← Κύπρος

ROHA PREMIUM POTATO LTD ν. D.P. AGROPRODUCTS LTD, Αρ. Αγωγής: 5854/2008, 20/4/2015

ROHA PREMIUM POTATO LTD ν. D.P. AGROPRODUCTS LTD, Αρ. Αγωγής: 5854/2008, 20/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5854/2008 Μεταξύ: ROHA PREMIUM POTATO LTD Ενάγουσας και D.P. AGROPRODUCTS LTD Εναγόμενης Ημερομηνία: 20 Απριλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Θεοδώρα Γαλάζη με κ. Γιώργο Ιακώβου, για Μάριο Χ. Μυλωνά & Συνεργάτες Για την Εναγόμενη: κα Δώρα Καρή και κ. Αργύρης Νικολάου, για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει ποσό €96.590,30σ. ως υπόλοιπο αξίας προϊόντων πωληθέντων και παραδοθέντων στην Εναγόμενη και/ή ως υπόλοιπο δυνάμει τιμολογίων και/ή χρεωστικού λογαριασμού και ή παραδεδεγμένου λογαριασμού και/ή άλλως πως, πλέον νόμιμο τόκο επί του ιδίου ποσού, πλέον τα έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., και έξοδα επίδοσης. Α.1 ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΙ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΕΚΔΟΧΩΝ Ήταν παραδεκτό από αμφότερους τους διαδίκους (βλ. τις παρα. 1 έως 5 της Έκθεσης Απαίτησης - στο εξής «η Ε/Α» - σε σύγκριση με την παρα. 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης - στο εξής «η Ε/Υ») ότι꞉ Αμφότερες οι εταιρείες ως η Ενάγουσα και η Εναγόμενη ήταν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, νομότυπα εγγεγραμμένες στον Έφορο Εταιρειών δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με έδρα τη Λευκωσία. Κατά διάφορες ημερομηνίες από το 2004 μέχρι το 2008, μετά από γραπτή και/ή προφορική και/ή εν μέρει γραπτή και/ή εν μέρει προφορική συμφωνία με την Εναγομένη και/ή αντιπροσώπους αυτής και/ή κατά παράκληση και/ή οδηγιών της, η Ενάγουσα συμφώνησε όπως της πωλήσει και παραδώσει πατάτες και παρέχει τις υπηρεσίες συσκευασίας των εν λόγω πατατών προς την Εναγόμενη αντί συμφωνημένης και/ή εύλογου αμοιβής. Ήταν, μεταξύ άλλων, ρητός όρος και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι η Ενάγουσα θα άνοιγε ειδική μερίδα στα Βιβλία της (στο εξής αναφερόμενη ως «κατάσταση λογαριασμού»), στην οποία θα χρέωνε την αξία των πωλούμενων και παραδοθέντων πατατών, καθώς επίσης και το κόστος για την παροχή υπηρεσιών συσκευασίας σε αυτήν και θα την πίστωνε με οποιεσδήποτε πληρωμές διενεργούσε η Εναγόμενη, πράγμα το οποίο έπραξε η Ενάγουσα, ανοίγοντας την μερίδα με αριθμό 2005 επ' ονόματι της Εναγόμενης. Ήταν επίσης ρητός όρος και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων ότι η Ενάγουσα θα εξέδιδε για κάθε μία συναλλαγή ξεχωριστό τιμολόγιο, πράγμα το οποίο έπραξε. Α.2. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Υπό τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, η εκδοχή της Ενάγουσας, την οποία η Εναγόμενη αρνείται πλήρως, είναι ότι «κατά/ή περί την 26/05/2008, η κατάσταση λογαριασμού δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της Εναγόμενης και υπέρ της Ενάγουσας το ποσό των Ευρώ 96.590,30σ.» (βλ. συναφώς την παρα. 6 της Ε/Α σε σύγκριση με την παρα. 2 της Ε/Υ). Είναι περαιτέρω η θέση της Ενάγουσας (βλ. παρα. 10 της Ε/Α) ότι αυτή «κάλεσε επανειλημμένα την Εναγόμενη όπως προσέλθει και εξοφλήσει το πιο πάνω χρέος της, πλην όμως η Εναγόμενη μέχρι σήμερα παρέλειψε και/ή αρνήθηκε και /ή αμέλησε να πράξει τούτο». Προς απόδειξη των ως άνω δικογραφημένων θέσεών της, η Ενάγουσα επιφυλάχθηκε όπως προσκομίσει μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία όσον αφορά - τις λεπτομέρειες της συμφωνίας που είχε με την Εναγόμενη. την κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε για την Εναγόμενη, το πλήρες περιεχόμενο των τιμολογίων που εξέδωσε προς την Εναγόμενη. Α.3 Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ (
  2. i)Η εκδοχή γεγονότων για σκοπούς υπεράσπισης Οι λεπτομέρειες γεγονότων επί των οποίων η Εναγόμενη στηρίζει την άρνηση του ισχυριζόμενου οφειλόμενου υπολοίπου της κατάστασης λογαριασμού ως η απαίτηση της Ενάγουσας είναι οι ακόλουθες (βλ. σχετικά την παρα. 2 της Ε/Υ)꞉ (α) Σε συνάντηση που έγινε κατά ή περί την 10/9/07 μεταξύ του κ. Χαράλαμπου Ορθοδόξου, διευθυντή της Ενάγουσας και του κ. Δημήτρη Πετρίδη, διευθυντή της Εναγομένης, στην οποία συζητήθηκε το υπόλοιπο λογαριασμού της Εναγομένης με την Ενάγουσα, συμφωνήθηκε ότι αυτό ανερχόταν σε Λ.Κ.45.000 (€76.887.06σ.). (β) Σε ένδειξη της πιο πάνω διευθέτησης ο διευθυντής της Εναγομένης κατάγραψε με το χέρι πάνω στην κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 28/8/07 ότι το οφειλόμενο ποσό ήταν Λ.Κ.45.000 (€76.887.06σ.). (γ) Έναντι του πιο πάνω ποσού η Εναγόμενη κατέβαλε στην Ενάγουσα την 3/9/07 το ποσό των Λ.Κ.10.000 (€17.086.01σ.) και έτσι τα νέο οφειλόμενο ποσό στον λογαριασμό της Εναγομένης ήταν Λ.Κ.35.000 (€59.801,05σ.). (δ) Αργότερα, σε μια προσπάθεια διευθέτησης του υπόλοιπου του λογαριασμού της Εναγομένης αφαιρέθηκε από το ποσό των Λ.Κ.35.000 (€59.801,05σ.) το συνολικό ποσό των Λ.Κ.10.000 (€17.086,01σ.) το οποίο αποτελούσε: (
  3. i)Λ.Κ.5.400 (€9.226,45σ.)- προμήθειες που έδωσε η Εναγόμενη στον κ. Χαράλαμπο Ορθοδόξου, (
  4. ii)Λ.Κ. 1000 (€1.708,60σ.)- λανθασμένες χρεώσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη, και (iii) Λ.Κ.3600 (€6.150,97σ.)- έκπτωση που έγινε από Ενάγουσα στην Εναγόμενη. Έτσι το νέο οφειλόμενο ποσό στο λογαριασμό της Εναγόμενης ήταν Λ.Κ.25.000 (€42.715,04σ.). (ε) Το νέο οφειλόμενο ποσό της Εναγόμενης, καταβλήθηκε στην Ενάγουσα κατά ή περί την 10/10/07 με επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ με αριθμό 03973180, ξοφλώντας έτσι το οφειλόμενο ποσό για το έτος 2007. (στ) Το 2008 η Ενάγουσα και η Εναγόμενη άρχισαν νέα συνεργασία. Η Ενάγουσα για κάθε πώληση προϊόντων στην Εναγόμενη, εξέδιδε τιμολόγια, τα οποία παρέδιδε στην Εναγόμενη και αυτή με τη σειρά της κατέβαλε με επιταγή τα οφειλόμενα ποσά των τιμολογίων. Λεπτομέρειες των τιμολογίων και πληρωμών αυτών, η Εναγόμενη επιφυλάχθηκε να δώσει κατά την ακροαματική διαδικασία. (η) Κατά ή περί την 12/5/08 ο λογαριασμός της Εναγόμενης έδειχνε ότι το οφειλόμενο ποσό προς την Ενάγουσα ήταν €19.278,00σ., σύμφωνα πάντα με κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας, ημερομηνίας 12/5/08. Ανεξάρτητα από την ως άνω εκδοχή γεγονότων, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται (is estopped) από του να προωθεί την παρούσα απαίτηση, αφού το οφειλόμενο από την Εναγόμενη καταβλήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία Euler Hermes Emporiki, μέλος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία στις 18/9/08 απαίτησε από τους Εναγόμενους €96.590,30σ. που κατά τους ισχυρισμούς της είναι το οφειλόμενο στην Ενάγουσα ποσό. Παραδέχεται η Εναγόμενη ότι η Ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 4/6/08, απαίτησε από αυτή το ποσό των €64.941,99σ. μόνο. Στην επιστολή αυτή, απάντησαν οι δικηγόροι της Εναγόμενης με τηλεμήνυμά τους, ημερομηνίας 17/6/08, εκθέτοντας τη θέση της Εναγόμενης ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μόνο €19.278,00σ. ποσό που ήταν στην διάθεση της Ενάγουσας για εξόφληση του λογαριασμού της. Στο στάδιο αυτό, η Εναγόμενη δεν γνώριζε ότι η Ενάγουσα ήδη πληρώθηκε για την απαίτηση της από την ασφαλιστική εταιρεία, ως πιο πάνω αναφέρεται. (
  5. ii)Η εκδοχή γεγονότων για σκοπούς ανταπαίτησης Η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα κατακρατούσε παράνομα, καθ' ον χρόνο καταχωρήθηκε η Ε/Υ, ετικέττες και σακκούλες συσκευασίας πατατών (στο εξής "τα Αντικείμενα"), ιδιοκτησίας της Εναγομένης, τα οποία χρησιμοποιούνταν κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους. Ήταν περαιτέρω η θέση της Εναγόμενης ότι με επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 17/6/2008, κάλεσε την Ενάγουσα όπως παραδώσει σε αυτήν τα Αντικείμενα, αλλά η Ενάγουσα αρνήθηκε και/ή παρέλειψε μέχρι και το χρόνο καταχώρισης της Ε/Υ να της τα παραδώσει και απαίτησε μάλιστα η Ενάγουσα ως όρο για την παράδοση των Αντικειμένων, να πληρωθεί από την Εναγόμενη ποσό €100,00σ. το μήνα σαν αποθηκευτικά δικαιώματα από 30/5/07 μέχρι την ημερομηνία παραλαβής. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η απώλεια χρήσης των Αντικειμένων αυτών είναι ίση με την αξία τους, ήτοι Λ.Κ.13.000,00σ. (€22.211.82σ.) και αξιώνει ανταπαιτητικά να της επιδικασθεί αυτό το ποσό. Επιφυλάχθηκε η Εναγόμενη να δώσει λεπτομέρειες για την επιμέτρηση του ποσού αυτού κατά την ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, η Εναγόμενη αξίωνε από το Δικαστήριο την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάζει την Ενάγουσα και/ή τους διευθυντές της και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή τους υπαλλήλους της και/ή οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο άτομο να επιστρέψουν τα Αντικείμενα στους Εναγόμενους. Όσον αφορά το τελευταίο αυτό αιτητικό, επισημαίνω ότι απεσύρθη από την Εναγόμενη, με σχετική δήλωση των συνηγόρων της κατά την ακροαματική διαδικασία, καθότι τα Αντικείμενα είχαν στο χρονικό διάστημα από την καταχώριση της αγωγής και μέχρι την έναρξη της ακρόασης, επιστραφεί και ως εκ τούτου εκείνο κατέστη άνευ αντικειμένου. Α.4. Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Η Ενάγουσα αρνείται την πιο πάνω εκδοχή υπεράσπισης της Εναγόμενης και αντιτάσσει τους εξής ισχυρισμούς꞉ (α) Ουδέποτε έγινε συνάντηση μεταξύ του κ. Χαράλαμπου Ορθοδόξου, διευθυντή της Ενάγουσας, και του κ. Δημήτρη Πετρίδη, διευθυντή της Εναγόμενης, με θέμα συζήτησης το υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης και περαιτέρω ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι το υπόλοιπο ανέρχετο στο ποσό των £45.000,00σ. (β) Ο λογαριασμός κατά ή περί τις 10.10.2007 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των £46.225,60σ. (€78.981,13σ.), με τελευταία πληρωμή από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα στις 03.09.2007 του ποσού των £10.000,00σ. (€17.086,01σ.) και £5.000,00σ. (€8.543,01σ.). Το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης κατά τις 03.09.2007 πριν την πληρωμή του συνολικού ποσού των £15.000,00σ. (€25.629,02σ.) ανέρχετο στο ποσό των £86.225,60σ. (€147.325,18σ.) και μετά την πληρωμή ανήλθε στο ποσό των £46.225,60σ. (€78.981,13σ.). (γ) Απορρίπτει η Ενάγουσα κατηγορηματικά ως κακόβουλους και ψευδείς τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης περί του ότι στο πλαίσιο διευθέτησης αφαιρέθηκε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.10.000 (€17.086,01σ.) και καλεί την Εναγόμενη σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. (δ) Η Ενάγουσα παραδέχεται μόνον ότι στις 10/10/2007 με επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ, με αριθμό 03973180, καταβλήθηκε το ποσό των £25.000,00σ. (€42.715,04σ.), χωρίς όμως η πληρωμή αυτή να εξοφλά το οφειλόμενο ποσό. Το οφειλόμενο ποσό μετά και την καταβολή του πιο πάνω ποσού ήταν £46.225,60σ. (€78.981,13σ.). (ε) Η Ενάγουσα απορρίπτει κατηγορηματικά τους λοιπούς ισχυρισμούς της Εναγόμενης και αναφέρει ότι στις 12/05/2008 ο λογαριασμός της Εναγόμενης έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €98.621,33σ. Η Ενάγουσα απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης περί του ότι κωλύεται να προωθεί την απαίτησή της και απαντά λέγοντας ότι η ασφαλιστική εταιρεία Euler Hermes Emporiki, κανένα ποσό δεν κατέβαλε στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα αρνείται την εκδοχή ανταπαίτησης που προέβαλε η Εναγόμενη και αντιτάσσει τους εξής ισχυρισμούς꞉ (α) Όταν η Ενάγουσα απαίτησε από την Εναγόμενη όπως καταβάλει κάθε οφειλόμενο ποσό προς αυτήν, η Εναγόμενη ζήτησε και έλαβε από την Ενάγουσα τις ετικέτες που επικαλείται στην ανταπαίτηση της, για να τις χρησιμοποιήσει σε άλλο συσκευαστήριο αντί αυτό της Ενάγουσας. Η χρησιμοποίηση δε των εν λόγω ετικετών δεν έγινε αποδεκτή από το αρμόδιο Υπουργείο, αφού σε αυτές τις ετικέτες αναγράφετο το όνομα της Ενάγουσας ως συσκευάστρια εταιρεία και όχι η συσκευάστρια εταιρεία. (β) Η Ενάγουσα σε καμία περίπτωση αρνήθηκε να παραδώσει στην Εναγόμενη τις σακούλες συσκευασίας πατατών. Αντίθετα, η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα την Εναγόμενη όπως προσέλθει και παραλάβει την περιουσία της από τις αποθήκες της Ενάγουσας, πλην όμως η Εναγόμενη αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να πράξει τούτο. (γ) Σε απάντηση της επιστολής των δικηγόρων της Εναγόμενης, η Ενάγουσα με την αναφερόμενη εις την παράγραφο 9 της Ανταπαίτησης, επιστολή των δικηγόρων της, ζήτησε από την Εναγόμενη να καταβάλει τα αποθηκευτικά έξοδα και να γνωστοποιήσει εκ των προτέρων στην Ενάγουσα την ημέρα και ώρα που προτίθεται να παραλάβει την περιουσία της από τις αποθήκες της, πράγμα που και πάλι η Εναγόμενη αρνήθηκε και /ή παρέλειψε να πράξει με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υφίσταται ζημία και/ή απώλεια χρήσης της αποθήκης της από τις 30/05/2007 ίση με το ποσό των €100,00σ., το οποίο η Ενάγουσα καλείται να καταβάλει για την ενοικίαση άλλων αποθηκευτικών χώρων. (δ) Περαιτέρω, είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι οι επικαλούμενες από την Εναγόμενη ζημιές εκ £13.000,00 (€22.211,82σ.) είναι φανταστικές, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και σαν τέτοιες απορρίπτονται. Β. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Β.1. Οι μάρτυρες Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο τέσσερις μάρτυρες꞉ · Πρώτος μάρτυρας (στο εξής «ο ΜΕ1») ήταν ο κ. Ροδής Χατζηανδρέου. · Δεύτερος μάρτυρας (στο εξής «ο ΜΕ2») ήταν ο κ. Κυριάκος Κυριάκου. · Τρίτος μάρτυρας (στο εξής «ο ΜΕ3») ήταν ο κ. Νίκος Γιάγκου. · Τέταρτος μάρτυρας (στο εξής «ο ΜΕ4») ήταν ο κ. Χαράλαμπος Ορθοδόξου. Από πλευράς Υπεράσπισης προσήλθαν δύο μόνο μάρτυρες, ο κ. Δημήτρης Πετρίδης (στο εξής «ο ΜΥ1») και ο κ. Πολύβιος Νικολάου (στο εξής «ο ΜΥ2»). Β.2. Τα τεκμήρια Έχουν κατατεθεί από τους μάρτυρες διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, ως ο κατάλογος που ακολουθεί꞉ 1. Κατάσταση Λογαριασμού της Ενάγουσας, ημερ. 31.12.2006, αναφορικά με το λογαριασμό της Εναγόμενης για το έτος 2006 με επισυνημμένη δέσμη τιμολογίων για το έτος 2006 (Τεκμήριο 1). 2. Κατάσταση Λογαριασμού της Ενάγουσας, ημερ. 31.12.2007, αναφορικά με το λογαριασμό της Εναγόμενης για το έτος 2007 με επισυνημμένη δέσμη τιμολογίων για το έτος 2007 (Τεκμήριο 2). 3. Διορθωμένη Κατάσταση Λογαριασμού της Ενάγουσας, ημερ. 31.12.2007, αναφορικά με το λογαριασμό της Εναγόμενης για το έτος 2007 (Τεκμήριο 3). 4. Κατάσταση Λογαριασμού της Ενάγουσας, ημερ. 30.5.2008, αναφορικά με το λογαριασμό της Εναγόμενης για το έτος 2008 με επισυνημμένη δέσμη τιμολογίων για το έτος 2008 (Τεκμήριο 4). 5. Διορθωμένη Κατάσταση Λογαριασμού της Ενάγουσας, ημερ. 31.12.2008, αναφορικά με το λογαριασμό της Εναγόμενης για το έτος 2008 (Τεκμήριο 5). 6. Δέσμη επιστολών / τηλεμηνυμάτων μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης και/ή των δικηγόρων τους (Τεκμήρια 6Α έως 6Ι). 7. Επιστολή ασφαλιστικής εταιρείας Euler Hermes Emporiki, ημερομηνίας 11/04/2008, προς Ενάγουσα (Τεκμήριο 7). 8. Επιστολή ασφαλιστικής εταιρείας Euler Hermes Emporiki, ημερομηνίας 20/06/2008, προς Ενάγουσα (Τεκμήριο 8). 9. Αντίγραφο επιταγής της Marfin Laiki Bank, ημερομηνίας 18/11/2009, για το ποσό των €2.000,00σ. εκδοθείσα από την Fresca Imports - Exports Limited προς όφελος της Ενάγουσας (Τεκμήριο 9). 10. Αντίγραφο απόδειξης της εταιρείας D. P. Agro Ltd με αρ. 00054, ημερομηνίας 17/01/2011, για την αγορά 4000 σακουλών από την Ενάγουσα για το ποσό των €828,00σ. (Τεκμήριο 10). 11. Σακούλα της εταιρείας D. P. Agro Ltd (Τεκμήριο 11). 12. Κατάσταση Λογαριασμού της Ενάγουσας, ημερομηνίας 28/08/2007, αναφορικά με το λογαριασμό της Εναγόμενης για το έτος 2007, ως ήταν στην κατοχή του Διευθυντή της Εναγομένης και επί της οποίας υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις (Τεκμήριο 12). 13. Εξουσιοδότηση της ασφαλιστικής εταιρείας Euler Hermes Emporiki, ημερομηνίας 05/03/2014 (Τεκμήριο 13). 14. Βεβαίωση της ασφαλιστικής εταιρείας Euler Hermes Emporiki, ημερομηνίας 05/03/2014 (Τεκμήριο 14). 15. Τιμολόγιο της εταιρείας IONCON LTD, ημερομηνίας 31/05/2007, προς Εναγόμενη (Τεκμήριο 15). Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων με τη δέουσα προσοχή και ειδική αναφορά σε αυτά γίνεται κατωτέρω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αιτιολόγησης της δικαστικής μου κρίσης. Β.3. Τα επίδικα θέματα Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Θα αναφερθώ κατά την αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα. Για σκοπούς διευκόλυνσης της μελέτης, έχω αναλύσει τη μαρτυρία σε συσχετισμό με τα εξής κύρια επίδικα θέματα όπως τα έχω διακρίνει στη βάση της δικογραφίας꞉ Πρώτον, αν συντρέχει πράγματι λόγος κωλύματος της Ενάγουσας στην προώθηση της αγωγής, ήτοι αν έχει ήδη αποζημιωθεί η Ενάγουσα από την ασφαλιστική εταιρεία. Δεύτερον, αν είναι ακριβής η κατάσταση λογαριασμού επί της οποίας στηρίζεται η απαίτηση της Ενάγουσας. Τρίτον, αν πράγματι υπήρξε συνάντηση για διευθέτηση και συμφωνία για αφαίρεση ποσού από το υπόλοιπο της καταστασης λογαριασμού, ως ο ισχυρισμός της Εναγόμενης. Τέταρτον, αν υπήρξε άρνηση της Ενάγουσας να παραδώσει τις σακούλες και ετικέττες της Εναγόμενης που φυλάττονταν στις αποθήκες της πρώτης και αν αποδεικνύεται ζημιά της δεύτερης. Σημειώνω ότι μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Έχω μελετήσει με προσοχή τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς, όπως αυτά αναλύονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων και θα αναφερθώ σε αυτά σε βαθμό που το κρίνω αναγκαίο για αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Γ.1. Κριτήρια αξιολόγησης Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.

(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138). Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο Ενάγων, ο Ενάγων οφείλει να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Έλαβα υπόψη μου μία εξίσου βασική παράμετρο꞉ ότι η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να κρίνεται με μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, το περιεχόμενο της μαρτυρίας θα πρέπει να υποβάλλεται στη «βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Στην υπόθεση Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1367) λέχθηκε ότι «Επέμβαση επίσης δικαιολογείται όταν οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία (Αντωνίου ν. Γεστάμη & Σια Λτδ κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1070), ή όταν τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο (Παπαδόπουλος ν. Χριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 2004, 2008 και A.S. Air Control Ltd v. Ερωτοκρίτου κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1056). Γ.
  1. Γενική εντύπωση Ο ΜΕ1 δεν απέκρυψε ότι η ποιότητα των σχέσεών του με τον ΜΥ1 δεν υπήρξε καλή ή ευχάριστη. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «Μια συνεργασία είναι ευχάριστη όταν και τα δύο μέρη είναι ταυτοποιημένα στο μυαλό. Εγώ με τον κ. Πετρίδη, έχουμε διαφορετικές απόψεις.». Όπως εξήγησε ο ΜΕ1 η συνεργασία με τον ΜΥ1 προϋπήρχε της ιδρύσεως της Ενάγουσας εταιρείας ως συνεργασία μεταξύ του κ. Ορθοδόξου (ΜΕ4) και του ΜΥ1 και ο ΜΕ1 την αποδέχτηκε για λόγους εκτίμησης προς το συνεταίρο του (ήτοι τον ΜΕ4). Μελέτησα τη μαρτυρία του ΜΕ1 υπό το πρίσμα της πιο πάνω τοποθέτησής του με την δέσουσα προσοχή. Η εξωτερική εντύπωση που μου δημιούργησε ο ΜΕ1 ήταν ότι επρόκειτο για μάρτυρα που προσήλθε στο Δικαστήριο με βεβαιότητα για τα λεγόμενά του και με αυτοπεποίθηση ότι η άλλη πλευρά δεν έχει καλή υπόθεση. Απαντούσε με τρόπο θετικό και άμεσο, παραπέμποντας πάντοτε στην έγγραφη μαρτυρία που είχε προσκομίσει και καταθέσει ως τεκμήρια, ήτοι τα τιμολόγια και τις καταστάσεις λογαριασμού. Υπήρξαν στιγμές κατά την αντεξέτασή του που είχε εριστική διάθεση, αλλά έρεισμα δόθηκε από το ειρωνικό ύφος με το οποίο υποβάλλονταν στον ίδιο οι ερωτήσεις ή υποβολές. Το περιεχόμενο των απαντήσεων του ήταν απόλυτα λογικό και είχε συνοχή. Η σταθερότητα της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του οποιαδήποτε ασυνέπεια ή αντίφαση με τα δικόγραφα, αλλά ούτε και διάθεση υπεκφυγής ή παραποίησης της αλήθειας. Ούτε όμως και οποιαδήποτε προσπάθεια διαστρέβλωσης της αλήθειας. Συνεπώς, η μαρτυρία του όσον αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Το μόνο τμήμα της μαρτυρίας του ΜΕ1 που δεν αποδέχομαι είναι εκείνο που αφορά στην ανταπαίτηση της Εναγομένης και δίδω ειδική αιτιολογία περί τούτου, πιο κάτω. Ο ΜΕ2 μου έδωσε την εντύπωση του ανεξάρτητου μάρτυρα, ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο για να δώσει στο Δικαστήριο μία πληροφορία και μόνο ως προς τον βαθμό εμπλοκής της ασφαλιστικής εταιρείας στην παρούσα υπόθεση και ειδικότερα ότι η Ενάγουσα δεν αποζημιώθηκε από την ασφαλιστική για το επίδικο χρέος. Στηρίχθηκε στην έγγραφη μαρτυρία που παρουσίασε και κατέθεσε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Θα αναφερθώ σε αυτήν κατά την αναλυτικότερη αξιολόγηση της μαρτυρίας. Δεν υπήρξε οτιδήποτε στα λεγόμενα του ΜΕ2 κατά την αντεξέτασή του που να κλονίζει την εντύπωση ότι αυτός είναι μάρτυρας της αλήθειας. Αποδέχομαι και αυτού τη μαρτυρία ως αληθή και αξιόπιστη. Ο ΜΕ3 δεν μου έκανε θετική εντύπωση. Παρά το ότι προσήλθε ως μάρτυρας της Ενάγουσας για να πει γεγονότα όπως τα έζησε ως υπάλληλος άλλης εταιρείας, ήτοι της J.P. Freska στην οποία προσελήφθηκε από τον ΜΥ1 κατά ή περί τον Ιούνιο 2009, εντούτοις διαφάνηκε κατά την αντεξέτασή του ότι δεν ήρθε να μαρτυρήσει με καθαρό μυαλό, αφού αυτό είχε μολυνθεί με διάθεση αντιπάθειας. Ειδικότερα, αποκαλύφθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ3 ότι αυτός είχε προσωπικό παράπονο από τον ΜΥ
  2. Και τούτο αναδείχθηκε όταν ερωτήθηκε να πει μέχρι πότε εργαζόταν για λογαριασμό του στην J. P. Freska. Ενδεικτική η απάντηση που έδωσε ο ΜΕ3꞉ «Αυτό να μας το απαντήσει ο κ. Δημήτρης Πετρίδης. Διότι δεν θυμάμαι πότε με επολόγιασαν από την εταιρεία. Διότι δεν εσταμάτησα.». Η ύπαρξη κίνητρου ή λόγου να μεροληπτεί ο ΜΕ3 εναντίον του ΜΥ1 με οδήγησε στο να ελέγξω τη μαρτυρία του υπό επιφύλαξη και με μεγάλη προσοχή. Έχω διαπιστώσει σωρεία αντιφάσεων μεταξύ των λεγόμενων του κατά την κυρίως εξέτασή του και εκείνων κατά την αντεξέτασή του, στις οποίες θα αναφερθώ πιο κάτω. Καταλήγω να μην μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΕ3 ως ασφαλή βάση για τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα. Δεν την κρίνω αξιόπιστη. Ο ΜΕ4 εμφανίστηκε ενώπιον μου ως ο επί σειρά ετών Διευθυντής της Ενάγουσας με τον οποία ο ΜΥ1 είχε καλή συνεννόηση και επικοινωνία. Ο ΜΕ4 μου δημιούργησε την εντύπωση ήρεμου και ήπιου ανθρώπου, που προσήλθε να πει την αλήθεια. Δεν υπήρξε ίχνος υπερβολής στη μαρτυρία του. Καίρια σημεία της μαρτυρίας του τα οποία θα αναλύσω πιο κάτω παρέμειναν ανκλόνητα. Συνεπώς, η μαρτυρία του όσον αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Το μόνο τμήμα της μαρτυρίας του ΜΕ4 που δεν αποδέχομαι είναι εκείνο που αφορά στην ανταπαίτηση της Εναγομένης και δίδω ειδική αιτιολογία περί τούτου, πιο κάτω. Ο ΜΥ1, διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας, δεν υπήρξε εξίσου ήρεμος και άνετος. Απεναντίας, με έντονη νευρικότητα, και με ύφος εχθρότητας προς τον ΜΕ1, προσπάθησε να πείσει ότι το δίκαιο είναι με το μέρος του. Ωστόσο, η εκδοχή υπεράσπισης την οποία επέλεξε να προβάλει κατά την ακροαματική διαδικασία δεν είχε δικογραφηθεί δεόντως στην Έκθεση Υπεράσπισης ούτε υποβλήθηκε με συνοχή προς τους μάρτυρες της Ενάγουσας, αλλά ούτε και τεκμηριώθηκε με επαρκή μαρτυρία. Αναλύω λεπτομερέστερα το ζήτημα αυτό πιο κάτω, αιτιολογώντας γιατί δεν θεωρώ επιτρεπτό, με βάση το δικαιϊκό μας σύστημα, να αποδεχθώ τη μαρτυρία του όσον αφορά την υπεράσπιση. Για την εκδοχή ανταπαίτησης, υπάρχει έγγραφη μαρτυρία που υποστηρίζει την εκδοχή του ΜΥ1, ως επίσης και η μαρτυρία του ΜΥ2, γι' αυτό και είμαι διατεθειμένη να την αποδεχθώ. Ο ΜΥ2 μου έκανε πολύ θετική εντύπωση διότι υπήρξε αρκούντως λεπτομερειακός στην περιγραφή που έδωσε και δεν άφησε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι είχε προσωπικές παραστάσεις για τα γεγονότα που εξιστορούσε. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασής του δεν δίστασε να τοποθετηθεί. Δεν κλονίστηκε η μαρτυρία του. Την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και αληθή. Γ.
  3. Αναλυτική αξιολόγηση και ευρήματα Δικαστηρίου. Γ.3.
  4. Αναφορικά με το αν συντρέχει λόγος κωλύματος έγερσης ή/και προώθησης της αγωγής Ως προς το πρώτο επίδικο ζήτημα ανωτέρω, της ύπαρξης ή μη γεγονότων που συνιστούν λόγο κωλύματος της Ενάγουσας να προωθεί την επίδικη απαίτηση, σχετική υπήρξε η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, αφενός, και του ΜΥ1, αφετέρου. Ο ΜΕ1 περιέγραψε την πολιτική της Ενάγουσας εταιρείας να καλύπτει όλους τους πελάτες της με «πιστωτική ασφάλεια», δηλαδή με ασφάλιση του χρέους των πελατών της σε περίπτωση που συμβεί οτιδήποτε και δεν είναι πλέον ικανοί να το αποπληρώσουν. Για καταβολή οποιουδήποτε ποσού από την ασφαλιστική εταιρεία, επιβάλλεται να προσκομιστούν στην εταιρεία τα κατάλληλα πιστοποιητικα. Ήτοι, αποφάσεις Δικαστηρίων, Διατάγματα πτώχευσης κ.λπ. Προς απόδειξη της ύπαρξης τέτοιας ασφαλιστικής κάλυψης οποιουδήποτε χρέους της Εναγόμενης εταιρείας, ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο έγγραφο της ασφαλιστικής εταιρείας EULER HERMES EMPORIKI, ημερ. 11.4.2008, απ' όπου προκύπτει ότι αιτητής της ασφαλιστικής κάλυψης ήταν η Ενάγουσα και ασφαλιζόμενο πρόσωπο η Εναγόμενη και εξασφαλιζόταν ασφαλιστική κάλυψη μέχρι του πιστωτικού ορίου των €20.000,00σ. (βλ. το Τεκμήριο 7). Όπως επεσήμανε ο ΜΕ1, η πιο πάνω ασφαλιστική κάλυψη της Εναγόμενης ακυρώθηκε με νέα απόφαση της ασφαλιστικής εταιρείας EULER HERMES EMPORIKI, ημερ. 20.6.2008 (βλ. το Τεκμήριο 8). Διευκρίνισε ο ΜΕ1 ότι, λόγω της άρνησης της Εναγόμενης να εξοφλήσει το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού της, η Ενάγουσα είχε αρχικά απευθυνθεί στην προαναφερθείσα ασφαλιστική εταιρεία για να πληρωθεί από εκείνην. Ωστόσω, η ασφαλιστική εταιρεία έθεσε ως προϋπόθεση να της παρουσιάσει η Ενάγουσα ότι εκδόθηκε απόφαση Δικαστηρίου υπέρ της. Υπήρξε συμφωνία μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και της Ενάγουσας όπως αναλάβει η Ενάγουσα την καταχώριση αγωγής στην Κύπρο, παρά να αφεθεί ο χειρισμός αυτός στην ασφαλιστική εταιρεία, όπως συμβαίνει με άλλους πελάτες της στο εξωτερικό, θεωρώντας ότι αυτό θα ήταν πιο γρήγορο. Η αγωγή καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας από την Ενάγουσα στις 14.10.
  5. Η ασφαλιστική εταιρεία αναμένει την έκβαση της δίκης και αν επιτύχει η Ενάγουσα, τότε θα αποφασίσει αν θα πληρώσει την Ενάγουσα ή όχι. Άφησε, δηλαδή, ο ΜΕ1 να νοηθεί ότι, παρά την ακύρωση της ασφαλιστικής κάλυψης της Εναγομένης από 20.6.2008, η κάλυψη εξακολουθεί να παρέχεται για τις προγενέστερες δοσοληψίες και πιστωτικούς κινδύνους, οι οποίοι προέκυψαν καθ' ον χρόνο ήταν σε ισχύ η ασφάλιση. Με βάση τα λεγόμενα του ΜΕ1, βέβαιο θα πρέπει να θεωρείται ότι ουδέν ποσό έχει καταβληθεί στην Ενάγουσα από την ασφαλιστική εταιρεία μέχρι στιγμής. Από την άλλη, ο ΜΥ1, ανέφερε προφορικά στο Δικαστήριο ότι έλαβε και επιστολή από την EULER HERMES, η οποία ζητά από την Εναγόμενη να καταβάλει το ποσό των €96.590,00σ., καθώς ειδοποιήθηκε από την Ενάγουσα, ως policy holder, ότι ήταν οφειλόμενο. Η επιστολή αυτή, κατά τα λεγόμενα του ΜΥ1, αναφέρει ότι ζητήθηκε από την EULER HERMES να αναλάβει την είσπραξη του ποσού αυτού και ότι αν δεν πληρωθεί το ποσό σε 15 ημέρες θα κινήσει τη διαδικασία για την είσπραξη του. Ανέφερε ότι η επιστολή από κάτω γράφει ότι έχει αποσταλεί και στον κ. Χατζηανδρέου. Δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο η συγκεκριμένη επιστολή στην οποία αναφέρθηκε ο ΜΥ1, ούτε ζητήθηκε άδεια κατάθεσής της στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Κατά την κρίση μου, ακόμη και αν ήταν αληθής η μαρτυρία του ΜΥ1 ως προς το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής, δεν θα μπορούσε, πάντως, να στηριχθεί σε αυτήν εύρημα γεγονότος, ως αυτό που δικογράφησε η Εναγόμενη στην Ε/Υ της, ότι δηλαδή η Εναγόμενη πληρώθηκε από την ασφαλιστική για το χρέος της Εναγόμενης και ότι συνεπακόλουθα κωλύεται η Ενάγουσα στην έγερση της αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα ξεκαθάρισε με την έλευση του ΜΕ
  6. Πρόκειται για τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας Intertrust Insurance Ltd στην Κύπρο, η οποία ενεργεί ως ασφαλιστικός σύμβουλος της ασφαλιστικής εταιρείας EULER HERMES ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ όσον αφορά την προώθηση της ασφάλειας πιστώσεων στην Κύπρο. Ο ΜΕ2 προσκόμισε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 13, έγγραφο Εξουσιοδότησής του από την εταιρεία EULER HERMES όπως παραστεί στο Δικαστήριο και παρουσιάσει εκ μέρους της, τη Βεβαίωση ημερ. 5.3.2014, με την οποία βεβαιώνεται ότι δεν καταβλήθηκε καμία ασφαλιστική αποζημίωση στην Ενάγουσα από αυτήν. Η σχετική Βεβαίωση κατατέθηκε από τον ΜΕ2 ως Τεκμήριο
  7. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ2 παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι η Ενάγουσα ουδέν ποσό πληρώθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία. Πώς θα δράσει η εν λόγω ασφαλιστική σε περίπτωση επιτυχίας της Ενάγουσας στην αγωγή, δεν το γνώριζε ο ΜΕ2 να πει. Όπως αυτός ανέφερε, εκείνο είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από την ίδια την EULER HERMES. Η μαρτυρία του ΜΕ2 κρίνω ότι παρέμεινε σθεναρή και ακλόνητη ακόμη και κατά την αντεξέτασή του, αφού ουδέν έγγραφο υπήρξε το οποίο να αντιπαραβληθεί με το Τεκμήριο 14, ούτε και αμφισβητήθηκε η γνησιότητα ή η εγκυρότητα της εξουσιοδότησης του ΜΕ2 ως το Τεκμήριο
  8. Εύρημα Δεδομένης της προεκτεθείσας μαρτυρίας και της αξιολόγησής της, καταλήγω στο εύρημα ότι η Ενάγουσα δεν είχε εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από την ασφαλιστική εταιρεία EULER HERMES ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ όσον αφορά το πρόσωπο της Εναγομένης και ειδικότερα το επίδικο χρέος της προς την Ενάγουσα εταιρεία ως η αξίωση στην παρούσα αγωγή ούτε πριν την έγερση της αγωγής, αλλά ούτε και καθ' οιανδήποτε στιγμή μέχρι και τη διεξαγωγή της ακρόασης της υπόθεσης ενώπιον μου. Σημειώνω, επίσης ότι καθ' ον χρόνο επεφύλαξα την παρούσα υπόθεση, ουδεμία διαφορετική ενημέρωση τέθηκε υπόψη μου. Επομένως, δεν υφίσταται ενώπιον μου τέτοιο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου να μπορούσε να στηριχθεί η εισήγηση της Εναγόμενης περί κωλύματος της Ενάγουσας στο να εγείρει ή/και προωθεί την παρούσα αγωγή. Γ.3.2 Αναφορικά με το αν οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμού είναι ακριβείς. Ως προς το δεύτερο επίδικο ζήτημα, ήτοι της ορθότητας / ακρίβειας των καταχωρήσεων στην κατάσταση λογαριασμού επί της οποίας εδράζεται η επίδικη απαίτηση, σχετική υπήρξε η μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ4 και ΜΥ
  9. Ο ΜΕ1 είναι, ως ο ίδιος δήλωσε ενόρκως, Γενικός Διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας με καθήκοντα που καλύπτουν όλο το φάσμα καθηκόντων που αφορούν στις πωλήσεις, τις παραγγελίες υλικών και τα οικονομικά θέματα της εταιρείας, πλην της οργάνωσης παραγωγής και συσκευασίας, τα οποία είναι καθήκοντα του συνεταίρου του, κ. Χαράλαμπου Ορθοδόξου (ΜΕ4). Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι είναι πάγια πολιτική της Ενάγουσας εταιρείας από την ημέρα ιδρύσεως της να έχει ο κάθε πελάτης τη δική του κατάσταση λογαριασμού. Όσον αφορά την πρακτική της εταιρείας σχετικά με την έκδοση τιμολογίων προς τους πελάτες, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν και είτε αποστέλλονταν στον πελάτη με φαξ ή, αν πήγαινε ο ίδιος ο πελάτης προσωπικά στην Ενάγουσα, παραδίδετο στον πελάτη το πρωτότυπο τιμολόγιο. Αυτή η πρακτική ίσχυε από το 2005, από την ίδρυση της Ενάγουσας εταιρείας. Όσον αφορά τα τιμολόγια που αφορούσαν στην Εναγόμενη, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι, μέχρι το τέλος της συνεργασίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη εταιρεία, εκδίδονταν τα τιμολόγια, τα παραλάμβανε η Εναγόμενη, και δεν ανέφερε ποτέ κανένα απολύτως πρόβλημα, όσον αφορά την έκδοση αυτών των τιμολογίων. Όλα τα κατατεθειμένα στο Δικαστήριο επίδικα τιμολόγια ήταν υπογεγραμμένα από τον ΜΕ1 εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας. Παραδέχθηκε ο ΜΕ1 ότι δεν ήταν εξίσου υπογεγραμμένα τα τιμολόγια αυτά από τον πελάτη, ήτοι από την Εναγόμενη εταιρεία. Τούτο διότι δεν ζητήτο από την Ενάγουσα να τα υπογράψει αφού της είχαν εμπιστοσύνη. Αρνήθηκε ο ΜΕ1 την υποβληθείσα από τη συνήγορο Υπεράσπισης θέση ότι ουδέποτε παραδόθηκε οποιοδήποτε τιμολόγιο στην Εναγόμενη. Κρίνω ότι η μη υπογραφή των τιμολογίων από ή εκ μέρους της Εναγόμενης δεν ήταν αρκετή να αποδείξει την υποβληθείσα θέση της Υπεράσπισης περί μη παραλαβής των τιμολογίων, αφού, όπως ορθώς υπέδειξε ο ΜΕ1, προκύπτει ευθέως από τις καταστάσεις λογαριασμού της Εναγομένης ότι αυτή έκανε πληρωμές έναντι των τιμολογίων. Με βάση τα λεγόμενα του ΜΕ1, η κατάσταση λογαριασμού αποστέλλετο στον πελάτη κάθε τέλος του μηνός και η θέση αυτή δεν αντικρούστηκε. Πέραν τούτου, όμως, λαμβάνω υπόψη ότι ούτε ο ΜΥ1 αρνήθηκε την ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και των ΜΕ1 και ΜΕ4 μέχρι τον Απρίλιο 2008 που επήλθε η διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης, όταν αναζητήθηκε από την Εναγόμενη να αποπληρώσει μεταφερόμενο υπόλοιπο του έτους 2007, ενώ αυτή θεωρούσε ότι είχε από τον Σεπτέμβριο του 2007 διακανονήσει και εξοφλήσει τον Οκτώβριο του 2007 πάν οφειλόμενο υπόλοιπο για εκείνο το έτος. Εξάλλου, αξίζει να υπενθυμίσω ότι ο ΜΥ1 προώθησε τη θέση ότι λόγω ακριβώς της υπάρχουσας σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους μέχρι τον Απρίλιο 2008, αυτός σύναπτε προφορικές συμφωνίες με την Ενάγουσα και αποδεχόταν να παραλαμβάνει τιμολόγια παρά το ότι με βάση την ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία δεν θα είχε υποχρέωση να αποπληρώσει το ποσό των τιμολογίων. Ήταν σαφής η τοποθέτηση του ΜΕ1 ότι αποδείξεις πληρωμής δεν δίδονταν κατά πάγια πρακτική, αλλά όλες οι πληρωμές καταχωρούνταν στις καταστάσεις λογαριασμού. Ούτε και είχε ποτέ ζητηθεί από την Εναγόμενη να τις εκδίδονται αποδείξεις πληρωμής. Ο ΜΕ1 έδωσε εξηγήσεις και για την τακτική της Ενάγουσας να μην εκδίδει δελτία παράδοσης (way bills). Απέδωσε την πρακτική αυτή στο γεγονός ότι η συνεργασία της Ενάγουσας με την Εναγόμενη αφορούσε στην παροχή υπηρεσιών (ήτοι τη συσκευασία) και όχι στην παροχή αγαθών (ήτοι την πώληση πατατών), γι' αυτό και δεν ετίθετο θέμα έκδοσης δελτίων παράδοσης. Όταν αργότερα υπεισήλθε η συνεργασία τους και στην παράδοση / πώληση πατατών από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη, είχε - ως ο ισχυρισμός του ΜΕ1 - παραμείνει η ίδια πρακτική. Η συνήγορος Υπεράσπισης προώθησε γενικόλογα και αόριστα τη θέση ότι «υπήρχαν περιπτώσεις που η Εναγομένη εταιρεία αμφισβήτησε το υπόλοιπο γιατί έγιναν λανθασμένες χρεώσεις». Ήταν λογική η αντίδραση του ΜΕ1 να ζητεί από την εν λόγω συνήγορο να του προσδιορίσει κατά τρόπο συγκεκριμένο σε ποιες περιπτώσεις έγιναν λάθη, προκειμένου να μπορεί ο ίδιος να τα σχολιάσει. Η επίθεση κατά της αξιοπιστίας του ΜΕ1 περιστράφηκε γύρω από τα ακόλουθα στοιχεία꞉ Τόσο το Τεκμήριο 2 όσο και το Τεκμήριο 3 φαίνονται να παρουσιάζουν την Κατάσταση Λογαριασμού της Εναγομένης για το έτος
  10. Οι δύο καταστάσεις διαφέρουν καθ' ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγομένης σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 είναι Λ.Κ.46.225,60σ. και σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 είναι Λ.Κ.44.663,10σ.. Συγκεκριμένα, από το Τεκμήριο 3 απουσιάζουν οι ακόλουθες καταχωρήσεις που υπάρχουν στην κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων όπως αυτή παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 2: 18/4/2007 - πίστωση Λ.Κ.0,40 31/5/2007 - πίστωση Λ.Κ.31,25 Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 3 υπάρχουν οι ακόλουθες καταχωρήσεις οι οποίες δεν υπάρχουν στο Τεκμήριο 2: 18/4/2007 χρέωση Λ.Κ.82,24 31/5/2007 χρέωση Λ.Κ.82,24 31/5/2007 πίστωση Λ.Κ.1.531,25 31/5/2007 χρέωση Λ.Κ.82,
  11. Η Ενάγουσα παραδέχθηκε ενώπιόν μου μέσω του ΜΕ1 ότι μια κατάσταση λογαριασμού μπορεί δυνητικά να περιέχει λάθη, τα οποία όμως εναπόκειται στον πελάτη, εν προκειμένω, την Εναγόμενη να τα εντοπίσει και να ζητήσει τη διόρθωσή τους. Οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμού για τις οποίες γίνεται λόγος στην παρούσα υπόθεση χρονολογούνται το αργότερο από το
  12. Ήταν, επομένως, ουσιώδης η επισήμανση του ΜΕ1 ότι, μέχρι το 2014, κατά το οποίο εκδικάζετο η παρούσα αγωγή, μεσολάβησαν 7 χρόνια, χωρίς η Εναγόμενη να επικαλεσθεί τις πιο πάνω εσφαλμένες χρεώσεις οι οποίες αφορούν σε ποσό περί τα €200- ως το λόγο άρνησής της να εξοφλήσει το υπόλοιπο, το οποίο είναι 96590, 33 ευρώ. Δεν μπορώ, συνεπώς, να αποδεχθώ ότι η ύπαρξη των πιο πάνω δύο διαφορών στα τιμολόγια ως τα Τεκμήρια 2 και 3 αποτελεί βάση για να εξάξω εύρημα αναξιοπιστίας είτε των καταστάσεων λογαριασμού είτε αυτού του ίδιου του ΜΕ
  13. Απεναντίας, αυτό το οποίο αντιλήφθηκα από τα λεγόμενα του ΜΕ1 και το οποίο συμμερίζομαι ως λογική τοποθέτηση, είναι ότι η παρούσα υπόθεση δεν ήχθη στο Δικαστήριο εξαιτίας των πιο πάνω λανθασμένων καταχωρήσεων του Τεκμηρίου 2, τα οποία εν πάση περιπτώσει έχουν διορθωθεί στο Τεκμήριο 3 προς όφελος της Εναγομένης. Ήταν, εξάλλου, παραδεκτό από την Υπεράσπιση καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης, τόσο μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ1 όσο και μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Εναγόμενης, αλλά και κατά τις διευκρινίσεις που δόθηκαν επί των τελικών αγορεύσεων από τους συνηγόρους, ότι ουδέν τιμολόγιο αμφισβητήθηκε μέχρι και την έκδοση του τελευταίου τιμολογίου με αρ. Αναφοράς DPA006 και ημερομηνίας 16.4.
  14. Η δε αντιδικία ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού, διαφάνηκε με το πέρας της δίκης ότι περιστρέφετο γύρω από τον ισχυριζόμενο διακανονισμό του υπολοίπου για το έτος 2007 σε συνάντηση μεταξύ του ΜΥ1 και του ΜΕ4, παρά για την ακρίβεια των καταχωρήσεων της ίδιας της κατάστασης λογαριασμού. Ο ΜΕ4 ανέφερε ότι είναι διευθυντής παραγωγής και συσκευασίας των Εναγόντων και ιδρυτής της εταιρείας αυτής. Περαιτέρω ανέφερε ότι ξεκίνησε τη συσκευασία πατατών από το έτος 2004 μόνος του και, αργότερα, κατά το έτος 2005, ίδρυσε μαζί με τον ΜΕ1 την Ενάγουσα εταιρεία. Η συνεργασία του ΜΕ4 με τον ΜΥ1 ξεκίνησε μεταξύ τους πριν την ίδρυση της Ενάγουσας και συνεχίστηκε ως συνεργασία μέσω της Ενάγουσας. Ο ΜΕ4 διευκρίνισε ότι δεν ήταν στα δικά του καθήκοντα τα λογιστικά θέματα και ως εκ τούτου σε διάφορα σημεία της αντεξέτασής του αναγνώρισε ότι δεν γνώριζε λεπτομέρειες για να απαντήσει σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού, τα τιμολόγια και τις εκεί καταχωρημένες χρεώσεις. Τοποθετήθηκε, όμως, ο ΜΕ4 γενικότερα ως προς το ερώτημα κατά πόσον έτυχαν αμφισβήτησης από την Εναγόμενη είτε τα τιμολόγια είτε οι καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμαζε η Ενάγουσα και παρέδιδε στο Διευθυντή της Εναγομένης. Ειδικότερα, ο ΜΕ4 εξήγησε ότι δεν αντιμετώπιζαν κανένα πρόβλημα και καμία αμφισβήτηση κατά την έναρξη της συνεργασίας τους με την Εναγόμενη, ούτε στην πορεία αυτής, παρά μόνο στο τέλος αυτής. Συγκεκριμένα, ουδέν πρόβλημα υπήρχε όταν η Εναγόμενη άρχισε να πωλεί στην Ενάγουσα σπόρους για πατατοπαραγωγούς, ούτε αργότερα όταν η Ενάγουσα άρχισε να συσκευάζει πατάτες για την Εναγόμενη, ούτε μετέπειτα όταν η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα να της πωλήσει πατάτες, παρά μόνον όταν χρειάστηκε να πληρώσει η Εναγόμενη για τις πατάτες που αγόρασε από την Ενάγουσα. Ο ΜΕ4 τοποθέτησε την έναρξη των προβλημάτων κατά ή περί τον Ιούλιο - Αύγουστο του 2006 ή
  15. Τότε ήταν που σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΕ4, ο Διευθυντής της Εναγομένης (ΜΥ1) τους ανέφερε «ότι είχε πρόβλημα με τις πουλήσεις πατατών και δεν μπορούσε να πληρώσει». Σε εκείνο το στάδιο, που του δόθηκε η κατάσταση λογαριασμού για να γίνει το ξεκαθάρισμα και η εξόφληση του λογαριασμού της Εναγόμενης ήταν που παραπονέθηκε για πρώτη φορά ο Διευθυντής της (ΜΥ1). Στον ίδιο τον ΜΕ4, ο ΜΥ1 δεν είχε ποτέ προηγουμένως παραπονεθεί είτε για τα εκδοθέντα τιμολόγια είτε για τις καταστάσεις λογαριασμού. Όσον αφορά το παράπονο που εξέφρασε ο ΜΥ1, ο ΜΕ4 εξήγησε ότι «δεν ήταν ποιοτικό πρόβλημα των πατατών, απλώς δεν μπόρεσαν να πωληθούν οι πατάτες στο εξωτερικό με τις τιμές που συμφώνησε ο ίδιος με τους δικούς του εμπόρους». Υποβλήθηκε συναφώς στον ΜΕ4 ότι αυτές οι πατάτες που θα πωλούνταν στο εξωτερικό, δεν ήταν δικές του ΜΥ1 ή της Εναγόμενης, αλλά της Ενάγουσας, τις οποίες η Εναγόμενη προσπάθησε να πουλήσει εκ μέρους της Ενάγουσας. Απέρριψε αυτή την εκδοχή ο ΜΕ4 λέγοντας ότι «Δεν ζητήσαμε εμείς του κ. Πετρίδη να μας πωλήσει πατάτες. Απλά ήρθε ο ίδιος τέλος Μαρτίου - αρχές Απριλίου και μας παρακάλεσε να του δώσουμε πατάτες για κάποιους συνεργάτες του και εμείς του αναφέραμε ότι οι πατάτες του θα τιμολογηθούν για να τις αγοράσει, εάν θα τις πάρει. Δεν θα τιμολογηθούν για να τις πουλήσει με προμήθεια, διότι οι συμφωνίες που έχουμε με τους πατατοπαραγωγούς μας είναι ότι οι πατάτες θα πουλούνται για την Κύπρο και όχι με προμήθεια στο εξωτερικό. Συμφωνήσαμε τις τιμές που θα αγόραζε τις πατάτες και γι' αυτό του τις δλωσαμε να τις πουλήσει.». Γραπτή συμφωνία, η οποία να αποτυπώνει τους όρους της συμφωνίας πώλησης των πατατών αυτών δεν υπήρχε, όπως δήλωσε ο ΜΕ
  16. Διευκρίνισε, όμως, ότι όσα ανέφερε αφορούσαν την περίοδο Μαρτίου - Απριλίου της τελευταίας χρονιάς που συνεργάστηκαν η Ενάγουσα και η Εναγόμενη. Με δεδομένο ότι ήταν παραδεκτό μεταξύ των δύο κυρίων μαρτύρων, ήτοι του ΜΕ1 και του ΜΥ1 ότι η λήξη της συνεργασίας της Ενάγουσας και της Εναγόμενης επήλθε κατά ή περί τις 16.4.2008 που εκδόθηκε το τελευταίο τιμολόγιο αρ. DPA006, διαβάζω τα πιο πάνω λεγόμενα του ΜΕ4 ως αναφερόμενα στον Αύγουστο του 2007 και ως συνάδοντα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς το ότι το πρόβλημα μεταξύ τους δεν προέκυψε από την τιμολόγηση και κατ' επέκταση από τον τρόπο που γίνονταν οι καταχωρήσεις στις καταστάσεις λογαριασμού, αλλά από τη μη ικανότητα της Εναγομένης να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο ή/και λόγω μη ικανοποίησης του αιτήματός της για αφαίρεση έκπτωσης από αυτό. Υποβλήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης τόσο στον ΜΕ1 όσο και στον ΜΕ4 ότι οι λανθασμένες χρεώσεις έγιναν πάνω στην ποικιλία Σπούντα για εξαγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ουδείς αποδέχθηκε τέτοιο ισχυρισμό. Υπέδειξαν μάλιστα ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε αλληλογραφία ή συμφωνία για πώληση πατατών τέτοιας ποικιλίας από την Εναγόμενη εκ μέρους της Ενάγουσας έναντι προμήθειας και προκάλεσαν έτσι την Υπεράσπιση να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Παρατήρησα, κατά την ίδια τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν είχαν εξ υπαρχής δικογραφηθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης. Δηλαδή, δεν είχαν δικογραφηθεί ισχυρισμοί περί αμφισβήτησης οποιουδήποτε συγκεκριμένου τιμολογίου πώλησης πατατών από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, ούτε προβλήθηκε ρητά στην Έκθεση Υπεράσπισης η εκδοχή ότι συγκεκριμένη ποσότητα πατατών ποικιλίας Σπούντα θα πωλήτο από την Εναγόμενη στο εξωτερικό για λογαριασμό της Ενάγουσας και ότι η Εναγόμενη θα δικαιούτο σε προμήθεια για το σκοπό αυτό από την Ενάγουσα, η οποία προμήθεια να αφαιρείτο από το οφειλόμενο δυνάμει του τιμολογίου υπόλοιπο. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να γίνει επιτρεπτή η προσκόμιση μαρτυρίας από τον ΜΥ1 περί τούτου. Και τούτο διότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Όπως, περαιτέρω, λέχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 λέχθηκε ότι: "Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.LR. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophvtou and Οthers
(1983)1 C.LR. 669, 680). Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης.». Ο Διευθυντής της Εναγόμενης, κ. Δημήτρης Πετρίδης (ΜΥ1) δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι αυτός ασχολείται με την εμπορία πατατών εδώ και επτά
(7)χρόνια. Με την φιλελευθεροποίηση του εμπορίου πατατών, η οποία έγινε μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ήτοι κατά ή περί το 2005, ο ΜΥ1 ήρθε σε επαφή με τον κ. Ορθοδόξου (ΜΕ4) για να του ζητήσει υπηρεσίες συσκευασίας πατατών, καθώς ο ΜΕ4 είχε δικό του συσκευαστήριο. Η συνεργασία τους συνεχίστηκε μέσω της Ενάγουσας όταν ο ΜΕ4 συνέστησε την εν λόγω εταιρεία μαζί με τον ΜΕ
  1. Ο ΜΥ1 παραδέχθηκε κατά τη δική του κυρίως εξέταση και τούτο επιβεβαιώνεται από τα λεγόμενα του συνήγορού του στο πλαίσιο της τελικής γραπτής αγόρευσής του, ότι, μέχρι το έτος 2008 που ανέκυψε κάποια διαφωνία και η οποία οδήγησε στον τερματισμό της πιο πάνω συνεργασίας, η Ενάγουσα και η Εναγόμενη δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα στη συνεργασία τους και είχε μάλιστα δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των εκπροσώπων της (των ΜΕ1 και ΜΕ4, αφενός, και του ΜΥ1 αφετέρου). Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1 επανέλαβε ότι η συνεργασία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης επιτεύχθηκε λόγω της παρουσίας κυρίως του ΜΕ4, στον οποίο ο ΜΥ1 είχε εμπιστοσύνη. Πάντως, ο ΜΥ1 ουδόλως αμφισβήτησε την ορθότητα και συστηματικότητα έκδοσης τιμολογίων και καταστάσεων λογαριασμών καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της Εναγόμενης με την Ενάγουσα πριν από τη μεταξύ τους διαφορά που ο ΜΥ1 τοποθετούσε χρονικά εντός του
  2. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη διαφορά που ανέκυψε κατά το 2008, ο ΜΥ1 έδωσε τις εξής λεπτομέρειες꞉ Ενώ όταν άρχισε η συνεργασία μεταξύ της Εναγόμενης και της Ενάγουσας, η Ενάγουσα παρείχε στην Εναγόμενη μόνο υπηρεσίες συσκευασίας πατατών, εντούτοις στη συνέχεια η Ενάγουσα πρότεινε στον ΜΥ1 να πωλεί πατάτες της Ενάγουσας στο εξωτερικό. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε, ως ο ισχυρισμός του, αρχικά την πρόταση αυτή, καθώς δεν ήταν σίγουρη ή σταθερή η δουλειά και η ύπαρξη αγοραστών στο εξωτερικό, για να μπορεί να εγγυηθεί τις πωλήσεις περισσότερων πατατών. Έπειτα, ως η εκδοχή του ΜΥ1, η Ενάγουσα πρότεινε στον ΜΥ1 να τον προμηθεύουν με τις πατάτες "με ανοιχτή τιμή", δηλαδή, όπως εξήγησε ο ΜΥ1, αυτός να τις πουλά και η αμοιβή της Ενάγουσας για τις πατάτες να είναι ανάλογη του κέρδους που θα προέκυπτε από τις πωλήσεις, αφού αφαιρείτο προηγουμένως ένα λογικό ποσό για της υπηρεσίες της Εναγόμενης. Η συνεννόηση αυτή έγινε προφορικά μεταξύ, αφενός, του ΜΥ1 και, αφετέρου, των ΜΕ4 και ΜΕ
  3. Μετά την επίτευξη της προφορικής αυτής συμφωνίας, άρχισε η Ενάγουσα να πουλά πατάτες στην Εναγόμενη και επιπλέον να τις συσκευάζει, και η Εναγόμενη πωλούσε τα προϊόντα αυτά σε αγοραστές από το εξωτερικό. Η Ενάγουσα εξέδιδε κάποια τιμολόγια προς την Εναγόμενη, κάποια από τα οποία αφορούσαν την προμήθεια πατατών προς την Εναγόμενη. Όταν ο ΜΥ1 ρώτησε τον ΜΕ4 σχετικά με τα τιμολόγια για τις πωλήσεις των πατατών, αυτός του ανέφερε ότι τα τιμολόγια εκδίδονται απλά για να γνωρίζει η Ενάγουσα πόσα κιλά πατατών προμηθεύτηκαν προς πώληση και πως στο τέλος της σεζόν θα ξεκαθάριζαν αυτά τα ειδικά τιμολόγια. Η συνομιλία αυτή έγινε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΥ1, όταν ξεκίνησε η εξαγωγή των πατατών γύρω στο Μάιο - Ιούνιο
  4. Η συνήγορος της Ενάγουσας επιτιθέμενη κατά της αξιοπιστίας του ΜΥ1 διερωτήθηκε αν όλες οι συμφωνίες τις οποίες αυτός συνάπτει είναι προφορικές. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι σήμερα, πλέον, είναι πολύ προσεκτικός, γιατί ακόμη και εάν εμπιστεύεται κάποιον αρχικά, στην πορεία μπορεί να αποδεικτεί ότι δεν είναι αξιόπιστος. Σε ερώτηση της ιδίας συνηγόρου κατά πόσον υπάρχει απόδειξη για το ότι η Ενάγουσα παρέδωσε στον ΜΥ1 πατάτες για να τις πωλήσει για δικό της σκοπό, ο ΜΥ1 παρέπεμψε την εν λόγω συνήγορο στα τιμολόγια της περιόδου Μαΐου - Ιουνίου 2007, δέχθηκε ο ίδιος ότι τα τιμολόγια δείχνουν την ποσότητα πατατών που του παραδόθηκε από την Ενάγουσα προς πώληση, αλλά ισχυρίστηκε ότι τα ποσά των τιμολογίων αμφισβητήθηκαν από τον ίδιο και ότι ο ΜΕ4 τον καθυσήχασε λέγοντας του να μην τα λάβει υπόψη και ότι αυτά έχουν ως σκοπό την κατάδειξη των ποσοτήτων και όχι του ποσού πώλησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΥ1 αυτός εξέφρασε τη διαφωνία του ως προς τους όρους της ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας σε σχέση με την τιμή προμήθειας πατατών από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη με σκοπό την εξαγωγή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ήταν η θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης στην τελική γραπτή του αγόρευση ότι η μαρτυρία έχει καταδείξει ότι η εκδοχή της Εναγόμενης θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το δικαστήριο. Ότι, ειδικότερα, η Εναγόμενη έχει καταδείξει ότι οι σχέσεις λειτουργούσαν άριστα στη βάση αμοιβαίας εμπιστοσύνης, γεγονός που οδήγησε στο να μην υπάρχει καταγραφή της οποιασδήποτε συμφωνίας. Ότι από τη μαρτυρία φαίνεται ότι οι σχέσεις λειτουργούσαν άριστα μέχρι και το τέλος της σεζόν του 2008, ότι τα τιμολόγια πληρώνονταν ένα περίπου μήνα μετά την έκδοση τους και δεν παρουσιάστηκε το οποιοδήποτε πρόβλημα ή διαμαρτυρία εκ μέρους της Εναγόμενης για ισχυριζόμενα οφειλόμενα τιμολόγια ή υπόλοιπα που να αφορούν την σεζόν του
  5. Υποβλήθηκε η εισήγηση στο Δικαστήριο ότι αυτό θα πρέπει να προβεί σε εύρημα ότι είχαν συμφωνηθεί προφορικά τα όσα αναφέρει ο κ. Πετρίδης - ΜΥ1, δηλαδή ότι η τιμή της πατάτας για εξαγωγή θα συμφωνείτο μετά την εξαγωγή και ανάλογα με τα κέρδη, γεγονός που οδήγησε στην αναπροσαρμογή του υπολοίπου του λογαριασμού της Εναγόμενης, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
  6. Δεν μπορώ να κάνω αποδεκτή την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης, για τον εξής λόγο. Θα ανέμενα να δικογραφούνταν με επαρκή λεπτομέρεια τα γεγονότα όπως τα ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ενώπιον μου, ήτοι - (α) να δικογραφούσε ευθέως την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων μερών για την εμπορία πατατών της Ενάγουσας στο εξωτερικό από την Εναγόμενη έναντι προμήθειας, (β) να έδινε σαφή και ρητή εικόνα προς το Δικαστήριο στο πλαίσιο της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφορικά το ποια ήταν ακριβώς εκείνα τα τιμολόγια, το ποσό των οποίων αμφισβητεί ως μη ανταποκρινόμενο σε κανονική χρέωση ή/και σε τελικό ποσό χρέωσης, ενόψει του ότι, ως ο ισχυρισμός του, τα εν λόγω τιμολόγια εκδόθηκαν προς απόδειξη μόνον της παραδοθείσας σε αυτόν ποσότητας πατατών, για σκοπούς εξαγωγής και πώλησης έναντι προμήθειας, (γ) να δικογραφούσε ποια ήταν η «ανοικτή τιμή αγοράς» κατά την περίοδο ισχύος της ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας, έτσι ώστε να διαφαινόταν η διαφορά στην τιμή εκείνη και την τιμή χρέωσης των πατατών βάσει τιμολογίων της Ενάγουσας, (δ) να ανταπαιτούσε, περαιτέρω και ή διαζευκτικά προς την υπεράσπισή του, το ποσό που δικαιούτο να λαμβάνει ως προμήθεια ή «αμοιβή» όπως το χαρακτήρισε ενώπιόν μου ο ίδιος ο ΜΥ1, αν τούτο δεν αποκόπηκε από το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξίζει εδώ ίσως να υπενθυμίσω με ποιο τρόπο αυτός είχε παρουσιάσει, κατά τη δικάσιμο ημερ. 4.7.2014, με αναφορά στα τιμολόγια που επισυνάπτονται υπό το Τεκμήριο 2, την ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία περί πώλησης των πατατών στο εξωτερικό από την Εναγόμενη εκ μέρους της Ενάγουσας. «Όσα τιμολόγια δεν αφορούν την περιγραφή που γράφει εδώ «Services», δηλ. υπηρεσίες, και αναφέρει τιμή για συγκεκριμένη ποικιλία πατατών και συγκεκριμένα όπως γράφει εδώ σε ένα τιμολόγιο που έχω εδώ μπροστά μου για ποικιλία Σπούντα και γράφει τιμή προς 31 σεντ της λίρας, αυτά τα τιμολόγια είναι αυτά τα οποία συζητούμε σήμερα, τα οποία αμφισβήτησα εγώ στον κ. Ορθοδόξου, αλλά για να είμαι πιο συγκεκριμένος στην ερώτηση σας, γι' αυτές τις πατάτες, ποικιλία Σπούντα που έγινε εξαγωγή για την Αγγλία, δεν μπορούσα εγώ να εγγυηθώ τιμή προς τη Ρόχα. Θα πουληθούν όσα πουληθούν και ότι μείνει θα πληρωθεί προς τη Ρόχα και θα θα λάβω αμοιβή για την υπηρεσία μου. Δυστυχώς, δεν ήταν καλή εμπορία εκείνη τη χρονιά, όπως δεν είναι και φέτος, και δεν πήρα εγώ αμοιβή. Δυστυχώς ήταν αυτό το προφορικό μέρος για το οποίο μιλήσαμε πριν. Και όταν εγώ αμφισβήτησα αυτά τα τιμολόγια, μου είπε να μην λάβω υπόψη αυτή την τιμή και ότι είναι απλώς για σκοπούς απόδειξης των ποσοτήτων.». Αντί έγκαιρης δικογράφισης των ανωτέρω, προσήλθε στο Δικαστήριο ο ΜΥ1 και ανέπτυξε την νεοφανή εκδοχή του κατά την κυρίως εξέτασή του, χωρίς προηγουμένως να υποβληθεί η εν λόγω εκδοχή από τη συνήγορο Υπεράσπισης σε αμφότερους τους κύριους μάρτυρες της Ενάγουσας (ΜΕ1 και ΜΕ4), για να έχει το Δικαστήριο την ευκαιρία να ελέγξει την αντίδρασή τους επ' αυτής. Τούτο καθιστά αναπόφευκτα απορριπτέα την εν λόγω εκδοχή (βλ. Adidas v Jonedixo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Εύρημα Αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ4, ενώ απορρίπτω τη μαρτυρία του ΜΥ1, και αποδέχομαι τα αναφερόμενα στις κατατεθείσες καταστάσεις λογαριασμών τιμολόγια ως ορθά εκδοθέντα για το ποσό χρέωσης ως φαίνεται στις ίδιες καταστάσεις λογαριασμού. Γ.3.
  1. Ως προς το τρίτο επίδικο ζήτημα, ήτοι της ισχυριζόμενης συμφωνίας περί διευθέτησης του υπολοίπου της κατάστασης λογαριασμού για το έτος 2007 και της αφαίρεσης συγκεκριμένου ποσού. Το πιο πάνω επίδικο θέμα συζητήθηκε με αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού, ημερ. 28.8.2007, που είχε στην κατοχή της η Υπεράσπιση και η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 12 κατά την αντεξέταση του ΜΕ
  2. Η εκδοχή που ανέπτυξε ο ΜΥ1 στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 ήταν ως εξής꞉ Κατά ή περί τις 3/9/2007 ο ΜΥ1 μετέβηκε στο γραφείο της Ενάγουσας στη Λευκωσία, όπου συναντήθηκε με τον ΜΕ
  3. Κατά τη συνάντησή τους, ο ΜΕ1 του παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού που η Ενάγουσα τηρούσε, σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ1, για το λογαριασμό της Εναγόμενης και η οποία αφορούσε την περίοδο από 1/1/2007 μέχρι 30/7/2007 (βλ. το Τεκμήριο 12). Η κατάσταση λογαριασμού όπως παρουσιάστηκε από τον ΜΕ1 στον ΜΥ1 παρουσίαζε ένα υπόλοιπο Λ.Κ.84.663,
  4. Ο ΜΕ1 ανέφερε στον ΜΥ1 ότι μελέτησαν το θέμα μαζί με τον συνέταιρο του, τον ΜΕ4, και αποφάσισαν να γίνει έκπτωση και το πληρωτέο ποσό να γίνει Λ.Κ.50.
  5. Ο ΜΕ1 ανέφερε στον ΜΥ1 ότι τα γράμματα ήταν "του Χαμπή", αναφερόμενος στις χειρόγραφες σημειώσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο
  6. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο ΜΕ4 φαίνεται επίσης να έγραψε για ποικιλία «μαρφόνα» το ποσό των Λ.Κ. 5.000 που αφαιρέθηκε από τις Λ.Κ. 50.000, και έτσι προκύπτει το οφειλόμενο ποσό των Λ.Κ. 45.000, όλα με τα γράμματα του ΜΕ
  7. Κατά την αντεξέταση ο ΜΥ1 παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι αυτός που ανέγραψε πάνω στο Τεκμήριο 12 ότι το υπόλοιπο έπρεπε να ήταν Λ.Κ.45.000 ήταν ο ΜΕ
  8. Διευκρίνισε ο ΜΥ1 ότι τα δικά του γράμματα ήταν γραμμένα με κόκκινο μελάνι κάτω από το σημείο όπου αναγράφεται το ποσό των Λ.Κ. 45.
  9. Κατά την εν λόγω ημερομηνία (ήτοι 3/9/2007) ο ΜΥ1 προέβηκε σε πληρωμή Λ.Κ. 10.000, μειώνοντας έτσι το υπόλοιπο σε Λ.Κ.35.
  10. Ο ΜΥ1 προώθησε περαιτέρω την εκδοχή ότι στην κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 12 περικλείονταν κάποιες λανθασμένες χρεώσεις. Συγκεκριμένα, στο ποσό των Λ.Κ.35.000 δεν λαμβάνονταν υπόψη τα ακόλουθα: Ποσό Λ.Κ.5.400 που θα έπρεπε να είχε αφαιρεθεί ως οφειλόμενο από τον ΜΕ4 προς την Εναγόμενη. Ποσό Λ.Κ.1.000 που αφορούσε διάφορες επιπλέον χρεώσεις αναφορικά με τα συσκευαστικά που χρέωνε η Ενάγουσα την Εναγόμενη. Ποσό Λ.Κ.3.600 που θα έπρεπε να είχε αφαιρεθεί από το οφειλόμενο ποσό της Εναγόμενης ως συνεισφορά της Ενάγουσας για τη ζημιά που υπέστηκε η Εναγόμενη συνεπεία των εξαγωγών πατατών προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι, εφόσον επέρχονταν οι διορθώσεις των ανωτέρω εσφαλμένων χρεώσεων ή μη διενεργηθεισών αφαιρέσεων, το οφειλόμενο υπόλοιπο θα μειώνετο σε Λ.Κ. 25.
  11. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΥ1 διευκρίνισε ότι το ποσό Λ.Κ.5.400 αφορούσε πατατόσπορο ο οποίος προμηθεύτηκε προς τον κ. Ορθοδόξου κατά τους μήνες Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2006, ίσως και Ιανουαρίου
  12. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.25.000 με επιταγή ημερομηνίας 10/10/
  13. Η πληρωμή αυτή φαίνεται τόσο στην κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν οι Ενάγοντες ως Τεκμήριο 2 όσο και στη διορθωμένη κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν ως Τεκμήριο 3, ως επιταγή με αριθμό
  14. Η πληρωμή έγινε, ως ο ισχυρισμός του ΜΥ1, προς πλήρη εξόφληση του λογαριασμού για το έτος
  15. Περαιτέρω ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είχε ετοιμάσει σημείωση επί τούτου την οποία απέστειλε μαζί με την πιο πάνω επιταγή στην Ενάγουσα, η οποία δεν αμφισβητήθηκε ποτέ απο την Ενάγουσα ούτε γραπτώς ούτε τηλεφωνικώς. Άλλα τιμολόγια δεν εκδόθηκαν για το έτος
  16. Όταν άρχισε η επόμενη περίοδος, δηλαδή το 2008, η Εναγόμενη θεωρούσε ότι δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Ο ΜΕ1 αναγνώρισε την κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 12 ως προερχόμενη από την Ενάγουσα, πλην των χειρόγραφων καταχωρήσεων που έβλεπε να υπάρχουν επ' αυτής και τις οποίες δεν αναγνώριζε, ούτε γνώριζε ποιος τις είχε επιφέρει σε αυτήν. Ήταν η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης, την οποία και υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι, ο συνέταιρός του, ο ΜΕ4, ήταν εκείνος που κατέγραψε ιδιοχείρως στην κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 12 ότι το ποσό που οφείλεται από την Εναγόμενη είναι ΛΚ45,000! Η πρώτη αντίδραση του ΜΕ1 ήταν ότι꞉ «Δεν γνωρίζω. Το απάντησα αυτό. Αλλά έρχομαι και λέω και σκέφτομαι και λέω ότι αν κατέγραψε αυτό το πράγμα ο συνέταιρος μου, που δεν μπορεί να κάνει λόγω εξουσίας, είναι περισσότερα από όσα λέει η κατάσταση λογαριασμού, η οποία λέει 44,663,10σ..». Προχώρησε στη συνέχεια ο ΜΕ1 και σύγκρινε το Τεκμήριο 12 με το Τεκμήριο 3, το οποίο περιέχει την κατάσταση λογαριασμού για το έτος 2007 στην οποία στηρίζει την υπόθεσή της η Ενάγουσα, προβαίνοντας στις εξής επισημάνσεις προς το Δικαστήριο αναφορικά με το Τεκμήριο 12꞉ «Δεν πρέπει να είναι ορθή κατάστασης ή τελική κατάστασης. Μάλιστα δεν είναι τελική, είναι μέχρι 30/7/07 αυτή η κατάστασης (Τεκμήριο 12). Και είναι σωστό το υπόλοιπο 84.663,10σ., όμως συνεχίζω για να κλείσω το χρόνο και αφαιρώ τρεις πληρωμές στο Τεκμήριο 3 και καταλήγει στο 44.663,10σ. Μάλιστα. Και αυτό είναι διότι είχε δώσει τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές με το υπόλοιπο που αναφέρεται μετά.». Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι ο ΜΕ4 συναντήθηκε με τον ΜΥ1 στις 10/9/07 στο συσκευαστήριο της Ενάγουσας και συζήτησαν το υπόλοιπο του λογαριασμού. Η απάντηση του ΜΕ1 εξίσου αυθόρμητη και δεικτική ήταν ως εξής꞉ «Μπορεί να το κάνουν κάθε μέρα αυτό. Αλλά δεν έχει σημασία. Η δουλειά του (ΜΕ4) είναι η παραγωγή και συσκευασία. Δεν έχει καμία ανάμειξη στα οικονομικά θέματα της εταιρείας.». Δεν απέκλεισε ο ΜΕ1 να έγινε η συνάντηση στις 10.9.2007 που περίγραφε η συνήγορος Υπεράσπισης, αλλά δήλωσε κατηγορηματικά ότι ο ίδιος ο ΜΕ1 δεν ήταν παρών. Όσον αφορά τη θέση που του υποβλήθηκε περί του ότι κατά την ισχυριζόμενη συνάντηση ο ΜΕ4 συμφώνησε με τον ΜΥ1 ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο της Εναγόμενης ήταν €45000 και γι' αυτό το κατέγραψε ο ΜΕ4, ο ΜΕ1 απάντησε λέγοντας- «Δεν ξέρω αν έγινε. Και αν έγινε σας υπενθυμίζω ότι το ποσό που έχω εγώ είναι πιο κάτω από το ποσό που εσείς λέγετε! Εγώ δεν ήμουν παρών δεν ξέρω. Άρα, πού είναι το λάθος;». Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη προμήθευσε την Ενάγουσα με πατατόσπορο αξίας ΛΚ5400 κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους το 2007! Ο ΜΕ1 αντέδρασε λέγοντας ότι «Στην Υπεράσπιση σας και ανταπαίτηση λέτε ΛΚ5400 προμήθειες που έδωσαν οι Εναγόμενοι στον κ. Ορθοδόξου. Πού καταγράφεται η λέξη πατατόσπορος; Αν υπάρχει απόδειξης να την δω και να πω ναι. Εγώ στα βιβλία μου δεν έχω, ούτε έχουμε δει τέτοια κατάσταση ή απόδειξη ή πατατόσπορο.». Όταν προσήλθε με τη σειρά του ο ΜΕ4, ρωτήθηκε και αυτός να πει αν αναγνωρίζει ποιος επέφερε τις σημειώσεις που είναι γραμμένες με πένα επί του Τεκμηρίου
  17. Δεν αναγνώρισε ο ΜΕ4 τον γραφικό χαρακτήρα αυτού που τις επέφερε και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ήταν του ιδίου. Υποβλήθηκε στον ΜΕ4 ότι εκείνος ήταν που κατέγραψε πάνω στην κατάσταση λογαριασμού ότι το ποσό που οφείλεται από την Εναγομένη εταιρεία είναι 45000 λίρες, δηλάδή €76.887,06σ. Αρνήθηκε και αυτή την υποβληθείσα θέση ο ΜΕ4 λέγοντας «Εγώ δεν εκατέγραψα τίποτα.». Δεν θυμόταν ο ΜΕ4 να είχε συναντηθεί στις 10.9.2007 με τον ΜΥ1 και να συζήτησαν το υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης. Υποβλήθηκε στον ΜΕ4 ότι η εν λόγω συνάντηση έγινε στο συσκευαστήριο της Ενάγουσας στη Ξυλοφάγου. Ο ΜΕ4 δήλωσε πως δεν μπορούσε να θυμηθεί και πως πολύ συχνά συναντούνταν με τον ΜΥ1 και όποτε συναντούνταν συζητούσαν το θέμα της πληρωμής. Αρνήθηκε ο ΜΕ4 τη θέση που του υποβλήθηκε ότι δήθεν εκείνος συμφώνησε ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο της Εναγόμενης κατά την 10.9.2007 ήταν 45.000 λίρες, δηλαδή €76.887,06σ και επέμεινε ότι ούτε συμφώνησε γι' αυτό το ποσό ούτε ανέγραψε τίποτε πάνω στην κατάσταση λογαριασμού ως οι σημειώσεις με πένα επί του Τεκμηρίου
  18. Αρνήθηκε πάντως ο ΜΕ4 ότι η Εναγόμενη προμήθευε την Ενάγουσα με πατατόσπορο ή/και ότι οι προμήθειες πατατόσπορου ανήλθαν σε ΛΚ5.400 (Ευρώ 9.226,45σ.). Υποβλήθηκε στον ΜΕ4 ότι η Εναγόμενη εξόφλησε το υπόλοιπό της για το
  19. Ο ΜΕ4 απάντησε λέγοντας ότι αν οι καταστάσεις της Ενάγουσας έδειχναν να εξοφλήθηκε το υπόλοιπο, τότε το εξόφλησε. Ο ίδιος όμως δεν μπορούσε να ξέρει καθ' ότι δεν ασχολείτο με τα λογιστικά. Έχω συγκρίνει τις δύο Καταστάσεις Λογαριασμού ως τα Τεκμήρια 3 και
  20. Η Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 12 φέρει στο πάνω μέρος της την ηλεκτρονικά καταχωρημένη ένδειξη ότι εκδόθηκε στις 28.8.
  21. Πρόκειται για ενδιάμεση κατάσταση λογαριασμού και συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΕ4 ότι κατά ή περί τον Αύγουστο 2007 δόθηκε στον ΜΥ1 η κατάσταση λογαριασμού για να γίνει το ξεκαθάρισμα. Συνάδει, επίσης, με τη μαρτυρία του ΜΕ1 που την περιέγραψε ως μη τελική κατάσταση λογαριασμού, υποδεικνύοντας ότι τελική για το 2007 ήταν η κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 3, η οποία είναι ημερομηνίας 31.12.2007 και αποδίδει τη συνολική κατάσταση χρεώσεων και πιστώσεων μέχρι τις 31.12.2007, ως επίσης το ανοιγόμενο υπόλοιπο και το μεταφερόμενο υπόλοιπο. Έχω επιθεωρήσει την Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 12 (επί του οποίου εδράζεται η υπόθεση της Υπεράσπισης) και έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ Ότι υπάρχει το σύμβολο «τικ» με κόκκινη πένα, τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη σελίδα, δίπλα από κάθε σχεδόν ηλεκτρονική καταχώριση χρέωσης και πίστωσης, στοιχείο που εκδηλώνει τη συμφωνία αυτού που επέφερε τη σημείωση με τις εν λόγω καταχωρήσεις. Ότι υπάρχει σε κύκλο με κόκκινη πένα ο αριθμός 1 δίπλα από τέσσερις ξεχωριστές χρεώσεις και αντίστοιχα δίπλα από μία πίστωση, κατά τρόπο που δείχνει ποια ποσά αντιλογίστηκαν, κατά την αντίληψη αυτού που τα κυκλώνει με κόκκινη πένα. Ότι υπάρχει σε κύκλο με κόκκινη πένα ο αριθμός 2 δίπλα από μία χρέωση στην 1η σελίδα και δίπλα από μία πίστωση στη δεύτερη σελίδα, κατά τρόπο που δείχνει ποια ποσά αντιλογίστηκαν, κατά την αντίληψη αυτού που τα κυκλώνει με κόκκινη πένα. Ότι υπάρχει σε κύκλο με κόκκινη πένα ο αριθμός 3 δίπλα από μία χρέωση στην 1η σελίδα και δίπλα από μία πίστωση στη δεύτερη σελίδα, κατά τρόπο που δείχνει ποια ποσά αντιλογίστηκαν, κατά την αντίληψη αυτού που τα κυκλώνει με κόκκινη πένα. Εμφανίζεται η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού να έχει στη στήλη «Πιστωση» τις ακόλουθες ηλεκτρονικές καταχωρίσεις꞉ 1531,25 / 31,25 / 7260,00 / 7260,00 / 1531,25 / 31,25 / 20000,00 / 5000,00 / 20000,00 / 50000,
  22. Η τελευταία ηλεκτρονική καταχώριση στις 30.7.2007 με αρ. Αναφοράς REC0000237 οποία αφορά στην πίστωση του ποσού των 50.000,00 έχει σαν αποτέλεσμα η κατάσταση λογαριασμού να καταλήγει στην στήλη «Υπόλοιπο» σε αντίστοιχη ηλεκτρονική καταχώριση του ποσού ΛΚ84.663,10σ. ως του τελικού υπόλοιπου την 30/7/07 στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού. Αμέσως πιο κάτω από το εν λόγω υπόλοιπο, φαίνεται να υπάρχει με μπλε πένα η χειρόγραφη καταχώριση «50.000-«, ωσάν να πρόκειται για αφαιρούμενο ποσό. Ακολούθως, φαίνεται να υπάρχει με μαύρη πένα η χειρόγραφη σημείωση «Μείον Μαρφόνα 5000 Υπόλοιπο 45.000». Αμέσως πιο κάτω, με την ίδια κόκκινη πένα που υπήρχαν οι προηγούμενες σημειώσεις στις οποίες αναφέρθηκα, φαίνεται να υπάρχει η χειρόγραφη σημείωση «3/9 Payment £10,000». Τέλος, με μπλε πένα φαίνεται να γίνεται χειρόγραφα η προσθαφαίρεση και να καταλήγει στη σημείωση «Υπόλοιπο £35.000». Η χρήση τριών διαφορετικών χρωμάτων πένας κατά τη σύνταξη των χειρόγραφων σημειώσεων δημιουργεί την εντύπωση ότι υπήρχαν τρία διαφορετικά πρόσωπα τα οποία επέφεραν, ο καθένας με την πένα που κρατούσε, τη δική του σημείωση. Ο ίδιος ο ΜΥ1 απέδωσε, κατά την προφορική του μαρτυρία, μόνον σε δύο άτομα τις χειρόγραφες σημειώσεις (στον ίδιο εκείνες που έγιναν με κόκκινη πένα και στον ΜΕ4 εκείνες που έγιναν με τη μαύρη πένα - ήτοι η φράση «Μείον Μαρφόνα 5.000 Υπόλοιπο 45.000»). Εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να έγιναν με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα οι σημειώσεις που είναι με κόκκινη πένα με εκείνες που έγιναν με μπλε ή με μαύρη πένα. Ασφαλές όμως εύρημα περί τούτου δεν μπορώ να εξάξω στη βάση του γραφικού χαρακτήρα, αφού δεν έχω την εμπειρογνωμοσύνη γραφολόγου, ούτε και δόθηκε μαρτυρία από τέτοιον μάρτυρα στην παρούσα υπόθεση ώστε να υπάρχει υλικό το οποίο να μπορώ να αξιολογήσω σε αυτή τη βάση. Επομένως, το αν υπήρξε η επίδικη συνάντηση και τί συμφωνήθηκε σε αυτήν, είναι ζήτημα που απομένει να επιλυθεί στη βάση του ελέγχου της αξιοπιστίας του ΜΥ1 υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας του σε αντιπαραβολή προς τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ
  23. Έχω επιθεωρήσει εξίσου και την κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 3 (επί του οποίου εδράζεται η υπόθεση της Ενάγουσας) και βλέπω να παρατίθενται στη στήλη «Πίστωση» μέχρι τις 30.7.07 οι καταχωρήσεις για τα ποσά 1531,25 / 7260,00 / 7260,00 / 1531,25 / 20000,00 / 5000,00 / 20000,00 / 50000,00, με το τελευταίο να οδηγεί σε υπόλοιπο ΛΚ84663,
  24. Ακολούθως, την 3/9/07 γίνονται οι εξής δύο καταχωρήσεις «REC0000259 10000,00» και «REC0000264 5000,00» και την 10/10/07 γίνεται η καταχώρηση «REC0000271 25,000», με την τελευταία καταχώριση να έχει σαν αποτέλεσμα η κατάσταση λογαριασμού να καταλήγει στην στήλη «Υπόλοιπο» σε αντίστοιχη ηλεκτρονική καταχώριση του ποσού ΛΚ44.663,10σ. ως του τελικού υπόλοιπου την 10/10/
  25. Προκύπτει, δηλαδή, ότι το Τεκμήριο 3 ταυτίζεται με το Τεκμήριο 12 ως προς το υπόλοιπο των Λ.Κ.84.663,10 ως ήταν κατά ή περί την 28/8/2007 που εκδόθηκε η κατάσταση ως το Τεκμήριο
  26. Στο Τεκμήριο 3 εμφανίζονται ακολούθως οι αφαιρέσεις στις 3.9.2007 και στις 10.10.2007 των ποσών των ΛΚ10.000, ΛΚ5.000 και ΛΚ25.000 (ποσά που δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση ότι ορθώς αφαιρέθηκαν), καταλήγοντας στο υπόλοιπο των ΛΚ44.6663,10σ. Αυτό που δεν επιβεβαιώνεται στην όψη του Τεκμηρίου 3, είναι η ισχυριζόμενη από τον ΜΥ1 συμφωνία - ως οι επίμαχες χειρόγραφες σημειώσεις - ότι κατά ή περί τις 3.9.2007 το οφειλόμενο υπόλοιπο θα περιορίζετο από Λ.Κ.84.663,10 σε ΛΚ50.
  27. Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ4 και ΜΥ1, ανωτέρω, διαπιστώνω ότι δεν προωθήθηκε με συνοχή η εκδοχή της Υπεράσπισης. Άλλη ήταν η ημερομηνία κατά την οποία τοποθετούσε ο ΜΥ1 τη συνάντηση με αντικείμενο τη συζήτηση του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού ως το Τεκμήριο 12 και άλλη ήταν η ημερομηνία κατά την οποία η συνήγορος της Εναγομένης υπέβαλλε στους μάρτυρες της Ενάγουσας ότι έγινε τέτοια συνάντηση. Ο μεν ΜΥ1 ισχυριζόταν ότι η συνάντηση έγινε μεταξύ αυτού και του ΜΕ1 στην απουσία του ΜΕ4 στα γραφεία της Ενάγουσας στη Λευκωσία και επικαλείτο εξ ακοής μαρτυρία του ΜΕ1 περί του ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις επί του Τεκμηρίου 12 ανήκαν στον ΜΕ4, ενώ η συνήγορος της Εναγομένης υπέβαλλε στον ΜΕ4 ότι υπήρξε συνάντηση μεταξύ αυτού και του ΜΥ1 στο συσκευαστήριο της Ενάγουσας στη Ξυλοφάγου στις 10.9.2007, κατά την οποία, στην παρουσία του ΜΥ1, ο ΜΕ4 επέφερε τις χειρόγραφες σημειώσεις ως προς το υπόλοιπο. Αντιφατικά, δε, προς την εκδοχή ως η μαρτυρία του ιδίου του ΜΥ1, στην Έκθεση Υπεράσπισης αναφερόταν ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις για το οφειλόμενο υπόλοιπο έγιναν στην παρουσία του ΜΥ1 από τον ΜΕ4 κατά την κατ΄ιδίαν συνάντησή τους. Ενόψει των ανωτέρω αντιφάσεων, η μαρτυρία του ΜΥ1 κρίνεται αναξιόπιστη. Δεν προωθήθηκε με συνοχή ούτε η εκδοχή της Εναγομένης όσον αφορά τα ποσά που όφειλαν να είχαν αφαιρεθεί από το υπόλοιπο λογαριασμού ως η κατάσταση λογαριασμού που κατείχε ο ΜΥ1 (Τεκμήριο 12). Ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης υπήρξε ισχυρισμός για ποσό Λ.Κ.3600 (€6.150,97σ.) που ήταν αφαιρετέο ως «έκπτωση που έγινε από Ενάγουσα στην Εναγόμενη», ενώπιον του Δικαστηρίου το εν λόγω ποσό περιγράφηκε ως συνεισφορά της Ενάγουσας προς κάλυψη της ζημιάς που υπέστη η Εναγόμενη από την πώληση των πατατών της Ενάγουσας στο εξωτερικό. Για να ευσταθούσε αυτή η εκδοχή, θα έπρεπε να είχε εξ' αρχής δικογραφηθεί στη λεπτομέρειά της στην Έκθεση Υπεράσπιση και ακολούθως να είχε υποβληθεί με συνοχή στους μάρτυρες της Ενάγουσας κατά την αντεξέτασή τους, κάτι που δεν έγινε, παρά μόνο ηγέρθηκε ευθέως για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του ΜΥ
  28. Ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης έγινε αναφορά σε αφαιρετέο ποσό Λ.Κ.5.400 (€9.226,45σ.)- ως προμήθειες που έδωσε η Εναγόμενη στον κ. Χαράλαμπο Ορθοδόξου, χωρίς ουδεμία άλλη επεξήγηση, ενώπιον του Δικαστηρίου το ποσό αυτό διασυνδέθηκε με πωλήσεις πατατόσπορου από την Εναγόμενη στον ΜΕ
  29. Ουδεμία απόδειξη είχε στην κατοχή του ο ΜΥ1 για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ως προς την πώληση πατατόσπορου στον ΜΕ4 και αρκέστηκε να επικαλεστεί την εμπιστοσύνη που ο ίδιος ο ΜΥ1 είχε στο πρόσωπο του ΜΕ4 ότι δεν θα το αμφισβητούσε. Παρατηρώ, εν πάση περιπτώσει, ότι σε κανένα στάδιο δεν υπήρξε ισχυρισμός από τον ΜΥ1 ότι η πώληση του πατατόσπορου αφορούσε σε πωλήσεις προς την ίδια την Ενάγουσα εταιρεία, οπόταν δεν μπορώ να δω νομικά πώς θα δικαιούτο η Εναγόμενη να αξιώσει αφαίρεση του εν λόγω ποσού από το λογαριασμό της έναντι της Ενάγουσας εταιρείας, η οποία έχει ξεχωριστή νομική οντότητα και διακρίνεται από τον ΜΕ4 που είναι φυσικό πρόσωπο. Εν πάση περιπτώσει, είναι άξιον απορίας, και δεν έδωσε καθόλου εξηγήσεις για αυτή του τη θέση ο ΜΥ1, γιατί η Ενάγουσα να συμφώνησε να μειώσει το οφειλόμενο ποσό της Εναγομένης από ΛΚ84.663,10 σε ΛΚ50.000, ως ο ισχυρισμός του ΜΥ1, αν η ζημιά του από την πώληση των πατατών στο εξωτερικό ανερχόταν μόνο στο ποσό των Λ.Κ.3.600 (€6.150,97σ.). Ούτε επεξήγησε εξάλλου ο ΜΥ1 υπό ποία έννοια το ποσό των ΛΚ3.600 αντιστοιχούσε στη «ζημιά» του από την πώληση των πατατών στην Αγγλία. Ζημιά υπό ποία έννοια; Σε συνάρτηση με ποιας ακριβώς αξίας συναλλαγές; Παρατηρώ, εξάλλου, ότι ουδέποτε επιχείρησε ο ΜΥ1 να επεξηγήσει αν το ποσό που κατ' ισχυρισμόν συμφωνήθηκε ν' αφαιρεθεί κατόπιν συνάντησης αυτού με τον ΜΕ1 ή/και τον ΜΕ4 (από ΛΚ84.663,10 σε ΛΚ50.000 = ΛΚ34.663,10) αντιστοιχούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο σε εισπράξεις από τις πωλήσεις των πατατών στην Αγγλία, ούτε παρουσίασε οποτεδήποτε ο ΜΥ1 αποδείξεις για οποιεσδήποτε εισπράξεις που είχε από την πώληση των πατατών στην Αγγλία ή/και για εμβάσματα τα οποία να έγιναν προς όφελος της Ενάγουσας, ώστε αυτή να μην δικαιούται σε καμία πληρωμή για τα τιμολόγια των πατατών, παρά μόνον να οφείλει να πληρώσει αμοιβή στον ΜΥ1 ή/και την Εναγόμενη. Ο ΜΥ1, αντεξεταζόμενος, δεν θυμόταν να πει ούτε καν σε ποιες τιμές πωλήθηκαν οι πατάτες στην Αγγλία ώστε να μπορεί να αρθρώσει ολοκληρωμένα την εκδοχή περί ζημιάς στην τιμή πώλησης των πατατών στην Αγγλία έναντι της τιμής αγοράς ως τα τιμολόγια υπό το Τεκμήριο
  30. Επομένως, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι υπήρχε επαρκής και κατάλληλη δικογράφιση της εκδοχής του ΜΥ1 στην Έκθεση Υπεράσπισης (που δεν είναι όμως κατά την κρίση μου αυτή η περίπτωση εν προκειμένω), η μαρτυρία που δόθηκε από τον ΜΥ1 δεν θα ήταν επαρκής ώστε να στηρίξει ασφαλές εύρημα ως η εκδοχή του. Πάντως, ο ΜΕ1 δεν μου φάνηκε να είναι το είδος του επιχειρηματία που θα χάριζε οποιοδήποτε ποσό, και ιδίως δεν έχω πεισθεί ότι θα χάριζε τέτοιο ποσό χωρίς τούτο να εμφανίζεται ως έκπτωση στην κατάσταση λογαριασμού (είτε ενδιάμεση είτε τελική). Δεν μου έδωσε εν πάση περιπτώσει την εντύπωση επιχειρηματία ο ΜΕ1 που θα άφηνε το συνέταιρό του (ΜΕ4) να αποφασίσει για τέτοιου είδους και μεγέθους έκπτωση. Ούτε ο ΜΕ4 μου δημιούργησε την εντύπωση ατόμου που ένιωθε να έχει το ελεύθερο ή την αρμοδιότητα ή την εξουσία να αποφασίζει για την παροχή τέτοιου μεγέθους εκπτώσεων ή/και οποιωνδήποτε εκπτώσεων. Εύρημα Ενόψει της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω να αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την εκδοχή της Ενάγουσας ότι꞉ · H Εναγόμενη όφειλε στην Ενάγουσα κατά ή περί τις 10.10.2007 το ποσό των ΛΚ44.663,10σ., ως αποδεικνύεται στη βάση της κατάστασης λογαριασμού για το έτος 2007 ως το Τεκμήριο
  31. · Ότι το ίδιο ποσό των ΛΚ44.663,10σ, ορθά εμφανίζεται στην κατάσταση λογαριασμού για το έτος 2008 ως το Τεκμήριο 5 ως μεταφερόμενο υπόλοιπο, το οποίο μετατρεπόμενο βάσει της σταθερής ισοτιμίας σε ευρώ που υιοθετήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία, αντιστοιχούσε σε €76.311,44σ. · Ότι το τελικό οφειλόμενο από την Εναγόμενη ποσό κατά ή περί τις 22.5.2008 ήταν ως αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού για το έτος 2008 (Τεκμήριο 5), ήτοι €96.590,33σ. · Ότι η Εναγόμενη δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε έκπτωση ή άλλη αφαίρεση από το εν λόγω τελικό οφειλόμενο υπόλοιπο. · Ότι η Ενάγουσα δικαιούται να εισπράξει από την Εναγόμενη το ποσό των €96.590,33σ. ως η Έκθεση Απαίτησής της. Γ.3.
  32. Ως προς το τέταρτο επίδικο ζήτημα, ήτοι της ισχυριζόμενης ζημιάς που υπέστη η Εναγόμενη από την κατακράτηση των σακούλων της και της συναφούς ανταπαίτησης της Εναγόμενης. Κατά την κυρίως εξέτασή του, κατά τη δικάσιμο ημερ. 14.1.2014, ο ΜΕ1 έδωσε μαρτυρία περί του ότι η επιστροφή των ετικετών που είχε αξιώσει η Εναγόμενη, είχε απαγορευθεί από το Υπουργείο Γεωργίας, Τμήμα Επιθεώρησης, για το λόγο ότι σε αυτές αναγράφεται το συσκευαστήριο και ο αριθμός συσκευαστηρίου, ήτοι της Ενάγουσας εταιρείας. Δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε άλλο συσκευαστήριο με αυτή την τυπωμένη ονομασία επ' αυτών. Όσον αφορά το θέμα των σακούλων της Εναγόμενης, του στοκ που υπήρχε στην Ενάγουσα, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι, πέραν των προφορικών ενοχλήσεων να τις παραλάβουν, έγιναν και γραπτές ειδοποιήσεις προς την Εναγόμενη για να τις παραλάβουν. Για ένα διάστημα 20 μηνών και κάτι περισσότερο, η Εναγόμενη αρνείτο, ως ο ισχυρισμός του ΜΕ1, να τις παραλάβει. Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι όταν τις χρειάστηκε η Εναγόμενη, έφεραν την επιταγή των €2000 του ενοικίου και τις πήραν. Έπεται, λέγει ο ΜΕ1 ότι δεν υπάρχει θέμα αποζημίωσης της Εναγομένης για στέρηση χρήσης των σακούλων. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι ο άνθρωπος που παρέλαβε τις σακούλες, ονόματι Νίκος Γιάγκου, ήταν στο προσωπικό της εταιρείας της Εναγόμενης. Αυτός μεσολάβησε να παραληφθούν τα αντικείμενα και έφερε στην Ενάγουσα την επιταγή. Ο ΜΕ1 κατέθεσε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του τα Τεκμήρια 9, 10 και 11, ως ανωτέρω περιγράφονται. Κατά την αντεξέτασή του, κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 17.2.2014, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι δεν μπορεί αυτός να γνωρίζει αν η Εναγόμενη υπέστη ζημιά από την ισχυριζόμενη καθυστέρηση παραλαβής των σακούλων. Ήταν ουσιαστικά η θέση του ότι εναπόκειται στην Εναγόμενη να αποδείξει τυχόν ζημιά. Συμφώνησε με την υποβληθείσα θέση ότι η Ενάγουσα αξίωσε την πληρωμή ενοικίου από μέρους της Εναγόμενης, και τούτο διότι, ως η θέση του, τα υλικά της Εναγόμενης κατακρατούσαν το χώρο της Ενάγουσας. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι όταν η Εναγόμενη παρέλαβε τις σακούλες από την Ενάγουσα, οι περισσότερες από αυτές είχαν ήδη καταστραφεί και δεν μπόρεσε η Εναγόμενη να τις χρησιμοποιήσει. Ειδικότερα, η απάντηση του ΜΕ1 ως προς το ζήτημα αυτό ήταν ότι꞉ «Ο μακαρίτης ο παππούς μου έλεγε τούτες εν ιστορίες της απάνω Τζιρκατζιής. Οι σακούλες παραλήφθηκαν από τον κ. Νίκο Γιάγκου, επιστάτη της εταιρείας σας και ουδέν ανέφερε ή υπέδειξε σακούλες αλλοιωμένες. Αντίθετα, σε προηγούμενη αναφορά επί του θέματος, είχα παρουσιάσει ένα δείγμα σακούλας που αναγράφετουν το όνομα της D. P. Agroproducts Ltd. Αυτό το δείγμα ήταν από μια ποσότητα που αγοράστηκε από την Εναγόμενη εταιρεία και πληρώθηκε με επιταγή την ίδια ημέρα και ήταν σε εξαίσια κατάσταση. Για να τις πωλήσουν ήταν καλές και για να τις δουλέψουν οι ίδιοι δεν ήταν;». Το λεγόμενο «δείγμα σακούλας» είναι το κατατεθέν Τεκμήριο 11 και η απόδειξη που δόθηκε από την ΜΕ1 για την αγορά αυτής είναι το κατατεθέν Τεκμήριο
  33. Η μαρτυρία του ΜΕ4 συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΕ
  34. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΕ4 δεν έδωσε οποιαδήποτε μαρτυρία που να άπτεται της ανταπαίτησης της Εναγόμενης. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ4 αρνήθηκε την υποβολή ότι η Ενάγουσα καθυστέρησε να επιστρέψει στην Εναγόμενη τις σακούλες της όταν το απαίτησε η Εναγόμενη με τη λήξη της συνεργασίας του. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ4 έδωσε μαρτυρία περί του ότι επανειλημμένα ο ίδιος προσωπικά κάλεσε τον ΜΥ1 να παραλάβει τις σακούλες από τα υποστατικά της Εναγόμενης. Όταν εν τέλει τηλεφώνησε ο ΜΥ1 ότι ήθελε να τις παραλάβει, έστειλε έναν αντιπρόσωπο που δούλευε μαζί του με ένα φορτηγό μεγάλο και πλήρωσε και ενοίκιο για την αποθήκευση των σακούλων. Παρέλαβε επίσης τις ετικέττες. Σε σχέση με τις ετικέττες ο ΜΕ4 ανέφερε στον ΜΥ1 ότι δεν θα μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει γιατί είχαν πάνω τα στοιχεία της Ενάγουσας. Αρνήθηκε ο ΜΕ4 την υποβολή ότι ευθύνεται η Ενάγουσα για τη ζημιά που η Εναγόμενη υπέστη λόγω της καθυστέρησης της Ενάγουσας να της παραδώσει τις σακούλες. Ήταν ειδικότερα η θέση του ΜΕ4 ότι ουδέποτε υπήρξε άρνηση από πλευράς της Ενάγουσας να παραδώσει τις σακούλες και ουδεμία ευθύνη για καθυστέρηση παράδοσης είχε η Ενάγουσα. Αρνήθηκε, επίσης, ο ΜΕ4 την υποβληθείσα θέση ότι οι σακούλες ήταν καταστρεμμένες όταν παραδόθηκαν στην Ενάγουσα. Επ' αυτού του ζητήματος, ο ΜΕ4 αιτιολόγησε τη θέση του λέγοντας ότι «Ήταν όλες καλές και μάλιστα τους ζήτησα να μας πουλήσουν και ήταν άριστες σακούλες». Ο κ. Νίκος Γιάγκου (ΜΕ3) προσήλθε στο Δικαστήριο και ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του τα εξής꞉ Πρώτον ότι, αυτός ήταν υπάλληλος στην εταιρεία J.P. Freska και κατ' εντολή του ΜΥ1 πήγε και παρέλαβε από τα υποστατικά της Ενάγουσας τα σακούλια («σακούδκια» κατά την έκφρασή του) της Εναγόμενης που φυλάττονταν εκεί στα υποστατικά της Ενάγουσας. Δεύτερον, ότι κατά την παραλαβή των σακουλιών αυτών (τα οποία ήταν των 20 και των 25 κιλών) και τη φόρτωσή τους προκειμένου να τα μεταφέρει σε άλλο υποστατικό καθ' υπόδειξη του ΜΥ1, αυτός (δηλ. ο ΜΕ3) είδε ότι η κατάστασή τους «ήταν εντάξει». Τρίτον, ότι κατ' εντολή του ΜΥ1, αυτός παρέδωσε στην Ενάγουσα μία επιταγή €2.000,00σ. «για ενοίκιο που ήταν τα σακκούδκια στην εταιρεία» και έλαβε απόδειξη πληρωμής την οποία αυτός παρέδωσε στον ΜΥ
  35. Τέταρτον, ότι μετά από λίγες μέρες, η Ενάγουσα ζήτησε να αγοράσει από την J. P. Freska, από εκείνα τα σακκούδκια της Εναγόμενης που είχαν μεταφερθεί από τα υποστατικά της Ενάγουσας στα υποστατικά της J. P. Freska και τότε ο ΜΕ3 παρέλαβε από την Ενάγουσα μία επιταγή, την οποία εκείνος παρέδωσε στον ΜΥ1 και με τη σειρά του ο ΜΥ1 εξέδωσε απόδειξη την οποία παρέδωσε ο ΜΕ3 στην Ενάγουσα. Παρατηρώ συναφώς ότι κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ3 περιέπεσε σε αντιφάσεις και υπαναχωρήσεις από τις δηλώσεις στις οποίες είχε προβεί κατά την κυρίως εξέτασή του, οι οποίες δείχνουν ότι χωρίς να έχει πραγματική επίγνωση των λεπτομερειών των λεγόμενών του ή/και πραγματικό ενδιαφέρον να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια, όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, προσήλθε για να πει αυτό που συμφέρει στην Ενάγουσα, ότι δηλαδή η Εναγόμενη της κατέβαλε ενοίκιο για την αποθήκευση του στοκ των σακκούλων της. Εξηγώ꞉ Του ζητήθηκε να δει την επιταγή ως το Τεκμήριο 9 και ερωτήθηκε αν ήταν αυτή η επιταγή που του δόθηκε από τον ΜΥ1 για να την πάρει στην Ενάγουσα. Ισχυρίστηκε τότε ο ΜΕ3 ότι αυτός δεν θυμόταν γιατί η επιταγή ήταν σε κλειστό φάκελο και πως ούτε μπορούσε να γνωρίζει. Υπαναχώρησε μάλιστα από τα αρχικά λεγόμενά του, λέγοντας πως αυτός δεν μπορούσε ότι να γνωρίζει αν ήταν επιταγή που περιείχε ο κλειστός φάκελος που του έδωσε ο ΜΥ1 για να παραδώσει στην Ενάγουσα. Υπαναχώρησε ακόμη και από τα αρχικά λεγόμενά του περί του ότι η επιταγή ήταν για το ποσό των 2000 ευρώ μόνο. Αλλοίωσε εκ νέου τη μαρτυρία του ο ΜΕ3 λέγοντας ότι «Εγώ γνώριζα ότι ήταν ένας φάκελος με μια επιταγή για ενοίκιο.». Ότι δεν γνώριζε το ποσό αυτής. Υποβλήθηκε τότε στον ΜΕ3 η θέση της Υπεράσπισης ότι ο ΜΥ1 ουδέποτε έδωσε στον ίδιο τον ΜΕ3 ένα φάκελο στο οποίο να υπήρχε η επιταγή, ως το Τεκμήριο 9, μέσα. Η μόνη απάντηση που έδωσε ο ΜΕ3 στη συγκεκριμένη υποβολή ήταν ότι «Εμένα ότι μου έδωσε ο κ. Πετρίδης το επήρα στην εταιρεία Roha.». Ερωτηθείς εκ νέου από το συνήγορο Υπεράσπισης να πει αν ο ΜΥ1 του είχε αποκαλύψει τί υπήρχε μέσα στον κλειστό φάκελο, ο ΜΕ3 περιέπλεξε και πάλι τα λεγόμενά του, εισάγοντας νέα παράμετρο αμφιβολίας, ως εξής꞉ «Δεν θυμάμαι τί είχε μέσα ο φάκελος, αλλά είπα ότι είναι ενοίκιο των σακκουδκιών στην εταιρεία Roha. Τώρα αν ήταν επιταγή ή λεφτά, δεν ξέρω. Αυτό μου είπε ο κ. Δημήτρης Πετρίδης ότι ήταν ενοίκιο. Τώρα αν ήταν επιταγή, αν ήταν λεφτά...». Υποβλήθηκε στον ΜΕ3 ότι ο ΜΥ1 δεν του είχε δώσει ποτέ φάκελο για να πάρει στην Ενάγουσα ούτε και του είχε πει ποτέ ότι τέτοιος φάκελος είχε μέσα το ενοίκιο των σακκουλιών. Επέμεινε ο ΜΕ3 ότι και φάκελο του έδωσε και του είχε πει ότι ήταν για το ενοίκιο και πως το μόνο που του άφησε άγνωστο ήταν αν υπήρχαν μετρητά ή επιταγή μέσα στο φάκελο. Διαφάνηκε κατά την κρίση μου ο βαθμός του ψεύδους του ΜΕ3, αφού αν υπήρχαν 2000 ευρώ σε μετρητά μέσα στο φάκελο που παρέλαβε από τον ΜΕ1 και παρέδωσε στον ΜΥ1, ήταν πιο πιθανό να το αντιλαμβανόταν από την υφή και το μέγεθος που θα είχε ο φάκελος, σε αντίθεση με την περίπτωση που στο φάκελο εσωκλείετο επιταγή. Δεν έχω ικανοποιηθεί ως προς την αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία και αξιοπιστία του ΜΕ
  36. Αναπόφευκτα κρίνω ως αναξιόπιστες και τις ακόλουθες δύο δηλώσεις του ΜΕ3 στις οποίες προέβη κατά την αντεξέτασή του꞉ Αντεξετασθείς και απαντώντας στην υποβολή ότι αυτός ουδέποτε παρέδωσε στον ΜΥ1 απόδειξη είσπραξης ενοικίου την οποία να παρέλαβε από τον ΜΕ1, ο ΜΕ3 επέμεινε ότι παρέδωσε τέτοια απόδειξη μέσα σε φάκελο στον ΜΥ
  37. Πάντως τέτοια απόδειξη δεν έχει κατατεθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ενώπιον μου ως τεκμήριο, παρά μόνον κατατέθηκε η επιταγή για το ποσό των €2.000, ημερ. 18.11.2009, η οποία έχει ως εκδότη της την FRESCA IMPORTS - EXPORTS LIMITED και είναι πληρωτέα προς την Ενάγουσα εταιρεία (βλ. το Τεκμήριο 9). Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί του ότι ο ΜΕ1 ζήτησε από τον ΜΕ3 να μεταφέρει στον ΜΥ1 το μήνυμα ότι ήθελε η Ενάγουσα να αγοράσει από την Εναγόμενη σακούλια από εκείνα που είχαν μεταφερθεί από τα υποστατικά της Ενάγουσας στα υποστατικά της J. P. Freska, ο ΜΕ3 το αιτιολόγησε λέγοντας ότι αυτός ήταν ο άμεσα υπεύθυνος στην εν λόγω εταιρεία και πως ο ΜΥ1 δέχτηκε την προσφορά να πουλήσει η εν λόγω εταιρεία σακκούλια στην Ενάγουσα και πως ο ίδιος ο ΜΕ3 τα μετάφερε με το αυτοκίνητο του στην Ενάγουσα. Δεν ήταν όμως σε θέση να πει πόσα περίπου σακούλια ήταν που μετέφερε. Ούτε ποιας χωρητικότητας. Εξάλλου, το μόνο τιμολόγιο βρίσκεται κατατεθειμένο ενώπιον μου ως τεκμήριο (βλ. το Τεκμήριο 10) και το οποίο φαίνεται να αφορά στην αγορά από την Ενάγουσα σακκουλιών της Εναγόμενης, φέρει ημερομηνία 17.1.2011, ημερομηνία κατά την οποία, με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ3, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι εκείνος εργαζόταν για την Εναγόμενη, ενώ είναι αβέβαιο αν εξακολουθούσε να εργάζεται για την FRESCA IMPORTS - EXPORTS LIMITED ώστε να λαμβάνει οδηγίες από τον ΜΥ
  38. Ο ΜΥ1 έδωσε την εξής μαρτυρία προς απόδειξη της ανταπαίτησής του꞉ Οι επίδικες σακούλες φέρουν την επωνυμία της Εναγόμενης. Πάνω στις σακούλες ράβονται καρτέλες, οι οποίες αναγράφουν το συσκευαστήριο, το μέγεθος, την ποικιλία της πατάτας, καθώς και τα στοιχεία του παραγωγού. Οι σακούλες είναι 2-3 ειδών, μεγάλες των 1200Kg, αλλά ως επί το πλείστον είναι σακούλες των 20-25Kg. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της Εναγόμενης με την Ενάγουσα, οι σακούλες βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας, όπου και γινόταν η συσκευασία των πατατών. Όταν η συνεργασία τερματίστηκε, οι σακούλες παρέμειναν στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας. Ο ΜΥ1 επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του ΜΕ1 περί του ότι οι σακούλες παραδόθηκαν εν τέλει στον ΜΕ3 ως εντεταλμένο από τον ΜΥ1 πρόσωπο για την παραλαβή τους. Επιβεβαιώσε επίσης ο ΜΥ1 ότι όταν ζήτησε να τις παραλάβει από την Ενάγουσα, του ζήτησαν χρηματικό ποσό ως ενοίκιο για τη φύλαξη τους. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι μέχρι τότε δεν υπήρχε καμία συμφωνία για την πληρωμή τέτοιου ενοικίου. Αρνήθηκε ο ΜΥ1 κατά την αντεξέτασή του ότι ο ίδιος ή η Εναγόμενη κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για την επιστροφή των σακούλων. Ισχυρίστηκε ότι πληρώθηκε κάποιο ποσό, αλλά τούτο από τον συνεργάτη του και ιδιοκτήτη του συσκευαστηρίου όπου ο κ. Πετρίδης ήταν πλέον διευθυντής, κ. Συμεωνίδη. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι, όπως αυτός αντιλήφθηκε εκ των υστέρων, οι σακούλες δεν βρίσκονταν σε σκεπασμένο χώρο, αλλά σε εξωτερικό χώρο. Του το είπε και ο ΜΕ
  39. Το γεγονός αυτό το αντιλήφθηκε όταν παραλήφθηκαν οι σακούλες αφού τουλάχιστον το 50% είχε καταστραφεί. Συγκεκριμένα σχίζονταν κατά τη συσκευασία. Πρέπει να είχαν εκτεθεί στον ήλιο και γι' αυτό να καταστράφηκαν, διότι οι σακούλες δεν αντέχουν τις ψηλές θερμοκρασίες. Με βάση τα λεγόμενα του ΜΥ1 η αξία των σακούλων που παρέμειναν στο συσκευαστήριο της Ενάγουσας κατά τον τερματισμό της συνεργασίας ήταν σχεδόν μια πλήρης παραγγελία. Είχε εισαχθεί ένα container στο συσκευαστήριο στο τέλος της σεζόν
  40. Αυτές ήταν σχεδόν άθικτες και θα χρησιμοποιούνταν για την επόμενη σεζόν του έτους
  41. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι εξαιτίας της άσχημης κατάστασης των σακούλων δεν ήταν δυνατόν να γίνει καταμέτρηση. Ο αριθμός τους ανερχόταν σε πολλές χιλιάδες και δεν θα ήταν εύκολο να γίνει καταμέτρηση. Ανέφερε, επίσης, ότι οι σακούλες χρησιμοποιήθηκαν σχεδόν άμεσα μετά την παραλαβή τους στο νέο συσκευαστήριο. Η συσκευασία συνήθως γίνεται τέλη Νοεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου. Ο ΜΥ1 παρουσίασε τιμολόγιο αγοράς των σακουλών (Τεκμήριο 15), το οποίο είναι ημερομηνίας 31.5.
  42. Ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι το τιμολόγιο αυτό δείχνει την τελευταία παραλαβή σακούλων που έκανε. Πέραν αυτών, υπήρχε και άλλο στοκ σακούλων της Εναγόμενης στο συσκευαστήριο της Ενάγουσας. Ήταν ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι οι σακούλες ως το Τεκμήριο 15 δεν χρησιμοποιήθηκαν. Ότι κατά τη διάρκεια της συσκευασίας της Εναγόμενης με την Ενάγουσα είχαν χρησιμοποιηθεί μόνο σακούλες από προηγούμενο στοκ. Και πως η ανταπαίτησή του στηρίζεται στην ποσότητα και αξία σακούλων ως το Τεκμήριο
  43. Το τιμολόγιο αφορούσε σε 128,000 σακούλες των 20kg και 31,120 σακούλες των 25kg, συνολικής αξίας ΛΚ12.006 (ΛΚ12,940, πλην προκαταβολή ΛΚ2500, πλέον ΦΠΑ ΛΚ1566). Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι εξοφλήθηκε από την Εναγόμενη το ποσό του τιμολογίου ως το Τεκμήριο
  44. Δεν παρουσίασε ωστόσο απόδειξη πληρωμής ή/και εξόφλησης του εν λόγω τιμολογίου. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι δεν μπορούσε να καταμετρήσει πόσες ακριβώς σακούλες αποδείχθηκαν καταστρεμμένες, διότι ήταν χύμα οι σακούλες, όχι bundles. Δεν ήταν τυλιγμένες σωστά. Προς υποστήριξη της εκδοχής της Εναγόμενης για σκοπούς της ανταπαίτησής της, προσήλθε ως μάρτυρας ο κ. Πολύβιος Νικολάου (ΜΥ2). Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα της απόδειξης της κατάστασης υπό την οποία παραλήφθηκαν οι σακούλες της Εναγομένης στο συσκευαστήριο του ΜΥ
  45. Ειδικότερα꞉ Ο ίδιος ο ΜΥ2 ασχολείται με τη συσκευασία πατατών και γνωρίζει τον ΜΥ1 από παλιά, όταν ήταν συνάδελφοι και συνεργάτες σε μονάδα συσκευασίας πατατών. Κατά τα έτη 2008 και 2009 ο ΜΥ1 ζήτησε από τον ΜΥ2 να συνεργαστούν για τη συσκευασία πατατών, καθώς ο κ. Νικολάου είχε δικό του συσκευαστήριο. Η συνεργασία τους, ανέφερε, διήρκησε μια σεζόν, δηλαδή 4-5 μήνες. Εξήγησε ο ΜΥ2 ότι οι παραγωγοί πατατών φέρνουν σακούλες για τις πατάτες, οι οποίες σακούλες τροφοδοτούνται στα μηχανήματα του συσκευαστηρίου για τη συσκευασία πατατών. Τον Νοέμβριο του 2009, ο ΜΥ1 θα προμήθευε το συσκευαστήριο του ΜΥ2 με τις δικές του σακούλες για τη συσκευασία. Παραδόθηκαν στο συσκευαστήριο του ΜΥ2 σακούλες των 25 κιλών που έφεραν την ονομασία της Εναγόμενης. Παραλήφθηκαν από υπαλλήλους του συσκευαστηρίου του ΜΥ2 και τοποθετήθηκαν σε θάλαμο παραλαβής συσκευασίας υλικών. Ο εν λόγω θάλαμος περιγράφηκε ως κλειστή αποθήκη. Ο αριθμός των σακούλων που παραδόθηκαν στο συσκευαστήριο του ΜΥ2 κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2009 υπολογίστηκε από αυτόν σε χιλιάδες, καθώς ανέφερε ότι οι σακούλες που παραδόθηκαν αποτελούνταν από διάφορα παλέτα των 5.000 σακιών το κάθε ένα, καθώς και αριθμός μη συσκευασμένων σακουλών. Ανέφερε ότι τα σακούλια ήταν «όλα μαζί ένα αυτοκίνητο γεμάτο». Κατά τη συσκευασία πατατών για λογαριασμό της Εναγομένης, ανέφερε ο ΜΥ2, προέκυψε θέμα με τις εν λόγω σακούλες, δηλαδή αρκετές ήταν αλλοιωμένες και όταν έμπαινε η πατάτα, η σακούλα σχιζόταν στα πλευρά και έπεφτε κάτω η πατάτα. Χρησιμοποιήθηκαν 4 -5 δέσμες σακούλων και σε όλες παρουσιάστηκε το ίδιο πρόβλημα, ανέφερε. Με βάση τα λεγόμενα του ΜΥ2, ο λόγος που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι καλές σακούλες και να απορριφθούν απλά οι σχισμένες, ήταν ότι οι σχισμένες ήταν σε τυχαία σειρά ανάμεσα σε αυτές που δεν είχαν επηρεαστεί και που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και έτσι δεν μπορούσαν να τις ξεχωρίσουν από αυτές. Στο μηχάνημα της συσκευασίας τροφοδοτείται, όπως εξήγησε ο ΜΥ2, μια ομάδα σακούλων. Οι σακούλες περνούν από το μηχάνημα η μία μετά την άλλη. Κάθε φορά που κάποια σακούλα ήταν κατεστραμμένη, οι πατάτες έπεφταν στο έδαφος με αποτέλεσμα να πρέπει να διακόπτεται η διαδικασία. Αυτό, εξήγησε, δεν επέτρεψε να προχωρήσει η διαδικασία της συσκευασίας. Ο ΜΥ2 ανέφερε περαιτέρω ότι δεν μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει με το μάτι ποιες σακούλες ήταν σε καλή κατάσταση και ποιες είχαν το προαναφερθέν πρόβλημα. Ο μοναδικός τρόπος, είπε, να διαπιστωθεί αυτό ήταν όταν περνούσαν από το μηχάνημα συσκευασίας (όπου εμφανιζόταν το πρόβλημα) ή με το να έβαζε προσωπικό να ελέγξει μια μια τις σακούλες και να τις ξεχωρίσει, αλλά κάτι τέτοιο, όπως ανέφερε ο ΜΥ2, θα έπαιρνε πάρα πολύ χρόνο. Ο ίδιος ο ΜΥ2 ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον ΜΥ1 για το πρόβλημα και του είπε ότι δεν μπορούν τα σακιά να χρησιμοποιηθούν για συσκευασία, καθότι σε κάθε 3-4 σακιά, υπήρχαν 1-2 αλλοιωμένα σακιά τα οποία σκίζονταν. Ενημέρωσε συγχρόνως τον ΜΥ1 ότι δεν μπορούσε να δουλέψει με τα εν λόγω σακιά, καθώς δεν ήταν η δουλειά του να βρίσκει τα καλά και τα άχρηστα σακιά. Ενόψει αυτού του δεδομένου, κατέληξε ο ΜΥ1 να φέρνει στον ΜΥ2 άλλες σακούλες για τη συσκευασία, σύμφωνα με όσα είπε ενόρκως ο ΜΥ
  46. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ2 διευκρίνισε ότι ο χρόνος που θα έπαιρνε για να διαχωριστούν τα καλά σακούλια από τα αλλοιωμένα ήταν δυσανάλογα μεγάλος. Η αξία της πατάτας, ανέφερε, είναι τεράστια μπροστά στην αξία της σακούλας. Δεν άξιζε τον κόπο, είπε, να τις βάλουν στη συσκευασία, να σκιστούν τα σακούλια και να πέσουν κάτω οι πατάτες, οι οποίες θα αλλοιώνονταν, και θα έτρεχε το προσωπικό να τις μαζέψει. Επίσης κατά την αντεξέταση ο ΜΥ2 ξεκαθάρισε ότι δεν ήταν δικό του προσωπικό που μετέφερε τα σακούλια στο υποστατικό του και δεν γνωρίζει αν ήταν προσωπικό του ΜΥ1 ή αν το φορτηγό που χρησιμοποιήθηκε ήταν του ΜΥ
  47. Δεν ήταν παρών κατά την παραλαβή. Τις σακούλες παρέλαβαν οι αλλοδαποί εργαζόμενοι στο υποστατικό του. Η πρώτη φορά που ο ΜΥ2 είδε τα υλικά ήταν το απόγευμα που πήγε δουλειά. Σε ερώτηση για τη συσκευασία των σακούλων, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι κάποιες ήταν δέματα ύψους περίπου 80εκ. δεμένα με ειδικό εργοστασιακό σπάγγο και άλλες ήταν χύμα. Στην αποθήκη όσες μπορούσαν να στοιβαχθούν στοιβάχθηκαν, και οι υπόλοιπες τοποθετήθηκαν σε μια γωνιά του θαλάμου παραλαβής. Περιέγραψε τη σακούλα ως μια ολόσωμη σακούλα με μια ραφή μόνο στο κάτω μέρος, όχι στα πλευρά. Διευκρίνισε ο ΜΥ2 ότι, κατά την άποψη του, η φθορά που παρουσίαζαν τα εν λόγω σακούλια οφείλεται σε κακή διαχείριση ή τοποθέτηση στον ήλιο. Ο τρόπος που σκίζονταν εξαρτάται από τον τρόπο που ήταν τοποθετημένα και εκτεθειμένα στον ήλιο. Αυτό, ανέφερε, το βασίζει στην πείρα που έχει στη συγκεκριμένη δουλειά. Τέλος, κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι, κάποιο χρονικό διάστημα μετά την προσπάθεια να χρησιμοποιήσουν τις εν λόγω σακούλες, ο ΜΥ1 του είχε αναφέρει ότι τις είχε φυλαγμένες "στα υποστατικά του Χαμπή στην Ξυλοφάγου". Επειδή τα σακιά ήταν άχρηστα, ο ΜΥ2 προχώρησε στην καύση των άχρηστων σακιών, όταν πλέον ο ΜΥ1 τον εφοδίασε με νέα σακιά. Αξιολογώντας τη μαρτυρία ως παρατίθεται ανωτέρω, είμαι σε θέση να διατυπώσω τις εξής επισημάνσεις꞉ (α) Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπήρξε μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης οποιαδήποτε συμφωνία περί ενοικίασης χώρου αποθήκευσης των σακούλων της δεύτερης στα υποστατικά της πρώτης καθ' ον χρόνο βρισκόταν σε εξέλιξη η μεταξύ τους συνεργασία. Αν υπήρχε τέτοια συμφωνία, θα ανέμενα να τιμολογήτο ή/και να εμφαίνετο στις καταστάσεις λογαριασμού σχετική χρέωση αποθηκευτικών τελών, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους. (β) Αλλά ακόμη και μετά τις 16.4.2008 που τερματίστηκε η μεταξύ τους συνεργασία, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η δοθείσα μαρτυρία αποκαλύπτει οποιαδήποτε σύναψη συμφωνίας περί αποθήκευσης έναντι ενοικίου. Η αλληλογραφία που κατατέθηκε ενώπιον μου ως τα Τεκμήρια 6Α έως 6Ι, δείχνει ότι- · Στην πρώτη επιστολή που απέστειλε η Ενάγουσα προς την Εναγόμενη (βλ. την επιστολή ημερ. 4.6.2008 - Τεκμήριο 6Α), η Ενάγουσα απαίτησε το ποσό που θεωρούσε οφειλόμενο βάσει της κατάστασης λογαριασμού, χωρίς να κάμει ουδεμία αναφορά ως προς τη φύλαξη ή/και αποθήκευση των σακούλων και ετικεττών της Εναγόμενης έναντι οποιασδήποτε χρέωσης μέχρι την παραλαβή τους από την Εναγόμενη. Δεν διαπιστώνω να υπήρξε ούτε οποιαδήποτε κλήση από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, για να προσέλθει να παραλάβει το εν λόγω υλικό από τις αποθήκες της. · Ήταν η Εναγόμενη εκείνη που για πρώτη φορά έθιξε το ζήτημα της παρακράτησης του πιο πάνω υλικού από την Ενάγουσα και την πρόθεσή της να αξιώσει αποζημιώσεις περί τούτου. Σχετική η πρώτη απαντητική επιστολή της Εναγομένης ημερ. 17.6.2008 ως το Τεκμήριο 6Η. · Στη δεύτερη επιστολή της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη (βλ. την επιστολή ημερ. 21.7.2008 - Τεκμήριο 6Β), η Εναγόμενη επανέλαβε την απαίτησή της για το ίδιο ποσό της κατάστασης λογαριασμού, χωρίς και πάλιν να κάνει την παραμικρή αναφορά στο υλικό της Εναγόμενης που παρέμενε στις αποθήκες της ή/και χωρίς να αξιώσει οποιοδήποτε ποσό αποθηκευτικών τελών για κάθε μέρα που θα παρέμενε στις αποθήκες της ή/και χωρίς να την καλέσει να το παραλάβει. · Ακόμη και αν ήθελε γίνει αποδεκτό ότι η επιστολή ως το Τεκμήριο 6Β είχε περιορισμένο σκοπό, ήτοι να αποτελέσει απαίτηση για τους σκοπούς του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, εντούτοις παρατηρώ ότι ακόμη και σε αυτήν την ίδια την επιστολή ως το Τεκμήριο 6Γ, που ήταν ίδιας ημερομηνίας (ήτοι 21.7.2008), η Ενάγουσα κάλεσε για πρώτη φορά την Εναγόμενη να προσέλθει για να παραλάβει το υλικό της από τις αποθήκες της Ενάγουσας χωρίς να αξιώνει οποιοδήποτε ενοίκιο ή/και συγκεκριμένο ποσό ενοικίου ως συμφωνηθέν. · Όταν η Εναγόμενη εμφανίσθηκε να ζητεί, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 10.12.2008 ως το Τεκμήριο 6Ι, να παραλάβει το υλικό από τις αποθήκες της Ενάγουσας, τότε και μόνον εμφανίζεται η Ενάγουσα να απάντησε με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 22.12.2008 ως το Τεκμήριο 6Ε, και να αξίωσε για πρώτη φορά «αποθη«ευτικά έξοδα» για το ποσό των €100,00σ. μηνιαίως από 30.5.2007 μέχρι την ημέρα παραλαβής τους. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας δεν επικαλούνταν συγκεκριμένη συμφωνία χρέωσης αποθηκευτικών τελών, παρά μόνο χρησιμοποιούσαν την έκφραση «Τα αποθηκευτικά έξοδα των πελατών σας, όπως πολύ καλά θα πρέπει να γνωρίζουν οι πελάτες σας, ανέρχονταν στο ποσό των των €100,00σ. μηνιαίως από 30.5.2007 μέχρι την ημέρα παραλαβής [...]». Γιατί τα εν λόγω αποθηκευτικά τέλη να άρχιζαν από 30.5.2007 αντί από τις 16.4.2008 που τερματίστηκε η συνεργασία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης, δεν επεξηγήθηκε ποτέ ενώπιόν μου από τους μάρτυρες της Ενάγουσας. Είναι, ωστόσο, πιθανόν η επιλογή της συγκεκριμένης ημερομηνίας από μέρους της Ενάγουσας να ενισχύει την εκδοχή του ΜΥ1 ότι το επίμαχο, για σκοπούς της ανταπαίτησης της Εναγόμενης, υλικό (σακούλες πατατών) είναι αυτό που εμφαίνεται στο τιμολόγιο αγοράς του, ημερ. 31.5.2007, ως το Τεκμήριο
  48. · Στην απαντητική επιστολή της, ημερ. 16.6.2009 ως το Τεκμήριο 6Ζ, η Εναγόμενη αρνήθηκε ρητά και ευθέως την πληρωμή οποιουδήποτε ενοικίου για το ποσό των €100 μηνιαίως «καθ' ότι δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία μεταξύ μας». (γ) Αποδεικνύεται κατά την κρίση μου να ήταν μονομερής η αξίωση της Ενάγουσας για αποθηκευτικά τέλη ή/και για ενοίκιο ή/και να ήταν εκ των υστέρων αξίωση. (δ) Το γεγονός ότι η Ενάγουσα έθετε ως όρο στην Εναγόμενη την καταβολή του εν λόγω μονομερώς επιβαλλόμενου ενοικίου προκύπτει ευθέως από το λεκτικό των επιστολών της ως τα Τεκμήρια 6Ε και 6Στ (βλ. τη χρήση της φράσης «μπορούν να παραληφθούν από τις αποθήκες των πελατών μας νοουμένου ότι οι πελάτες σας καταβάλουν όλα τα αποθηκευτικά έξοδα» και «καλούν τους πελάτες σας όπως παραλάβουν τις σακούλες ... καταβάλλοντας και το οφειλόμενο μέχρι σήμερα ενοίκιο»). (ε) Δεν μπορώ να αποδεχθώ τον ισχυρισμό ότι υπήρξε σε οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής αποδοχή από μέρους της Εναγόμενης συμβατικής υποχρέωσης καταβολής ενοικίου, αφού ουδέν αποδεικτικό στοιχείο δόθηκε περί τούτου. Η επιταγή που κατατέθηκε ενώπιον μου ως το Τεκμήριο 9 δεν συνδέει την Εναγόμενη με την πληρωμή του ποσού των €2000 ως το επίδικο ενοίκιο. Άλλη νομική οντότητα φαίνεται να εξέδωσε την εν λόγω επιταγή, ήτοι η Fresca Imports - Exports Limited και ουδεμία μαρτυρία δόθηκε προς απόδειξη οποιουδήποτε νομικού συσχετισμού της Εναγόμενης με την εν λόγω εταιρεία. Το ότι ο ΜΥ1 εργοδοτείτο κατά τον εν λόγω χρόνο ως Διευθυντής της δεύτερης εταιρείας, δεν αποτελεί απόδειξη ότι η Εναγόμενη αποδέχθηκε την πληρωμή ενοικίου στην Ενάγουσα. (στ) Συνεπώς, είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι η εκδοχή της Εναγόμενης περί παρακράτησης από μέρους της Ενάγουσας των σακούλων και ετικεττών της από 17.6.2008 που αξίωσε την παραλαβή του εν λόγω υλικού (βλ. το Τεκμήριο 6Η) ή το αργότερο από 10.12.2008 (βλ. το Τεκμήριο 6Ι) μέχρι τις 18.11.2009 που το εν λόγω υλικό παραδόθηκε εν τέλει στην Fresca Imports - Exports Limited. Ενώπιον μου δεν τίθεται ως ανταπαίτηση της Εναγόμενης η επιστροφή του ποσού των €2000 ως ποσού αχρεωστήτως καταβληθέντος, προφανώς, επειδή ακριβώς δεν ήταν η Εναγόμενη που κατέβαλε το ποσό αυτό. Το ζητούμενο είναι, αν είναι δυνατόν, να επιδικασθούν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις προς την Εναγόμενη «για την απώλεια χρήσης των αντικειμένων», ως η βάση της ανταπαίτησης, η οποία απώλεια χρήσης παρέμεινε δικογραφημένη μέχρι τέλους της δίκης, ως συνδεόμενη με τη συνεχιζόμενη παρακράτηση των σακούλων. Η παρακράτηση τερματίστηκε ως το εύρημά μου ανωτέρω στις 18.11.
  49. Το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης προβλέπεται στο άρθρο 37 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο, όπως έκτοτε έχει τροποποιηθεί, αναφέρει τα ακόλουθα: «37.-
(1)Παράνομη κατακράτηση πράγματος συνίσταται στην παράνομη κατακράτηση κινητής ιδιοκτησίας από οποιοδήποτε πρόσωπο που δικαιούται στην άμεση κατοχή της.
(2)Σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη κατακράτηση πράγματος, το βάρος της απόδειξης ότι η κατακράτηση ήταν νόμιμη το φέρει ο εναγόμενος.» Περαιτέρω, στο άρθρο 38 του πιο πάνω νόμου αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  1. Σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη κατακράτηση πράγματος το Δικαστήριο δύναται, αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, να διατάξει επιστροφή της κατακρατούμενης ιδιοκτησίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που προνοείται από το Νόμο αυτό ή αντί της θεραπείας αυτής.». Εισηγήθηκε ο συνήγορος της Εναγόμενης προς το Δικαστήριο ότι ανεξαρτήτως της μη δικογράφισης από πλευράς Εναγόμενης της επιστροφής της περιουσίας της Ενάγουσας σε ζημιογόνα κατάσταση, εάν το Δικαστήριο προβεί σε εύρημα ότι όντως η περιουσία αυτή δεν βρισκόταν σε κατάσταση στην οποία να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την Εναγόμενη κατά την επιστροφή της σε αυτήν, τότε υπάρχει το νομικό υπόβαθρο να επιδικαστούν στην Εναγόμενη αποζημιώσεις βάσει της αρχής της απώλειας χρήσης, τόσο με βάση το κόστος μίσθωσης των σακούλων, όσο και με βάση τη μείωση της αξίας τους. Προς τεκμηρίωση της εισήγησής του αυτής, ο συνήγορος της Εναγόμενης επικαλέστηκε τα αποφασισθέντα στην Kuwait Airways.Corporation ν Iraqi Airways Company [2004]1 EWHC 2603 (Comm) και συγκεκριμένα στις παραγράφους 388 μέχρι
  2. Παρέθεσε το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων: «HOW IS THE QUANTUM OF USER DAMAGES TO BE ASSESSED? THE LEASE RATE CLAIM [388] A user damages claim is to be assessed by reference to the normal lease rate that the defendant would have had to have paid to hire the goods for the period of their detention (the "lease rate claim"). THE LOSS IN VALUE CLAIM [389] The lease rate claim does not compensate the claimant for the loss in value of the goods upon their return or the total loss of the goods if they are not returned (the "loss in value claim"). In order to compensate the claimant for this element, the loss in value must be added to the lease rate claim.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) [Σε μετάφραση του ιδίου συνηγόρου] "ΠΩΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΩΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΓΙΑ ΑΠΩΛΕΙΑ ΧΡΗΣΗΣ Η ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΕΩΣΗ ΜΙΣΘΩΣΗΣ [388] Μια αξίωση για αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης θα πρέπει να εκτιμάται με αναφορά στην κανονική χρέωση μίσθωσης την οποία ένας εναγόμενος θα έπρεπε να είχε καταβάλει για να μισθώσει τα εμπορεύματα για την περίοδο της κατακράτησης τους (η "αξίωση για χρέωση ενοικίου"). Η ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΜΕΙΩΣΗ ΑΞΙΑΣ [389] Η αξίωση για χρέωση μίσθωσης δεν αποζημιώνει τον ενάγοντα για μείωση της αξίας των εμπορευμάτων με την επιστροφή τους ή για την ολική απώλεια των εμπορευμάτων εάν αυτά δεν επιστραφούν (η "αξίωση για μείωση αξίας"). Για να αποζημιωθεί ο ενάγοντας για αυτό το στοιχείο, η μείωση της αξίας θα πρέπει να προστίθεται στην αξίωση για χρέωση μίσθωσης." (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Επίσης, ο συνήγορος της Εναγόμενης παρέπεμψε στην παράγραφο 396 από την προμνησθείσα απόφαση στην Kuwait Airways, όπου αναφέρθηκε ότι, σε άλλη υπόθεση (την IBL Ltd ν Coussens Π 9911 2 All ER 133), ο Nicholls LJ, όπως ήταν τότε, φάνηκε να αναγνωρίζει τη δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων για απώλεια χρήσης επιπρόσθετα των αποζημιώσεων για μείωση αξίας εμπορευμάτων, όπου είπε τα εξής: "in an appropriate case the court may award damages on this 'user principle' in addition to compensation for loss suffered". (Σε μετάφραση: "στην κατάλληλη περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις πάνω σε αυτή την 'αρχή της απώλειας χρήσης' επιπρόσθετα της αποζημίωσης για τη ζημιά που επήλθε."). Τέλος, ο συνήγορος της Εναγόμενης παρέπεμψε στην παράγραφο 398 από την προμνησθείσα απόφαση στην Kuwait Airways, όπου κρίθηκε ότι στη βάση των γεγονότων εκείνης της υπόθεσης, επιπρόσθετα της απώλειας χρήσης αποδείχθηκε να υπήρχαν ζημιές, οι οποίες συνίσταντο, στην περίπτωση εξαρτημάτων τα οποία είχαν ανακτηθεί, στο γεγονός ότι τα περισσότερα από αυτά δεν μπορούσαν να επιδιορθωθούν όταν πλέον ανακτήθηκαν από τους ενάγοντες, και στην περίπτωση απωλεσθέντων εξαρτημάτων, από το γεγονός ότι τα αντικείμενα εκείνα δεν είχαν επιστραφεί ποτέ. Έχω μελετήσει με προσοχή την πιο πάνω νομική αυθεντία υπό το φως της δοθείσας στην παρούσα υπόθεση μαρτυρίας και έχω καταλήξει στα εξής꞉ (α) Πρόδηλα, στην παρούσα υπόθεση, η ανταπαίτηση σχεδιάστηκε στη βάση της απώλειας χρήσης των αντικειμένων (των σακούλων και των ετικετών) στο μέτρο της πλήρους απώλειας της αξίας τους, λόγω της παρακράτησης ή/και μη επιστροφής τους καθ' ον χρόνο καταχωρείτο η Έκθεση Υπεράσπισης. Το ποσό που ανταπαιτούσε η Εναγόμενη με βάση το μέτρο της πλήρους απώλειας χρήσης ανέρχετο σε ΛΚ13000 (€22.221,82). Σχετική η παρα. 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). (β) Ο ΜΥ1 συσχέτισε την απώλεια χρήσης με την ποσότητα σακούλων ως το Τεκμήριο 15 συνολικής αξίας ΛΚ12.
  3. Αν η διαφορά μέχρι του ποσού των ΛΚ13000 που ανταπαιτούσε η Εναγόμενη αφορούσε στην αξία των ετικετών δεν διευκρινίσθηκε ενώπιον μου. Δεν διαπίστωσα πάντως είτε στο δικόγραφο της «Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση» είτε κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 να αμφισβητήθηκε ευθέως η εκδοχή της Εναγόμενης ότι η συνολική αξία του υλικού που διατηρούσε η Ενάγουσα στις αποθήκες της μέχρι τις 18.11.2009 ανέρχετο σε ΛΚ13.
  4. Δέχομαι, ωστόσο, ότι παρέμεινε ακλόνητο ενώπιον μου ότι οι ετικέτες δεν θα μπορούσαν εν πάση περιπτώσει να χρησιμοποιηθούν εφόσον αναφέρονταν στα στοιχεία του συσκευαστηρίου της Ενάγουσας και επομένως εκείνες εξ αντικειμένου αχρηστεύθησαν με τη λήξη της συνεργασίας της Εναγόμενης με το συσκευαστήριο της Ενάγουσας. Άρα, ότι απομένει να με απασχολήσει είναι η ανταπαίτηση στο βαθμό που αφορά την αξία των σακούλων. (γ) Το γεγονός της επιστροφής των σακούλων σε χρόνο μεταγενέστερο του κλεισίματος των δικογράφων, δεν δικογραφήθηκε από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων, αλλά ήταν παραδεκτό κατά την ακρόαση ότι συνέβηκε κατά ή περί τις 18.11.
  5. Το ζητούμενο είναι αν παρέμεινε ζημιογόνο κατάλοιπο για την Εναγόμενη από την κατακράτησή τους μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, υπό τη μορφή της απώλειας χρήσης. Τούτο συνδέθηκε εύλογα από τους ΜΥ1 και ΜΥ2 με την κατάσταση υπό την οποία τελούσαν οι σακούλες καθ' ον χρόνο επεστράφηκαν. (δ) Η μαρτυρία του ΜΥ2 αντιστρατεύεται τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ4, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι οι σακούλες ήταν σε καλή ή άριστη κατάσταση καθ' ον χρόνο παραδόθηκαν. Ωστόσο, παρατηρώ ότι η αιτιολογία που έδωσαν οι ΜΕ1 και ΜΕ4 ως προς τούτη την εκτίμησή τους, αφού περί εκτίμησης ή γνώμης πρόκειται, συνδέθηκε μόνο με την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι σακούλες που η Ενάγουσα αγόρασε από την Εναγόμενη το 2011 (ως το Τεκμήριο 10), ενώ ενώπιον μου επίδικη είναι η κατάσταση των σακούλων καθ'ον χρόνο παραδόθηκαν στην Εναγόμενη το
  6. Ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία υπάρχει ενώπιον μου που να ταυτίζει τις σακούλες που αγοράστηκαν το 2011 από την Ενάγουσα με εκείνες που η ίδια είχε παραδώσει στην Εναγόμενη το
  7. Μόνο ο ΜΕ3 επιχείρησε να προβεί σε τέτοια διασύνδεση, αλλά έχω ήδη κρίνει αναξιόπιστη τη μαρτυρία του. Εν αντιθέσει με τους ΜΕ1 και ΜΕ4, ο ΜΥ2 έδωσε λεπτομερή μαρτυρία για τις προσωπικές του διαπιστώσεις ως προς την κατάσταση των σακούλων που παραλήφθηκαν το 2009 βασιζόμενος στη χρήση τους και έκανε τη σύνδεση με το ό,τι έμαθε από τον ΜΥ1 ότι εκείνες οι σακούλες φυλάττονταν προηγουμένως στα υποστατικά του Χαμπή (του ΜΕ4, Δ/ντη της Ενάγουσας). Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ2 ως πειστική και αξιόπιστη όσον αφορά την κατάσταση των σακούλων. Όσον αφορά το ερώτημα ποια είναι η ποσότητα που αποδεικνύει η μαρτυρία του ΜΥ2 να μην ήταν σε αξιοποιήσιμη κατάσταση, έχω να παρατηρήσω ότι ο ΜΥ2 αναφέρθηκε μόνο σε σακούλες των 25 κιλών. Πόσες ήταν αυτές, η μόνη ένδειξη του ΜΥ2 ήταν ότι επρόκειτο περί χιλιάδων, ενώ ο ΜΥ1 συνέδεσε το ζήτημα της ποσότητας με εκείνην που φαίνεται στο Τεκμήριο
  8. (ε) Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, είμαι διατεθειμένη να αποδεχθώ ότι με την επιστροφή από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη των σακούλων, αποδείχθηκε το κατάλοιπο της ζημιάς από την κατακράτησή τους, υπό την έννοια της συνεχιζόμενης πλήρους απώλειας χρήσης των σακούλων των 25 κιλών, η οποία ζημιά είναι ίση με την αξία αγοράς τους, ήτοι ΛΚ4492, πλέον ΦΠΑ 15% (βλ. το Τεκμήριο 15). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέσεισε το βάρος απόδειξης και απέδειξε τη βάση αγωγής της και την αξίωσή της ως η Έκθεση Απαίτησης στον απαιτούμενο βαθμό. Επιδικάζω το ποσό των €96.590,30σ. υπέρ της, πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα. Συγχρόνως, κρίνω ότι η Εναγόμενη απέδειξε την ανταπαίτησή της όσον αφορά την ζημιά που εξισούται με την απώλεια χρήσης των σακούλων των πατατών, συνολικής αξίας ΛΚ4492 (διά 0,585274 = €7.675) πλέον 15% ΦΠΑ, πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα. Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής, δεδομένου του αποτελέσματος στην απαίτηση και ανταπαίτηση, κρίνω δίκαιο να τα επιδικάσω σε αναλογία ¾ υπέρ της Ενάγουσας και ¼, υπέρ της Εναγόμενης, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................ Α. Πανταζη - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.