξέταση οιουδήποτε των ομνυόντων αίτησης και ένστασης αντίστοιχα και έτσι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το περιεχόμενο τούτων των αγορεύσεων πραγματεύομαι πιο κάτω, όπου κρίνω ότι χρειάζεται. Όπως προανέφερα επίκεντρο της νομικής βάσης του αιτήματος είναι ο κ.10
(3)του σχετικού κανονισμού του 1956. Ο σχετικός κανονισμός έτυχε τροποποίησης την 10.11.2006 και σήμερα αναφέρει τα ακόλουθα: «10
(3)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Απλή και μόνο ανάγνωση του κ.10
(3)διατυμπανίζει την ομοιότητα τούτου με τον κ.4
(2)της Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Και στις δύο περιπτώσεις κριτήριο είναι η απόδειξη καλού λόγου. Ως εκ τούτου οι υποθέσεις που πραγματεύονται τον κ.4
(2)της Δ.48 μπορούν να αποτελέσουν καθοδήγηση. Σύμφωνα με τον κ.4
(2)της Δ.48 το δικαστήριο έχει εξουσία να επιτρέψει καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Είναι βεβαίως αντιληπτό ότι η εξουσία του δικαστηρίου, όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία, δεν είναι ανεξέλεγκτη ούτε και εφαρμόζεται κατά το δοκούν. Η σχετική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται δικαστικά και σύμμετρα των νόμων και κανονισμών, όπως επίσης των αρχών που θέτει η νομολογία. Κριτήριο εν προκειμένω είναι η απόδειξη καλού λόγου. Δεν είναι πρόθεση μου να προσδιορίσω κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο τι είναι εκείνο που θεωρείται καλός λόγος. Κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων και καμία απόφαση δημιουργεί δεσμευτικό προηγούμενο. Εκείνο που δεσμεύει από προηγούμενες αποφάσεις είναι τα στοιχεία που λήφθηκαν υπ' όψιν ώστε να οδηγήσουν σε έγκριση ή απόρριψη του αιτήματος. Οι υποθέσεις A. Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα (αρ.1)
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195, 199, και Παπακόκκινου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, Πολ. Έφ. 242/11, ημερομηνίας 10.4.2012, είναι καθ' όλα σχετικές και διαγράφουν τις αρχές που διέπουν το ζήτημα. Προτού εγκύψω στους ισχυρισμούς εκάστης πλευράς κρίνω επιβεβλημένο να παραθέσω το ιστορικό της διαδικασίας, ως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου. Η έφεση λοιπόν καταχωρίστηκε την 16.05.
- Την 18.11.2008 ακολούθησε η καταχώριση ένστασης. Την 08.10.2013 δόθηκε άδεια στον τότε συνήγορο των αιτητριών να αποσυρθεί από τα καθήκοντά του και ακολούθως το χειρισμό της υπόθεσης ανέλαβε νέος δικηγόρος, δηλαδή ο κος Κρονίδης που και σήμερα προωθεί την έφεση. Στη συνέχεια, συγκεκριμένα την 08.10.2013, υποβλήθηκε αίτηση για τροποποίηση των λόγων έφεσης και καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Οι καθ' ων η αίτηση έφεραν ένσταση στο αίτημα, αλλά μετά από ακρόαση το δικαστήριο ενέκρινε τούτο. Μετά από καταχώριση των τροποποιημένων πλέον δικογράφων ο συνήγορος των αιτητριών ζήτησε χρόνο ώστε να εξετάσει ενδεχόμενο υποβολής αιτήματος αντεξέτασης. Τούτο ήταν την 20.05.
- Την επόμενη δικάσιμο, 26.06.2014, ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητριών ανέφερε: «Διαπιστώνω ότι η διαδικασία διεξάγεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων, θα πρέπει τότε να υποβάλω νέο αίτημα για συμπληρωματική ένορκο δήλωση, ζητώ χρόνο». Ως εκ τούτου η αίτηση ορίστηκε σε νέα ημερομηνία και στη συνέχεια ακολούθησε η καταχώριση της επίδικης αίτησης. Τώρα, ο πραγματικός λόγος στον οποίο στηρίζεται το αίτημα αναφέρεται στις παραγράφους 4 και 5 της ενόρκου δηλώσεως της ομνύουσας την επίδικη αίτηση. Απ' όσα εκεί αναφέρονται προκύπτει ότι ο λόγος που επιβάλλει τούτην είναι η δικονομική υποχρέωση του κ.10
(3), δηλαδή ότι η διαδικασία διεξάγεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων. Αν και στη σχετική δήλωση δεν αναφέρεται ρητά ότι η εν λόγω δικονομική υποχρέωση δεν ήταν υπ' όψιν των αιτητριών, αφήνεται να νοηθεί ότι είναι ένας από τους λόγους που επέβαλαν το αίτημα. Επιπλέον, αναφέρεται εκεί ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισε η 1η εφεσείουσα έφερε στο φως νέα στοιχεία τα οποία ακολούθως ερευνήθηκαν από τον εμπειρογνώμονα και γι' αυτό επιβάλλεται να επιτραπεί η μαρτυρία τούτου. Τονίζεται δε ότι η έρευνα που διενήργησε ο εμπειρογνώμονας έπεται χρονικά επιστολής που απέστειλε στο κτηματολόγιο ο συνήγορος των αιτητριών (τεκμήριο Α - επιστολή ημερομηνίας 05.09.2014). Στην αντίπερα όχθη οι καθ' ων η αίτηση, εν προκειμένω η ομνύουσα την ένσταση, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Δεν κρίνω χρήσιμο να επαναλάβω κάθε τι που εκεί αναφέρεται, εφόσον η διεργασία που ακολουθεί αποκαλύπτει ό,τι σχετικό. Διατείνονται οι καθ' ων η αίτηση πως οι αιτήτριες δεν αποκαλύπτουν νέα στοιχεία που να δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Με τούτη τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Απ' όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση προέκυψε μετά την επιστολή του συνηγόρου των αιτητριών προς το κτηματολόγιο (επιστολή ημερομηνίας 05.09.2013 - τεκμήριο Α στην αίτηση). Είναι λοιπόν φανερό ότι η επιστολή του συνηγόρου αποτέλεσε έναυσμα περαιτέρω εξεύρεσης και ακολούθως διαπίστωσης νέων στοιχείων. Ήταν όμως υποχρέωση των αιτητριών, διατείνονται οι καθ' ων η αίτηση, να διεξάγουν τούτη την έρευνα πριν την καταχώριση της έφεσης και εν πάση περιπτώσει πριν την τροποποίηση της έφεσης και προσθήκης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Δεν μπορώ να διαφωνήσω ότι η συλλογή του μαρτυρικού υλικού είναι βασική υποχρέωση κάθε διαδίκου. Αυτή μάλιστα είθισται να προηγείται της καταχώρισης του όποιου ένδικου διαβήματος. Αυτό όμως είναι το ιδεατό. Στην πράξη είναι αντιληπτό πως η πορεία μιας υπόθεσης δυνατόν να αναδείξει ατέλειες, είτε νομικές είτε πραγματικές, και συνακόλουθα να οδηγήσει σε περαιτέρω διερεύνηση που δυνατόν να επιφέρει τροποποίηση η ακόμα προσθήκη νέας μαρτυρίας. Η δογματική θέση ότι το δικαίωμα του διαδίκου να προσκομίσει μαρτυρία περιορίζεται μέχρι του σημείου που καταχωρείται η έφεση, είμαι της γνώμης ότι ακυρώνει το σκεπτικό του κ.10
(3). Αυτό γιατί αν ο διάδικος δεν είχε περαιτέρω δικαίωμα προσκόμισης μαρτυρίας τότε δεν θα τίθετο ζήτημα συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ούτε επί αποδείξεως καλού λόγου. Εφόσον λοιπόν ο σχετικός κανονισμός παρέχει ευχέρεια συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, καθίσταται αντιληπτό ότι μπορεί να τύχει επίκλησης σε οιονδήποτε στάδιο, φτάνει το αίτημα να εδράζεται σε καλό λόγο. Και πάλιν όμως οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται πως το αίτημα υποβάλλεται καθυστερημένα, είναι κακόπιστο και ως εκ τούτου καταχρηστικό. Η σχετική θέση συναρτάται μάλιστα με το γεγονός ότι προηγήθηκε διάταγμα τροποποίησης της έφεσης και συμπλήρωσης του μαρτυρικού υλικού. Επιπλέον, διατείνονται ότι ήταν υποχρέωση των αιτητριών να γνωρίζουν τις πρόνοιες του κ.10
(3). Ούτε και με αυτές τις θέσεις μπορώ να συμφωνήσω. Η υποχρέωση γνώσης των νόμων και κανονισμών είναι βεβαίως δεδομένη. Από την άλλη, το γεγονός και μόνο ότι κάποιο μέρος της διαδικασίας δεν είχε επαρκή αντίληψη τούτων, δεν ισούται με κακοπιστία ή κατάχρηση. Σχετικός εν προκειμένω είναι ο λόγος της υπόθεσης Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 204/09, ημερομηνίας 25.04.2012. Παρ' ότι τα λεχθέντα τούτης αφορούσαν αίτημα τροποποίησης, η αρχή είναι ανάλογη και τυγχάνει εφαρμογής. Λέχθηκε εκεί ότι. «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος όμως ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» Διαπιστώνεται λοιπόν ότι ισχυρισμός κακοπιστίας δεν μπορεί να εγείρεται αβασάνιστα και οπωσδήποτε όχι ατεκμηρίωτα. Στην προκείμενη περίπτωση είμαι της γνώμης ότι κανένα στοιχείο αποδεικνύει κακοπιστία. Επιπλέον, η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος συναρτάται με δύο γεγονότα. το πρώτο είναι η άγνοια των διατάξεων του κ.10
(3)και το δεύτερο ότι η έρευνα του εμπειρογνώμονα ακολούθησε την επιστολή του δικηγόρου προς το κτηματολόγιο, επιστολή ημερομηνίας 05.09.2014. Είμαι της γνώμης πως όλα τα πιο πάνω δικαιολογούν την όποια καθυστέρηση αλλά πολύ περισσότερο επεξηγούν τη μέχρι σήμερα στάση των αιτητριών. Η επεξήγηση έγκειται στο ότι αδύνατο είναι για διάδικο να λάβει μέτρα διόρθωσης δικονομικής πλημμέλειας όταν δεν γνωρίζει τη δικονομική υποχρέωση που καθιστά το διάβημα πλημμελές. Σχετική προς τούτο είναι και η υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1Α Α.Α.Δ. 44, 53. Το πρακτικό εν προκειμένω του δικαστηρίου το οποίο μεταφέρει τη δήλωση του συνηγόρου των αιτητριών, πρακτικό ημερομηνίας 26.06.2014, φανερώνει ότι οι αιτήτριες έλαβαν γνώση του κ.10
(3), ως έχει τροποποιηθεί, αμέσως μετά την τροποποίηση της έφεσης και της καταχώρισης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως που προηγήθηκε. Συνεπώς αδύνατο ήταν να συμπεριλάβουν στην αίτηση για τροποποίηση, η οποία προηγήθηκε, εκείνο που δεν γνώριζαν. Δυνάμει αυτών των δεδομένων καταλήγω ότι η καθυστέρηση και η άγνοια δεν μπορούν να αποτελέσουν τροχοπέδη στην έγκριση του αιτήματος. Εν κατακλείδι, οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται ότι το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως είναι αχρείαστο καθ' ότι αποτελεί μέρος της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως που καταχωρίστηκε την 16.04.2014. Επιπλέον, αναφέρουν ότι το περιεχόμενο της επίδικης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως παραπέμπει σε φακέλους άσχετους με τη διαδικασία και τέλος, ότι επικαλείται πρόχειρα, χειρόγραφα και δυσανάγνωστα έγγραφα που δεν έχουν αποδεικτική ή άλλη αξία. Το πρώτο που επισημαίνω είναι ότι σε αυτό το στάδιο δεν εξετάζεται η βαρύτητα και η εν γένει αποδεικτική αξία της μαρτυρίας που επιθυμείται να προστεθεί. Ζητούμενο εν προκειμένω είναι μόνο αν αποδεικνύεται καλός λόγος ώστε να ενταχθεί στο μαρτυρικό υλικό. Η αξιολόγηση τούτης, αφότου βεβαίως ενταχθεί, είναι ζήτημα που θα απασχολήσει στη συνέχεια. Περαιτέρω, τα παράπονα των καθ' ων η αίτηση και δη ότι η προτιθέμενη μαρτυρία αποτελεί ήδη μέρος του μαρτυρικού υλικού, κρίνω ότι είναι αβάσιμα. Στην έκταση που η 1η εφεσείουσα ασχολείται με αυτά τα ζητήματα είναι φανερό ότι εγείρει τούτα ως πραγματικούς ισχυρισμούς, δηλαδή ως γεγονότα. Σε αυτό το στάδιο η μαρτυρία που επιχειρείται να εισαχθεί δεν είναι απλώς πραγματική αλλά και επιστημονική. Υπενθυμίζω ότι ο μάρτυρας Παναγιώτης Αργυρού παρουσιάζεται ως ειδικός επί του θέματος. Συνεπώς, δεν είναι τόσο η πραγματική πτυχή της μαρτυρίας του που ενδιαφέρει, όσο τα συμπεράσματα τούτου ως ειδικός. Από την άλλη παρατηρείται το εξής οξύμωρο, ενώ οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται πως η εν λόγω μαρτυρία έχει ήδη ενταχθεί με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της 1ης εφεσείουσας, παράλληλα ισχυρίζονται πως είναι αχρείαστη και άσχετη με τα επίδικα θέματα. Διερωτάται λοιπόν κανείς, αν είναι άσχετη και αχρείαστη γιατί τότε την επικαλείται η πλευρά των αιτητών; Δεν προτίθεμαι να σχολιάσω το ζήτημα περαιτέρω εφόσον, ως έχω ήδη υποδείξει, τέτοια διεργασία δεν είναι της ώρας. Επιπλέον, εις απάντηση των αιτιάσεων των καθ' ων η αίτηση ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα καθ' ότι αναφέρεται σε άσχετους φακέλους, υποδεικνύω πως μια πρόχειρη και μόνο ανάγνωση αποκαλύπτει ότι η υπό κρίση μαρτυρία συνίσταται σε εξιστόρηση της εξέλιξης του ακινήτου που ενδιαφέρει. Μένω ως εδώ κρίνοντας σκόπιμο να μην εμπλακώ σε περαιτέρω διερεύνηση, ώστε να μην προϊδεάσω σχετικά τις δυο πλευρές. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι οι αιτήτριες απέδειξαν καλό λόγο ώστε να εγκριθεί το αίτημα. Συνεπώς, το προσχέδιο της ενόρκου δηλώσεως που στην επίδικη αίτηση επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β, πλέον τα τεκμήρια τούτου, δίδονται οδηγίες όπως καταχωριστεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Κρίνω ορθό τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, να καταστούν έξοδα δίκης που θα δικαιούται ο διάδικος που θα επιτύχει στο τέλος της ημέρας, δηλαδή στην έφεση. Άλλωστε ζητούμενο είναι η προσθήκη μαρτυρίας στην έφεση, συνεπώς αν οι εφεσείουσες επιτύχουν θα σημαίνει ότι δικαίως ζήτησαν προσθήκη αυτής της μαρτυρίας, αν όχι, τότε οι εφεσίβλητες θα καρπωθούν τούτα τα έξοδα ως αποζημίωση για την ταλαιπωρία που υπέστησαν. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο