← Κύπρος

Ανδρέα Κλεάνθους ν. Toma Toader κ.α., Αρ. Αγωγής: 4436/2013, 24/4/2015

Ανδρέα Κλεάνθους ν. Toma Toader κ.α., Αρ. Αγωγής: 4436/2013, 24/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4436/2013 Μεταξύ: Ανδρέα Κλεάνθους Ενάγοντα και Toma Toader Paula Doina Toma Εναγομένων --------------------- Αίτηση εναγομένης 2 ημερ. 3.7.2014 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 24 Απριλίου, 2015 Για αιτήτρια - εναγομένη 2 : Δρ. Χρ. Χριστοδουλίδης Για καθ΄ ου η αίτηση - ενάγοντα: κ. Ε. Χειμώνας ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος στη Λευκωσία, καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 9.7.2013, με την οποία αξίωνε απόφαση εναντίον των εναγομένων, οι οποίοι υπήρξαν ενοικιαστές του διαμερίσματος μεταξύ Απριλίου του 2008 και Μαρτίου του 2011, για €931 αξία καταναλωθέντος νερού και €1.000 αξία ενός ψυγείου και ενός πλυντηρίου του ενάγοντα που ιδιοποιήθηκαν οι εναγόμενοι μετά την εγκατάλειψη του μισθίου. Η αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη 2 στις 15.7.2013, δεν καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης και ο ενάγων καταχώρισε αίτηση για απόφαση, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε στις 11.11.2013 απόφαση εναντίον της εναγομένης 2 για €931 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η αξίωση για €1.000 αποσύρθηκε, όπως αποσύρθηκε ολόκληρη η αγωγή εναντίον του εναγομένου

  1. Στις 27.11.2013 ο ενάγων καταχώρισε αίτηση έρευνας/μηνιαίων δόσεων εναντίον της εναγομένης 2, η οποία της επιδόθηκε στις 3.4.
  2. Η εναγομένη 2 παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά στις 30.5.2014, κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον της, ένεκα της παράλειψής της να παρουσιαστεί στην αίτηση έρευνας. Δήλωσε ότι δεν της είχε επιδοθεί είτε η αίτηση είτε η αγωγή και ότι είχε πρόθεση να υποβάλει αίτηση παραμερισμού της απόφασης. Στις 3.7.2014 η εναγομένη 2 καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της εναντίον της απόφασης και της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Η αίτηση στηρίζεται στις Διαταγές 2, 5, 5Β, 9, 16, 17, 19, 48, 50, 51, 59 και 64, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της εναγομένης 2, η οποία αναφέρει ότι κατάγεται από τη Ρουμανία και γνωρίζει άπταιστα την Ελληνική γλώσσα εφόσον τα τελευταία 6 χρόνια διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, παρακολούθησε σχετικά μαθήματα και εργάζεται ως νοσοκόμα. Ισχυρίζεται ότι το κλητήριο ένταλμα ουδέποτε της επιδόθηκε προσωπικά, ουδέποτε συνάντησε οποιονδήποτε επιδότη και ουδέποτε της επέδωσε οποιοσδήποτε επιδότης έγγραφα. Έλαβε γνώση της υπόθεσης για πρώτη φορά στις 4.6.2014 όταν της τηλεφώνησε αστυνομικός και την ειδοποίησε ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον της λόγω του ότι δεν είχε παρουσιαστεί στην αίτηση μηνιαίων δόσεων. Πήρε αμέσως τηλέφωνο τον δικηγόρο της και την επομένη παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωσε την πρόθεσή της να καταχωρίσει αίτηση παραμερισμού της απόφασης λόγω κακής επίδοσης. Στις 15.6.2014 αναγκάστηκε να μεταβεί στη Ρουμανία λόγω ασθένειας της μητέρας της και επέστρεψε στην Κύπρο στις 25.6.2014 (Τεκμήριο Α απόκομμα αεροπορικού εισιτηρίου), οπότε επικοινώνησε με τον δικηγόρο της και υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση. Πέραν της εισήγησης για παραμερισμό της απόφασης δικαιωματικά λόγω άκυρης επίδοσης, η εναγομένη 2 ισχυρίζεται επιπλέον ότι έχει καλή υπεράσπιση εφόσον δεν οφείλει «ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος». Συναφώς, ισχυρίζεται ότι κατά τον Ιανουάριο του 2011 ειδοποίησε τον ενάγοντα ότι θα τερματίσουν την ενοικίαση στα τέλη του Μαρτίου 2011 και ο ενάγων συμφώνησε. Στις 30.3.2011 παρέδωσε το διαμέρισμα στον ενάγοντα ο οποίος το επιθεώρησε και εφόσον ικανοποιήθηκε για την κατάστασή του και τον εξοπλισμό του παρέλαβε τα κλειδιά. Η εναγομένη 2 αρνείται ότι οι εναγόμενοι πήραν το ψυγείο και το πλυντήριο αξίας €1.000 ενώ όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οφείλεται το ποσό των €931 για νερό ισχυρίζεται ότι πλήρωσε τον λογαριασμό του νερού. Αναφέρει επιπλέον ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η εναγομένη 2 δεν πλήρωσε τον λογαριασμό του νερού από 30.3.2008 μέχρι 30.6.2011 είναι αναληθής καθότι εάν ευσταθούσε η θέση ότι δεν επληρώνετο το νερό για τρία χρόνια η υδατοπρομήθεια θα διέκοπτε την παροχή νερού. Αναφορικά με την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, η εναγομένη 2 αναφέρει ότι οφείλεται στο γεγονός ότι από μετά τις 4.6.2014 που έλαβε γνώση για την απόφαση, μετέβη στη Ρουμανία μέχρι τις 25.5.2004 λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας της μητέρας της και η αίτηση καταχωρίστηκε λίγες μέρες μετά την επιστροφή της. Τονίζει ότι εάν λάμβανε προσωπική γνώση για την αγωγή θα καταχωρούσε εμφάνιση και θα προέβαινε σε όλα τα δέοντα διαδικαστικά μέτρα για την προστασία των συμφερόντων της εφόσον έχει καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να της στερηθεί το δικαίωμα να ακουστεί και τα δικαιώματα δίκαιης μεταχείρισης και δίκαιης διαδικασίας. Ο ενάγων καταχώρισε ένσταση την αίτηση παραμερισμού στην οποία προβάλλει τους εξής λόγους: α) Η αίτηση γίνεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση β) Η αίτηση γίνεται με κακή πίστη και με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης γ) Η αίτηση στερείται ουσιαστικής και νομικής βάσης και δεν δεικνύει τους λόγους της καθυστέρησης και την ύπαρξη υπεράσπισης δ) Οι επικαλούμενοι θεσμοί είναι λανθασμένοι Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει ότι αρχικά είχε εγερθεί η αγωγή 3785/13 εναντίον των εναγομένων, η οποία τους επιδόθηκε στις 25.6.2013 αλλά αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 2.7.2013 λόγω λανθασμένων ονομάτων των εναγομένων στον τίτλο. Οι εναγόμενοι δεν είχαν προβεί σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία για το περιεχόμενο της αγωγής 3785/13, το οποίο ήταν το ίδιο με αυτό της παρούσας αγωγής. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 9.7.2013 και επιδόθηκε νομότυπα στις 15.7.
  3. Στις 11.11.2013 εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των €931 μόνο, το οποίο αντιπροσωπεύει την αξία του νερού το οποίο δεν πλήρωσαν οι εναγόμενοι ως είχαν υποχρέωση, αλλά ο ίδιος ο ενάγων. Η απαίτηση για €1.000 αξία πλυντηρίου και ψυγείου απεσύρθη. Αναφέρει επιπλέον ότι η αίτηση μηνιαίων δόσεων επιδόθηκε προσωπικά στην εναγομένη 2 στις 3.4.2014 ενώ η τελευταία καταχώρισε την παρούσα αίτηση παραμερισμού μετά από τρεις μήνες. Θεωρεί ότι είναι αναληθής ο ισχυρισμός της εναγομένης 2 ότι έλαβε γνώση της αγωγής για πρώτη φορά στις 4.6.2014 όταν της τηλεφώνησε αστυνομικός, αλλά και ότι αναληθώς ισχυρίζεται ότι πλήρωσε το νερό χωρίς να επισυνάπτει οποιοδήποτε σχετικό τεκμήριο. Τέλος εισηγείται ότι η εναγομένη 2 δεν δεικνύει κανένα λόγο για την καθυστέρηση αλλά ούτε και ότι έχει καλή υπεράσπιση. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 17 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τη Διαταγή 17, δηλαδή λόγω παράλειψης του εναγομένου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει την απόφαση με όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές[1]. Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων. Ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Επιπρόσθετα, όμως, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του. Αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης. Η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η ανεξήγητη αργοπορία του να πάρει μέτρα για την ακύρωση της απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. Συναφώς, όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως λέχθηκε στη Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή

(2001)1 Α.Α.Δ. 1342: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει το Δικαστήριο η Δ.17, Θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση». Έχοντας σκιαγραφήσει τις πιο πάνω αρχές, τονίζω ότι έχουν εφαρμογή μόνο εφόσον η απόφαση έχει εκδοθεί νομότυπα. Οι προϋποθέσεις για να υπάρξει εξουσία έκδοσης απόφασης ερήμην δυνάμει της Δ.17 είναι η καλή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, εκπνοή της προθεσμίας για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και παράλειψή του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Εάν οι προϋποθέσεις αυτές υπάρχουν, τότε το θέμα παραμερισμού εξετάζεται με βάση τις αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Εάν όμως αποδειχθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17, τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250, όπου ακυρώθηκε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης για παραμερισμό που αφορούσε την επιβολή όρου: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος)». Παρομοίως, όπως αναφέρεται στο Halsbury' s Laws Of England, 4η έκδοση, τόμος 26, παρ. 559: «When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than is due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from consideration as to whether there is good defence on the merits, and the plantiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order». Όπως δε αναφέρεται στο The Supreme Court Practice 1982, Volume 1, Centenary edition, στη σελίδα 157, παρ. 13/9/4: «Where a judgment is obtained irregularly the defendant is entitled ex debito justistiae to have it set aside. When setting aside an irregular judgment, the Court should impose no terms whatever on the defendant, not even contingent terms, such as that the costs should be costs in cause». Στην υπό κρίση περίπτωση, προβάλλεται ως αιτιολογία για τον παραμερισμό της απόφασης, τόσο το ζήτημα της επίδοσης στην εναγομένη 2, όσο και η ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Συνεπώς, θα πρέπει να εξεταστεί πρώτα το θέμα της επίδοσης. Συναφώς, σημειώνω ότι η νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνει δεόντως τη Διαταγή 5 των Θεσμών και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 615, «inherent power to set aside irregular judgment»). Η αίτηση θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί μέσα σε αυτά τα πλαίσια, εφόσον η αντικανονικότητα της επίδοσης μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στον παραμερισμό της απόφασης. Η Διαταγή 5 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «2
(1)Η επίδοση πρέπει, όποτε είναι πρακτικό, να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα γίνει η επίδοση, αλλά αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν το αντίγραφο αφεθεί: (
  1. i)Σε ένα μέλος της οικογένειάς του, που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω, και βρίσκεται στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του, ή (
  2. ii)Σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιας ηλικίας και που να είναι υπεύθυνο του τόπου εργασίας του, ή (iii) Στον αφέντη του, στην περίπτωση υπηρέτη που διαμένει με τον αφέντη του Όταν γίνει η επίδοση δια της αφέσεως του αντιγράφου σε πρόσωπο εκτός από τον ίδιο προσωπικά, η ένορκη δήλωση επιδόσεως πρέπει να αναφέρει (εάν έτσι έχουν τα πράγματα) ότι το πρόσωπο στο οποίο έπρεπε να γίνει η επίδοση δεν βρέθηκε στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του (Τύπος 5)». Εξετάζοντας λοιπόν το θέμα της επίδοσης όσον αφορά την εναγομένη 2, παρατηρώ από το ενώπιόν μου υλικό ότι ο ιδιώτης επιδότης Βάσος Χριστοφόρου κατέθεσε στον φάκελο της υπόθεσης ένορκη δήλωση ημερ. 17.7.2013, όπου αναφέρει ότι στις 15.7.2013 επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην εναγομένη 2 προσωπικά, έναντι της υπογραφής της. Επισυνάπτεται δε στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αντίγραφο του εγγράφου που επιδόθηκε, στο οποίο πράγματι υπάρχει υπογραφή. Συναφώς, σημειώνω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι απόλυτα επιτρεπτό για το Δικαστήριο σε διαδικασίες αυτής της φύσης να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από τα έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου [2] . Η εναγομένη 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε της επιδόθηκε η αγωγή. Εν τούτοις, ουδέν απτό στοιχείο παρουσιάζει προς τεκμηρίωση του εν λόγω γενικού και αόριστου ισχυρισμού. Ουδεμία καταγγελία έγινε είτε στην Αστυνομία είτε στο Ανώτατο Δικαστήριο (που διορίζει τους ιδιώτες επιδότες) για την εν λόγω επίδοση, ούτε και προβάλλεται ισχυρισμός ότι η υπογραφή στο αντίγραφο του εγγράφου που επιδόθηκε, η οποία παρουσιάζεται ως η υπογραφή της εναγομένης 2 προς αποδοχή της επίδοσης του κλητηρίου, είναι πλαστογραφημένη. Παραδόξως, η εναγομένη 2 άφησε ασχολίαστο το γεγονός της ύπαρξης της ένορκης δήλωσης του επιδότη αλλά και της ίδιας της υπογραφής της επί του αντιγράφου του εγγράφου που της επιδόθηκε. Στην ουσία, η ένορκη δήλωση του επιδότη περί προσωπικής επίδοσης έναντι της υπογραφής της εναγομένης 2 αποτελεί μαχητό τεκμήριο καλής επίδοσης. Από τη στιγμή που η εναγομένη 2 επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης επικαλούμενη κακή επίδοση, φέρει αυτή το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της. Κατά την κρίση μου, η απλή αναφορά ότι ουδέποτε συνάντησε οποιονδήποτε επιδότη και ότι δεν της επιδόθηκαν οποιαδήποτε έγγραφα, χωρίς οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, ενώ υπάρχει στον φάκελο της υπόθεσης ένορκη δήλωση προσωπικής επίδοσης έναντι της υπογραφής της, σε καμία περίπτωση δεν είναι ικανοποιητική για σκοπούς απόσεισης του βάρους απόδειξης που τη βαραίνει. Θα ήταν άτοπο και αντινομικό να παραμερίζονται αποφάσεις με τον γενικό ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε επίδοση, χωρίς άλλο στοιχείο, όταν βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου νομότυπη ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη με την οποία επιμαρτυρείται ότι επιτεύχθηκε προσωπική επίδοση έναντι της υπογραφής ενός εναγομένου. Διαφορετική αντιμετώπιση θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα τα οποία θα αντιστρατεύονταν την ανάγκη για διασφάλιση της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Ίσως εκ του περισσού, σημειώνω ότι βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης και ένορκη δήλωση δεύτερου ιδιώτη επιδότη, του Σωτήριου Πετρίδη, ημερ. 5.2.2014, στην οποία αναφέρει ότι στις 31.1.2014 επέδωσε επίσημο αντίγραφο της αίτησης μηνιαίων δόσεων ημερ. 27.11.2013 στην εναγομένη 2 προσωπικά, η οποία παρέλαβε μεν την αίτηση αλλά αρνήθηκε να υπογράψει. Η εναγομένη 2 αφήνει παντελώς ασχολίαστο και αυτό το ζήτημα, ισχυριζόμενη ότι έλαβε γνώση της αίτησης και της αγωγής από την Αστυνομία, κατά την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον της όταν παρέλειψε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της προαναφερόμενης αίτησης. Με τα πιο πάνω δεδομένα, κρίνω ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην εναγομένη 2 είναι καλή και αυτή έλαβε γνώση της αγωγής από τις 15.7.2013. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει περαιτέρω ότι και η αίτηση μηνιαίων δόσεων που είχε καταχωριστεί εναντίον της εναγομένης 2 της είχε επιδοθεί προσωπικά στις 31.1.2014. Οι ισχυρισμοί της περί κακής ή μη επίδοσης παρέμειναν παντελώς ατεκμηρίωτοι και μετέωροι και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Κατά συνέπεια, συνάγεται ότι η απόφαση εναντίον της εκδόθηκε νομότυπα και δεν τίθεται θέμα παραμερισμού της ex debito justitiae. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη εμφάνιση της εναγομένης 2 στο Δικαστήριο, αλλά και κατά πόσο έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, στην ουσία συνδέεται άρρηκτα με τον ισχυρισμό της εναγομένης 2 για κακή/μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, εφόσον στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτησή της, δηλώνει ότι εάν λάμβανε προσωπική γνώση για την αγωγή θα καταχωρούσε εμφάνιση και θα υπερασπιζόταν την υπόθεση. Το Δικαστήριο, όμως, έχει ήδη απορρίψει τους ισχυρισμούς της περί κακής επίδοσης και έχει αποφασίσει ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν καλή. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία συνάγεται ότι η εναγομένη 2 έλαβε γνώση της αγωγής από τις 15.7.2013, αλλά και περαιτέρω ότι στις 31.1.2014 έλαβε γνώση και της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον της, εφόσον της επιδόθηκε αίτηση στην οποία επισυναπτόταν η απόφαση. Εν τούτοις, παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα στη διαδικασία, μέχρι την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον της. Η εναγομένη 2 δεν δίδει οποιαδήποτε εξήγηση, εμμένοντας στη γενικόλογη και ατεκμηρίωτη θέση ότι δεν της επιδόθηκε η αγωγή και ότι έλαβε γνώση για πρώτη φορά στις 4.6.2014 όταν της τηλεφώνησε αστυνομικός για να εκτελέσει ένταλμα σύλληψης και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στις 5.6.2014 με τον δικηγόρο της. Εν τούτοις, σημειώνω ότι η εναγομένη 2 δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 5.6.2014, αλλά στις 30.5.2014, όταν εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον της στα πλαίσια της αίτησης μηνιαίων δόσεων. Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που έλαβε δεόντως γνώση της αγωγής, όφειλε να καταχωρίσει εμφάνιση εντός της υπό των θεσμών προβλεπόμενης προθεσμίας και όχι να αφήσει να εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον της, να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης με αίτηση μηνιαίων δόσεων, και μόνο με την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης λόγω της παράλειψης της να παρουσιασθεί στην αίτηση, σχεδόν ένα χρόνο αφότου έλαβε γνώση του κλητηρίου, να εξαιτείται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί ότι η εναγομένη επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία αγγίζει τα όρια καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941). Η εναγομένη 2 δεν ενδιαφέρθηκε για την έκβαση της δικαστικής διαδικασίας που γνώριζε ότι εκκρεμούσε εναντίον της, παρά μόνο όταν είχε πλέον προωθηθεί μέτρο εκτέλεσης και υποχρεώθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω έκδοσης εντάλματος σύλληψης. Αναφορικά με το κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, σημειώνω ότι τα όσα προβάλλει η εναγομένη 2 σε σχέση με την αξίωση για €1.000 ως αξία ενός ψυγείου και ενός πλυντηρίου είναι άνευ σημασίας, εφόσον το μέρος αυτό της απαίτησης αποσύρθηκε από τον ενάγοντα κα απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 11.11.2013, ημέρα κατά την οποία ήταν ορισμένη η αίτηση για απόφαση εναντίον της εναγομένης 2 λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης, και εκδόθηκε απόφαση μόνο για το μέρος της απαίτησης που αφορούσε ποσό εκ €931 ως αξία καταναλωθέντος νερού. Όσον αφορά το ζήτημα του νερού, η εναγομένη 2 ισχυρίζεται ότι πλήρωσε τον λογαριασμό του νερού «ως το τελευταίο σεντ». Εν τούτοις, παραλείπει να παρουσιάσει το παραμικρό στοιχείο έτσι ώστε να αποδώσει κάποια βαρύτητα σε αυτόν τον γενικό και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό. Το λιγότερο που θα αναμενόταν ήταν η παρουσίαση απόδειξης πληρωμής. Η γενική αναφορά περί εξόφλησης, χωρίς την παράθεση έστω και της παραμικρής λεπτομέρειας ή κάποιου απτού στοιχείου που να προσδίδει κάποια βαρύτητα στους ισχυρισμούς αυτούς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική για τους σκοπούς της παρούσας. Η εναγομένη 2 προβάλλει επιπλέον το επιχείρημα ότι εάν δεν είχε πληρώσει το νερό για 3 χρόνια, θα είχε διακοπεί η παροχή. Η θέση αυτή όμως παραγνωρίζει το γεγονός ότι αυτό που επικαλείτο ο ενάγων στην έκθεση απαίτησής του δεν είναι ότι το νερό παρέμεινε απλήρωτο για 3 χρόνια καθ' ον χρόνο διέμεναν στο επίδικο διαμέρισμα οι εναγόμενοι, αλλά ότι κατέβαλλε ο ίδιος την αξία του καταναλωθέντος υπό των εναγομένων νερού, παρά το ότι το συμβόλαιο προέβλεπε ότι η πληρωμή του νερού είναι υποχρέωση του ενοικιαστή. Επισημαίνω περαιτέρω ότι κατά την απόδειξη της υπόθεσης, ο ενάγων είχε προσκομίσει ένορκη δήλωση στην οποία είχε επισυνάψει ενοικιαστήριο έγγραφο με την εναγομένη 2 στο οποίο περιλαμβάνεται η προαναφερόμενη πρόνοια, Έκθεση Δοσοληψιών από το Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, καθώς και κατάσταση ενός λογαριασμού στη ΣΠΕ Στροβόλου από τον οποίο γίνονταν όλες οι πληρωμές του νερού για την προαναφερόμενη περίοδο. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο αιτητής σε αίτηση παραμερισμού απόφασης θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, «ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω, ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση». Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από αυτήν του ενάγοντα. Συνεπώς, θα πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας, ώστε να μην ασκείται επί ματαίω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως έχει προαναφερθεί, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά εξετάζει τα στοιχεία που τίθενται ενώπιόν του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως γνήσιας υπεράσπισης, παρά μόνο γενικές και αόριστες αρνήσεις. Η γενικότητα των ισχυρισμών της εναγομένης 2 αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση υπεράσπισης (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστα Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1101). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση και εναντίον της εναγομένης 2 -αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Evans v. Bartlam [1937] 2 All ER 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA"
(2003)1Α Α.Α.Δ. 437, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ιακώβου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 941, Ευάνθη ν. Δημάδη,
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1822, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 176, Bush κ.α v. Γιαννή,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 [2] Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.