Θέκλα Πετρίδου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1892/14, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1892/14 Μεταξύ:
- Θέκλα Πετρίδου
- Κυριακή Πανταζή, δια μέσω της έχουσας τη γονική μέριμνα μητέρας της κυρίας Θέκλας Πετρίδου Ενάγουσες -και- Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 30.4.2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες - Αιτήτριες: κ. Μ. Χριστοδούλου Για Εναγόμενο - Καθ'ου η αίτηση: κ. Δ. Καλλίγερος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε στις 3.4.2014 οι Ενάγουσες αξιώνουν από τον Εναγόμενο αποζημιώσεις για παραβίαση των ανθρωπίνων και/ή νόμιμων και/ή συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγουσών λόγω έρευνας στην κατοικία των, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας το οποίο στη συνέχεια ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο μέσω προνομιακού εντάλματος certiorari. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 25.4.2014 και ακολούθως στις 6.11.2014 καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης με την οποία αφού προβαίνει σε γενική άρνηση των ισχυρισμών των Εναγουσών αρνείται και απορρίπτει τις αξιώσεις των. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα καθότι η έρευνα έγινε κατόπιν καθόλα έγκυρου δικαστικού εντάλματος η εκτέλεση του οποίου δεν γεννά αγώγιμα δικαιώματα, ενώ η ακύρωση του δεν είναι αναδρομική αλλά ενεργεί exnunc. Με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης ο Εναγόμενος δηλώνει ότι σε περίπτωση που προχωρήσει η Αγωγή σε ακρόαση τότε «θα προσφέρει μαρτυρία που αφορά τα επί της ουσίας γεγονότα τα οποία στο παρόν στάδιο είναι αχρείαστα αλλά για να λάβουν γνώση οι Ενάγουσες επισυνάπτονται στην παρούσα Υπεράσπιση ως δέσμη εγγράφων». Ο Εναγόμενος επισυνάπτει στην έκθεση υπεράσπισής του δέσμη εγγράφων στα οποία περιλαμβάνονται αντίγραφα επιστολών, καταθέσεων στην Αστυνομία, ημερολόγιου ενεργειών Αστυνομίας, εκθέσεων Δικανικών Εργαστηρίων Αστυνομίας, μιας συγκατάθεσης προς έρευνα και ενός εντάλματος έρευνας. Την 1.12.2014 οι Ενάγουσες-Αιτήτριες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την ακύρωση και/ή διαγραφή της υπεράσπισης του Εναγομένου ως παράτυπης και/ή επειδή δεν αποκαλύπτει καλή και/ή εύλογη υπεράσπιση και/ή επειδή είναι ενοχλητική και/ή επιπόλαιη και/ή καταπιεστική και/ή κακόπιστη και/ή επειδή τείνει να προκαλέσει στις Αιτήτριες αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή έξοδα και/ή τείνει να προκαταβάλει το Δικαστήριο και/ή παραβιάζει την αρχή της ισότητας των όπλων. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στη Δ.19 Θ.Θ. 4,5,14,26,27, 21 Θ. 1,2,4,5, 13 και Δ.48, Θ.Θ 1-4, 7,8 και 9(j)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Θέκλας Πετρίδου, Εναγόμενης αρ.1 η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι από μελέτη της Έκθεσης Υπεράσπισης φαίνεται ότι ο Εναγόμενος επισύναψε δέσμη εγγράφων που, όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος δηλώνει, αποτελούν το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης και/ή τη μαρτυρία που θα παραθέσει κατά την ακρόαση. Ένεκα της ενέργειας αυτής, γνωρίζει και πιστεύει ότι επηρεάζεται αρνητικά και προκαλείται αμηχανία στην πλευρά των Εναγουσών και μπορεί να επηρεαστεί το δικαίωμα τους σε δίκαιη δίκη. Περαιτέρω η ομνύουσα, αναφέρει ότι η Έκθεση Υπεράσπισης δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε υπεράσπιση καθότι δεν προβάλλεται κανένας ισχυρισμός γεγονότος αλλά προβάλλονται νομικά επιχειρήματα. Καταλήγει λέγοντας ότι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και πληροφορείται από τους δικηγόρους της,η υπεράσπιση του Εναγομένου, με την παράλειψη του να προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό γεγονότος, καθιστά την υπεράσπιση ενοχλητική, μη αποκαλύπτουσα εύλογη βάση υπεράσπισης και αποσκοπεί μόνο να προκαλέσει καθυστέρηση στην υπόθεση. Στις 12.12.2014 ο Εναγόμενος καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στηριζόμενη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 και Δ.48 στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η Αίτηση είναι αβάσιμη και απορριπτέα καθότι κατατείνει στην διαγραφή μιας καθ' όλα νόμιμης Υπεράσπισης και στην αποστέρηση της δυνατότητας του Εναγομένου να ακουστεί πλήττοντας έτσι καίρια το συμφέρον της δικαιοσύνης.
- Η επισύναψη του μαρτυρικού υλικού στην υπεράσπιση έγινε για μόνο το λόγο του να λάβει τη σχετική γνώση η πλευρά των Εναγουσών και να βοηθηθεί με τον τρόπο αυτό η συναινετική επίλυση της επίδικης διαφοράς.
- Η όποια συμπερίληψη γεγονότων στην υπεράσπιση που μπορεί να ταξινομηθεί ως καταγραφή μαρτυρίας δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της υπεράσπισης αλλά ενεργοποιεί την υποχρέωση του Ενάγοντος να αποδείξει τους δικούς του ισχυρισμούς.
- Δεν είναι κατανοητό γιατί η αποκάλυψη των εγγράφων που έχει στη διάθεση του ο Εναγόμενος τα οποία προσφέρονται apriori και χωρίς καν να χρειαστεί σχετική αίτηση των Εναγουσών, πλήττουν την αξιοπιστία τους. Η ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Έλενας Νεοφύτου η οποία είναι Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας η οποία επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 17.3.2015 κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν μέσω των αγορεύσεων του τις αντίστοιχες θέσεις τις οποίες έχω μελετήσει με προσοχή. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγουσών - Αιτητριών προβαίνει σε αναφορά στις η Δ.19 Θ.26 και η Δ.27 Θ.3 οι οποίες κατά την εισήγησή του αποτελούν το κύριο νομικό υπόβαθρο της Αίτησης. Όντως, οι δύο αυτές δικονομικές διατάξεις επιτρέπουν την επέμβαση του Δικαστηρίου στο δικόγραφο ενός διαδίκου κατά παρέκκλιση του θεμελιακού κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν επιβάλλει στα μέρη τον τρόπο με τον οποίο θα πλαισιώσουν την υπόθεσή τους. Αν και τόσο η Δ.19 Θ.26 όσο και η Δ.27 Θ.3,αφορούν διαγραφή δικογράφου, εντούτοις η εμβέλεια τους είναι διαφορετική. Η δυνάμει της Δ.27 Θ.3, εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο έκδοσης απόφασης ή απόρριψης αγωγής. Από την άλλη έχει νομολογηθεί ότι η Δ.19 θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους του δικογράφου και όχι ολόκληρης της αγωγής. (βλ. Σιακόλας ν. FederalBankofLebanon
(1998)1 Γ ΑΑΔ 1338, 1343). Επίσης έχει νομολογηθεί με τη διάταξη Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, αφού αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27. θ.3. (βλ. Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1852, 1860) Παρατηρώ εξ αρχής ότι οι Αιτήτριες με την Αίτηση τους αυτό που επιζητούν είναι την διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης. Μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου τους ισχυρίζονται ότι το γεγονός συμπερίληψης στην Έκθεση Υπεράσπισης εκτεταμένης μαρτυρίας καθιστώντας την μέρος του δικογράφου παραβιάζει θεμελιακό κανόνα σύνταξης των δικογράφων και ειδικότερα της Δ.19 Θ.4 με αποτέλεσμα ολόκληρη η υπεράσπιση να είναι παράτυπη και άκυρη. Είναι καλά θεμελιωμένη στη νομολογία αρχή ότι η τήρηση των κανόνων σύνταξης δικογράφων είναι καίριας σημασίας για την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685 όπου λέχθηκε ότιτα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε τον Θ. 4 της ίδιας διάταξης ως τον πιο θεμελιακό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν μόνο απαραίτητους και ουσιώδεις ισχυρισμούς και ότι η μαρτυρία για απόδειξη των επίδικων θεμάτων δεν έχει θέση στα δικόγραφα. Τονίστηκε ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. (βλ. επίσης Αγγελίδου Μιράντα ν. Σοφοκλή Μούσουλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1846. Όπως επεξηγείται στην Cyber Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης
(2004)ΙΓ Α.Α.Δ. 1852 η Δ.19 Θ. 26 επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Όμως δεν είναι κανόνας η διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού όταν με κάποιο τρόπο υπάρχει παράβαση των δικονομικών κανόνων σύνταξης. Αντιθέτως, η διαγραφή αποτελεί την σπάνια εξαίρεση. Στην Vector Onega A.G. v. του πλοίου Μ/V Girvas κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ 16 με αναφορά σε Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία τονίζεται το δικαίωμα των διαδίκων να καθορίζουν ελεύθερα τα δικόγραφα τους και η αρχή ότι διαγραφή μπορεί να γίνει μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (Carl - Zeiss - Stiftungv. Rayner&Another
(1969)3 AllER 697 και Fasiliv. SunBoat
(1984)1 CLR 679). Η ίδια αυστηρότητα παρατηρείται στη νομολογία και σε σχέση με την Δ.27 Θ. 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει επισημανθεί ότι η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (βλ. Drummond - Jackson v. British Μ. Ass. & Others [1970] 1 All E.R. 1094, Ιn Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Η Δ.27 Θ.3 αφορά το κατά πόσον η βάση αγωγής ή υπεράσπισης που αποκαλύπτεται με τα δικόγραφα έχει βάση συζήτησης, ή στην περίπτωση που αυτή φαίνεται ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την απαίτηση ή την υπεράσπιση. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία Αγωγής ή Υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R 418, C.A). Ούτε επίσης είναι επιτρεπτή η εξέταση σε βάθος της Υπεράσπισης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Βullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) στη σελ. 144 σε τέτοια αίτηση το ερώτημα που τίθεται δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση Αγωγής αλλά αν αποκαλύπτεται μια εύλογη βάση Αγωγής ή Υπεράσπισης. Πρόσθετα στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του. Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση με την επισύναψη διαφόρων εγγράφων στην έκθεση υπεράσπισης του παραβιάζει σε μεγάλη κλίμακα τον κανόνα ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν μόνο ισχυρισμούς γεγονότων. Στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών (ανωτέρω) λέχθηκε με αναφορά στους Bullen&Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 44 ότι «η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. v. Davies [1938] 1 K.B. 196,
- Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμά του». Ο Εναγόμενος - Καθ' ού η Αίτηση με το κείμενο της υπεράσπισης του δεν αναφέρεται σε καμιά έννοια ή αποτέλεσμα των εγγράφων που επισυνάπτει. Αρκείται μόνο να αναφέρει στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης ότι σε περίπτωση που η αγωγή προχωρήσει θα προσκομίσει μαρτυρία ως η δέσμη εγγράφων που επισυνάπτεται. Τούτος ο τρόπος σύνταξης της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι απαράδεκτος και κατακριτέος. Προκαλεί δε αμηχανία στην πλευρά των Εναγουσών - Αιτητριών . Εάν επιθυμία του Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση ήταν να αναφερθεί στα γεγονότα τα οποία προκύπτουν από τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει θα έπρεπε να παραθέσει στο κείμενο της έκθεσης υπεράσπισης του με τρόπο λιτό και περιληπτικό τέτοια γεγονότα ως επιβάλλουν οι κανόνες σύνταξης ενός δικογράφου. Από τα πιο πάνω προκύπτει δίχως αμφιβολία ότι η δέσμη εγγράφων η οποία επισυνάπτεται στην Έκθεση Υπεράσπισης καθώς και ολόκληρη η παράγραφος 4 η οποία αποτέλεσε το υπόβαθρο για παρουσίαση της εν λόγω δέσμης πρέπει να διαγραφούν από την Έκθεση Υπεράσπισης. Εξάλλου, ορθώς ο συνήγορος του Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου παραδέχτηκε ότι στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης υπάρχει παραπομπή σε δέσμη εγγράφων που αποτελούν μαρτυρία χωρίς να γίνεται ανάλυση αυτών των ισχυρισμών στο σώμα της υπεράσπισης. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο γίνεται αυτό το διάβημα ήταν για να διευκολυνθεί η εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης κάτι για το οποίο γίνονται ήδη εξώδικες προσπάθειες. Δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω τις θετικές προθέσεις του συνηγόρου των Εναγομένων. Εξάλλου η εξώδικη διευθέτηση των υποθέσεων είναι κάτι οποίο πρέπει να ενθαρρύνεται και από τα ίδια τα Δικαστήρια. Πλην όμως ο όρος εξώδικη διευθέτηση σημαίνει ακριβώς ότι τέτοιες προσπάθειες πρέπει να γίνονται εξωδικαστικά και όχι εις βάρος των Δικαστικών διαδικασιών. Κανένας και τίποτα δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τον Εναγόμενο από του να εφοδιάσει τις Ενάγουσες, εξώδικα με το υλικό που κατ' ισχυρισμό έχει στη διάθεση του. Εκτός των πιο πάνω η Έκθεση Υπεράσπισης παρουσιάζει κι άλλη μια απόκλιση από τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Ειδικότερα ο Εναγόμενος προβαίνει σε γενική άρνηση των ισχυρισμών των Εναγουσών και δεν ασχολείται με τον κάθε ένα ξεχωριστά. Οι Δ.19 θ. 15 και 16 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοούν τα ακόλουθα τα οποία είναι σχετικά: «
- It shall not be sufficient for a defendant in his defence to deny generally the grounds alleged by the statement of claim but each party must deal specifically with each allegation of fact of which he does not admit the truth, except damages.
- When a party in any pleading denies an allegation of fact in the previous pleading of the opposite party, he must not do so evasively, but answer the point of substance. Thus if it be alleged that he received a certain sum of money, it shall not be sufficient to deny that he received that particular amount, but he must deny that he received that sum or any part thereof, or else set out how much he received. And if an allegation is made with divers circumstances, it shall not be sufficient to deny it along with those circumstances. » Στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 λέχθηκε ότι: «Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική.» Επομένως ο Εναγόμενος ενδεχομένως να εμποδιστεί κατά την ακρόαση της αγωγής από του να προσφέρει θετική μαρτυρία προς αντίκρουση των ισχυρισμών του Εναγομένου. Κρίνω όμως ότι η γενική άρνηση δεν είναι ικανή να οδηγήσει στη διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου του Εναγομένου. Εξ άλλου όπως αναφέρθηκε η Δ.19 Θ.26 δεν αφορά την διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου. Προσθέτω στα πιο πάνω ότι υπάρχει δυνατότητα, εάν οι Ενάγουσες αισθάνονται ότι η υπεράσπιση δεν παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες γεγονότων, να αποταθούν για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες δυνάμει της Δ.19 Θ.Θ. 6,7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Annual Practice 1958 σελ 477 όπου αναφέρεται ότι «Where a pleading is too general in its terms, and thus deprives the opponent of information to which he is entitled, and without which he cannot properly prepare for trial, he should apply for particulars under O. 19, r. 7». Επίσης στην σελίδα 479 αναφέρεται ότι «Where a pleading is defective only in not containing particulars to which the other side is entitled, application should be made for "a further and better statement of the nature of the claim or defence" under r. 7, and not for an order to strike out the pleading under this Rule. Striking out is employed only in plain and obvious cases. Η εισήγηση του συνηγόρου των Αιτητών ότι το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί εξ ολοκλήρου λόγω του μεγέθους της παράβασης των κανόνων σύνταξης δεν βρίσκει έρισμα στους Κανονισμούς ή τη νομολογία. Η βασική αρχή είναι ότι δεν διαγράφεται ολόκληρο το δικόγραφο απλώς και μόνο επειδή η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να επιτύχει. Εάν το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο τότε δεν διαγράφεται (βλ.Cyber Group Ltdανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση, παρά τις όποιες ατέλειες της Έκθεσης Υπεράσπισης, θεωρώ πως εγείρεται κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Πέρα από την γενική άρνηση και πέρα από την παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης και εκτός των συνημμένων σε αυτή εγγράφων ο Εναγόμενος εγείρει με την παράγραφο 3 της Υπεράσπισης του ένα νομικό σημείο το οποίο πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Στην Δ.27 Θ.1 αναφέρεται ότι «Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law...». Δικαιωματικά, ο Εναγόμενος εγείρει με το δικόγραφό του το νομικό σημείο που κατά την γνώμη του υποστηρίζει την υπεράσπιση του. Ειδικότερα ο Εναγόμενος απαντώντας ισχυρίζεται ότι η έρευνα στηρίχτηκε σε καθόλα νόμιμο ένταλμα και ότι η μετέπειτα ακύρωση του από το Ανώτατο Δικαστήριο δεν σημαίνει ακύρωση εξ υπαρχής αλλά ακύρωση exnunc. Το κατά πόσον το νομικό αυτό σημείο μπορεί να ευσταθήσει είναι κάτι το οποίο δεν συζητήθηκε κατά την ακρόαση της ενώπιον μου Αίτησης. Κανένα από τα μέρη δεν αναφέρθηκε στην ουσία του νομικού αυτού σημείου και δεν θα ήταν ορθό το Δικαστήριο, προτού ακούσει τα μέρη, να επιχειρήσει να εκφέρει τελεσίδικη κρίση επί της ουσίας του σημείου τούτου. Το Άρθρο 30 του Συντάγματος καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του είτε αυτές είναι νομικές είτε αυτές αφορούν πραγματικά γεγονότα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποστερήσει από τον Εναγόμενο αυτό το δικαίωμα. Εκτός αυτών, επισημαίνω επίσης το γεγονός ότι η Απαίτηση των Εναγουσών δεν είναι εκκαθαρισμένη. Η Δ.21 Θ.5 προνοεί τα ακόλουθα: «No denial or defence shall be necessary as to damages claimed or their amount; but they shall be deemed to be put in issue in all cases, unless expressly admitted.» Επομένως ο Εναγόμενος, δικαιούται (όπως και πράττει στην παράγραφο 2 τις έκθεσης υπεράσπισης) να αρνείται τις θεραπείες που επιζητούν οι Ενάγουσες χωρίς να χρειάζεται να προβεί σε ειδική άρνηση των αποζημιώσεων ή του ύψους αυτών. Στην παρούσα υπόθεση το ύψος των αποζημιώσεων είναι επίδικο θέμα ασχέτως αν για το ζήτημα αυτό εγέρθηκε σχετική υπεράσπιση ή όχι. Ως εκ των ανωτέρω, το αίτημα για διαγραφή ολόκληρης της υπεράσπισης του Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διαγράφεται η παράγραφος 4 της έκθεσης Υπεράσπισης καθώς και όλα τα συνημμένα στην Έκθεση Υπεράσπισης Έγγραφα στα οποία γίνεται παραπομπή μέσω της παραγράφου 4. Τα έξοδα της αίτησης κρίνω ότι είναι δίκαιο να επιδικαστούν και επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών - Αιτητριών και εναντίον του Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο