Αθανασία Νουσκά Κόκκινου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5446/2012, 7/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5446/2012 Μεταξύ: Αθανασία Νουσκά Κόκκινου Ενάγουσας και Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Marfin CLR (Financial Services) Ltd ..................
- Ευθύμιος Μπουλούτας ...........................................................
- Ελευθέριος Χιλιαδάκης ............................................................ Εναγομένων --------------------- Αίτηση των εναγομένων 8 και 11 ημερ. 15.10.2014 για αναστολή της διαδικασίας λόγω εκκρεμούσας έφεσης εναντίον ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 19.3.2014 Ημερομηνία: 7 Απριλίου, 2015 Για τους εναγομένους 8 και 11 - αιτητές : κα Στ. Παπουή Για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Ν. Νικολάου Απόφαση Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας απόφασης, θεωρώ ορθό να παραθέσω το ιστορικό, όπως προκύπτει από τα ενώπιόν μου στοιχεία. Στις 3.8.2012 η ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος ακύρωσης των ομολόγων και/ή του δανείου και/ή των αξιογράφων κεφαλαίου της εναγόμενης 1, τα οποία εκδόθηκαν κατά ή περί το 2009, καθώς και παντός σχετιζόμενου εγγράφου, λόγω απάτης και/ή δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή άσκησης πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης κατά ή περί τον Απρίλιο του 2000 και έπειτα. καθώς και αποζημιώσεις. H αγωγή εγείρεται εναντίον δέκα εννέα συνολικά προσώπων, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του τότε Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ελεγκτικά γραφεία. Στις 19.12.2012 η ενάγουσα εξασφάλισε, κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερ. 12.12.2012, διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και/ή του κλητηρίου εντάλματος στους εναγομένους που κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό. Ειδικότερα όσον αφορά τους εναγομένους 8 και 11, διατάχθηκε η επίδοση με παράδοση στη διεύθυνσή τους στην Ελλάδα, μέσω υπηρεσιών αγγελιαφόρων (courier). Μετά την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου στους εναγομένους 8 και 11 με τον πιο πάνω τρόπο, αυτοί καταχώρισαν αίτηση ημερ. 4.6.2013 για ακύρωση της επίδοσης και του διατάγματος ημερ. 19.12.
- Το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) απέρριψε την εν λόγω αίτηση με ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 19.3.
- Οι εναγόμενοι 8 και 11 καταχώρισαν την έφεση αρ. Ε70/14 κατά της εν λόγω απόφασης, ενώ η ενάγουσα καταχώρισε αντέφεση. Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι 8 και 11 επιζητούν διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία της παρούσας αγωγής σε σχέση με τους ιδίους, μέχρι την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης στην έφεση αρ. Ε70/14 που στρέφεται εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 19.3.2014 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα των εναγομένων 8 και 11 για παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 19.12.2012 και των πραγματοποιηθεισών επιδόσεων. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στις Δ.35, θ. 18 και 19, Δ.33 θ. 6, Δ.48 θ. 1, 2 και 8
(1)(ee) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον φάκελο της δικογραφίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της κας. Στάλως Παπουή, δικηγόρου στο γραφείο Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., η οποία αναφέρει ότι εξουσιοδοτήθηκε από τους εναγομένους 8 και 11 να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Προσθέτει ότι οι αιτητές είναι Έλληνες υπήκοοι οι οποίοι διαμένουν στην Ελλάδα και δεν τους ήταν δυνατό να έλθουν οι ίδιοι να ορκιστούν. Η κα Παπουή αναφέρει ότι στις 29.4.2013 παραδόθηκαν στον κάθε αιτητή χωριστά μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών επιστολή από τους δικηγόρους της ενάγουσας, πιστό αντίγραφο ειδοποίησης περί του κλητηρίου εντάλματος και το Διάταγμα ημερ. 19.12.2012 που εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερ. 12.12.
- Η εν λόγω αίτηση δεν περιλαμβανόταν στα επιδοθέντα έγγραφα. Καταχωρίστηκε αίτηση παραμερισμού του εν λόγω διατάγματος και της επίδοσης, για τους εξής λόγους: - Η νομική βάση της αίτησης ημερ. 12.12.2012 ήταν ανεπαρκής αφού δεν περιελάμβανε τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς ΕΚ44/2001 και ΕΚ 1393/2007, γεγονός που έπρεπε να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. - Η αίτηση ημερ. 12.12.2012 στηρίχθηκε σε Θεσμούς οι οποίοι έχουν καταστεί ανενεργοί αναφορικά με επιδόσεις σε κατοίκους της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεπεία του ΕΚ1393/
- - Εσφαλμένα δεν επιδόθηκε στους εναγομένους 8 και 11 το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο και εσφαλμένα επιδόθηκε αντί τούτου ειδοποίηση περί του κλητηρίου. - Δεν υπήρξε συμμόρφωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφόσον δεν επιδόθηκαν στους εναγομένους 8 και 11 η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 12.12.2012 και η επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση. - Το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας παραβιάζει και/ή αντίκειται στις πρόνοιες του ΕΚ 1393/2007 και του Νόμου 55/
- - Η επίδοση δεν επιτεύχθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον ΕΚ 1393/2007 και/ή στον Νόμο 55/84 καθότι δεν έγινε μέσω των αρμοδίων τοπικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας. - Η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση 12.12.2012 ήταν παράτυπη και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο αφού δεν αποκαλύπτεται η πηγή της γνώσης του ενόρκως δηλούντα για ουσιώδη θέματα ενώ για άλλα ουσιώδη γεγονότα η πηγή γνώσης του είναι γενική και αόριστη. Η κα Παπουή προσθέτει ότι η αίτηση των εναγομένων 8 και 11 απορρίφθηκε με την απόφαση ημερ. 19.3.2014, εναντίον της οποίας καταχωρίστηκε η έφεση αρ. Ε70/14, ενώ η ενάγουσα καταχώρισε αντέφεση. Θεωρεί ότι η έφεση των αιτητών έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και βάσιμα αναμένουν να ανατραπεί το εύρημα ότι υπήρξε νομότυπη και έγκυρη επίδοση στους αιτητές. Προβάλλει επιπλέον ότι θα ήταν σπατάλη δικαστικού χρόνου και αχρείαστη ταλαιπωρία όλων των παραγόντων της δίκης να εμπλακούν σε ανταλλαγή δικογράφων ή και σε ακρόαση της αγωγής, και να προκύψει αργότερα ότι δεν υπήρξε νομότυπη και έγκυρη επίδοση στους αιτητές. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους: Η αίτηση είναι καταχρηστική και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα της ενάγουσας και να παραβιάζεται το συνταγματικό της δικαίωμα όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Με τη συνέχιση της διαδικασίας και τη μη παροχή αναστολής, δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στους αιτητές. Η αίτηση αποσκοπεί σε καθυστέρηση και εκτροχιασμό της διαδικασίας. Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το γεγονός της καταχώρισης έφεσης αναφορικά με απόφαση του Δικαστηρίου για μη παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την αιτούμενη αναστολή της υπόθεσης και/ή των διαδικασιών. Δεν συντρέχουν λόγοι υπέρ της έκδοσης του διατάγματος αναστολής, το οποίο αποτελεί δικαιοδοτικό μέτρο εξαιρετικό που ασκείται με φειδώ. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ. 2 και 10, Δ.12, Δ.25 θ. 1 και 5, Δ.35 θ. 1-32, Δ.48 θ. 1-9 και Δ.64 θ. 1-2, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας, η οποία επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης και αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 35 θ. 18 και 19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία βασίζεται η παρούσα αίτηση, διαλαμβάνει τα εξής (σε μετάφραση): «
- Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη.
- Οποτεδήποτε μια αίτηση βασιζόμενη σ' αυτούς τους κανονισμούς μπορεί να γίνει είτε στο κατώτερο Δικαστήριο ή στο Εφετείο ή σε ένα Δικαστή των ανωτέρω Δικαστηρίων, πρέπει πρώτα να γίνεται στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή του κατωτέρου Δικαστηρίου.» Η εν λόγω διαταγή παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να αναστέλλει την εκτέλεση αυτής τούτης της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται και της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται (βλ. Caspi Shipping Ltd κ.α. ν. Του Πλοίου Sapphire Seas (Αρ. 3)
(1998)1 Α.Α.Δ. 994). Δύο είναι οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο θα πρέπει να εξισορροπηθούν με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Πρώτον, η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου και η παράλληλη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διάδικου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση και, δεύτερον, η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης (βλ. Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284). Η Δ.35 θ. 18, όμως, δεν παρέχει εξουσία αναστολής διαδικασίας γενικά. Περιορίζεται στα θέματα τα οποία ρητά ορίζονται στον συγκεκριμένο θεσμό (βλ. In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Δεν επεκτείνεται, δηλαδή, στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας μιας αγωγής που δεν έχει συμπληρωθεί, εκκρεμούσης έφεσης εναντίον ενδιάμεσης απόφασης στην αγωγή. Στην υπόθεση Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 692, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 693 και 694 σε σχέση με την εμβέλεια της Δ.35 Θ. 18 σε συνάρτηση με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60: «Κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ. 18 της Δ.35: βλ. Fotiou and another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708. In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε ". . stay of . . proceedings under the decision appealed from .'' δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση: παραδείγματα προσφέρονται από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην In re E.S. (an infant) (ανωτέρω). Αυτό είναι το ισοζύγιο που διατηρεί η θεσμική ρύθμιση κατά τη στάθμιση μεταξύ αφενός της δέσμευσης που επέρχεται με τη δικαστική απόφαση και αφετέρου τις περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή.» Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου που δύνανται να ανασταλούν δυνάμει της Δ.35 θ. 18 είναι αυτές που επιβάλλουν κάποια θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον στον αιτητή. Στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.ά. (αρ. 1)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384, όπου η πρωτόδικη εφεσιβαλλόμενη απόφαση αφορούσε την ακύρωση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε τα εξής σχετικά, στη σελίδα 1386: «Πρώτα, πρέπει να διευκρινιστεί το αντικείμενο της αναστολής. Αυτό είναι, η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η ειδοποίηση τριτοδιάδικου. Η αίτηση ουσιαστικά αποβλέπει στον παραμερισμό του διατάγματος, μέχρι την ακρόαση της έφεσης, ώστε να παρεμποδιστεί στο ενδιάμεσο, αν προκύψει τέτοια εξέλιξη, η ακρόαση της υπόθεσης στην απουσία των τριτοδιαδίκων. Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another v. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708 · In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119 · (βλ. επίσηςAftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524.) H Δ.35, θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισής της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ. 18. Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35 θ. 18.» (η υπογράμμιση δική μου) Παρομοίως, στην Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου, πιο πάνω, επισημάνθηκε ότι δε χωρεί αναστολή διαδικασίας, ούτε και ενώπιον κατώτερου Δικαστηρίου, έξω από τα πλαίσια της πρωτογενούς δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάτω από το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος. Σχετικές με το όλο ζήτημα είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Re Γρηγόρη Θαλασσινού
(1995)1 Α.Α.Δ. 290 και Kadivari ν. Δημοκρατίας
(1992)4 Α.Α.Δ. 3420. Ως εκ των ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.35 θ. 18 εφόσον δεν επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης. Ούτε και επιβλήθηκε με την απόφαση ημερ. 19.3.2014 η οποία έχει εφεσιβληθεί κάποια ενέργεια ή υποχρέωση η οποία να μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής βάσει των προνοιών της προαναφερόμενης δικονομικής διάταξης. Αυτό που στην ουσία επιδιώκουν οι αιτητές με την υπό κρίση αίτηση είναι τον (προσωρινό) παραμερισμό της απορριπτικής ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 19.3.2014 και την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης κατά της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης, κάτι που βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής του σχετικού θεσμού. Η αίτηση βασίζεται και στη Διαταγή 33 θ. 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εν τούτοις, ούτε η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ουδόλως αφορά την αναστολή της όλης διαδικασίας της αγωγής μέχρι την εκδίκαση έφεσης κατά ενδιάμεσης απόφασης. Η συγκεκριμένη διάταξη αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να μεταθέτει ή να αναβάλλει την ακρόαση αγωγής και ουδεμία σχέση έχει με το υπό εξέταση αίτημα αναστολής. Το υπό κρίση αίτημα βασίζεται και στις συμφυείς/εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης. Συναφώς, στη γραπτή αγόρευση της πλευράς των αιτητών, προβάλλεται η εισήγηση ότι συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που τάσσει η νομολογία ότι πρέπει να υπάρχουν για να δύναται το Δικαστήριο να αναστείλει διαδικασία ως απόρροια σύμφυτης εξουσίας αναστολής. Ειδικότερα, προβάλλεται η θέση ότι αποτελεί εξαιρετική περίσταση το γεγονός ότι τα θέματα που εγείρονται στην απορριφθείσα αίτηση είναι καινοφανή εφόσον περιλαμβάνουν νομικά θέματα που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή του ΕΚ 1393/2007 για τα οποία δεν υπάρχει ουσιαστική σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε αντίθεση με άλλες χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου το θέμα φαίνεται να είναι επαρκώς ξεκαθαρισμένο στην κατεύθυνση που εισηγούνται οι αιτητές, οι οποίοι προσανατολίζονται στην υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προβάλλεται επιπλέον η θέση ότι τα θέματα που θα κληθεί να αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην έφεση είναι βαρύνουσας σημασίας αφού θα καθορίσουν την επακριβή διαδικασία που θα ακολουθείται στο μέλλον σε σχέση με τα εγειρόμενα δια της έφεσης ζητήματα. Η φύση και η έκταση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επεξηγείται μεταξύ άλλων στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β ΑΑΔ 736, όπου λέχθηκε ότι η σύμφυτη εξουσία (inherent power) του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της και ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από τους νόμους και τους θεσμούς. Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον νόμο ή στους θεσμούς. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου (βλ. επίσης Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1) 1994 1 ΑΑΔ 109, Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584, Αυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963, Διευθυντής Φυλακών ν. Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Παρομοίως, στην Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ. 3)
(2009)1 A.A.Δ. 529, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου τόνισε ότι η συμφυής εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ad libitum για να δημιουργεί, στην απουσία σχετικών δικονομικών κανονισμών, μηχανισμούς για να δώσει διέξοδο στο ζητούμενο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του [δικαστηρίου], εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας (σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122).» Αυτό που προκύπτει από τη νομολογία που αναλύει τη φύση και τις προεκτάσεις της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξή της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου, η επίκλησή της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ (βλ. Paul Kythreotis (Αρ. 2)
(2011)1Β Α.Α.Δ. 779). Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον η αναστολή αποτελεί θεμελιώδη και δραστική παρεμβολή στο δικαίωμα του διαδίκου να παρουσιάσει την υπόθεσή του επί της ουσίας ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ. 323). Όπως λέχθηκε στη Merck & Co Inc. κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2184, στη σελίδα 2187,με αναφορά στην The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus
(1981)1 C.L.R. 445, η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Επανερχόμενη στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, επαναλαμβάνω ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αναστολής απόφασης εναντίον της οποίας εκκρεμεί έφεση προσδιορίζονται ρητά στην Δ.35 θ. 18 και στη σχετική νομολογία, και είναι σαφές ότι δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση. Ούτε και υπάρχει περιθώριο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος στα πλαίσια της άσκησης της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον νόμο ή στους θεσμούς, και ότι η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή κατ' εξαίρεση και μόνο όπου τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, τυχόν έγκριση της αίτησης θα ενείχε σοβαρό κίνδυνο να επιφέρει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα, ήτοι την αποστέρηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ενάγουσας για εκδίκαση της υπόθεσής της εντός ευλόγου χρόνου, εφόσον θα προκαλείτο καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσής της. Συναφώς, τονίζω ότι δεν έχω πεισθεί ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την αναστολή. Η θέση της πλευράς των αιτητών ότι τα ζητήματα που θα εξεταστούν και αποφασιστούν κατά την έφεση είναι βαρύνουσας σημασίας και αφορούν καινοφανή ζητήματα, δεν καταδεικνύει, κατά την κρίση μου, λόγο ο οποίος καθιστά πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αναγκαία την αναστολή. Ούτε και καταδεικνύεται η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων από την εισήγηση ότι θα σπαταληθεί δικαστικός χρόνος και οι εναγόμενοι 8 και 11 θα υποστούν δυσμενείς συνέπειες και αχρείαστη ταλαιπωρία σε περίπτωση έναρξης της ακρόασης της αγωγής και μετέπειτα επιτυχίας της έφεσης και διαπίστωσης ότι δεν υπήρξε νομότυπη επίδοση. Αντίθετα, τυχόν έγκριση του αιτήματος για αναστολή θα είχε ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των Συνταγματικών δικαιωμάτων της ενάγουσας ένεκα της καθυστέρησης που θα προκαλείτο στην προώθηση της υπόθεσής της. Η ορθή και δίκαιη οδός, κατά την κρίση μου, είναι η κανονική συνέχιση της διαδικασίας της αγωγής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 8 και 11 - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο