← Κύπρος

Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Ιωσήφ Κόκκινου, Αρ. Αγωγής: 2402/2008, 2/4/2015

Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Ιωσήφ Κόκκινου, Αρ. Αγωγής: 2402/2008, 2/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2402/2008 Μεταξύ: Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου Ενάγουσας - και - Ιωσήφ Κόκκινου Εναγόμενου Ημερομηνία: 2.4.2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Χρ. Φρακάλας, για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κ. Μιχ. Κιτρομιλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των €40.220,10 «δυνάμει τιμολογίου και/ή υπόλοιπο λογαριασμού ημερομηνίας 15/3/2002», πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Α.

  1. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Η πιο πάνω αναφερόμενη αξίωση της Ενάγουσας στηρίζεται στην ακόλουθη εκδοχή γεγονότων ως έχει δικογραφηθεί στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα꞉ Η Ενάγουσα Αρχή είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου που έχει συσταθεί δυνάμει του περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 171 και έχει εξουσία να ενάγει και να ενάγεται στο όνομα της. Ο Εναγόμενος κατά ή περί την 11/5/2001 υπέβαλε προσφορά για την αγορά άχρηστων υλικών δυνάμει προκήρυξης διαγωνισμού με αναφορά Τ4/880 3/110/2001, αντί του ποσού των ΛΚ11.457,00 ήτοι €19.575,45 πλέον ΦΠΑ εκ ΛΚ1.145.70 ήτοι €1.957,54 και η οποία έγινε μερικώς αποδεκτή από την Αρχή στις 19/6/
  2. Λεπτομέρειες την εν λόγω προσφοράς, ως επίσης και των όρων αποδοχής της η Ενάγουσα επιφυλάχθηκε να δώσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Ο Εναγόμενος μετά από την Αποδοχή Προσφοράς κατέβαλε κατά ή περί την 22/6/2001, στην Ενάγουσα το ποσό των £12.602,70 (ήτοι €21.532,99). Μετά το στάδιο της συμπλήρωσης της παραλαβής των υλικών από τον Εναγόμενο, για την περίοδο Ιουλίου μέχρι Δεκέμβριο του 2001, απεστάλησαν σε αρμοδίους λειτουργούς της Ενάγουσας οι ακριβείς ποσότητες των υλικών που παραλήφθηκαν με σκοπό την έκδοση τελικού λογαριασμού από την Ενάγουσα. Μετά τον σχετικό έλεγχο, η Ενάγουσα εξέδωσε τελικό τιμολόγιο με αριθμό 300000072, ημερομηνίας 15/3/2002, για το ποσό των £36.142,48 (ήτοι €61.753,09), συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Στις 8/4/2002 στάληκε στον Εναγόμενο κατάσταση λογαριασμού για το υπόλοιπο των £23.539,78 (ήτοι €40.220,10). Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος ουδέν ποσόν πλήρωσε έναντι του πιο πάνω αναφερόμενου υπολοίπου του χρέους του και/ή λογαριασμού και/ή τιμολογίου, και το χρέος του παραμένει ανεξόφλητο μέχρι σήμερα. Α.3 Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Η εκδοχή του Εναγομένου δικογραφείται στην Έκθεση Υπεράσπισης ως εξής꞉ Ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι η ΑΗΚ είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου με δικαοπρακτική ικανότητα.[1] · Ο Εναγόμενος παραδέχεται επίσης το γεγονός ότι αυτή προκήρυξε το Διαγωνισμό. · Λέγει όμως ότι αυτός υπέβαλε προσφορά για το ποσό των Λ.Κ.12.602,70σ., για την αγορά συγκεκριμένης ποσότητας άχρηστων υλικών και όχι για οποιαδήποτε ποσότητα στο περίπου ή κατά προσέγγιση. Απορρίπτει ο Εναγόμενος τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί του ότι η προσφορά του έγινε «μερικώς αποδεκτή» και αντ' αυτού ισχυρίζεται ότι η προσφορά του έγινε για συγκεκριμένη ποσότητα έναντι συγκεκριμένου ποσού. · Επισημαίνει ο Εναγόμενος ότι αυτός πλήρωσε το αναφερόμενο στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης ποσό, προς πλήρη ικανοποίηση της οφειλής ως η προσφορά του. · Απορρίπτει ο Εναγόμενος την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης και λέγει ότι αυτός παρέλαβε τα άχρηστα υλικά χωρίς ο ίδιος να ζυγίσει ή να μετρήσει την ποσότητα που του παραδόθηκε και διατείνεται ότι το μόνο που γνωρίζει είναι πως παρέλαβε την ποσότητα που του δόθηκε σαν αποτέλεσμα της προσφοράς του, η οποία έγινε δεκτή. Εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση του ότι κατά την παραλαβή των άχρηστων υλικών, τίποτε δεν ελέχθη στον Εναγόμενο για μεγαλύτερη ποσότητα, αντίθετα τα συγκεκριμένα άχρηστα υλικά εφορτώθησαν στο αυτοκίνητο και μεταφέρθηκαν από τους χώρους που ευρίσκοντο χωρίς καμία προϋπόθεση. Ουδέποτε ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε ότι τα υλικά που έπαιρνε θα υπολογίζονταν και θα γινόταν άλλη χρέωση από εκείνη που ήδη πλήρωσε βάσει προσφοράς. · Δεν αποδέχεται ο Εναγόμενος την ισχυριζόμενη έκδοση νέου τιμολογίου. Τονίζει ότι ο ίδιος συμφώνησε και πλήρωσε προκαταβολικά για την αγορά συγκεκριμένης ποσότητας υλικών. Δεν συμφώνησε να αγοράσει άγνωστη ποσότητα. · Τέλος, ο Εναγόμενος δηλώνει ότι αγνοεί το περιεχόμενο της παρα. 6 της Έκθεσης Απαίτησης και ως εκ τούτου το απορρίπτει. Περαιτέρω απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου
  3. Καταληκτικά, ο Εναγόμενος λέγει ότι ουδέν ποσό οφείλει και ουδέν ποσό έχει να πληρώσει. Ζητεί την απόρριψη της απαίτησης της Ενάγουσας ως νομικά και πραγματικά αβάσιμης, με έξοδα υπέρ του. Β. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Β.
  4. Η μαρτυρία του ΜΕ1 Μοναδικός μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο κ. Γιάγκος Φραγκουλίδης (στο εξής «ο ΜΕ1»). Υιοθέτησε ο ΜΕ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο και σημειώθηκε ως ΄Εγγραφο Α. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι τώρα κατέχει τη θέση του Διευθυντή Δικτύων στην Επιχειρησιακή Μονάδα Δικτύων της Ενάγουσας. Όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέτασή του, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήτοι κατά ή περί τον Μάη του 2001, αυτός υπηρετούσε στη Διεύθυνση Προμηθειών της Ενάγουσας ως Ανώτερος Μηχανικός Αγορών. Αντεξετασθείς περαιτέρω, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι κατά ή περί τις 19.6.2001 που γνωστοποιήθηκε στον Εναγόμενο ότι ήταν επιτυχών προσφοροδότης στο πλαίσιο του επίδικου Διαγωνισμού για το είδος αρ. 8, ο ίδιος, ήτοι ο ΜΕ1, ήταν Βοηθός Διευθυντής της Διεύθυνσης Προμηθειών της Ενάγουσας. Η Διεύθυνση Προμηθειών ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αρμόδια να επιλαμβάνεται των διαδικασιών προκήρυξης διαγωνισμών προσφορών για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων από μέρους της Ενάγουσας. Υπό το πιο πάνω πραγματικό υπόβαθρο, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι ο ίδιος έχει πολύ καλή και προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, την οποία γνώση απέκτησε από προσωπική ανάμειξη στο χειρισμό της υπόθεσης στα πλαίσια των καθηκόντων του, καθώς επίσης και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή και στον έλεγχο του, τα οποία τηρούνται στο φάκελο της Ενάγουσας. Η πραγματική έκταση της εμπλοκής και ανάμειξης του ΜΕ1 στη διαδικασία διεκπεραίωσης του επίδικου Διαγωνισμού διαφάνηκε σταδιακά κατά της αντεξέταση του ΜΕ
  5. Συγκερκιμένα꞉ Όπως διευκρίνισε ο ΜΕ1 σε αρχικό στάδιο της αντεξέτασής του, η ανάμειξη του σε σχέση με τον επίδικο Διαγωνισμό με αναφορά Τ4/880 3/110/2001, ήταν ότι αυτός ανέλαβε την τελική διαμόρφωση του κειμένου των εγγράφων των διαγωνισμού. Τα Έγγραφα του διαγωνισμού ως η προκήρυξη (ή διαφορετικά αναφερόμενη στην παρούσα υπόθεση ως «επιστολή ζήτησης προσφορών») του διαγωνισμού υπ' αριθμό Τ4/880, 3/110/2001 «Πώληση Άχρηστων Υλικών και Ελαστικών Αυτοκινήτων» κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α. Παραδέχθηκε στη συνέχεια ο ΜΕ1 ότι, πέραν της ανάμειξής του στον τελικό καθορισμό του κειμένου των εγγράφων του διαγωνισμού, ο ίδιος είχε «πιθανότατα» ανάμειξη και στη διαδικασία ανοίγματος των προσφορών. Στην πορεία της αντεξέτασής του, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι αυτός είχε ανάμειξη και στο στάδιο γνωστοποίησης του αποτελέσματος του επίδικου Διαγωνισμού στον Εναγόμενο, αφού αυτός ήταν που υπέγραψε την επιστολή ημερ. 19.6.2001 ως το Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α, η οποία στάληκε στον Εναγόμενο με τέλεφαξ και με την οποία η Ενάγουσα πληροφορούσε τον Εναγόμενο ότι η προσφορά του «για την αγορά άχρηστων υλικών που αναφέρονται στην επιστολή ζήτησης προσφορών της ΑΗΚ με στοιχεία Τ4/880.3/110/2001 ημερομηνίας 11.05.2001, έγινε αποδεκτή από την ΑΗΚ για το είδος 8 μόνο, αντί του Συνολικού ποσού των ΛΚ11.457,00 όπως φαίνεται αναλυτικά στην Αποδοχή Προσφοράς που επισυνάπτεται.». Διευκρινίζετο στην ίδια επιστολή ότι στο ποσό ΛΚ11.457,00 δεν περιλαμβάνετο ο ΦΠΑ, ο οποίος ανέρχετο συνολικά στο ποσό των ΛΚ1.145,
  6. Τέλος, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι αυτός ήταν και το πρόσωπο που υπέγραψε την επιστολή, ημερ. 6.7.2001 (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Α), που απεστάλη στον Εναγόμενο για να του γνωστοποιήσει τους όρους πώλησης των υλικών, συμπεριλαμβανομένων των όρων που αφορούν στην «Ευθύνη του Αγοραστή» και με την οποία επιστολή καλείτο ο Εναγόμενος να υπογράψει Βεβαίωση αποδοχής της συμφωνίας με τους όρους αυτούς. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην επιστολή γνωστοποίησης του αποτελέσματος του διαγωνισμού στον Εναγόμενο (ήτοι βάσει του Τεκμηρίου 2 υπό το Έγγραφο Α, ανωτέρω), ο Εναγόμενος όφειλε να προκαταβάλει εντός 7 ημερών από τη λήψη της εν λόγω επιστολής το ποσό των ΛΚ12.602,70 και να παρουσιάσει το έντυπο της Αποδοχής Προσφοράς. Πράγματι, με βάση τα λεγόμενα του ΜΕ1 ο Εναγόμενος κατέβαλε την 22/06/2001 στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.12.602,70 (αντίστοιχο ποσού €21.532,99). Η απόδειξη είσπραξης του ως άνω αναφερόμενου ποσού κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο 4 υπό το έγγραφο Α. H πληρωμή του εν λόγω ποσού προκαταβολικά, ήτοι πριν την παράδοση των αγαθών, δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι το έγγραφο της Αποδοχής Προσφοράς (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Α) που στάληκε στον Εναγόμενο ως επισυνημμένο στην επιστολή γνωστοποίησης της απόφασης κατακύρωσης (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α) συνιστούσε εν προκειμένω την απόδειξη της κατακύρωσης της προκηρυχθείσας προσφοράς για το είδος αρ. 8 στον Εναγόμενο. Ήταν παραδεκτό από τον ΜΕ1 ότι κατά τη γνωστοποίηση του αποτελέσματος του επίδικου διαγωνισμού στον Εναγόμενο, αυτός δεν καλείτο να προσέλθει για να υπογράψει οποιοδήποτε συμβόλαιο. «Δεν υπογράφεται κάτι ξεχωριστό» ήταν η έκφραση του ΜΕ
  7. Ήταν συναφώς η θέση του ΜΕ1 ότι η συμφωνία μεταξύ των δύο μερών συνήφθη ουσιαστικά με την αποδοχή της προσφοράς του Εναγομένου από την Ενάγουσα με την έκδοση του εγγράφου που τιτλοφορείται «Αποδοχή Προσφοράς» ως το Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Α, το οποίο με τη σειρά του ο Εναγόμενος επίσης απεδέχθη άπαξ και το παρουσίασε για σκοπούς πληρωμής, ως τον καλούσε το Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α να πράξει. Επέμεινε ο ΜΕ1 ότι για τέτοιες μικρές προσφορές δεν γίνεται άλλη γραπτή συμφωνία. Αφ' ης στιγμής κατατέθηκε από τον Εναγόμενο το ποσό που του ζητείτο ως η επιστολή ημερ. 19.6.2001 (Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α), η Ενάγουσα θεώρησε ότι αυτό έγινε αποδεκτό και από τον ίδιο. Υπεδείχθη στον ΜΕ1 από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι αυτά που ανέφερε πιο πάνω δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και τον κάλεσε να εξηγήσει γιατί τότε η Ενάγουσα, με μετέπειτα επιστολή της, ημερ. 6.7.2001 (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Α), γνωστοποιούσε στον Εναγόμενο «όρους και κανονισμούς της Αρχής που θα διέπουν την πώληση των υλικών» και καλούσε τον Εναγόμενο να βεβαιώσει αποδοχή της συμφωνίας με το να υπογράψει το αντίγραφο της επιστολής αυτής και να επιστρέψει στην Αρχή το αργότερο μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία της επιστολής. Επ' αυτού του θέματος - (α) Παραδέχθηκε ο ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα δεν έχει κείμενο υπογραμμένο από τον Εναγόμενο ως το έγγραφο βεβαίωσης που περιέχει το Τεκμήριο
  8. (β) Ήταν περαιτέρω η θέση του ΜΕ1 ότι οι όροι που περικλείει το Τεκμήριο 3 δεν διαφέρουν από τους όρους του διαγωνισμού ως προδιαγράφονταν στο Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α και αρνήθηκε συναφώς την υποβληθείσα θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι στο Τεκμήριο 3 παρατίθονταν όροι συναφώς προς την «Ευθύνη του Αγοραστή» που για πρώτη φορά ο Εναγόμενος καλείτο να τους υπογράψει. (γ) Ήταν ειδικότερα η θέση του ΜΕ1 ότι οι όροι ως η παρα. 6 του Τεκμηρίου 3 («Ευθύνη του Αγοραστή») έχουν ακριβώς την ίδια διατύπωση με την παρα. 12 του Τεκμηρίου
  9. Και εφόσον ο Εναγόμενος ουδέποτε είπε ότι δεν δέχομαι την παρα. 12 του Τεκμηρίου 1, η ουσία του πράγματος ήταν η ίδια κατά την άποψη του ΜΕ
  10. Η αντίδραση του συνηγόρου Υπεράσπισης στην πιο πάνω τοποθέτηση του ΜΕ1 ήταν ότι, αν η προσφορά του Εναγόμενου είχε γίνει στη βάση των όρων του Διαγωνισμού ως το Τεκμήριο 1, τότε η Ενάγουσα δεν θα είχε κανένα λόγο να έστελνε στον Εναγόμενο το Τεκμήριο
  11. Εισήξε σε αυτό το σημείο ο συνήγορος Υπεράσπισης την εκδοχή της Υπεράσπισης ότι η προσφορά που έκαμε ο Εναγόμενος δεν ήταν βάσει των όρων των Εγγράφων του Διαγωνισμού ως το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α· ότι, κατ' ισχυρισμόν, ο Εναγόμενος απλώς πρότεινε στην Ενάγουσα το συγκεκριμένο ποσό χωρίς αναφορά στους όρους του διαγωνισμού. Αξιοσημείωτη επ' αυτού του θέματος είναι η συναφής αντίδραση του ΜΕ1, την οποία και παραθέτω αυτούσια꞉ «Θα ήταν μια καλοστημένη απάτη. Δηλαδή, εγώ μπορούσα να ήμουν γνωστός με τον κ. Κόκκινο. Να του έβαζα 17 τόνους στα Έγγραφα, να του επέτρεπα όμως να έπαιρνε 117 τόνους και να του επέτρεπα ακόμη και σήμερα να μπαίνει στις αποθήκες.». Ερωτηθείς από το Δικαστήριο ο ΜΕ1 αν με τα πιο πάνω λεγόμενά του απορρίπτει ή όχι τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης, η απάντηση του ΜΕ1 ήταν ότι σαφέστατα και την απορρίπτει. Επέμεινε όμως ο συνήγορος Υπεράσπισης υποβάλλοντας στον ΜΕ1 την εξής θέση꞉ «Επειδή ακριβώς εσύ δεν είσαι απατεώνας, ήρθες με το Τεκμήριο 3 και του διευκρίνισες τους όρους. Γι' αυτό και όταν αντιλήφθηκες ότι η προσφορά έγινε άνευ όρων, προσπαθήσατε να το διορθώσετε!». Η αντίδραση του ΜΕ1 ήταν έντονη ως εξής꞉ «Έχετε τεράστιο λάθος. Δεν υπήρχε περίπτωση στο εκατομμύριο. Σας ορκίζομαι ξανά στο Ευαγγέλιο». Επέμεινε εκ νέου ο συνήγορος Υπεράσπισης με την απορία, αφού είχε ήδη γίνει η κατακύρωση και η αποδοχή της προσφοράς του Εναγομένου, γιατί να ζητηθεί από τον Εναγόμενο να υπογράψει συμφωνία με τους όρους του Τεκμηρίου
  12. Η απάντηση του ΜΕ1 ήταν ότι το Τεκμήριο 3 περιείχε τυποποιημένους όρους. Ήταν κατά την έκφρασή του «ένα τυπικό έγγραφο, το οποίο ηθέλαμε να έχουμε. Δεν διαφοροποιούσε την ουσία της προσφοράς». Απεναντίας, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΕ1 τη θέση ότι το η Βεβαίωση Αποδοχής ως το Τεκμήριο 3 δεν ήταν απλώς τυπικό έγγραφο, αλλά η ίδια η ουσία της παρούσας υπόθεσης. Επέμεινε ο ΜΕ1 ότι πρόκειται για «100% εσφαλμένη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης». Διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης, σε ποιες ενέργειες προέβηκε ο ΜΕ1 αφ' ης στιγμής ο Εναγόμενος δεν προσήλθε στην Ενάγουσα για να υπογράψει τη ζητηθείσα Βεβαίωση Αποδοχής, ως το Τεκμήριο 3 τον καλούσε. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι παρά το γεγονός ότι το Τεκμήριο 3 στάληκε στον Εναγόμενο μόλις στις 6.7.2001, ήτοι μετά που αυτός προπλήρωσε στις 22.6.2001 το ποσό της προσφοράς του βάσει του Τεκμηρίου 2 υπό το Έγγραφο Α, εντούτοις εξακολουθούσε να είχε νόημα η αποστολή του Τεκμηρίου 3, καθ' ότι ο Εναγόμενος δεν είχε ακόμη αρχίσει να παραλαμβάνει τις ποσότητες των άχρηστων υλικών. Παρεμβάλλω εδώ ότι με βάση τα λεγόμενα του ΜΕ1 τα έγγραφα της προσφοράς ως η προκήρυξη προνοούσαν ότι οι ποσότητες των υλικών προς πώληση ήταν κατά προσέγγιση και ο αγοραστής ήταν υπόχρεος να παραλάβει όλες τις ποσότητες όλων των ειδών που θα του κατακυρώνονταν έστω και αν οι ποσότητες των υλικών αυτών ήταν μεγαλύτερες ή μικρότερες. Η παραλαβή των υλικών μπορούσε να αρχίσει αμέσως μετά την πληρωμή του ποσού της προσφοράς, του Φ.Π.Α. και του εισαγωγικού ή άλλου δασμού. Όταν θα συμπληρωνόταν η παραλαβή και θα εξακριβωνόταν η πραγματική ολική αξία των υλικών, οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του ποσού που θα κατατίθετο από τον αγοραστή και της τελικής πραγματικής αξίας των υλικών θα πληρωνόταν από τον αγοραστή προς την Ενάγουσα ή θα το επέστρεφε η Ενάγουσα προς τον αγοραστή ανάλογα με την περίπτωση. Στην παρούσα υπόθεση, η Ενάγουσα, μετά που διενήργησε τον σχετικό έλεγχο, εξέδωσε επ' ονόματι του Εναγομένου το τιμολόγιο υπ' αριθμό 300000072 ημερομηνίας 15/03/2002, με ημερ. αναφοράς 6.7.2001, για το ποσό των Λ.Κ.36.142,48 (αντίστοιχο ποσού €61.753,09) συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. το οποίο και κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α. Κατά την 11/09/2002, η Ενάγουσα ζήτησε εγγράφως από τον Εναγόμενο, με μήνυμα τέλεφαξ, ημερομηνίας 11/09/2002, το οποίο ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α, να προβεί σε εξόφληση του οφειλόμενου υπολοίπου αξίας Λ.Κ.23.539,78, (που ήταν η διαφορά από το ποσό του τιμολογίου ημερ. 15.3.2002, αφαιρούμενης της προκαταβολής που δόθηκε από τον Εναγόμενο στις 22.6.2001) πλέον τόκο προς 8% και το οποίο ποσό κατ' ισχυρισμόν παρέμενε απλήρωτο από 8.4.
  13. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να εξοφλήσει το ποσό του τιμολογίου παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας. Στην αρχή της αντεξέτασής του, ο ΜΕ1 εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι θα μπορούσε να φέρει στο Δικαστήριο την προσφορά που υπέβαλε ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα, αν και εφόσον χρειαζόταν να τη φέρει. Εξέφρασε συγχρόνως την πεποίθηση ότι υπάρχει η προσφορά του Εναγομένου. Ζητήθηκε από το Δικαστήριο να επιτρέψει ένα μικρό διάλειμμα της διαδικασίας αντεξέτασης του ΜΕ1 κατά τη δικάσιμο ημερ. 2.10.2014, έτσι ώστε αυτός να μεριμνήσει να φέρουν την προσφορά του Εναγομένου στο Δικαστήριο. Επανερχόμενος όμως από το διάλειμμα που επέτρεψε το Δικαστήριο, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δυστυχώς δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστεί η προσφορά του Εναγομένου και τούτο παρά την έρευνα που έγινε στην Διεύθυνση Προμηθειών, στη Νομική Υπηρεσία και στο φάκελο που κρατά ο κ. Χανατζιάς. Διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης, αφού ο Εναγόμενος δεν υπέγραψε τη Βεβαίωση Αποδοχής ως το Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Α, γιατί η Ενάγουσα δεν φύλαξε την προσφορά του. Παραθέτω αυτούσια την απάντηση του ΜΕ1꞉ «Απαντώ ότι η ΑΗΚ κάθε χρόνο εκδίδει τουλάχιστον 200 διαγωνισμούς. Ο κάθε ένας μπορεί να έχει 15 - 20 προσφορές. Δεν μπορεί τέτοια προσφορά να τηρείται για περίοδο πέραν της 5ετίας. Αφ' ότου περάσει ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας και δεν βρει κάτι.». Διερωτήθηκε περαιτέρω ο συνήγορος Υπεράσπισης, εφόσον το επίδικο τιμολόγιο επί του οποίου στηρίζεται η αξίωση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή εκδόθηκε στις 15.3.2002 (βλ. το Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α) και εφόσον η απαίτηση πληρωμής του ποσού του τιμολογίου στάληκε στον ίδιο περίπου έξι

(6)μήνες μετά την τιμολόγηση, ήτοι στις 11.9.2002, και ο Εναγόμενος αρνήθηκε να την πληρώσει ή εξοφλήσει, «Δεν έπρεπε να φυλάξετε την προσφορά, αφού δεν πλήρωσε;». Ο ΜΕ1 συμφώνησε πως θα έπρεπε να την είχαν φυλάξει. Αιτιολόγησε ο ΜΕ1 τη διαφορά στην ποσότητα που τελικά ήταν διαθέσιμη κατά το χρόνο παράδοσής της στον Εναγόμενο σε σύγκριση με την ποσότητα που καθοριζόταν στα Έγγραφα του Διαγωνισμού, λέγοντας ότι από την ημέρα που προκηρύσσεται ο διαγωνισμός μέχρι την τελευταία ημερομηνία υποβολής προσφορών μεσολαβεί χρονικό διάστημα 52 ημερών. Στο διάστημα αυτό 22 συνεργεία εξακολουθούν καθημερινά να εργάζονται ανά το παγκύπριο και να φέρνουν στις αποθήκες της Ενάγουσας άχρηστα υλικά. Είναι υπό αυτό το δεδομένο που κρίθηκε σκόπιμο από την Ενάγουσα να εισάξει στα Έγγραφα του Διαγωνισμού της τον όρο ως η παράγραφος 12 των εν λόγω Εγγράφων, ο οποίος όρος ήταν επωφελής και για τους δύο αντισυμβαλλόμενους κατά την εκτίμηση του ΜΕ
  1. Ο συγκεκριμένος όρος δημιουργούσε ένα «Win - Win Situation», κατά την αντίληψη του ΜΕ
  2. Ήταν παραδεκτό από τον ΜΕ1 ότι σε κανένα από τα Δελτία ζύγισης των παραδοθέντων ποσοτήτων, τα οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως το Έγγραφο Β, και τα οποία φαίνεται να εκδόθηκαν από τις ζυγιστικές της ΣΠΕ Γεροσκήπου, του Δήμου Λάρνακας, του ΣΟΠΑΖ Λτδ και του Δήμου Λεμεσού, δεν υπάρχει υπογραφή του παραλήπτη των ζυγισθέντων υλικών, παρά μόνον - σε ορισμένα εξ αυτών - η υπογραφή του ζυγιστή. Πράγματι, ο ΜΕ1 δεν αναγνώρισε σε οποιοδήποτε από τα Δελτία ζύγισης την εκεί υπάρχουσα υπογραφή ως υπογραφή του Εναγομένου. Διευκρίνισε όμως ο ΜΕ1 ότι κατά κανόνα δεν γίνεται καμία ζύγιση αν δεν υπάρχει αντιπρόσωπος του Αναδόχου και της Αναθέτουσας Αρχής, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο κατά τόπο υπεύθυνος των Αποθηκών της Ενάγουσας. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι είναι αναξιόπιστα τα δελτία ζύγισης που επισυνάπτονται στο Έγγραφο Β και πως δεν μπορούσε η Ενάγουσα να τιμολογήσει βάσει αυτών. Η απάντηση του ΜΕ1 ήταν ότι «Είναι η θέση σας. Το να βγάζετε αναξιόπιστους όλους τους ζυγιστικούς σταθμούς. Συνοδεύονται στη διαδρομή από την αποθήκη μέχρι το ζυγιστικό με όχημα της Αρχής με τον αποθηκάριο. Έχουμε διαδικασίες. Δεν είναι αναξιόπιστες.». Κατατέθηκε ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 το έγγραφο που τιτλοφορείται «Εντολή Παράδοσης Υλικού» (βλ. το Έγγραφο Γ). Περιέργως, το εν λόγω έγγραφο, ενώ φέρει ημερομηνία έκδοσής του τις 26.6.2001, εντούτοις αναφέρει επίσης την ένδειξη «Ημερ. Τιμολ. Πωλ.꞉ 06.07.2001». Ο ΜΕ1 ερωτήθηκε πώς εξηγούνται οι δύο ημερομηνίες που αναφέρονται στο εν λόγω Έγγραφο Γ και απάντησε «Δεν μπορώ να γνωρίζω». Σημειωτέον, ότι το εν λόγω έγγραφο φέρεται να δίνει εντολή παράδοσης στον Ιωσήφ Κόκκινο του υλικού αρ. 900008 τύπου Scrap Copper Cables Underground - Plsts σε ποσότητα 7.320,00 KG. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ
  3. Β.
  4. Η μαρτυρία του Εναγόμενου Για την υπεράσπιση κατέθεσε επίσης ένας και μόνο μάρτυρας, ήτοι ο ίδιος ο Εναγόμενος, ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο και σημειώθηκε ως ΄Εγγραφο Δ. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης꞉
  5. «Ονομάζομαι Ιωσήφ Κόκκινος, κατοικώ στη Λευκωσία, είμαι Λογιστής και διατηρώ λογιστικό γραφείο στη Λευκωσία από το
  6. Ο πατέρας μου Αντώνης Κόκκινος απεβίωσε το 2009 σε ηλικία 83 ετών. Αυτός μέχρι και το 1996 περίπου ασχολείτο ενεργά με τις αγοραπωλησίες μέταλλων διαφόρων ειδών.
  7. Κατά ή περί τις αρχές του 2001 φίλος του πατέρα μου τον πληροφόρησε ότι η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ζητούσε προσφορές για την πώληση αχρήστων καλωδίων και άλλων αχρήστων υλικών. Ο πατέρας μου με παρακάλεσε επειδή ο ίδιος είχε σταματήσει να δραστηριοποιείται, να υποβάλω εγώ προσφορά για συγκεκριμένα άχρηστα υλικά διότι πίστευε ότι επρόκειτο για καλή περίπτωση.
  8. Παρόλο ότι δεν είχα γνώση για τέτοια θέματα εντούτοις υπέβαλα γραπτώς προσφορά για συγκεκριμένα άχρηστα χάλκινα καλώδια απλά και μόνο για να ικανοποιήσω την επιθυμία του πατέρα μου και να μην τον στεναχωρήσω.
  9. Εξ' όσων θυμούμαι και καθ' υπόδειξη του πατέρα μου ετοίμασα μια επιστολή προς την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου με την οποία τους προσέφερα το ποσό των Λ.Κ 11.457,00σ πλέον Φ.Π.Α για τα είδη (κατηγορία)
  10. Ουδέποτε υπέβαλα προσφορά χρησιμοποιώντας έντυπα προσφοράς της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου παρά μόνο μια απλή επιστολή σε λευκή κόλλα.
  11. Στις 19.6.2001 μου εστάλει μέσω τηλεομοιότυπου το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 με το οποίο οι Ενάγοντες με πληροφορούσαν ότι η προσφορά μου είχε γίνει αποδεκτή για το είδος (κατηγορία) 8, έναντι του συνολικού ποσού των Λ.Κ 11.457,00α πλέον Φ.Π.Α. Επί του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 2 υπήρχε επισυνημμένο το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 που ήταν ένα τιμολόγιο με τίτλο «ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ» το οποίο μου ζήτησαν να παρουσιάσω κατά την πληρωμή.
  12. Ακολουθώντας τις οδηγίες των Εναγόντων βάση του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 2, μετέβηκα στις 22.6.2001 στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων όπου αφού παρουσίασα το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 πλήρωσα το συνολικό ποσό των Λ.Κ 12.602,70σ και μου εδόθει η απόδειξη είσπραξης ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  13. Γνωστοποίησα στον πατέρα μου τα πιο πάνω και με συμβούλευσε τι έπρεπε να κάνω για να παραλάβω τα άχρηστα υλικά. Ανέθεσα σε κάποιο οδηγό φορτηγού, φίλο του πατέρα μου, στον Νίκο Πεϊζατέ, όπως μεταβεί με φορτηγό στις αποθήκες των Εναγόντων παραλάβει τα άχρηστα υλικά και τα μεταφέρει σε ανοιχτό χώρο ιδιοκτησίας του πατέρα μου στην Ανθούπολη. Έτσι και έγινε. Ακολούθως καθ' υπόδειξη του πατέρα μου ανάθεσα σε ένα-δύο εργάτες να τα καθαρίσουν και ακολούθως τα πούλησα στην εταιρεία ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ. Ενημερωτικά αναφέρω ότι από την συναλλαγή αυτή εγώ εζημίωσα.
  14. Εγώ προσωπικά ούτε παρέλαβα οποιαδήποτε υλικά ούτε ήμουν παρών κατά την ζύγιση των οποιοδήποτε υλικών διότι θεωρούσα ότι αυτά τα θέματα ουδεμία σχέση είχαν με την κατακύρωση σε εμένα της προσφοράς. Εγώ πλήρωσα το συμφωνηθέν ποσό και θεώρησα ότι ουδεμία άλλη εκκρεμότητα υπήρχε πλην της παραλαβής των υλικών.
  15. Κατά ή περί τα μέσα Ιουλίου του 2001 και αφού είχα καταβάλει στους Ενάγοντες το ποσό που φαίνεται στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 2,5 και 4, παρέλαβα την επιστολή ημερομηνίας 6.7.2001 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 με το περιεχόμενο της οποίας δεν συμφωνούσα και γι'αυτό τον λόγο και δεν υπέγραψα στο τέλος της επιστολής αυτής. Πήρα μάλιστα τηλέφωνο και μίλησα με ένα - δύο υπαλλήλους των Εναγόντων ξεκαθαρίζοντας τους ότι δεν ήμουν διατεθειμένος να αποδεκτώ τους όρους που φαίνονταν στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 και ότι η μεταξύ μας συμφωνία ήταν ως η δική μου προσφορά η οποία και είχε γίνει αποδεκτή.
  16. Εκτοτε κανένας δεν επικοινώνησε μαζί μου για το θέμα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 3 μέχρι και μετά τα μέσα του 2002 όταν μου ελέχθει για πρώτη φορά ότι δήθεν είχα οφειλόμενο υπόλοιπο προς τους Ενάγοντες. Θέλω να αναφέρω ότι η παραλαβή των άχρηστων υλικών έγινε χωρίς κανένα πρόβλημα, μεταγενέστερα της αποστολής του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 3 και ενώ είχα ξεκαθαρίσει την μη αποδοχή των όρων που αναγράφοντα στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  17. Επίσης όταν πληροφορήθηκα για την δήθεν ύπαρξη οφειλής μου προς τους Ενάγοντες μετά τα μέσα του 2002, επικοινώνησα με το Λογιστήριο των Εναγόντων και συγκεκριμένα μίλησα με τον κ. Πλατύ αμφισβητώντας την ύπαρξη του οποίου υπολοίπου. Ο κ. Πλατύς μου είπε ότι θα έψαχνε το θέμα και θα το διόρθωνε πλην όμως δεν ξαναεπικοινώνησε μαζί μου και έτσι θεώρησα το θέμα λήξαν.
  18. Από το 2002 μέχρι και το 2008, όταν κατεχωρήθη η παρούσα αγωγή, κανένας υπάλληλος και ή αντιπρόσωπος των Εναγόντων επικοινώνησε ξανά μαζί μου για το θέμα αυτό.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του συνηγόρου του όσον αφορά το περιεχόμενο της παρα. 8 της γραπτής του δήλωσης και ειδικότερα όσον αφορά τον «καθαρισμό» των άχρηστων υλικών, ο Εναγόμενος εξήγησε ότι το υλικό που παρέλαβε ήταν υπόγεια καλώδια, καλυμμένα από πλαστικό, μέσα υπήρχε ο μόλυβδος και πιο μέσα ο χαλκός. Απ' αυτά το τελείως άχρηστο υλικό ήταν το πλαστικό. Το μόλυβδο και τον χαλκό ήταν που αυτός πούλησε. Η καύση αυτών των υλικών ήταν απαγορευμένη. Δεν μπορούσε να προβεί σε κάυση τους για να γλυτώσει τα έξοδα του καθαρισμού. Η καύση θα ήταν πιο εύκολη λύση, αφού ο μόλυβδος λιώνει σε χαμηλές θερμοκρασίες και θα ξεχώριζε ο χαλκός που θέλει πιο ψηλές θερμοκρασίες για να λιώσει, αλλά θα μαύριζε η Λευκωσία όλη. Επικαλέστηκε ο Εναγόμενος παλαιότερη εμπειρία που είχε ο πατέρας του πριν χρόνια, όταν προχώρησε σε καύση αυτού τους είδους υλικών και ήρθε η Πυροσβεστική και είπε απαγορεύεται και τα έσβησε διότι εγέμισε η ατμόσφαιρα καπνούς. Γι' αυτό και στην παρούσα υπόθεση, επιστράτευσε ο Εναγόμενος εργάτες για να κόψουν τα υλικά με σμιρίλιο. Ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος ότι προχώρησε σε καθαρισμό των υλικών αντί σε καύση τους, χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν ρητός όρος των Εγγράφων του Διαγωνισμού ως το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α ότι απαγορεύεται η καύση άχρηστων υλικών. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι πρώτη φορά έβλεπε τον όρο αυτό όταν του τον έδειξε ο συνήγορος της Ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό που καθοδήγησε τις δικές του ενέργειες ήταν, ως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος, η παλαιότερη εμπειρία που είχε ο πατέρα του, τον οποίο οδήγησαν στο Δικαστήριο το 1994 για καύση καλωδίων. Απ' εκεί έμαθε ο Εναγόμενος ότι είναι απαγορευμένη η καύση. Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος δήλωσε ότι μετά τον επίδικο διαγωνισμό, αυτός δεν προσφοροδότησε ξανά για την ΑΗΚ. Όσον αφορά τον επίδικο διαγωνισμό ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ουδεμία ιδέα είχε για τους όρους του διαγωνισμού ως αναγράφονται στις σελ. 3 έως 6 του Τεκμηρίου 1 υπό το Έγγραφο Α. Κατά την έκφρασή του, «Ούτε όρους είδα, ούτε εδέχτηκα ποτέ όρους.». Ισχυρίστηκε, συγχρόνως, ότι ουσιαστικά αυτός δεν είχε πληρώσει ποτέ για την αγορά οποιουδήποτε εγγράφου διαγωνισμού. Κατά την έκφρασή του, «Πλήρωσα μόνο το ποσό για το οποίο ήταν η προσφορά ΛΚ12.602,70σ. Τιμή η οποία ήταν ακριβώς το ποσό της προσφοράς που έκανα. Ουδέποτε είχα αλληλογραφία με την ΑΗΚ προσωπικά πριν να υποβάλω την προσφορά. Αυτή η λίστα όπως είναι το Τεκμήριο 1 πιστεύω ότι θα εστάληκε στους προσφοροδότες. Υπάρχουν άτομα, έχει λίστα η ΑΗΚ και τους στέλλει όταν έχει προσφορές για τέτοιου είδους άχρηστα υλικά. Εγώ δεν ήμουν ένας εξ αυτών.». Διερωτήθηκε ο συνήγορος της Ενάγουσας, πώς τότε ο ίδιος έμαθε ότι ζητούνταν προσφορές και, απαντώντας, ο Εναγόμενος επανέλαβε την εκδοχή ότι꞉ «Κάποιος φίλος του πατέρα μου του είπε ότι η ΑΗΚ επρόκειτο να βγει σε προσφορές για άχρηστα υλικά. Δηλαδή τον ενημέρωσε. Και του είπε είναι καλή περίπτωση να αγοράσεις αυτού του είδους τα άχρηστα. Χάλκινα υπόγεια καλώδια. Ο πατέρας μου με φώναξε σπίτι στην Ανθούπολη και με παρακάλεσε όπως υποβάλω μια προσφορά γι' αυτού του είδους άχρηστων υλικών. Εγώ έπραξα όπως μου είπε και δεν πίστευα ότι θα ήταν επιτυχής. Αλλά το έπραξα για να τον ικανοποιήσω.». Ερωτηθείς να προσδιορίσει δυνάμει ποιου εγγράφου υπέβαλε ο ίδιος την προσφορά του, ο Εναγόμενος απάντησε ως εξής꞉ «Δεν γνωρίζω τις διαδικασίες των ημικρατικών οργανισμών ούτε και πως δουλεύουν. Ούτε και πως κινούνται. Αλλά, ως λογιστής, είχα μια εμπειρία με άλλο ημικρατικό οργανισμό, όχι με την ΑΗΚ, όταν εργολάβος ελάμβανε μέρος σε διαγωνισμό του ημικρατικού Οργανισμού Αναπτύξεως Στέγης και μου έφερε τα έγγραφα της προσφοράς μέσα στην οποία έγραφε ότι πρέπει να βάλεις και μια τραπεζική εγγύηση για 10% του ποσού της προσφοράς. Τον ερώτησα τον εργολάβο πού είναι η τραπεζική εγγύηση και μου λέει μα δέχουνται και επιταγές στο όνομά τους. Αυτά τα είπα για να πω ότι μπορεί να έχουν τους όρους τους οι ημικρατικοί οργανισμοί, αλλά δεν τους ακολουθούν. Η περίπτωση εκείνη ήταν φανερή. Έβαλε επιταγή και η προσφορά του έγινε αποδεκτή.». Όσον αφορά την επιστολή Αποδοχής της Προσφοράς του, ως το Τεκμήριο 2, ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι την έλαβε, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν τον ενδιαφέρουν οι όροι ή/και οι υποσημειώσεις της, εφόσον αυτός δεν υπέβαλε προσφορά βάσει εκείνης και επανέλαβε συναφώς την εκδοχή του ως εξής꞉ «Είπα προηγουμένως ότι ο πατέρας μου έλαβε γνώση για διαγωνισμό. Ότι η Αρχή θα έβγαινε σε διαγωνισμό για άχρηστα υλικά και ορμώμενοι από τις πληροφορίες αυτού του κυρίου εκάμαμε την προσφορά μας πάνω σε χαρτί δικό μας. Εάν ο διαγωνισμός έιναι 110 ή άλλο νούμερο, εμάς δεν μας έκανε διαφορά.» Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο από το συνήγορο της Ενάγουσας ότι η εκδοχή του όπως την εξιστόρησε αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις, ασύστολα ψεύδη! Επέμεινε ο Εναγόμενος ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι πώς τα είπε ο ίδιος. Ήταν επίμονος και σταθερός στη θέση του ο Εναγόμενος κατά την αντεξέτασή του ότι αυτός, μόλις έλαβε το Τεκμήριο 3 αντέδρασε παίρνοντας στις αποθήκες ένα δύο τηλέφωνα και λέγοντάς τους ότι «εγώ το Τεκμήριο 3 δεν το υπογράφω» και δεν το υπέγραψε. Κατονόμασε ο Εναγόμενος το ένα εκ των δύο προσώπων με τα οποία μίλησε ως τον κ. Χαννατζιά. Ερωτηθείς να πει τί απάντηση έλαβε από τον κ. Χαννατζιά, ο Εναγόμενος είπε πως αν θυμόταν καλά η απάντηση που έδωσε ο κ. Χαννατζιάς ήταν «Τί να σου κάνω;». Για να υποδείξει τότε ο συνήγορος της Ενάγουσας στον Εναγόμενο, ότι αυτή η αντίδραση του κατονομαζόμενου προσώπου δείχνει ότι «Επομένως ένας αποθηκάριος δεν ήταν προφανώς σε θέση να σας πει οτιδήποτε σχετικό. Δεν ήταν αρμόδιο πρόσωπο για να διαφοροποιήσει, εάν υπήρχε δυνατότητα διαφοροποίησης όρων του διαγωνισμού, για τον οποίο εβάλατε προσφορά.». Η απάντηση του Εναγομένου ακολούθησε ως εξής꞉ «Δεν ήξερα ποιος ήταν αρμόδιος. Εγώ προσωπικά επίστευα ότι μετά την άρνηση να υπογράψω το Τεκμήριο 3 θα ακυρώναν την προσφορά. Αντί να γίνει αυτό, εσυνέχισαν να μου στέλλουν άχρηστα υλικά και εθεώρησα ότι το θέμα ελύθηκε.». «Εγώ πλήρωσα. Δεν είχα κάτι να κάμω μαζί τους.». Ερωτηθείς να πει αν αυτός ζήτησε να πάει κάποιος να ζυγίσει τα υλικά κατά το χρόνο της παραλαβής τους, ο Εναγόμενος αποκρίθηκε λέγοντας τα εξής꞉ «Όχι. Για μένα το θέμα ήταν λήξαν διότι έδωσα μια προσφορά για άχρηστα υλικά. Ήθελα να τα παραδώσουν σύμφωνα με την προσφορά μου που τους έκανα.». Ισχυρίστηκε, συγχρόνως, ότι αυτός δεν γνώριζε αν έγινε ζύγιση, αλλά για τον ίδιο η ζύγιση ήταν περιττή, διότι το ποσό της προσφοράς του ήταν για όλα τα άχρηστα υλικά της ομάδας
  19. Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο ότι η ζύγιση ήταν απολύτως σχετική για το λόγο ότι αν διαπιστώνανε ότι έλαβε μεγαλύτερη ποσότητα, θα έπρεπε να καταβάλει τη διαφορά, ενώ αν ήταν μικρότερη, θα έπαιρνε αυτός πίσω αυτή τη διαφορά. Η αντίδραση του Εναγόμενου στην υποβολή αυτή ήταν ότι είναι αυτούς τους όρους που ο ίδιος δεν δέχτηκε. Παρατήρησε ότι στα δελτία ζύγισης όπου αναγραφόταν το όνομά του, δεν ήταν αυτός που το έγραψε ούτε εξουσιοδότησε οποιονδήποτε ο ίδιος να το γράψει. Το Δικαστήριο προχώρησε σε μία μόνον ερώτηση προς τον Εναγόμενο ως εξής꞉ «Εκάματε προσφορά για ποσό ΛΚ
  20. Όχι για στρογγυλεμένο ποσό. Ηξέρατε ποσότητα;». και η απόφαση που λήφθηκε από τον Εναγόμενο ήταν «Ναι. Εγνώριζε περίπου τις ποσότητες ο πατέρας μου.». Στη διευκρινιστική ερώτηση που ακολούθησε «Και δεν σας επηρέαζε αν σας έφερναν πιο λίγα ή πιο πολλά;», η απάντηση του Εναγομένου ήταν «Ναι, ήταν του χωριού ο πατέρας μου.». Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Εναγόμενου, όταν η ΑΗΚ τον πληροφόρησε ότι υπάρχει εκκρεμές υπόλοιπο οφειλόμενο από αυτόν, ο ίδιος επικοινώνησε με τον κ. Πλατύ, ο οποίος ήταν στο Λογιστήριο της ΑΗΚ για να διαμαρτυρηθεί ότι είχε εξοφλήσει πλήρως την ΑΗΚ. Ο κ. Πλατύς του είπε ότι θα έψαχνε το όλο θέμα και θα τον ενημέρωνε αναλόγως. Θα προέβαινε σε διερεύνηση και σε διόρθωση. Αντί τούτου, δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση από οποιονδήποτε από το 2002 μέχρι το 2008 όταν παρέλαβε την υπό κρίση αγωγή. Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο ότι και αυτά τα λεγόμενά του αποτελούσαν «ασύστολα ψεύδη». Η αντίδραση του Εναγομένου ήταν ότι αυτός ήταν φυσικό ως λογιστής στο επάγγελμα να αντιδράσει στην απαίτηση του οργανισμού αυτού με το να τηλεφωνήσει στο λογιστήριο και να διερευνήσει γιατί ζητούν αυτά τα λεφτά. Συνεπώς, διαφώνησε ότι ο ίδιος δεν έκανε οποιαδήποτε διαβήματα για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Κατά την έκφρασή του, αυτός «επαναστάτησε» μόλις έλαβε την κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α. Τότε ήταν που μίλησε με τον κ. Πλατύ. Αρνήθηκε ο Εναγόμενος ότι αυτός οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ23.539,78 ως φαίνεται στην Έκθεση Απαίτησης και δήλωσε ότι θυμόταν τον πατέρα του τον μακαρίτη που του είπε ότι «εζημιώσαμε από αυτή την πράξη». Ειδικότερα, ήταν η θέση του Εναγόμενου ότι «Το ποσό που επληρώσαμε για τα άχρηστα υλικά ήταν περισσότερο από την αξία στην αγορά (market) λόγω του ότι το ποσοστό του χαλκού μέσα σε αυτά τα άχρηστα υλικά ήταν πολύ χαμηλό. Αν εζήμιωσε η ΑΗΚ από την πράξη που έκαμε μαζί μας δεν το γνωρίζω.». «Έχω πληρώσει στο ακέραιο την ΑΗΚ, δεν είχαμε σκοπό να ξεγελάσουμε οποιοδήποτε οργανισμό και ως εκ τούτου δεν οφείλουμε οτιδήποτε πάνω στην ΑΗΚ.». Δεν υπήρξε άλλη ερώτηση προς τον Εναγόμενο. Ούτε επανεξέταση. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138). Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο Ενάγων, ο Ενάγων οφείλει να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Προχωρώ πιο κάτω σε αναλυτική αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Ξεκινώ από το ότι η Ενάγουσα προώθησε την υπόθεσή της (σχετικό το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης) στη βάση οφειλής δυνάμει τιμολογίου και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και όχι στη βάση παράβασης σύμβασης. Γ.
  1. Η αποδεικτική αξία της επίδικης κατάστασης λογαριασμού Κρίνω αναγκαίο να παρατηρήσω ότι η λεγόμενη «Κατάσταση Λογαριασμού», ως το επισυνημμένο έγγραφο στο Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α, πρώτον, δεν είναι υπογεγραμμένη από οποιοδήποτε άτομο, δεύτερον, δεν φέρει οποιαδήποτε σφραγίδα της Ενάγουσας, τρίτον, δεν είναι σε οποιοδήποτε έντυπο με τα στοιχεία της Ενάγουσας (επιστολόχαρτο ή άλλο έγγραφο που να έχει το όνομα της Ενάγουσας, τη διεύθυνσή της κλπ.). Δεν θα μπορούσα να θεωρήσω την Κατάσταση Λογαριασμού υπό αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ως επίσημο έγγραφο. Η προχειρότητα του εγγράφου αναδεικνύεται και από αυτά τα ίδια τα σφάλματα που φαίνεται να έχει όσον αφορά τις καταχωρήσεις σε αυτό, αφού όπως παρατηρώ ουδεμία από αυτές συνάδει πλήρως με τα στοιχεία της υπόλοιπης μαρτυρίας. Συγκεκριμένα, στην λεγόμενη Κατάσταση Λογαριασμού παρατίθενται τα εξής στοιχεία꞉ «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ Αρ. Λογαριασμού 16003023 Ημερομηνία Τιμολογίου / Πληρωμής Αριθμός Τιμολογίου / Απόδειξης Ποσό £ Υπόλοιπο £ 22.06.2001 1450082 12.602,70- 12.602,70 15.03.2001 300000072 36.142,48 23.539,78 Υπόλοιπο στις 8.4.2002 23.539,78 Επισημαίνω, λοιπόν, ότι ο αριθμός απόδειξης της πληρωμής του ποσού των £12.602,70 ως αναγράφεται πιο πάνω δεν συνάδει με τον αριθμό απόδειξης που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α από τον ΜΕ1, και η οποία αφορούσε στην πληρωμή του ποσού της προσφοράς του Εναγόμενου, αφού εκείνη η απόδειξη είχε αριθμό 14500064 και όχι
  2. Περαιτέρω, η ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου αρ. 300000072 ως αναγράφεται πιο πάνω, δεν συνάδει με την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου τιμολογίου ως το Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α που κατέθεσε ο ΜΕ1, αφού εκείνο είναι ημερομηνίας 15.3.2002 και όχι ημερ. 15.3.
  3. Παραμένει, εξάλλου, άγνωστο από ποιο πρόσωπο συντάχθηκε. Ούτε δόθηκε μαρτυρία από οποιοδήποτε λειτουργό λογιστηρίου, ο οποίος να είχε την ευθύνη τήρησης και παρακολούθησης του ισχυριζόμενου λογαριασμού αρ. 16003023, ως είναι στην όψη της Κατάστασης Λογαριασμού ο επίδικος λογαριασμός του Εναγομένου. Δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για το αν η συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού γνωστοποιήθηκε στον Εναγόμενο κατά ή περί τις 8.4.2002, ώστε να δικαιολογείτο η αναφορά που έγινε στην επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 11.9.2002 (Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α) ότι- «Με λύπη μας σας πληροφορούμε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού σας αξίας £23.539,78 πλέον 8% παραμένει απλήρωτο από 8.4.2002». (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι δική μου.) Δεν θεωρώ λοιπόν αξιόπιστη τη συγκεκριμένη Κατάσταση Λογαριασμού. Γ.
  4. Η αποδεικτική αξία του επίδικου τιμολογίου Το επίδικο τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α αφορά στο ποσό των £32.856,80 πλέον Φ.Π.Α. 10% £3.285,68, το οποίο ανέρχεται συνολικά στο ποσό των £36.142,
  5. Φέρεται να εκδόθηκε στις 15.3.2002 και να έχει ως ημερομηνία αναφοράς 06.07.
  6. Φαίνεται να εκδόθηκε στη βάση σταθερής τιμής £0,67 και έναντι αθροίσματος των ακόλουθων ποσοτήτων꞉ 15.560 kg, 7.320 kg, 16.110 kg, 10.050 kg. Ο καταρτισμός του τιμολογίου φαίνεται να συσχετίζεται με ηλεκτρονική αποτύπωση (βλ. το Document Flow που επισυνάπτεται στο τιμολόγιο) των ημερομηνιών παραδόσεων των εν λόγω ποσοτήτων, οι οποίες φαίνεται να έγιναν στις 18.12.2001 (Picking request 20011218), 5.12.2001 (Picking request 20011205), 23.01.02
(20020123)και 28.02.2002 (Picking request 20020228). Το τιμολόγιο φέρει την υπογραφή από το πρόσωπο που εγκρίθηκε. Δεν εμφανίζεται όμως να έχει πεδίο στο οποίο να καταχωρείται η υπογραφή του παραλήπτη του τιμολογίου. Ούτε υπήρξε ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία από τον μοναδικό μάρτυρα της Ενάγουσας (τον ΜΕ1) ότι το εν λόγω τιμολόγιο ζητήθηκε να υπογραφεί από τον Εναγόμενο κατά ή περί τις 15.3.2002 που είναι η ημερομηνία έκδοσής του ή καθ' οιανδήποτε άλλη ημερομηνία. Εν πάση περιπτώσει, ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ενώπιόν μου αυτή καθ' εαυτή την έκδοση του τιμολογίου ως πραγματικό γεγονός, αλλά αμφισβήτησε μέσω του συνηγόρου του (στην τελική του αγόρευση) το αξιόπιστο του τιμολογίου, υποδεικνύοντας ότι οι παραδόσεις των ποσοτήτων για τις οποίες εκδόθηκε ως το πιο πάνω αναφερόμενο Document Flow δεν φαίνεται να συνάδουν από απόψεως χρονολόγησής τους με τις παραδόσεις των ποσοτήτων που η Ενάγουσα επιχείρησε να αποδείξει βάσει του Εγγράφου Β και των υπ' αυτό κατατεθέντων αποδείξεων ζύγισης ή δελτίων αποστολής. Πρωτίστως όμως ο Εναγόμενος αρνήθηκε τη βάση έκδοσης του τιμολογίου, ήτοι το δικαίωμα της Ενάγουσας να το εκδώσει. Έχει νομολογηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι τα τιμολόγια από μόνα τους δεν έχουν «αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία», αλλά πρέπει να συνεκτιμούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσάγεται (βλ. Palatino Development Ltd v. Telectronics Com Ltd
(2002)1 B Α.Α.Δ. 962, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 728 και A. L. Mantovani& Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Πράγματι, εντοπίζω να υπάρχει διάσταση ανάμεσα στο επίδικο τιμολόγιο και τη λοιπή δοθείσα μαρτυρία ως το Έγγραφο Β όσον αφορά τις παραδοθείσες ποσότητες, αλλά και όσον αφορά τη χρονολόγηση των παραδόσεων των ποσοτήτων. Συγκεκριμένα, προκύπτει στη βάση του Εγγράφου Β που κατέθεσε ο ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος παρέλαβε τα άχρηστα υλικά κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες και στις ακόλουθες ποσότητες (σχετικές οι αποδείξεις ζύγισης που επισυνάπτονται στο τεκμήριο ως το Έγγραφο Β, και βάσει αυτών παραθέτω πιο κάτω τα στοιχεία με τη χρονολογική σειρά που προκύπτει από τις εν λόγω αποδείξεις να έγινε η ζύγιση και παραλαβή)꞉ · Από την αποθήκη της περιφέρειας Λεμεσού, ποσότητα 16.110 κιλών, ζυγισθείσα στη ζυγαριά του Δήμου Λεμεσού την 23.7.
  1. · Από την αποθήκη της Ενάγουσας στην περιφέρεια Λευκωσίας - Κερύνειας - Μόρφου, ποσότητα 15.560 κιλών, ζυγισθείσα στην ζυγαριά της Σοπαζ Λτδ την 30.9.
  2. · Από την αποθήκη της Ενάγουσας στην περιφέρεια Αμμοχώστου - Λάρνακας, ποσότητα 16.300 κιλών, ζυγισθείσα σε ζυγαριά του Δήμου Λάρνακας την 22.10.
  3. · Από την αποθήκη της Ενάγουσας στην περιφέρεια Πάφου, ποσότητα 10050 κιλών, ζυγισθείσα σε ζυγαριά της ΣΠΕ Γεροσκήπου την 1.11.
  4. Επομένως, οι ημερομηνίες κατά τις οποίες έγιναν οι παραδόσεις ως αναγράφονται στο Document Flow που επισυνάπτεται στο επίδικο τιμολόγιο δεν αντιστοιχούν καθόλου στις ημερομηνίες κατά τις οποίες φαίνεται από το Έγγραφο Β να έγινε η ζύγιση και η ισχυριζόμενη παράδοση. Αλλά και αυτές οι ίδιες οι ποσότητες διαφέρουν αφού στο τιμολόγιο αντί παραδοθείσας ποσότητας 16300kg ως η ζύγιση στην περιφέρεια Λάρνακας - Αμμοχώστου, στο τιμολόγιο έχει περιληφθεί ποσότητα 7.320 kg μόνο. Κατά τα λοιπά οι ποσότητες στο τιμολόγιο είναι ως οι ζυγισθείσες βάσει του Εγγράφου Β. Οι πιο πάνω εντοπισθείσες διαφορές μεταξύ της προσκομισθείσας μαρτυρίας υποβιβάζουν όχι μόνο την αξιοπιστία του τιμολογίου ως προς την ακρίβεια των δεδομένων επί των οποίων στηρίχθηκε, αλλά και την αξιοπιστία της Ενάγουσας ως προς τον ισχυρισμό ότι παρέδωσε τις πιο πάνω αναφερόμενες ποσότητες στον Εναγόμενο, ο οποίος το αρνείται. Επ' αυτού του τελευταίου θέματος, θα αναφερθώ μετέπειτα. Όσον δε αφορά το βάσιμο ή μη του δικαιώματος της Ενάγουσας να εκδώσει το επίδικο τιμολόγιο απαιτώντας εξόφλησή του από τον Εναγόμενο, αυτό είναι το μείζον ζήτημα που θα εξετάσω πιο κάτω υπό το τμήμα Γ.3 της απόφασής μου και το οποίο άπτεται της ύπαρξης ή μη συμβατικής σχέσης μεταξύ του Εναγόμενου και της Ενάγουσας από την οποία να αναφύεται τέτοιο δικαίωμα τιμολόγησης. Γ.
  5. Η νομική βάση έκδοσης του τιμολογίου Το βάσιμο ή μη του δικαιώματος της Ενάγουσας να εκδώσει το επίδικο τιμολόγιο θα πρέπει να κριθεί στη βάση των εκατέρωθεν εκδοχών περί ύπαρξης ή μη συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, η οποία να περικλείει όρο ως ο όρος 12 της προκήρυξης του διαγωνισμού (ήτοι του Τεκμηρίου 1 υπό το Έγγραφο Α), τον οποίο και παραθέτω꞉ «
  6. ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΟΡΑΣΤΗ Όπως αναφέρεται στην παράγραφο
(1)οι ποσότητες των υλικών είναι κατά προσέγγιση και ο αγοραστής θα είναι υπόχρεος να παραλάβει όλες τις ποσότητες όλων των ειδών που θα του κατακυρωθούν έστω και αν οι ποσότητες των υλικών αυτών είναι μεγαλύτερες ή μικρότερες. Η παραλαβή των υλικών μπορεί να αρχίσει αμέσως μετά την πληρωμή του ποσού της προσφοράς, του Φ.Π.Α. και του εισαγωγικού ή άλλου δασμού, όπως προβλέπεται από την παράγραφο 8 πιο πάνω. Όταν συμπληρωθεί η παραλαβή και εξακριβωθεί η πραγματική ολική αξία των υλικών, οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του ποσού που θα κατατεθεί από τον αγοραστή και της τελικής πραγματικής αξίας των υλικών θα πληρωθεί από τον αγοραστή στην Αρχή ή θα επιστραφεί από την Αρχή στον Αγοραστή ανάλογα με την περίπτωση. Ο αγοραστής θα είναι υπόχρεος να κάμει όλες τις αναγκαίες διευθετήσεις ώστε η μετακίνηση των υλικών να αρχίσει μέσα σε δέκα
(10)ημέρες από την ημερομηνία γραπτής ειδοποίησης από την Αρχή για την κατακύρωση της προσφοράς και να συμπληρωθεί μέσα σε δύο
(2)μήνες από την ημερομηνία έναρξης της παραλαβής. Μη συμμόρφωση του αγοραστή με τον όρο αυτό, δίνει το δικαίωμα στην Αρχή να προβεί στην ακύρωση οποιασδήποτε συμφωνίας χωρίς να επηρεαστούν με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Αρχής που θα απορρέουν από οποιαδήποτε συμφωνία ή εγγυητική επιστολή. Κατά τη διάρκεια της παραλαβής των υλικών, ο αγοραστής θα είναι υπεύθυνος για οποιαδήποτε ατυχήματα που μπορεί να προκαλέσουν θάνατο ή σωματική βλάβη ή ζημιά σε περιουσία τρίτων προσώπων. Σε περίπτωση τέτοιου ατυχήματος ή ζημιάς σε οποιαδήποτε περιουσία, ο αγοραστής θα είναι υπεύθυνος για οποιαδήποτε απαίτηση που πιθανό να υποβληθεί κατά τη διάρκεια της παραλαβής ή μετά τη συμπλήρωση της. Για αποφυγή της ρύπανσης της ατμόσφαιρας τα άχρηστα καλώδια που θα αγοραστούν να μην καούν, αλλά είτε να εξαχθούν ως έχουν μαζί με τη μόνωση, είτε να τύχουν επεξεργασίας με μηχανικά μέσα για ανάκτηση του μετάλλου.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Ο όρος 12 ανωτέρω θα πρέπει κανονικά να διαβάζεται σε συνδυασμό με τον όρο της παρα. 1 της προκήρυξης της προσφοράς ως το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α꞉ Βάσει της παρα. 1 της προκήρυξης ζητούνταν προσφορές για 28 διαφορετικά είδη υλικών ως η «Ομάδα Α» που αφορούσε άχρηστα υλικά και για 24 διαφορετικά είδη υλικών ως η «Ομάδα Β» η οποία αφορούσε σε αχρησιμοποίητα ελαστικά αυτοκινήτων, τα οποία παρέμειναν στις αποθήκες της γιατί προορίζονταν για τύπους αυτοκινήτων που η ΑΗΚ δεν προμηθευόταν πλέον. Αναφερόταν ρητά στην ίδια παράγραφο αρ. 1 της προκήρυξης ότι꞉ «Τα υλικά και των δύο ομάδων βρίσκονται στις αποθήκες της Αρχής στη Λευκωσία, Λάρνακα, Λεμεσό, Πάφο, Μονή και Δεκέλεια και παρακαλώ, αν ενδιαφέρεστε, να υποβάλετε προσφορά. Οι ποσότητες των υλικών που αναφέρονται σε κιλά είναι κατά προσέγγιση.». (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι δική μου.) Διατηρούσε η Ενάγουσα το δικαίωμα να αποδεχτεί την προσφορά για όλα τα είδη των Ομάδων Α και Β μαζί ή χωριστά κατά είδος (βλ. συναφώς την παρα. 13 της πρκήρυξης). Η Ενάγουσα καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει την αξίωσή της υπό το δεδομένο ότι υφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ αυτής και του Εναγομένου υπό τους πιο πάνω όρους της προκήρυξης του διαγωνισμού ως το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α. Το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α που είναι η προκήρυξη του επίδικου διαγωνισμού κατατέθηκε ενώπιον μου ως τεκμήριο χωρίς να εγερθεί οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς του συνηγόρου του Εναγομένου. Αξίζει εδώ να υπενθυμίσω, ότι ήταν παραδεκτό από τον Εναγόμενο στην Έκθεση Υπεράσπισής του (στο εξής «η Ε/Υ») το γεγονός ότι η Ενάγουσα είχε προκηρύξει το διαγωνισμό (βλ. συναφώς την παρα. 2(α) αυτής). Κατά την ακρόαση, ο Εναγόμενος παραδέχθηκε εξίσου ότι η Ενάγουσα προκήρυξε το διαγωνισμό. Ήταν όμως η θέση του Εναγομένου ότι αυτός ουδέποτε έλαβε την επιστολή ζήτησης προσφορών ως η προκήρυξη, ούτε είδε ποτέ του τους όρους της προκήρυξης και υπέβαλε την προσφορά του ανεξάρτητα των όρων της προκήρυξης αυτής και χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει επακριβώς τους όρους της και χωρίς να χρησιμοποιήσει το έντυπο προσφοράς ως προδιαγράφετο στην προκήρυξη. Εξού και η δικογραφημένη θέση του ότι αυτός υπέβαλε προσφορά για συγκεκριμένο ποσό (ΛΚ12.602,70σ.) έναντι συγκεκριμένης ποσότητας (βλ. συναφώς την παρα. 2(β) της Ε/Υ), και όχι για οποιαδήποτε κατά προσέγγιση ποσότητα. Επομένως, ο Εναγόμενος αρνείται ότι δεσμεύεται συμβατικά από τον όρο 12. Καταλήγει το Δικαστήριο να έχει να κρίνει- πρώτον, αν ο Εναγόμενος όντως προσφοροδότησε εντός του πλαισίου της επίδικης προκήρυξης ή όχι, και δεύτερον, εάν απορριφθεί η εκδοχή του και κριθεί ότι η προσφορά του έγινε βάσει της συγκεκριμένης προκήρυξης, τότε να ερμηνεύσει τα έγγραφα του Διαγωνισμού ως η προκήρυξη, για να κρίνει - αν ευσταθεί η εκδοχή του Εναγόμενου ότι η υποχρέωση που αυτός ανέλαβε υποβάλλοντας την προσφορά ήταν να πληρώσει συγκεκριμένο ποσό έναντι συγκεκριμένης ποσότητας υλικών, το οποίο και πλήρωσε προκαταβολικά, στην οποία περίπτωση δεν θα χωρεί η έκδοση περαιτέρω τιμολογίου, ή αν ευσταθεί η εκδοχή της Ενάγουσας, βάσει της οποίας η προσφορά του Εναγομένου, ενταχθείσα στο πλαίσιο των όρων της συγκεκριμένης προκήρυξης διαγωνισμού, τον επιφόρτιζε με την υποχρέωση να πληρώσει προκαταβολή έναντι ποσότητας που προσδιοριζόταν κατά προσέγγιση στην προκήρυξη και να αποδεχθεί να παραλάβει οποιαδήποτε ποσότητα του παραδίδετο έναντι ξεχωριστού τιμολογίου. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών απαιτεί ουσιαστικά τον έλεγχο της αξιοπιστίας του ΜΕ1 και του ΜΕ2 υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Έλαβα υπόψη μου μία εξίσου βασική παράμετρο꞉ ότι η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να κρίνεται με μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, το περιεχόμενο της μαρτυρίας θα πρέπει να υποβάλλεται στη «βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Στην υπόθεση Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1367) λέχθηκε ότι «Επέμβαση επίσης δικαιολογείται όταν οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία (Αντωνίου ν. Γεστάμη & Σια Λτδ κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1070), ή όταν τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο (Παπαδόπουλος ν. Χριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 2004, 2008 και A.S. Air Control Ltd v. Ερωτοκρίτου κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1056). Ο ΜΕ1 εμφανίστηκε ενώπιον μου να προασπίζεται τα συμφέροντα της Ενάγουσας, η οποία άλλωστε αποτελεί τον εργοδότη του, αλλά συγχρόνως και το δικό του προσωπικό κύρος δεδομένης της εκτενούς ανάμειξής του στην προκήρυξη του επίδικου διαγωνισμού, αλλά και στη διαδικασία ανάθεσης της προσφοράς στον Εναγόμενο. Λεπτομέρειες για τη δική του ανάμειξη έχω δώσει κατά την παράθεση της μαρτυρίας του πιο πάνω. Ήταν πρόδηλο ότι ο ΜΕ1 δυσανασχετούσε ακούγοντας την εκδοχή που του υπέβαλλε ο συνήγορος Υπεράσπισης, συνειδητοποιώντας πως μια τέτοια εκδοχή αγγίζει τα όρια της διαφθοράς, ή της «απάτης» όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε. Και ορθώς ο ΜΕ1 αντιλήφθηκε να έχει αυτή τη διάσταση η εκδοχή του Εναγόμενου, αφού συνοψίζεται ως εξής ό,τι καταλογίζεται στην Ενάγουσα: Ό,τι δόθηκε εκ των έσω πληροφόρηση στον Εναγόμενο από τις αρχές του 2001 για διαγωνισμό που εν τέλει προκηρύχθηκε το Μάη του 2001. Ότι κατακύρωσε το διαγωνισμό σε προσφοροδότη (Εναγόμενο) που δεν προσκλήθηκε να λάβει μέρος στο διαγωνισμό. Ότι αποδέχθηκε προσφορά από προσφοροδότη (Εναγόμενο), χωρίς η προσφορά αυτή να γίνει βάσει του έντυπου προσφοράς που προδιαγράφετο στην προκήρυξη του διαγωνισμού, παρά μόνο «σε μια λευκή κόλλα», με επακόλουθο να μην έχει στην κατοχή της η Ενάγουσα δήλωση του προσφοροδότη ότι αποδέχεται τους όρους του προκηρυχθέντος διαγωνισμού. Ότι στο έγγραφο Αποδοχής Προσφοράς που απέστειλε στον επιτυχόντα προσφοροδότη (Εναγόμενο), αυτή δεν μερίμνησε να κάμει μνεία στον όρο 12 του προκηρυχθέντος διαγωνισμού «για την ευθύνη του αγοραστή», ώστε να τον προδεσμεύσει σε αυτόν προτού τον καλέσει να πληρώσει το ποσό της προσφοράς. Ότι έχοντας επίγνωση της μη ύπαρξης υπογεγραμμένης δέσμευσης από τον επιτυχόντα προσφοροδότη (Εναγόμενο) για αποδοχή των όρων της προκήρυξης, επανήλθε μετά την από μέρους της γνωστοποίηση στον Εναγόμενο της αποδοχής της προσφοράς του, να του ζητά εκείνου να αποδεχθεί τους όρους της προκήρυξης. Ότι παρά την άρνηση του επιτυχόντα προσφοροδότη (Εναγόμενου) να υπογράψει γραπτή συμφωνία στη βάση των όρων της προκήρυξης, αυτή, αντί (α) να τον κηρύξει έκπτωτο, ή (β) να κατάσχει την εγγύηση συμμετοχής που προδιαγράφετο στην προκήρυξη ως αναγκαίο να δοθεί από τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό (την οποία σημειωτέον ο Εναγόμενος αμφισβητεί ότι παράσχε) και (γ) να αναθέσει την προσφορά σε άλλο προσφοροδότη, παρέμεινε αδρανής ή/και σιωπηρά συγκατάνευσε στην κατάσταση αυτή. Ότι παρέδωσε στον επιτυχόντα προσφοροδότη (Εναγόμενο) επιπλέον ποσότητες από εκείνην για την οποία είχε προσφοροδοτήσει και για την οποία είχε ήδη πληρώσει βάσει του εγγράφου Αποδοχής της Προσφοράς του (σημειωτέον ότι ο Εναγόμενος αμφισβητεί ότι του παραδόθηκε τέτοια επιπλέον ποσότητα), χωρίς η Ενάγουσα να εξασφαλίσει την έκδοση τιμολογίου ή δελτίου παράδοσης συγχρόνως προς την παράδοση των επιπλέον ποσοτήτων ή/και την υπογραφή τέτοιου τιμολογίου ή δελτίου παράδοσης από τον αγοραστή (Εναγόμενο) ή/και την υπογραφή του αγοραστή επί της απόδειξης ζύγισής τους. Ότι η Ενάγουσα αξίωσε για πρώτη φορά από τον Εναγόμενο την πληρωμή και εξόφληση τιμολογίου για τις δήθεν παραδοθείσες επιπλέον ποσότητες μετά παρέλευση πέραν των έξι
(6)μηνών από την γνωστοποίηση σε αυτόν της κατακύρωσης του διαγωνισμού ή/και από την ημερομηνία που ολοκληρώθηκαν οι παραδόσεις ή/και από την ημερομηνία που φέρεται να εξέδωσε το τιμολόγιο. Ότι αντί να καταχωρήσει ευθύς αγωγή στο Δικαστήριο για να αξιώσει την εξόφληση του τιμολογίου, καθυστέρησε έξι χρόνια (από το 2002 μέχρι το 2008), χωρίς άλλη όχληση προς τον Εναγόμενο. Ότι ενώ γνώριζε ότι εκκρεμούσε η ισχυριζόμενη οφειλή του Εναγομένου, δεν μερίμνησε να διαφυλάξει αναγκαία τεκμήρια και άφησε να καταστραφούν. Κρίνω πως δεν θα μπορούσε με οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία του ΜΕ1 να αναπληρωθούν τα κενά στην υπόθεση της Ενάγουσας, η οποία είναι πράγματι διάτρυτη, δεδομένης της ελλειπούς πραγματικής μαρτυρίας, ήτοι: της μη προσκόμισης του εγγράφου προσφοράς του Εναγόμενου, της μη ύπαρξης υπογεγραμμένης σύμβασης μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου κατά παραδοχή του ΜΕ1, της μη ύπαρξης υπογεγραμμένου τιμολογίου από τον Εναγόμενο, της μη ύπαρξης κατάλληλα τηρηθείσας Κατάστασης Λογαριασμού, της μη ύπαρξης υπογεγραμμένων από τον Εναγόμενο δελτίων παραλαβής ή αποστολής ή παράδοσης των επίδικων ποσοτήτων των προμηθευθέντων άχρηστων υλικών. Θα αναφερθώ εκτενέστερα σε αυτά τα κενά πιο κάτω. Όσον αφορά τον Εναγόμενο, αυτός προσήλθε νηφάλιος στο Δικαστήριο και επιχείρησε να πείσει για την αξιοπιστία της εκδοχής του. Σε καίρια σημεία της εκδοχής αυτής, η μαρτυρία του Εναγόμενου δεν μπορεί να απορριφθεί ως αναξιόπιστη, εφόσον συνάδει με ό,τι εξ αρχής είχε δικογραφηθεί, αλλά και με την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς της ίδιας της Ενάγουσας. Αρκεί να επισημάνω συνοπτικά τα εξής στοιχεία: (α) Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι δεν προσκλήθηκε να λάβει μέρος στο διαγωνισμό δεν διαψεύδεται από τα ενώπιον μου στοιχεία. Η προκήρυξη του διαγωνισμού ως το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α έχει τη μορφή επιστολής ζήτησης προσφορών. Στο σημείο που είθισται να κατονομάζεται ο αποδέκτης / παραλήπτης της επιστολής, στην επίδικη προκήρυξη αναγράφεται χειρόγραφα η φράση «(Όπως στον επισυνημμένο κατάλογο)». Πράγματι, στην προκήρυξη αυτή επισυνάπτεται ένας δισέλιδος κατάλογος που τιτλοφορείται «Report date꞉ 15.5.2001, Current selection, Plant 0100, Material Group 880.3, All Vendors Selected, All Local Agents Selected, Sale of Scrap Materials» και απαριθμούνται δέκα
(10)διαφορετικά νομικά ή φυσικά πρόσωπα που προφανώς αποτελούν τον κατάλογο των προεπιλεγόμενων[2] προσφοροδοτών στους οποιους απευθύνθηκε/ αποστάληκε η επιστολή της προκήρυξης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν συμπεριλαμβάνεται στον εν λόγω κατάλογο. Ούτε προσφέρθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία περί του ότι ο Εναγόμενος αγόρασε τα Έγγραφα του Διαγωνισμού, όπως κατά κανόνα συμβαίνει σε ανοικτούς διαγωνισμούς. (β) Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι αυτός υπέβαλε προσφορά όχι στη βάση του έντυπου προσφοράς που προδιαγράφετο στην προκήρυξη του διαγωνισμού, παρά μόνο «σε μια λευκή κόλλα», με επακόλουθο να μην έχει στην κατοχή της η Ενάγουσα δήλωση του προσφοροδότη ότι αποδέχεται τους όρους του προκηρυχθέντος διαγωνισμού, δεν αντικρούεται επαρκώς ή/και δεν διαψεύδεται από τα ενώπιον μου στοιχεία. Και τούτο πρόδηλα, δεδομένης της μη παρουσίασής της προσφοράς του Εναγομένου στο Δικαστήριο. Δεν έχω ικανοποιηθεί αναφορικά με την αιτιολογία που έχει δοθεί από τον ΜΕ1 αναφορικά με τη μη διαφύλαξη της προσφοράς του Εναγόμενου ως τεκμηρίου προς κατάθεση στο Δικαστήριο. Δεν μου διαφεύγει συναφώς η αναφορά του ΜΕ1 ότι τα έγγραφα των προσφορών καταστρέφονται μετά παρέλευση πέντε χρόνων. Συνεπώς, ορθώς εδώ ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε πως η επίδικη διαφορά αναδείχθηκε πριν την παρέλευση 5 ετών και συνεπώς θα έπρεπε να είχε διαφυλαχθεί η προσφορά για σκοπούς χρήσης της ως τεκμηρίου. Άλλωστε ο ΜΕ1 συμφώνησε με την τοποθέτηση αυτή. Ούτε έχω πεισθεί για την αληθοφάνεια της ισχυριζόμενης προσπάθειας να εξευρεθεί η προσφορά έστω και στο στάδιο της ακρόασης, εντός σύντομου διαλείμματος κατά την ακρόαση της αγωγής, εφόσον διαπιστώνω στο φάκελο να υπήρξαν δύο ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών (η πρώτη 14.2.2011 και η δεύτερη 19.2.2014), χωρίς κατ' ισχυρισμόν να εντοπίζεται τέτοιο έγγραφο. Το ότι ο Εναγόμενος δεν παρουσίασε την προσφορά του λέγοντας πως κατ' ισχυρισμόν δεν διατηρεί αντίγραφο αυτής, δεν επηρεάζει τη δυναμική της δικής του εκδοχής, αφού το βάρος δεν είναι στον ίδιο να αποδείξει ότι είχε υποβάλει προσφορά διαφορετική από τα διαλαμβανόμενα στην προκήρυξη του διαγωνισμού, αλλά στους ώμους της Ενάγουσας να αποδείξει ότι η προσφορά του υποβλήθηκε βάσει των όρων της προκήρυξης και ειδικότερα του όρου 12 αυτής («Ευθύνη αγοραστή»), στον οποίο και η Ενάγουσα φαίνεται να στηρίζει το ισχυριζόμενο δικαίωμά της για έκδοση του επίδικου τιμολογίου ή/και της είσπραξης του υπολοίπου της επίδικης κατάστασης λογαριασμού. Αν είχε προσκομισθεί η προσφορά του Εναγόμενου θα αποδεικνύετο η εκδοχή της Ενάγουσας περί ανεπιφύλακτης αποδοχής από μέρους του των όρων της προκήρυξης του διαγωνισμού. Και τούτο διότι το Έντυπο προσφοράς ως το Παράρτημα Ι της προκήρυξης περιέχει στο κάτω μέρος του τη φράση «Αποδέχομαι πλήρως τους όρους που αναφέρονται στον παρόντα Διαγωνισμό.». Δημιουργεί ερωτηματικά στο Δικαστήριο το γεγονός ότι η Ενάγουσα αισθάνθηκε την ανάγκη, μετά την αποδοχή της προσφοράς του Εναγόμενου (ως αναφέρεται στα Τεκμήρια 2 και 5) να τον καλέσει με νέα επιστολή ημερ. 6.7.2001 ως το Τεκμήριο 3 να προσυπογράψει δήλωση ότι «Αποδεχόμεθα τους πιο πάνω όρους», οι οποίοι ήσαν ίδιοι με εκείνους της προκήρυξης, εφόσον αυτή τη μονομερή δήλωση θα την είχε ήδη εξασφαλίσει (εάν ευσταθούσε η εκδοχή της) κατά το χρόνο της υποβολής της προσφοράς δυνάμει του έντυπου προσφοράς που προδιαγράφει το Παράρτημα Ι της προκήρυξης ως το Τεκμήριο 1. Εντείνονται τα ερωτηματικά αυτά ενόψει του ότι η μονομερής δήλωση του Εναγόμενου επιζητήθηκε μετά την πληρωμή του ποσού της προσφοράς του. Αποτελεί σαφή δικαιϊκή αρχή (βλ. την απόφαση ημερ. 31.5.2012 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 301/2008, A. Panayides Contracting Limited v M & M Frangos Engineering & Contracting Ltd) ότι στο πλαίσιο του δικαίου των προσφορών, η πρόσκληση για την υποβολή προσφοράς δεν δημιουργεί σύμβαση διότι τέτοια πρόσκληση αποτελεί μόνο πρόσκληση προς προσφορά (Halsbury´s Laws of England 4η έκδ., Τόμος 4
(3), παρ. 15 και 17). Η προκήρυξη συμβάσεων και προσφορών συνιστά πρόσκληση για την υποβολή προσφορών και δεν αποτελεί η ίδια πρόταση ή προσφορά. Επομένως, πρόταση ή προσφορά υποβάλλουν οι διάφοροι προσφοροδότες και η αποδοχή της πρότασης ή προσφοράς προέρχεται από τον οργανισμό που προκήρυξε το διαγωνισμό (βλ. το Σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος Α, Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Λευκωσία 2014, σελ. 108). Η αποδοχή τέτοιας προσφοράς πρέπει να είναι ανεπιφύλακτη και σαφής (Chitty on Contracts, General Principles, 23η έκδ., παρ. 53). Δεν νοείται να επιζητείται από τον προσφοροδότη εκ των υστέρων (ήτοι μετά την αποδοχή της προσφοράς του από την αναθέτουσα αρχή) να αποδεχθεί όρους, αφού αυτό ουσιαστικά νοείται ως νέα πρόσκληση προς υποβολή προσφοράς. Ξενίζει εξάλλου το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση η Ενάγουσα, όχι μόνον ζήτησε από τον Εναγόμενο να αποδεχθεί όρους μετά την από μέρους της κοινοποίηση της αποδοχής της προσφοράς του, αλλά και αναρίθμησε τους όρους του διαγωνισμού όταν τους ενσωμάτωσε στο Τεκμήριο 3, αντί να προβεί σε παραπομπή σε αυτούς υπό την ίδια αρίθμηση ως είχαν στο Τεκμήριο
  1. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο επίδικος όρος 12 της προκήρυξης ως το Τεκμήριο 1, που ρυθμίζει τις «Ευθύνες του αγοραστή» συναντάται ως όρος 6 στο Τεκμήριο
  2. Έστω και αν είναι ορθή η τοποθέτηση του ΜΕ1 ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο περιεχόμενο του όρου 6 του Τεκμηρίου 3 και του όρου 12 του Τεκμηρίου 1, εντούτοις η εκδοχή του Εναγόμενου ότι δεν προσφοροδότησε βάσει των όρων του Τεκμηρίου 1, η οποία δεν αντικρούστηκε αποτελεσματικά, και ότι αρνήθηκε να αποδεχθεί και να προσυπογράψει τους όρους του Τεκμηρίου 3, που ήταν παραδεκτό από τον ΜΕ1, αφήνουν μετέωρη την αξίωση της Ενάγουσας κατ' επίκληση του όρου 12 της προκήρυξης. (γ) Είναι αλήθεια ότι στο έγγραφο Αποδοχής Προσφοράς που απέστειλε στον Εναγόμενο (σχετικά τα Τεκμήρια 2 και 5), αυτή δεν μερίμνησε να κάμει μνεία στον όρο 12 της προκήρυξης, ώστε να μπορεί σήμερα να αποδειχθεί - ελλείψει του εγγράφου της προσφοράς του ή γραπτής συμφωνίας βάσει του Τεκμηρίου 3 - ότι τον είχε προδεσμεύσει σε εφαρμογή του όρου 12 κατά την εκτέλεση της συμφωνίας. Υπενθυμίζω συναφώς ότι βάσει του Τεκμηρίου 2, η Ενάγουσα εμφανίζεται να γνωστοποίησε με μήνυμα τέλεφαξ ημερ. 19.6.2001 στον Εναγόμενο ότι αυτός ήταν επιτυχών προσφοδότης «για το είδος 8 μόνο, αντί του συνολικού ποσού των ΛΚ11.457,00 όπως φαίνεται αναλυτικά στην Αποδοχή Προσφοράς που επισυνάπτεται.». Η προσότητα που του είχε κατακυρωθεί σύμφωνα με το έντυπο Αποδοχής Προσφοράς που του απέστειλε η Ενάγουσα (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Α) ήταν για τα ακόλουθα υλικά, τιμές και ποσότητες, χωρίς την παραμικρή σημείωση ότι αυτά είναι κατά προσέγγιση και ότι υπόκεινται σε εφαρμογή του όρου 12꞉ Αριθμός υλικού Περιγραφή υλικού Ποσότης Μ Τιμή Ολική τιμή (ΛΚ) 900008 SCRAP COOPER CABLES UNDERGROUND -PLSTS 7.300 KG 0,67 4.891,00 900008 SCRAP COOPER CABLES UNDERGROUND - PLSTS 800 KG 0,67 536,00 900008 SCRAP COPPER CABLES UNDERGROUND PLSTS 7.500 KG 0,67 5.025,00 900008 SCRAP COPPER CABLES UNDERGROUND PLSTS 1.500 KG 0,67 1.005,00 Υποσύ-νολο 11.457,00 ΦΠΑ @10,00% 1.145,70 Σύνολο (CYP) 12.602,70 (δ) Παραμένει ενόψει των ανωτέρω πιθανή η εκδοχή του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα έχοντας επίγνωση της μη ύπαρξης υπογεγραμμένης δέσμευσης από αυτόν για αποδοχή των όρων της προκήρυξης, επανήλθε μετά την από μέρους της γνωστοποίηση στον Εναγόμενο της αποδοχής της προσφοράς του, να του ζητά εκείνου να αποδεχθεί τον όρο 6 που αντιστοιχεί στον όρο 12 της προκήρυξης. (ε) Δεν έχει διαψευσθεί η εκδοχή του Εναγόμενου ότι παρά την άρνηση του επιτυχόντα προσφοροδότη (Εναγόμενου) να υπογράψει γραπτή συμφωνία στη βάση των όρων της προκήρυξης, αυτή, αντί - (i) να τον κηρύξει έκπτωτο, (ii) να κατάσχει την εγγύηση που προδιαγράφετο στην προκήρυξη ως αναγκαίο να δοθεί από τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό, και (iii) να αναθέσει την προσφορά σε άλλο προσφοροδότη, παρέμεινε αδρανής ή/και σιωπηρά συγκατάνευσε στην κατάσταση αυτή. Αν συνέβαινε οποιοδήποτε από τα τρία, δεν θα κατέληγαν τα πράγματα στο παρόν Δικαστήριο. Όσον αφορά την επιλογή (i) ανωτέρω (κήρυξης του Εναγόμενου έκπτωτου), αξίζει ίσως να σημειώσω ότι με βάση το κανονιστικό πλαίσιο για τον δημόσιο τομέα ως ήταν σε ισχύ κατά ή περί το 2001, και αναφέρομαι ειδικότερα στην Κ.Δ.Π.104/99, Κανονισμός 32
(3), «Αν ο επιτυχών προσφοροδότης δεν προσέλθει εντός της τακτής προθεσμίας και στον τόπο που έχει καθοριστεί για την υπογραφή της σύμβασης, τότε αυτός κηρύσσεται έκπτωτος με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου και κατάσχεται η κατατεθείσα εγγύηση.». Σημειωτέον ότι βάσει του κανονισμού 45 της Κ.Δ.Π. 104/99, ο πιο πάνω κανονισμός 32 εφαρμόζεται ακόμη και αναφορικά με «συμβάσεις Δημοσίου που έχουν ως αντικείμενο την πώληση, εκμίσθωση ή άλλη διάθεση προϊόντων», δηλαδή όχι μόνο την προμήθεια προϊόντων προς το Δημόσιο. Στην παρούσα υπόθεση, εφόσον ήταν η θέση της Ενάγουσας ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε διάσταση ανάμεσα στους όρους του Τεκμηρίου 1 και τους όρους που ενσωματώθηκαν στο Τεκμήριο 3 και ότι δεν μπορούσε να λεχθεί ότι με το Τεκμήριο 3 η Ενάγουσα προέβαινε σε αντιπρόταση προς τον Εναγόμενο ή σε τροποποίηση των όρων υπό τους οποίους εκείνος υπέβαλε την προσφορά του, τότε η Ενάγουσα θα αναμένετο να θεωρήσει ότι ο Εναγόμενος δεν είχε δικαίωμα να υπαναχωρήσει μη υπογράφοντας το Τεκμήριο 3 και να τον κήρυττε έκπτωτο. Η Ενάγουσα δεν προέβηκε σε τέτοια ενέργεια, αλλά εμφανίζεται να θεωρεί εν προκειμένω ότι εφόσον ο Εναγόμενος είχε ήδη καταβάλει την πληρωμή ως ο όρος 11 της προκήρυξης υπό τον οποίο τελούσε η Αποδοχή της Προσφοράς του, εξυπακούετο η συμφωνία του και η ανάληψη της υποχρέωσης να εκπληρώσει όλες τις συναφείς υποχρεώσεις του ως οι λοιποί όροι της προκήρυξης υπό τους οποίους προσφοροδότησε. Ισχυρίστηκε επίσης ο ΜΕ1, και τούτο ήταν ορθό δεδομένου του όρου 5[3] της προκήρυξης, ότι δεν προβλεπόταν στην προκήρυξη η υπογραφή γραπτής συμφωνίας μετά την γνωστοποίηση της κατακύρωσης με επιστολή, καθότι η προσφορά ήταν μικρή. Αυτή η θέση είναι ωστόσο, αφενός, αντιφατική με την ενέργεια της Ενάγουσας να ζητήσει την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 και, αφετέρου, μετέωρη ενόψει της μη απόδειξης του γεγονότος ότι η προσφορά του Εναγόμενου υποβλήθηκε βάσει του έντυπου προσφοράς ως το Τεκμήριο 1. (στ) Δεν διαψεύστηκε ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι δεν έδωσε καμία εγγύηση κατά τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό. Υπενθυμίζω ότι ο Εναγόμενος αρνήθηκε ότι έδωσε εγγύηση. Η παροχή εγγύησης ήταν ουσιώδης όρος της προκήρυξης ως το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α, αφού σύμφωνα με τον όρο 7 αυτής, «Προσφορές που δεν θα συνοδεύονται από Τραπεζική Εγγύηση δεν θα ληφθούν υπόψη.». Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αν ο Εναγόμενος όντως προσφοροδότησε βάσει των όρων της προκήρυξης, τότε η προσφορά του θα έπρεπε να είχε απορριφθεί. Αν από την άλλη είχε δώσει εγγύηση βάσει των όρων της προκήρυξης, τότε θα αναμένετο ότι η Ενάγουσα δεν θα έχανε ευκαιρία να κατάσχει το ποσό της εγγύησής του άπαξ και ο προσφοροδότης δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Σκοπός της εγγύησης βάσει των όρων της προκήρυξης ήταν να δοθεί «εγγύηση ότι ο προσφοροδότης θα κρατήσει την προσφορά του σε ισχύ κατά την περίοδο ισχύος των προσφορών και θα εκτελέσει πλήρως τη συμφωνία αγοράς των υλικών σε περίπτωση επιλογής του από την Αρχή.». Η Τραπεζική αυτή Εγγύηση (τύπος της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα ΙΙΙ) θα είχε ισχύ για περίοδο έξη
(6)μηνών από την τελευταία ημερομηνία υποβολής των προσφορών. Ήταν ρητός όρος (βλ. τον ίδιο όρο 7) ότι «Οι Τραπεζικές αυτές Εγγυήσεις θα κρατηθούν από την Αρχή και θα επιστραφούν μετά τη συμπλήρωση της παραλαβής των υλικών και την αναπροσαρμογή στην τιμή λόγω παραλαβής υλικών αξίας μεγαλύτερης ή μικρότερης από την αξία των υλικών που πληρώθηκαν.». Ο τύπος της εγγύησης, ως προδιαγράφεται στο Παράρτημα ΙΙΙ της προκήρυξης, έχει τη μορφή «Εγγυητικής Επιστολής» που απευθύνεται από Τράπεζα προς την Ενάγουσα (η οποία περιγράφεται ως ο «Εργοδότης») με την οποία η πρώτη αναλαμβάνει τη δέσμευση έναντι της δεύτερης να κρατά στη διάθεση της δεύτερης το ποσό της προσφοράς του εκεί αναφερόμενου προσφοροδότη υπό τους ακόλουθους όρους꞉ «
  1. Εάν ο Προσφοροδότης αποσύρει την Προσφορά του κατά την περίοδο ισχύος της, ή/και
  2. Εάν ο Προσφοροδότης, σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η Προσφορά του από τον Εργοδότη, αδυνατεί ή αρνηθεί να εκτελέσει το Συμβόλαιο, Αναλαμβάνουμε, χωρίς καμιά αμφισβήτηση ή έρευνα να πληρώσουμε στον Εργοδότη (ήτοι στην Ενάγουσα) το πιο πάνω ποσό, αμέσως μετά τη λήψη της γραπτής απαίτησης του Εργοδότη, νοουμένου ότι αυτός θα αναφέρει στην απαίτησή του, ότι ο Προσφοροδότης δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από οποιοδήποτε από τους πιο πάνω όρους. Η Εγγυητική αυτή Επιστολή θα είναι αμετάκλητη και θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου
  3. Οποιαδήποτε απαίτηση σύμφωνα με την Εγγυητική αυτή Επιστολή θα πρέπει να υποβληθεί στην Τράπεζα όχι πιο αργά από την ημερομηνία λήξης της ισχύος της Εγγυητικής Επιστολής.». Είναι άξιον απορίας γιατί η Ενάγουσα, αν όντως ο Εναγόμενος υπέβαλε προσφορά σύμφωνα με τους όρους της προκήρυξης και άρα απαραιτήτως είχε δώσει την ως άνω εγγύηση, δεν μερίμνησε για την κατάσχεση του ποσού της εγγύησής του, εφόσον εκείνος δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του για πλήρη αποπληρωμή του ποσού που όφειλε να πληρώσει για τις παραδοθείσες ποσότητες δυνάμει του όρου
  4. Είναι ακόμη πιο άξιον απορίας, γιατί δεν μερίμνησε για την ολοκλήρωση του ελέγχου των ποσοτήτων που παραδόθηκαν στον Εναγόμενο πριν την παρέλευση της 15ης Δεκεμβρίου 2001 που έληγε η ισχύς της εγγυητικής επιστολής, εάν όντως είχε υποβληθεί τέτοια εγγυητική επιστολή σε αυτήν από τον Εναγόμενο. Αντί να επιδείξει σπουδή η Ενάγουσα για ολοκλήρωση του ελέγχου μέχρι τις 15.12.2001, φαίνεται να υπήρξε καθυστέρηση στην κοινοποίηση των στοιχείων αναφορικά με τις παραδοθείσες ποσότητες από τους κατά περιφέρεια Διευθυντές της Ενάγουσας. Ως προκύπτει από το διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (βλ. το Έγγραφο Β)- · Ο Διευθυντής Περιφέρειας Λεμεσού γνωστοποίησε στα Κεντρικά γραφεία της Ενάγουσας την παραδοθείσα στον Εναγόμενο ποσότητα μόλις στις 18.12.2001 αντί στις 23.7.2001 που βάσει του Εγγράφου Β έγινε η ζύγιση. · Ο Διευθυντής Περιφέρειας Λευκωσίας - Κερύνειας - Μόρφου γνωστοποίησε στα Κεντρικά γραφεία της Ενάγουσας την παραδοθείσα στον Εναγόμενο ποσότητα μόλις στις 8.2.2002 αντί στις 30.9.2001 που βάσει του Εγγράφου Β έγινε η ζύγιση. · Ο Διευθυντής Περιφέρειας Αμμοχώστου - Λάρνακας γνωστοποίησε στα Κεντρικά γραφεία της Ενάγουσας την παραδοθείσα στον Εναγόμενο ποσότητα μόλις στις 6.12.2001, σντί στις 22.10.2001 που βάσει του Εγγράφου Β έγινε η ζύγιση. · Ο Διευθυντής Περιφέρειας Πάφου γνωστοποίησε στα Κεντρικά γραφεία της Ενάγουσας την παραδοθείσα στον Εναγόμενο ποσότητα μόλις στις 15.1.2002, αντί την 1.11.2001 που βάσει του Εγγράφου Β έγινε η ζύγιση. Υπενθυμίζω συναφώς ότι συνεπεία της πιο πάνω καθυστέρησης στον έλεγχο της συγκεντρωτικής κατάστασης όσον αφορά την επιπλέον ποσότητα που κατ' ισχυρισμόν παραδόθηκε στον Εναγόμενο, συγκριτικά προς την ποσότητα που προβλεπόταν βάσει της προκήρυξης του διαγωνισμού ως υπάρχουσα στις αποθήκες της Ενάγουσας ανά περιφέρεια, κατέληξε έτσι να εκδίδεται το τιμολόγιο στις 15.3.
  5. Κατά την εν λόγω ημερομηνία είχε ήδη παρέλθει η περίοδος κατά την οποία η Ενάγουσα θα είχε προς όφελός της τυχόν εγγύηση πιστής εκτέλεσης ως η εγγυητική επιστολή του Τεκμηρίου 3, αφού υπενθυμίζω ότι η εν λόγω εγγύηση είχε ισχύ το αργότερο μέχρι τις 15.12.
  6. Συνεπώς, ακόμη και αν ο Εναγόμενος είχε περιλάβει στην προσφορά του τη σχετική εγγυητική επιστολή (αντίθετα προς τα λεγόμενά του), εντούτοις η Ενάγουσα με τις πράξεις ή παραλείψεις της απώλεσε τη δυνατότητα να εξασκήσει τα δικαιώματά της βάσει της εγγύησης και έφερε τον εαυτό της σε δυσχερή θέση, δημιουργώντας εύλογα ερωτηματικά για τη συμπεριφορά αυτή. (ζ) Η Ενάγουσα δεν επέμεινε στην τήρηση όρων που περιγράφονταν ως ουσιώδεις στην προκήρυξη. Επισημαίνω συναφώς ότι, με την προκήρυξη της σύμβασης, η Ενάγουσα είχε καταστήσει ουσιώδη τον όρο 12 της προκήρυξης, ο οποίος αφορούσε στις Ευθύνες του Αγοραστή, προβλέποντας ρητά ότι «Μη συμμόρφωση του αγοραστή με τον όρο αυτό, δίνει το δικαίωμα στην Αρχή να προβεί στην ακύρωση οποιασδήποτε συμφωνίας χωρίς να επηρεαστούν με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Αρχής που θα απορρέουν από οποιαδήποτε συμφωνία ή εγγυητική επιστολή.». Ο συγκεκριμένος όρος κατέστη ουσιώδης ως προς την ακόλουθη υποχρέωση του αγοραστή, εν προκειμένω του Εναγομένου꞉ να μεριμνήσει ώστε «η μετακίνηση των υλικών να αρχίσει μέσα σε δέκα
(10)ημέρες από την ημερομηνία γραπτής ειδοποίησης από την Αρχή για την κατακύρωση της προσφοράς και να συμπληρωθεί μέσα σε δύο
(2)μήνες από την ημερομηνία έναρξης της παραλαβής». Από 19.6.2001, ημερομηνία κατά την οποία γνωστοποιήθηκε στον Εναγόμενο με τέλεφαξ η απόφαση κατακύρωσης σε αυτόν του διαγωνισμού για το είδος 8, μέχρι τις 23.7.2001 που φαίνεται βάσει του Έγγραφου Β να έγινε η πρώτη παραλαβή υλικών από τον Εναγόμενο, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα είναι μεγαλύτερο των 10 ημερών που προδιέγραφε ο όρος 12 της προκήρυξης. Πρόδηλα, η Ενάγουσα απεδέχθη σιωπηρά την παράβαση του συγκεκριμένου όρου της προκήρυξης και υπαναχώρησε από το δικαίωμά της να τερματίσει τη σύμβαση (εφόσον είχε συναφθεί τέτοια) ως προβλεπόταν στην προκήρυξη. Από 23.7.2001 που άρχισε η παραλαβή υλικών από τον Εναγόμενο μέχρι την 1.11.2001 που φαίνεται να έγινε η τελευταία παράδοση υλικού σε αυτόν, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα υπερβαίνει και πάλιν τους 2 μήνες που προδιέγραφε ο όρος 12 της προκήρυξης, γεγονός που δείχνει ότι η Ενάγουσα απεδέχθη σιωπηρά την παράβαση του συγκεκριμένου όρου και υπαναχώρησε από το δικαίωμά της να τερματίσει τη σύμβαση (εφόσον είχε συναφθεί τέτοια) ως προβλεπόταν στην προκήρυξη. Ενόψει των ανωτέρω, δημιουργείται η εντύπωση στο Δικαστήριο ότι η Ενάγουσα υπαναχώρησε από τους όρους της προκήρυξης αναγνωρίζοντας ότι δεν είχε εξασφαλίσει γραπτή συμφωνία ως το Τεκμήριο 3 ούτε προσφορά βάσει του Τεκμηρίου 1, ώστε να μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιου συμβατικού δικαιώματος. Πάντως, κατά την κρίση μου η παράταση στο χρόνο παραλαβής των υλικών που δόθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο σιωπηρά στον Εναγόμενο είναι αυτή που ενδεχομένως να συνέβαλε στην αύξηση της ποσότητας που συγκεντρώθηκε στις αποθήκες της Ενάγουσας, συγκριτικά προς εκείνην που θα μπορούσε να είχε συγκεντρωθεί εάν τηρήτο πιστά ο ουσιώδης όρος περί του χρόνου παραλαβής. (η) Δεν διαψεύστηκε η εκδοχή του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα του παρέδωσε τις όποιες ποσότητες χωρίς να εξασφαλίσει την έκδοση τιμολογίου ή δελτίου παράδοσης συγχρόνως προς την παράδοση των επιπλέον ποσοτήτων ή/και την υπογραφή τέτοιου τιμολογίου ή δελτίου παράδοσης ή/και την υπογραφή του προσφοροδότη κατά τη ζύγισή τους. Βάλλεται από την Υπεράσπιση αυτή η ίδια η αποδεικτική αξία των δελτίων ζύγισης/ δελτίων αποστολής που κατατέθηκαν ως Έγγραφο Β. Με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ1, ο Εναγόμενος απέκτησε τις ποσότητες μέσα από θεσμοθετημένη διαδικασία ζύγισης με δημόσιες ζυγαριές και από την οποία δεν απουσίαζε είτε ο ίδιος είτε αντιπρόσωπός του. Όσον αφορά τη διαδικασία ζύγισης και παραλαβής, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι το ζύγισμα γίνεται στην παρουσία του κάθε αποθηκάριου της κάθε περιφέρειας. Μεταβαίνει ως ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός της ΑΗΚ μαζί με τον επιτυχόντα προσφοροδότη σε ζυγαριές του δημοσίου (π.χ. στη Λ/σια είναι η ζυγαριά του ΣΟΠΑΖ, στη Λ/σο είναι η ζυγαριά του Δήμου Λ/σου, στη Λ/κα είναι η ζυγαριά του Δήμου Λ/κας και στην Πάφο είναι η ζυγαριά της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου). Αφού ζυγιστεί το φορτηγό άδειο (τάρα), μεταβαίνουν στην αποθήκη, φορτώνουν το υλικό και επανέρχονται και ζυγίζουν το βάρος των υλικών. Η διαφορά θεωρείται ότι είναι η ποσότητα που θα παραληφθεί. Παρά τα λεγόμενα του ΜΕ1, διαπιστώνω ότι δεν υπάρχουν ενώπιόν μου καθόλου ή και επαρκείς αποδείξεις για την παρουσία του Εναγόμενου κατά τη διάρκεια της ζύγισης ή/και της παραλαβής των επίδικων ποσοτήτων. Κατ' αρχάς, διαπιστώνω βάσει του Εγγράφου Β ότι οι διαδικασίες παράδοσης των υλικών δεν υπήρξαν ομοιόμορφες σε όλες τις περιφέρειες. Στις περιφέρειες Λεμεσού και Λευκωσίας, φαίνεται να εκδίδετο Δελτίο Αποστολής των ποσοτήτων (πέραν της απόδειξης ζύγισης), στο οποίο θα έπρεπε να λαμβάνονταν πληροφορίες, μεταξύ άλλων, για τον αριθμό του οχήματος και το όνομα του οδηγού που προσερχόταν για να παραλάβει τα υλικά και το οποίο Δελτίο κανονικά θα προσυπέγραφαν, αφενός, ο αποστολέας και, αφετέρου, ο οδηγός. Ωστόσο, τα έντυπα υπό το Έγγραφο Β ως είναι συμπληρωμένα, εμφανίζουν την εξής εικόνα꞉ Στην περίπτωση του Δελτίου Αποστολής αρ. 149659 της περιφέρειας Λεμεσού, αναφέρεται ως οδηγός ο Νίκος Γερασίμου, ενώ υπογράφει τρίτο πρόσωπο επ' ονόματι Dragam Cyetic, το οποίο ο Εναγόμενος κατά την ακρόασης της παρούσας αγωγής αρνήθηκε ότι γνωρίζει ή/και ότι συνδέεται με τον ίδιο ως υπάλληλος ή ως εκπρόσωπός του. Στο Δελτίο Αποστολής αρ. 143744 της περιφέρειας Λευκωσίας, δεν καταγράφεται στα σχετικά πεδία καταχωρήσεων ούτε ο αριθμός του οχήματος ούτε το όνομα του οδηγού, ενώ συγχρόνως δεν έχει ληφθεί η υπογραφή του οδηγού του οχήματος, παραμόνον υπάρχει χειρόγραφη σημείωση ότι «Δεν ήρθε να υπογράψει το Δελτίο Αποστολής». Το εν λόγω Δελτίο καταλήγει να είναι υπογραμμένο μόνο από τον αποστολέα και είναι άξιον απορίας γιατί να παραδόθηκαν τα υλικά εφόσον δεν εξασφαλίστηκε η υπογραφή του οδηγού ή παραλήπτη. Η περιφέρεια Πάφου δεν φαίνεται να εξέδωσε Δελτίο Αποστολής, ή τουλάχιστον δεν συμπεριλαμβάνεται στη δέσμη αποδείξεων/δελτίων υπό το Έγγραφο Β. Η περιφέρεια Λάρνακας φαίνεται να ζητούσε τη λήψη μίας υπογραφής επί του Δελτίου Ζύγισης, χωρίς όμως να προσδιορίζεται αν η ληφθείσα υπογραφή ανήκει στον εκεί λεγόμενο Εξαγωγέα (όπου χειρόγραφα υπάρχει η καταχώρηση «ΑΗΚ») ή Εισαγωγέα (όπου χειρόγραφα υπάρχει η καταχώρηση «Ιωσήφ Κόκκινος»). Ακόμη ένα στοιχείο που είναι αξιοσημείωτο είναι η προσκόμιση στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1 ενός μόνο έντυπο που τιτλοφορείται «Εντολή Παράδοσης Υλικού» (βλ. το τεκμήριο που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ), η οποία εντολή χρονολογείται στις 26.6.2001 και αφορά σε εντολή παράδοσης ποσότητας μόνο 7.320 kg. Εάν η μόνο εντολή που εκδόθηκε ήταν για εκείνη την ποσότητα, γιατί τότε παραδόθηκαν επιπλέον ποσότητες; Και γιατί δεν μερίμνησε η Ενάγουσα να διαφυλάξει οποιαδήποτε άλλα έντυπα εντολών παράδοσης υλικών, τα οποία να συνταυτίζονται με τα δελτία αποστολής ποσοτήτων ή/και με τα δελτία ζύγισης, τα οποία αυτή να είναι σε θέση να τα καταθέσει ως τεκμήρια στο Δικαστήριο; Ενόψει της πλήρους άρνησης από τον Εναγόμενο της παραλαβής των επίδικων ποσοτήτων, κρίνω ότι τα προσκομισθέντα από τον ΜΕ1 αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι αρκούντως αξιόπιστα για σκοπούς τεκμηρίωσης της εκδοχής της Ενάγουσας περί παραδόσεως στον Εναγόμενο των επιπλέον ποσοτήτων. Τούτο επηρεάζει κατ' επέκταση την αξιοπιστία του τιμολογίου. (θ) Δεν διαψεύστηκε ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα αξίωσε για πρώτη φορά από αυτόν την πληρωμή και εξόφληση τιμολογίου για τις δήθεν παραδοθείσες επιπλέον ποσότητες μετά παρέλευση πέραν των έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία που ολοκληρώθηκαν οι παραδόσεις ή/και από την ημερομηνία που φέρεται να εξέδωσε το τιμολόγιο. Το μόνο τεκμήριο που κατατέθηκε συναφώς ήταν το Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α που χρονολογείται 11.9.2002. Η δε αγωγή καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 8.5.2008, χωρίς να τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία από τον μΕ1 ότι υπήρξε στο μεσοδιάστημα οποιαδήποτε αλληλογραφία μεταξύ των μερών που να δείχνει ότι ο Εναγόμενος αναγνώριζε την οφειλή του, η οποία να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρισή της. Απεναντίας, ο Εναγόμενος έδωσε λεπτομέρειες για την άρνηση αναγνώρισης τέτοιας οφειλής που ο ίδιος εκδήλωσε τηλεφωνικώς σε επικοινωνία που είχε με συγκεκριμένο λειτουργό του λογιστηρίου της Ενάγουσας, τον οποίο και κατονόμασε. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ενόψει της προεκτεθείσας αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η εκδοχή της Ενάγουσας είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι. Δεν μπορώ να απορρίψω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Εναγομένου και κατ' επέκταση ούτε την εκδοχή που πρόταξε, η οποία συγκρούεται καίρια με την εκδοχή της Ενάγουσας. Δεν είναι τέτοια η μαρτυρία ενώπιον μου που να μπορώ να θεωρήσω ότι είναι πιο πιθανό η εκδοχή του Εναγόμενου να αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα στο πλαίσιο εκμετάλλευσης των κενών της διαθέσιμης μαρτυρίας από πλευράς Ενάγουσας, και ως τέτοια να την αποκλείσω ως αναξιόπιστη. Είναι πολλά τα ερωτηματικά και τα κενά που ανάγονται πίσω στο χρόνο των ίδιων των ενεργειών της Ενάγουσας, προτού δηλαδή καταχωρηθεί αυτή η ίδια η αγωγή ή/και αρχίσει η ακρόαση. Έρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Νομολογιακά, όπως το έχει θέσει ο Νικήτας, Δ. στην απόφαση Papaetis Medical Co. Ltd v Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 97, «Είναι πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η προκήρυξη δημόσιου διαγωνισμού συνιστά πράξη κανονιστικού περιεχομένου, η οποία διέπει τη διεξαγωγή του και η οποία δε δεσμεύει μόνο τους προσφοροδότες, αλλά και την ίδια αρχή που προσφεύγει στο μέτρο αυτό: Β. Χαράκης &Υιοί Λτδ. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1994)3 Α.Α.Δ. 10 και προσφ. αρ. 455/92 Colakides & Associates κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 15/9/95.». Υπ' αυτή την έννοια, η πράξη της προκήρυξης ενός δημόσιου διαγωνισμού υπάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου και η νομιμότητά της διαδικασίας μέχρι και το τελικό στάδιο που λαμβάνεται η απόφαση για κατακύρωση της προκηρυχθείσας προσφοράς σε ένα προσφοροδότη ελέγχεται σύμφωνα με το διοικητικό δίκαιο και όχι το αστικό δίκαιο. Όπως ορθά το έχει θέση ο συνήγορος του Εναγόμενου στην παρούσα υπόθεση, με αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις 9152 και 9223, ημερομηνίας 10.7.1997, Παντελής Μιχαηλίδης (Τυλληρής) εναντίον Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1997)1Β Α.Α.Δ. 767, η γνωστοποίηση της κατακύρωσης της προσφοράς δεν δημιουργεί αφ' εαυτής συμβατική σχέση ιδιωτικού δικαίου. Η εξωτερίκευση της διοικητικής απόφασης για επιλογή ενός προσφοροδότη εξακολουθεί να εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, η κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης προς τον Εναγόμενο, με το Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α, δεν διαφοροποιεί τη νομική υπόσταση της σχέσης μεταξύ αυτού και της αναθέτουσας αρχής από εκείνη του διοικούμενου και της διοίκησης. Στην προμνησθείσα υπόθεση Παντελής Μιχαηλίδης (Τυλληρής), ο Εφεσείων - Ενάγων είχε ενημερωθεί για την κατακύρωση της προσφοράς υπέρ του, αλλά ουδέποτε κλήθηκε να υπογράψει το σχετικό συμβόλαιο. Καταχώρισε αγωγή ζητώντας διάταγμα διατάσσον την ειδική εκτέλεση της σύμβασης και αποζημιώσεις από τη Δημοκρατία. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι «Σύμβαση ιδιωτικού Δικαίου μεταξύ των μερών θα συντελείτο εάν και όταν υπεγράφετο το σχετικό συμβόλαιο. Μόνο σε τέτοια περίπτωση ο Εφεσείων θα εδικαιούτο στη παροχή των αιτουμένων στη αγωγή θεραπειών δυνάμει των διατάξεων του Περί Συμβάσεων Νόμου. Η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή». Στην παρούσα υπόθεση, η Ενάγουσα εμφανίζεται να θεωρεί ότι η περίπτωση της διακρίνεται από εκείνην του Παντελή Μιχαηλίδη (Τυλληρή) ανωτέρω, λέγοντας ότι η πρόταση του Εναγομένου, μετατράπηκε σε υπόσχεση άπαξ και η Ενάγουσα εκδήλωσε στις 19.6.2011 την αποδοχή της απόλυτα και ανεπιφύλακτα, με τον εύλογο και συνήθη τρόπο (ήτοι της γνωστοποίησης της κατακύρωσης του διαγωνισμού με επιστολή προς τον επιτυχόντα προσφοροδότη). Σχετικό το άρθρο 7[4] του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Εφόσον ο Εναγόμενος ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι αυτός είχε καθορίσει στην πρότασή του διαφορετικό τρόπο και χρόνο με τον οποίο η Ενάγουσα να όφειλε να εκδηλώσει την αποδοχή της και εφόσον ο Εναγόμενος προχώρησε να προκαταβάλει το ποσό της προσφοράς βάσει του όρου 11 της συγκεκριμένης προκήρυξης, είναι η εισήγηση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος ενήργησε βάσει της αποδοχής την οποία η Ενάγουσα ενέταξε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης προκήρυξης και ότι συνεπώς δεσμεύεται από αυτήν. Ακόμη και έτσι να έπρεπε να κριθούν τα πράγματα, κάτι που απορρίπτω δεδομένης της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αποδοχής της εκδοχής του Εναγόμενου ως προς το ότι δεν χρησιμοποίησε το έντυπο προσφοράς που προβλέπετο στην προκήρυξη, υπάρχει μία άλλη πτυχή της παρούσας υπόθεσης, την οποία δεν μπορώ να παραγνωρίσω. Εάν, για χάριν συζήτησης, απέρριπτα την εκδοχή του Εναγόμενου και αποδεχόμουν την εκδοχή της Ενάγουσας ότι ο ίδιος προσφοροδότησε στη βάση των όρων της επίδικης προκήρυξης, καθώς και ότι υπήρξε σύναψη σύμβασης άπαξ και του γνωστοποιήθηκε η Αποδοχή της Προσφοράς του με τα Τεκμήρια 2 και 5, στην οποία εκείνος ανταποκρίθηκε καταβάλλοντας ποσό πληρωμής δυνάμει συγκεκριμένου όρου της ίδιας προκήρυξης (ήτοι της παραγράφου 11 της προκήρυξης)[5], το ερώτημα θα παρέμενε ως εξής꞉ είναι οι επιπλέον ποσότητες που του παραδόθηκαν, ως η εκδοχή της Ενάγουσας, τέτοιες που να εμπίπτουν στην έννοια του όρου «κατά προσέγγιση» ως ο όρος 1 της προκήρυξης, ώστε να δεσμεύεται ο Εναγόμενος βάσει του όρου 12 να πληρώσει για αυτές; Ή μήπως η Ενάγουσα έδρασε έξω από τα όρια του συγκεκριμένου όρου, τροποποιώντας κατ' ουσίαν τον όρο της παρα. 1 της προκήρυξης χωρίς να μεριμνήσει να διασφαλίσει τη συγκατάθεση του Εναγομένου 1 σε αυτήν με την έκδοση τιμολογίου ή και με την έκδοση δελτίου αποστολής που να γίνεται αποδεκτό από τον ίδιο; Δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι, ενώ το έντυπο Αποδοχής Προσφοράς που στάληκε στον Εναγόμενο ως το Τεκμήριο 5 του κατακύρωνε σαφώς συνολική ποσότητα 17.100kg, στο επίδικο τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 6 δίδονται λεπτομέρειες περί παράδοσης τελικά σε αυτόν συνολικής ποσότητας 49.040kg, δηλαδή σχεδόν τριπλάσιας ποσότητας από εκείνην που προδιέγραφαν οι όροι της προκήρυξης του διαγωνισμού. Τέτοια απόκλιση, κατά την κρίση μου, κάθε άλλο παρά μπορεί να ερμηνευθεί ως εμπίπτουσα στην έννοια του όρου «κατά προσέγγιση». Δεν είναι 100, ή 200 ή 1000 κιλά περισσότερα, αλλά 31.940 κιλά επιπλέον. Εμφανίζεται λοιπόν κατά την κρίση μου να παραχώρησε μονομερώς η Ενάγουσα στον Εναγόμενο ποσότητες πέραν εκείνων που ενέπιπταν στην έννοια του όρου «κατά προσέγγιση», ως η παρα. 1 της προκήρυξης του διαγωνισμού, χωρίς να μεριμνήσει να τον τιμολογήσει εκ των προτέρων ή να τον δεσμεύσει εγγράφως για αναγνώριση της παραλαβής τους και αναγνώριση οφειλής πληρωμής τους. Για να δείξω τη σημασία της ανωτέρω απόκλισης και παρά το ότι ο επίδικος διαγωνισμός προκηρύχθηκε προενταξιακά, ήτοι προτού αρχίσει να έχει εφαρμογή στην Κύπρο η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, αξίζει ίσως να αναφέρω πότε θεωρείται νομολογιακά ότι κατά την εκτέλεση μιας δημόσιας σύμβασης δημιουργούνται οι συνθήκες σύναψης νέας σύμβασης. Σχετική η απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου της 19ης Ιουνίου 2008 στην υπόθεση C‑454/06, Pressetext Nachrichtenagentur GmbH κατά Republik Österreich
(2008)ECR Ι - 0440134, παρα. 34 έως 37꞉ «
  1. Προς διασφάλιση της διαφάνειας των διαδικασιών και της ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλόντων προσφορές, οι τροποποιήσεις διατάξεων δημοσίας συμβάσεως κατά τη διάρκεια της ισχύος της συνιστούν σύναψη νέας συμβάσεως κατά την έννοια της οδηγίας 92/50, όταν οι όροι που προβλέπουν διαφοροποιούνται ουσιαστικώς από εκείνους της αρχικής συμβάσεως υποδηλώνοντας τη βούληση των συμβαλλομένων να αναδιαπραγματευθούν τους ουσιώδεις όρους της συμβάσεως αυτής (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2000, C-337/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2000, σ. I-8377, σκέψεις 44 και 46).
  2. Η τροποποίηση μιας δημόσιας συμβάσεως κατά τη διάρκεια της ισχύος της μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης όταν προστίθενται όροι οι οποίοι, αν είχαν γνωστοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας συνάψεως της αρχικής συμβάσεως, θα είχαν ίσως ως αποτέλεσμα να επιτραπεί η συμμετοχή στη διαδικασία άλλων διαγωνιζομένων από εκείνους που έγιναν αρχικώς δεκτοί ή να επιλεγεί μια προσφορά διαφορετική από εκείνη που αρχικώς επελέγη.
  3. Ομοίως, τροποποίηση της αρχικής συμβάσεως μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστική όταν διευρύνει σημαντικώς το αντικείμενο της συμβάσεως, περιλαμβάνοντας υπηρεσίες που δεν είχαν αρχικώς προβλεφθεί. Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας 92/50, που επιβάλλει για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών που έχουν ως αντικείμενο την παροχή, αποκλειστικώς ή κυρίως, υπηρεσιών εκ των περιλαμβανομένων στο παράρτημα I A της οδηγίας αυτής, περιορισμούς στη δυνατότητα των αναθετουσών αρχών να προσφύγουν στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συμβάσεων που αφορούν υπηρεσίες συμπληρωματικές εκείνων που αποτελούν το αντικείμενο της αρχικής συμβάσεως.
  4. Μια τροποποίηση μπορεί, επίσης, να θεωρηθεί ως ουσιώδης όταν μεταβάλλει την οικονομική ισορροπία της συμβάσεως υπέρ του επιλεγέντος μειοδότη κατά τρόπο μη προβλεπόμενο στην αρχική σύμβαση.». Στην παρούσα υπόθεση φαίνεται να υπήρξε σημαντική διεύρυνση του αντικειμένου της σύμβασης ποσοτικά και συγχρόνως ουδείς μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ότι ένας προσφοροδότης θα προσέφερε διαφορετική τιμή, αν γνώριζε ότι θα του κατακυρωνόταν τριπλάσια συνολικά ποσότητα από εκείνην που προδιαγράφετο στους όρους της προκήρυξης. Αποτελεί εν πάση περιπτώσει, πάγια αρχή του δικαίου των συμβάσεων (contract law), ότι η αποδοχή της τροποποίησης ενός όρου δεν μπορεί να συντελεστεί την απουσία της συναίνεσης και των δύο μερών. Ειδοποίηση από τον ένα μέρος στο άλλο δεν αποτελεί από μόνη της αποδοχή οποιασδήποτε τροποποίησης. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, para 1489, αναφέρονται τα εξής: "The parties to a Contract may effect a variation of the Contract by modifying or altering its terms by mutual agreement. [.] A mere unilateral notification by one party to the other, in the absence of any agreement, cannot constitute a variation of a contract". Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω τις αξιώσεις της Ενάγουσας ως η Έκθεση Απαίτησης, με έξοδα υπέρ του Εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)...................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Άλλωστε τούτο είναι νομοθετικά ρυθμισμένο. Η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, που είναι Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή, ιδρύθημε δυνάμει του άρθρου 3 του περί Αναπτύξης Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ.
  5. Το εν λόγω άρθρο ανέκαθεν προέβλεπε ότι η Αρχή αποτελεί «νομικό πρόσωπο με διαρκή διαδοχή και κοινή σφραγίδα και με εξουσία να αποκτά, κατέχει και διαθέτει ιδιοκτησία, να συνάπτει συμβάσεις». Ρητή είναι στον ίδιο Νόμο και η εξουσία της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου «να ενάγει και ενάγεται στο όνομα της», κάτι που την καθιστά κατάλληλο διάδικο στην παρούσα αγωγή. [2] Αν και δεν καθορίστηκε στην προκήρυξη το νομικό καθεστώς του διαγωνισμού, ήτοι το νομικό πλαίσιο από το οποίο θα διέπετο, εντούτοις δεν υπάρχει ενώπιον μου αμφισβήτηση του δικαιώματος της Ενάγουσας να υιοθετούσε «κλειστή διαδικασία» διεξαγωγής του διαγωνισμού, διαδικασία η οποία επιτρεπόταν στο Δημόσιο να υιοθετείται την τότε εποχή βάσει του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου του 1997 (Ν.102(Ι)/97), όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Ν.1(Ι)/2001, και η οποία εξακολουθεί να επιτρέπεται δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας. Ο όρος «κλειστή διαδικασία» έχει την έννοια «διαδικασίας που οδηγεί στην κατακύρωση Σύμβασης Δημοσίου, κατά την οποία μόνο πιθανοί προμηθευτές ή εργολάβοι που έχουν προεπιλεγεί κατά καθορισμένο τρόπο μπορούν να υποβάλουν προσφορά». Εν πάση περιπτώσει η νομιμότητα της διεξαγωγής ενός διαγωνισμού δεν είναι θέμα το οποίο να μπορεί να απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο ως αστικό δικαστήριο, αφού ανάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ασκεί αναθεωρητικό έλεγχο των πράξεων της διοίκησης δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. [3] «
  6. ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΙΣΧΥΟΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ Οι προσφορές πρέπει να παραμείνουν σταθερές και σε ισχύ μέχρι τις 19.6.
  7. Η Αρχή Ηλεκτρισμού θα ειδοποιήσει με τέλεφαξ το αργότερο μέχρι τις 19.6.2001 τους προσφοροδότες στους οποίους θα κατακυρωθούν υλικά και θα ακολουθήσει σχετική επιστολή κατακύρωσης.». [4]
  8. Για να μετατραπεί η πρόταση σε υπόσχεση, η αποδοχή πρέπει— (α) να είναι απόλυτη και ανεπιφύλακτη· (β) να εκδηλώθηκε κατά το συνήθη και εύλογο τρόπο, εκτός αν η πρόταση καθορίζει συγχρόνως και τον τρόπο της αποδοχής. Αν η πρόταση καθορίζει τον τρόπο της αποδοχής, και η αποδοχή δεν έγινε σύμφωνα με τον τρόπο που καθορίστηκε, το πρόσωπο που προτείνει δύναται, εντός εύλογου χρόνου από την κοινοποίηση της αποδοχής σε αυτό, να εμμείνει όπως η πρότασή του γίνει αποδεκτή κατά τον τρόπο που καθορίστηκε και όχι με άλλο τρόπο· αν όμως δεν εμμείνει, αποδέχεται την αποδοχή. [5] Ο όρος 11 της προκήρυξης προνοούσε ως εξής꞉ «
  9. ΠΛΗΡΩΜΗ Ο αγοραστής θα είναι υπόχρεος να προκαταβάλει στην Αρχή με εγγυημένη επιταγή (cheque good for payment) ολόκληρη την αξία των υλικών που θα του κατακυρωθούν βάσει των τιμών της προσφοράς του μέσα σε 7 μέρες από την ημερομηνία της σχετικής ειδοποίησης από την Αρχή για την κατακύρωση της προσφοράς.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.