A. M. CHARALAMBOUS LTD ν. ΦΑΡΜΑ Κ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5404/2012, 24/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A161 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5404/2012 ΜΕΤΑΞΥ: A. M. CHARALAMBOUS LTD Ενάγοντες -και- ΦΑΡΜΑ Κ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγομένων --------------------- Αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υπεράσπισης 24 Απριλίου 2015 Για τους ενάγοντες - αιτητές: κος Κούτρας. Για τους εναγόμενους -καθ' ων η αίτηση: κος Παπαμιχαήλ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Δέουσα μεταφορά της διερεύνησης που ακολουθεί επιβάλλει να λεχθεί ότι η επίδικη αίτηση επιζητεί έκδοση οδηγιών για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της 4ης παραγράφου της υπεράσπισης. Τι είναι εκείνο που αφορά η αγωγή και ποια η θέση των εναγομένων στους αντίστοιχους ισχυρισμούς των εναγόντων, το πραγματεύομαι πιο κάτω. Για την ώρα κρίνω σκόπιμο να συνοψίσω τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το υπό κρίση αίτημα. Αποτελεί βασικό κανόνα του δικαιϊκού μας συστήματος ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες και ουσιώδεις λεπτομέρειες των θεμάτων που επικαλούνται (βλ. Δ.19 κ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών). Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 718, 721, η συμπερίληψη τέτοιων γεγονότων είναι μείζονος σημασίας εφόσον σκοπεί σε προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και αποκαλύπτει την υπόθεση κάθε πλευράς ώστε, αφενός οι διάδικοι να μην καταλαμβάνονται εξαπίνης και αφετέρου το δικαστήριο να ασκεί επαρκή έλεγχο της δικαστικής διαδικασίας αποκλείοντας ενδεχόμενο αυτή να οδηγηθεί σε ατραπούς ξένες των επίδικων θεμάτων. Όπου όμως διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό, το δικαστήριο κέκτηται εξουσία, είτε κατόπιν αιτήματος είτε ιδία βουλήσει, να διατάξει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Σχετικός εν προκειμένω είναι ο κ.6 της Δ.19 και η ερμηνεία που έλαβε στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1Α Α.Α.Δ. 157, 161 όπου αναφέρθηκε ότι «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίνονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδεχθούν.» Προτού υπεισέλθω στην ουσία του αιτήματος κρίνω ότι επιβάλλεται να επιληφθώ διαφόρων δικονομικών ζητημάτων που εγείρονται. Εν πρώτοις σημειώνω ότι η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στις Δ.19 κ.6 και Δ.48 κκ.1-4 και 9(i). Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ορθώς βεβαίως εφόσον δεν προβλέπεται από το σχετικό κανονισμό (βλ. Δ.48 κ.9(i)) και εν πάση περιπτώσει τα γεγονότα που επικαλείται αποτελούν μέρος του περιεχομένου του φακέλου του δικαστηρίου. Επιπλέον, παρεμβάλλω εδώ ότι το περιεχόμενο τούτου του φακέλου αποκαλύπτει πως πριν την επίδικη αίτηση οι ενάγοντες απέστειλαν στους εναγόμενους τη νενομισμένη επιστολή (η επιστολή καταχωρίστηκε την 26.03.2014) και εφόσον οι τελευταίοι δεν συμμορφώθηκαν ακολούθησε η επίδικη αίτηση (σε σχέση με τη διαδικασία βλ. Annual Practice 1958, Vol.1, σελ. 460). Στον αντίποδα η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Αυτή η ένορκη δήλωση είναι που ενδιαφέρει εδώ εφόσον οι ενάγοντες διατείνονται ότι είναι αντικανονική και το δικαστήριο οφείλει να την αγνοήσει. Η παρατυπία τούτης έγκειται, σύμφωνα με τους ενάγοντες, στο ότι προηγείται χρονικά της ένστασης. Αναφέρω εν παρόδω ότι το περιεχόμενο του φακέλου επιβεβαιώνει πως η ένσταση των εναγομένων καταχωρίστηκε την 04.02.2015 ενώ η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι ημερομηνίας 03.02.2015. Ευθύς αναφέρω ότι η σχετική θέση των εναγόντων δεν βρίσκει έρεισμα στη δικονομία και τη νομολογία που την επεξηγεί. Η υπόθεση Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α (αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389, που επικαλούνται οι ενάγοντες, δεν αφορούσε ενδιάμεση αίτηση σε υπάρχουσα αγωγή αλλά αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος σε αγωγή που δεν είχε ακόμη καταχωριστεί το χρόνο που δόθηκε η σχετική δήλωση. Η εκεί παρατυπία οφειλόταν στο ότι η ένορκη δήλωση έφερε τον τίτλο ανύπαρκτης αγωγής, τη στιγμή που ο κ.3 της Δ.39 προβλέπει ότι· «Every affidavit shall be intituled in the cause or matter in which it is sworn». Εφόσον λοιπόν η αγωγή δεν είχε καταχωριστεί μέχρι τη στιγμή που ο ομνύων ορκιζόταν τη δήλωση, η αγωγή ήταν ανύπαρκτη και κατ' επέκταση η ένορκη δήλωση αντικανονική. Σχετική εν προκειμένω είναι η υπόθεση S.A. Constantinou Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1A Α.Α.Δ.754, 759, όπου αναφέρθηκε ότι· «Η πιο εισήγηση είναι ανεδαφική. Κανένας από τους θεσμούς που έχουν επικληθεί δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Η Διαταγή 39, θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Όπως έχει τονιστεί στη Stavros Hotels Apartments Ltd. κ.α. (Ar.1)
(1994)1 A.A.Δ. 389, μία ένορκη δήλωση θεωρείται αντικανονική και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν υπογράφηκε πριν από την καταχώρηση της αγωγής, αν και σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να απαιτήσει την ανάληψη υποχρέωσης επανόρκισης και κατάθεση μια νέας ένορκης δήλωσης». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι εφόσον στην προκείμενη περίπτωση η αγωγή υφίστατο τη στιγμή που δόθηκε η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, το γεγονός και μόνο ότι η ένσταση καταχωρίστηκε την επαύριον της δήλωσης δεν την καθιστά παράτυπη. Στρέφω τώρα την προσοχή μου στην ουσία του πράγματος. Με την επίδικη αγωγή οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι διάδικοι είχαν προφορική συμφωνία και συγκεκριμένα ότι οι ενάγοντες θα πωλούσαν στους εναγόμενους διάφορα εξαρτήματα και προς τούτο θα τηρείτο λογαριασμός ο οποίος θα χρεώνετο με την αξία των αγορασθέντων εμπορευμάτων και θα πιστώνετο με τα ποσά που θα καταβάλλονταν. Υποδεικνύω ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται τις πάρα πάνω θέσεις των εναγόντων (βλ. 3η παράγραφο υπεράσπισης). Η διαφορά των διαδίκων επικεντρώνεται στον ισχυρισμό των εναγόντων ότι την 03.05.2011 ο εν λόγω λογαριασμός δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο €3104,68. Σε αυτό τον ισχυρισμό οι εναγόμενοι απαντούν ως εξής· «4) Η Εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της Ε/Α και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρά απόδειξη των ισχυρισμών της. Διαζευκτικά και/ή συμπληρωματικά προς τα ανωτέρω η Εναγόμενη αναφέρει ότι οποιοδήποτε υπόλοιπο του ειρημένου λογαριασμού έχει διευθετηθεί και ακόμη σε περίπτωση που υπολείπεται οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτό είναι κατά πολύ μικρότερο από το αξιούμενο». Παρέθεσα αυτούσια την 4η παράγραφο της υπεράσπισης εφόσον σε αυτήν είναι που στρέφονται τα βέλη της αίτησης. Ζητείται εν προκειμένω να συγκεκριμενοποιηθεί· Α) Με ποιο τρόπο έχει διευθετηθεί το οφειλόμενο ποσό και πότε; Β) Τι ποσό κατεβλήθη, πως και πότε, ώστε να παραμένει πολύ μικρό υπόλοιπο και ποιο είναι αυτό. Στον αντίποδα οι εναγόμενοι διατείνονται ότι το αίτημα είναι αδικαιολόγητο. Σκοπεί, υποστηρίζουν, σε εκμαίευση μαρτυρίας και όχι παροχή λεπτομερειών, ενώ προσθέτουν ότι ουδεμία περαιτέρω λεπτομέρεια είναι αναγκαία για σκοπούς ανάδειξης των επίδικων θεμάτων. Προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων οι εναγόμενοι επικαλούνται τα λεγόμενα στην υπόθεση Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ.1146. Είμαι της γνώμης ότι η υπόθεση Σάββα, πιο πάνω, δεν υποστηρίζει τις θέσεις των εναγομένων. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι σε έφεση που είχε προηγηθεί, (βλ.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1), το εφετείο διέταξε παροχή λεπτομερειών σε σχέση με τον ισχυρισμό απόσυρσης και διάθεσης διαφόρων ποσών που επικαλούνταν οι ενάγοντες. Κατ' επέκταση, οι ενάγοντες διατάχθηκαν να παράσχουν λεπτομέρειες για αυτούς τους ισχυρισμούς. Η ουσία της υπόθεσης Σάββα, δηλαδή της έφεση που ακολούθησε, εντοπίζεται στις υποδείξεις του εφετείου ότι οι λεπτομέρειες που ζητούνται δεν μπορούν παρά να αφορούν ουσιώδεις ισχυρισμούς της απαίτησης, εδώ της υπεράσπισης, εις αντιδιαστολή άσχετων και μη επίδικων θεμάτων. Επί του προκειμένου σχετική είναι και η υπόθεση Kapatais v. The London Lancashire Insurance Co Ltd 4 C.L.R. 66 όπου επεξηγήθηκε τι εστί ουσιώδες με παραπομπή στην Ετήσια Πρακτική του 1959. Αναφέρθηκε εν προκειμένω ότι· «Under the heading "All Material Facts" in the Annual Practice, 1959, p. 447, the following is stated: "The general rule is thus stated by Cotton, L.J., in Philipps v. P., 4 Q.B.D. p. 139 :— 'In my opinion it is absolutely essential that the pleading, not to be embarrassing to the defendants, should state those facts which will put the defendants on their guard, and tell them what they have to meet when the case comes on for trial. Each party must plead all the material facts on which he means to rely at the trial ; otherwise he is not entitled to give any evidence of them at the trial. No averment must be omitted which is essential to success. Those facts must be alleged which must, not may, amount to a cause of action (West Rand Co. v. Rex,
(1905)2 K.B. 399 ; see Ayers v. Hanson,
(1912)W.N. 193)". Again in Odgers, On Pleading and Practice, 16th Edition, p. 86, under the question "What facts are material" the following appears: "The word 'material' means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if any one 'material' fact is omitted, the statement of claim is bad". (Per Scott, L.J., in Bruce v. Odhams Press, Ltd.,
(1936)1 K.B. at p. 712). The same principle applies to defenses"». Τα πιο πάνω δεν αναφέρονται άνευ αποχρώντος λόγου. Στη δοσμένη περίπτωση και με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται πως οι διάδικοι συνομολόγησαν συμφωνία συνεργασίας και συνακόλουθα τηρούσαν λογαριασμό, αντιλαμβάνομαι ότι η υπεράσπιση προτάσσει τις ακόλουθες διαζευκτικές θέσεις· (α) δεν οφείλεται οιονδήποτε ποσό, (β) τυχόν οφειλόμενο ποσό έχει διευθετηθεί και (γ) τυχόν υπόλοιπο είναι μικρότερο από αυτό που αξιώνεται. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι τόσο η αξίωση όσο και η υπεράσπιση εδράζονται σε λογαριασμό (account). Ποια όμως είναι η αρμόζουσα δικογράφηση τέτοιας υπεράσπισης; Η απάντηση εντοπίζεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση. Στις σελίδες 915 και 916 οι συγγραφείς πραγματεύονται διάφορες υπερασπίσεις σε αγωγή για λογαριασμό (account). Δεν είναι πρόθεσή μου να παραθέσω το σύνολο τούτων, παρατηρώ όμως ότι πλην της περίπτωσης που εναγόμενος αρνείται το λογαριασμό, κάτι που εδώ δεν ισχύει, πρέπει να δικογραφείται το ποσό που κατεβλήθη έναντι ή προς εξόφληση, ή η διευθέτηση που συμφωνήθηκε, ή τυχόν υπόλοιπο που δυνατό να παραμένει και βεβαίως ο χρόνος που έλαβε χώρα οτιδήποτε των πιο πάνω. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι στις επεξηγηματικές σημειώσεις τους οι έγκριτοι συγγραφείς αναφέρουν πως. «The defence that the defendant has already fully accounted must be supported by full particulars stating the facts relied on». Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι δεν νοείται υπεράσπιση εξόφλησης ή διευθέτησης λογαριασμού ή ότι το ποσό που αξιώνεται είναι υπερβολικό, χωρίς παράθεση συναφών λεπτομερειών. Εις επίμετρον, τη δική του σημασία έχει και ο κ.6 της Δ.19 ο οποίος απαγορεύει τη διαπραγμάτευση ισχυρισμού με υπεκφυγή (evasively). Επιτάσσει δε απάντηση τέτοιου ισχυρισμού με σαφήνεια και λεπτομέρεια. Καταλήγω εν προκειμένω ότι υπό τις δοσμένες περιστάσεις, δηλαδή ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται το λογαριασμό, η δικογράφηση της υπεράσπισης που εγείρουν είναι ημιτελής. Ελλείπει εδώ ουσιώδες στοιχείο που δεν είναι άλλο από εκείνο που οι ενάγοντες ζητούν με την επίδικη αίτηση. Οφείλεται παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών ώστε η άλλη πλευρά να γνωρίζει επαρκώς τι έχει να αντιμετωπίσει και βεβαίως το δικαστήριο να είναι σε θέση όχι απλώς να ελέγξει τη διαδικασία αλλά και να αντιληφθεί την υπεράσπιση που προωθείται. Είναι επιπλέον αντιληπτό ότι εφόσον οι αιτούμενες λεπτομέρειες κρίνονται ουσιώδεις και αναγκαίες για την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας, οι αιτιάσεις των εναγομένων περί προσπάθειας για εκμαίευση μαρτυρίας και κατάχρηση, δεν βρίσκουν πρόσφορο έδαφος και απορρίπτονται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση των εναγόντων επιτυγχάνει. Εκδίδεται εν προκειμένω διάταγμα ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Οι λεπτομέρειες να δοθούν εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της επίδικης αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το δικαστήριο. Η δε καταβολή τούτων να διενεργηθεί άμα την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ /ΧΨ/ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο