← Κύπρος

RONIN PROJECTS LTD ν. TICKET2FINAL LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2864/14, 21/4/2015

RONIN PROJECTS LTD ν. TICKET2FINAL LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2864/14, 21/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2864/14 Μεταξύ: RONIN PROJECTS LTD Ενάγουσα/Αιτήτρια και

  1. TICKET2FINAL LTD
  2. DENIS ADAMSKIY Εναγόμενοι/Καθ ΄ων η Αίτηση --------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 28.5.2014 για έκδοση προσωρινού διατάγματος 21 Απριλίου,
  3. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα- Αιτήτρια: κ. Κουάλης για A.G. Erotocritou LLC. Για Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση: κ. Παπαχριστοδούλου για ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 21.5.2014, η ενάγουσα (εφεξής η αιτήτρια) διεκδικεί από τους εναγομένους 1 και 2 (εφεξής οι καθ' ων η αίτηση) ποσό €300.000, στηριζόμενη αφενός σε συμφωνία δανείου ημερ. 29.3.2013 και αφετέρου σε συμφωνία εγγύησης ίδιας ημερομηνίας. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, καταχώρησε και μονομερή αίτηση ζητώντας την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων - την οποία όμως στη συνέχεια απέσυρε. Επανήλθε μια βδομάδα αργότερα, στις 28.5.2014, καταχωρώντας την παρούσα - δια κλήσεως αίτηση - με την οποία ζητά την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων: «
  4. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 και/ή 2 και/ή στους διευθυντές και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτών από του να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση και/ή προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια ή πράξη, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα τους, που θα είχε ως αποτέλεσμα, άμεσα ή έμμεσα, την αποξένωση και/ή διάθεση και/ή δωρεά και/ή πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση των μετοχών της Εναγομένης 1 και των μετοχών των εταιρειών: i. Ticket2Final Israel Ltd (incorporated on 16.11.2008, registration # 514203223); ii. Ticket2Final OU, Estonia (incorporated on 10.8.2011 registration # 12145318); iii. T2Final Germany UG (incorporated on 03.12.2012, registration # HRB 147133); iv. Ticket2Final USA LLC (incorporated on 10/10/2011, registration # 0452507)" μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
  5. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να εμποδίζει και/ή απαγορεύει τους Εναγομένους 1 και 2 και/ή τους υπαλλήλους και/ή διευθυντές και/ή αντιπροσώπους αυτών από του να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν και/ή ενεχυριάσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία εντός και εκτός Κύπρου, υπό μορφή κινητής και ακίνητης περιουσίας και/ή δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων μετοχών σε άλλες εταιρείες, μέχρι του ποσού των €300.000 και/ή από του να αποσύρουν από τους τραπεζικούς λογαριασμού τους στην Κύπρο και το εξωτερικό οποιοδήποτε ποσό και/ή ποσά έτσι ώστε να παραμένει οποιοδήποτε υπόλοιπο όχι χαμηλότερο του ποσού των €300.000 μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό». Η Αίτηση θεμελιώνεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ 1, 2, 3, 7, 8

(1)και 9, στα Άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα Άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 2 και 6 του Ε/Κ 44/2011, στα Άρθρα 1-10 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων σε Αξιόγραφα Νόμου (Ν.31
(1)/92), στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές της Επιείκειας, στις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva ως και στη διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της αιτήτριας Anton Andronov εκ Ρωσίας, η οποία συνοδεύεται από πλειάδα υποστηριχτικών τεκμηρίων. Απ΄ ότι αναφέρει ο ενόρκως δηλών, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που άπτονται της Αίτησης. Στο πλαίσιο αυτό, διατείνεται, ότι, η αιτήτρια εταιρεία - η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο διαπραγματευόταν με την καθ' ης η Αίτηση 1 - η οποία είναι εγγεγραμμένη στο Isle of Man - και η οποία είναι η μητρική εταιρεία ενός ομίλου εταιρειών που ασχολείται με την πώληση εισιτηρίων για διάφορες εκδηλώσεις. Σκοπός της διαπραγμάτευσης, ήταν η από μέρους της αιτήτριας, επένδυσης χρημάτων στις δραστηριότητες και εργασίες της καθ΄ης η αίτηση 1 και των θυγατρικών της εταιρειών που εδρεύουν σε Εσθονία, Γερμανία και Η.Π.Α αντίστοιχα. Στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, υπεγράφη στις 29.3.2013, μεταξύ αιτήτριας και καθ΄ ης η αίτηση 1, μη δεσμευτική Συμφωνία Αμοιβαίας Κατανόησης (εφεξής η ΣΑΚ) (τεκμήριο 1). Στη ΣΑΚ αναφέρεται ότι η αιτήτρια θα ερευνήσει το ενδεχόμενο χορήγησης δανείου ύψους €300.000 με τόκο 5% ετησίως για μια περίοδο μέχρι 120 ημερών και όχι αργότερα της 31.3.
  1. Αυτή η πρόνοια συμπεριλήφθηκε στη ΣΑΚ καθώς η καθ΄ης η αίτηση 1 χρειαζόταν άμεση χρηματοδότηση για να καλύψει επείγουσες οικονομικές ανάγκες. Παρόλο που ο οικονομικός έλεγχος (due diligence) που ήταν προϋπόθεση για να τελεσφορήσει η επένδυση, δεν είχε ολοκληρωθεί, η αιτήτρια, στη βάση καλής πίστης, παραχώρησε το ποσό των €300.000 στην καθ΄ ης η αίτηση 1, ως δάνειο. Για το σκοπό αυτό υπεγράφη η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29.3.2013 (τεκμήριο 2), την οποία εγγυήθηκε, ο ιδιοκτήτης της καθ' ης η αίτηση 1 και μοναδικός τελικός δικαιούχος όλων των εταιρειών του ομίλου, καθ' ου η αίτηση 2, υπογράφοντας συμφωνία εγγύησης ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο 3). Με τη συμφωνία εγγύησης, ο καθ΄ου η αίτηση 2, συμφωνούσε να εγγυηθεί και να πληρώσει στην αιτήτρια ως πρωτοφειλέτης και όχι μόνο ως εγγυητής, όλα και οποιαδήποτε ποσά ανεξαρτήτως αν αυτά αφορούσαν κεφάλαιο, τόκους ή άλλες επιβαρύνσεις. Οι προαναφερθείσες συμφωνίες διέπονταν από το Κυπριακό Δίκαιο ενώ αποκλειστική δικαιοδοσία για επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς που τυχόν ανέκυπτε, θα είχαν τα Κυπριακά Δικαστήρια. Επ' αυτού σημειώνεται από τον ενόρκως δηλών, ότι, εκ παραδρομής στη συμφωνία δανείου, αντί να αναγραφούν οι λέξεις "Cyprus Courts" όπως έγινε στη συμφωνία εγγύησης, ανεγράφησαν οι λέξεις "Cyprus Arbitration Court". Τέτοιο Δικαστήριο δεν υπάρχει βέβαια και η δεδηλωμένη και αμοιβαία πρόθεση των μερών ήταν καταφανώς η παραπομπή των διαφορών στα Κυπριακά Δικαστήρια. Όταν ολοκληρώθηκε ο οικονομικός έλεγχος (due diligence), η αιτήτρια αποφάσισε να μην προχωρήσει με την επένδυση και απέσυρε έτσι το ενδιαφέρον της. Ακολούθως ζήτησε από τους καθ΄ων η αίτηση να αποπληρώσουν το δάνειο. Αντ΄ αυτού οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλοντας αβάσιμες δικαιολογίες και προφασιζόμενοι όρους της μη δεσμευτικής ΣΑΚ, αρνήθηκαν να πληρώσουν. Ως εκ τούτου η αιτήτρια παρέπεμψε την υπόθεση στην ομάδα είσπραξης οφειλών του Ομίλου στον οποίον ανήκει, και η οποία, από τους ελέγχους που διενήργησε, διαπίστωσε ότι η καθ΄ης η αίτηση 1 είναι σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, καθιστώντας έτσι απίθανο το ενδεχόμενο να είναι σε θέση να αποπληρώσει το δάνειο. Παράλληλα, μέσα από την ενδελεχή ανάλυση των πιο πάνω δεδομένων και των μη ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της καθ΄ ης η αίτηση 1, διαφάνηκε ότι ο καθ΄ου η αίτηση 2 μετέφερε χρήματα και περιουσιακά στοιχεία μεταξύ των εταιρειών για δικό του προσωπικό όφελος και κέρδος. Μέσω αυτής της χειραγώγησης κεφαλαίων, ο καθ΄ου η αίτηση 2 αποφεύγει τις υποχρεώσεις του έναντι της αιτήτριας. Στη βάση των πιο πάνω είναι η πεποίθηση του ενόρκως δηλούντος, ότι τα χρήματα του δανείου έχουν μεταφερθεί και εξανεμισθεί ανάμεσα στις θυγατρικές εταιρείες της καθ΄ης η αίτηση 1, καθιστώντας τα τελείως αδύνατο να εντοπισθούν. Συνακόλουθα και με δεδομένο ότι οι καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 δεν έχουν οποιαδήποτε πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που να δύνανται να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς ικανοποίησης μελλοντικής δικαστικής απόφασης, ζητά την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, εισηγούμενος συνάμα ότι όλες οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία και ο νόμος για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, πληρούνται. Μετά την επίδοση της Αίτησης στους καθ΄ων η αίτηση με υποκατάστατη επίδοση στο εξωτερικό, αυτοί εμφανίστηκαν στη διαδικασία και καταχώρησαν Ειδοποίηση Περί Προθέσεως Ένστασης (εφεξής η Ένσταση) στις 8.10.
  2. Η Ένσταση στηρίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1950, στους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης, στα άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα Άρθρα 1-10 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων σε Αξιόγραφα Νόμου (Ν.31
(1)/92), στη Δ.48 θθ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Ε.Κ 44/2001, στις αρχές και τους κανόνες της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση προβάλλονται οι ακόλουθοι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης: «
  1. Δεν συντρέχουν οι συσσωρευτικές προϋποθέσεις για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60: (α) Με την μαρτυρία τους οι Αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας. (β) Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ότι η ζημιά θα είναι δύσκολο να υπολογιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή δεν έχουν προσάγει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση προτίθενται να αποξενώσουν και/ή να μεταβάλουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία τους. (γ) Δεν είναι δίκαιη και πρόσφορη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση.
  2. Το Σεβαστό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή εξουσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα αφού αυτά αφορούν και/ή με αυτά επιχειρείται η μεταβολή και/ή παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων τα οποία βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων και/ή τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της Αγωγής.
  3. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταπατούσε το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο και/ή τους κανόνες του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου και/ή της αρχής της αβρότητας (comity) των Δικαστηρίων.
  4. Οι Αιτητές δεν έχουν προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure) που αφορούν την παρούσα υπόθεση και/ή δεν κατέφυγαν στην Επιείκεια με «καθαρά χέρια» (clean hands)». Από πλευράς γεγονότων συνοδεύεται από έγγραφο που υπογράφεται από τον Eyal Bechor που τιτλοφορείται "affidavit" συνταγμένο στην αγγλική γλώσσα και πιστοποιημένο από την Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Τελ Αβίβ. Ο κ. Bechor διευθύνον σύμβουλος (CEO) της καθ΄ης η αίτηση 1 αναφέρει, ότι, γνωρίζει τα γεγονότα από την προσωπική του ανάμειξη στην υπόθεση και από πληροφορίες που έλαβε από τον κ. Adamskiy, ο οποίος κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν ο κύριος μέτοχος της καθ΄ης η αίτηση
  5. Ο δηλών, ενώ συμφωνεί με πολλούς ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, αποδίδει την κατάρρευση της επένδυσης σε λόγους που αφορούν αποκλειστικά την αιτήτρια και συνδέει άρρηκτα το παραχωρηθέν δάνειο με τη δρομολογούμενη επένδυση. Πιο συγκεκριμένα, υποδεικνύει, ότι, συμφώνως των προνοιών της ΣΑΚ, σε περίπτωση έγκρισης του δανείου, το κεφάλαιο και οι συσσωρευμένοι τόκοι θα αποπληρώνονταν από την καθ΄ης η αίτηση 1 από τα έσοδα που θα λάμβανε από την πρώτη δόση που θα πληρώνετο από τον επενδυτή για το επενδυτικό μερίδιο. Με άλλα λόγια, το δάνειο θα συμψηφίζετο με τα χρήματα που ήταν πληρωτέα ως πρώτη δόση για τις μετοχές στις οποίες θα επένδυε η αιτήτρια. Πέραν τούτου, η συνάρτηση της ΣΑΚ και της συμφωνίας δανείου είναι πρόδηλη και από το γεγονός ότι αμφότερες υπεγράφησαν την ίδια ημερομηνία. Στο πλαίσιο λοιπόν της ΣΑΚ, οι διαδικασίες προχώρησαν σε τέτοιο βαθμό και τα μέρη συμπεριφέρονταν ο ένας στον άλλο κατά τέτοιο τρόπο που κατ΄ουσία η επένδυση είχε ήδη επιβεβαιωθεί και τελεσφορήσει δια της εκατέρωθεν συμπεριφοράς των μερών (by conduct). Η μη δεσμευτική συμφωνία δηλαδή μετατράπηκε σε δεσμευτική. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που παραχωρήθηκε το δάνειο - ως προπληρωμή της πρώτης δόσης της επένδυσης δηλαδή - και όχι για λόγους καλής πίστης ως εσφαλμένα και παραπλανητικά αναφέρεται από τον κ. Andronov. Για τον λόγο αυτό, η αιτήτρια όχι απλώς κωλύεται εκ συμπεριφοράς (estoppel by conduct) να διεκδικεί το παραχωρηθέν δάνειο, αλλά επιπλέον, λόγω της κατάρρευσης της επένδυσης εξ υπαιτιότητας της, η καθ΄ης η αίτηση 1 υπέστη σημαντικότατη χρηματική ζημιά και απώλεια, η οποία στο παρόν στάδιο εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα €3.400.000, ποσό το οποίο θα διεκδικήσει στα πλαίσια ανταπαίτησης που θα καταχωρηθεί εν ευθέτω χρόνο. Απ΄ εκεί και πέρα, ο δηλών, απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και εξαφάνισης χρημάτων, επισημαίνοντας πως αν οι καθ΄ων η αίτηση είχαν μια τέτοια πρόθεση, θα μπορούσαν να την είχαν ήδη υλοποιήσει στην περίοδο που μεσολάβησε από την πρώτη απαίτηση της αιτήτριας για αποπληρωμή του δανείου και της καταχώρησης της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Η καθ' ης η αίτηση 1, συνεχίζει, είναι οικονομικά δυνατή και φερέγγυα, ασχολούμενη με την πώληση ενός μοναδικού, καινοτόμου προϊόντος, που δεν πωλείται από καμία άλλη εταιρεία στην Ευρώπη. Ο δε καθ' ου η αίτηση 2 είναι ένας καθ' όλα σεβαστός επιχειρηματίας. Για τους λόγους αυτούς και εξηγώντας ότι κατά την κρίση του δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, ζητά την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν κλήθηκε για αντεξέταση οποιοσδήποτε και έτσι δόθηκε απευθείας ο λόγος στους συνηγόρους. Αμφότεροι ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, πολυσέλιδες γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες συνοδεύονται από υποστηρικτική νομολογία και αποσπάσματα από σχετικά συγγράμματα. Οι αγορεύσεις αυτές, είναι στοχευμένες, εμπεριστατωμένες και καταπιάνονται με κάθε πτυχή της ανακύπτουσας διαφοράς. Τις έχω δε διεξέλθει με προσοχή και ενδελέχεια και αναφορά σε επιμέρους σημεία που θίγονται θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, εκεί και όπου χρειάζεται για επίλυση της επίδικης διαφοράς. Πρώτα όμως κάποιες γενικές αρχές. Ξεκινώ, επισημαίνοντας ότι η προϋπόθεση του "επείγοντος" που θέτει το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, αφ' ης στιγμής, η Αίτηση καταχωρήθηκε δια κλήσεως, δεν τυγχάνει εφαρμογής και δεν εξετάζεται. Απομένει, επομένως, το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Κεφ.6 (βλ. Demades Overseas Ltd v. STUDIO MUST LTD
(1996)1 Α.Α.Δ. 799. Το άρθρο 32 διαλαμβάνει ως εξής: "
(1)Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας δύναται να εκδίδει απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικόν)... εις πάσας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Νοείται ότι παρεμπίπτον διάταγμα δεν θα εκδίδηται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασίας ότι υπάρχει πιθανότης ο ενάγων να δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι, εκτός εάν εκδοθεί περεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον." Από την πλούσια ερμηνευτική επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 είναι οι ακόλουθες:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτό απαιτεί απλώς την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία.
  2. Πιθανότητα επιτυχίας. Βάσει αυτής της προϋπόθεσης, ο αιτητής δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας στη δίκη. Το βάρος που έχει είναι πολύ λιγότερο και ικανοποιείται με την απλή κατάδειξη προοπτικής επιτυχίας, η οποία να υφίσταται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Σ' αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο εξετάζει, χωρίς βεβαία να αποφασίζει, την αποδεικτική δύναμη (evidential strength) της υπόθεσης τoυ ενάγοντος. Στην υπόθεση Mothercare Ltd v. Robson Books Ltd [1979] FSR 466, 474 τονίστηκε ότι: 'The prospects of the plaintiff's success are to be investigated to a limited extent, but they are not to be weighed against the prospects of failure. All that has to be seen is whether the plaintiff has prospects of success, which in substance and reality exist. Odds against success no longer defeat the plaintiff, unless they are so long that the plaintiff can have no expectation of success, but only a hope. If his prospects on success are so small that they lack substance and reality, then the plaintiff falls, for he can point to no question to be tried which can be called 'serious' and no prospect of success which can be called 'real."
  3. Αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Τούτο, όμως, δεν είναι απόλυτα ακριβές αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Εάν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255). Στην Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, τονίστηκε χαρακτηριστικά ότι "τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ". Από την άλλη, βέβαια, η ευρύτητα της διατύπωσης του άρθρου 32, επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α., Κυπριανού κ.α. v. Lasala κ.α., King Mazax Lines Ltd κ.α. v. Lasala κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162 [Ολ])). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιόν του, δεν καταλήγει σε τελικά πραγματικά ή νομικά συμπεράσματα και γενικά αποφεύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Για να αποδειχθούν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειαστεί, με σκοπό να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Τα θέματα που άπτονται της αγωγής θα πρέπει να παραμένουν ανοικτά μέχρι τέλους (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στην εδώ περίπτωση και προτού συναρτήσω τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις με τα επιμέρους γεγονότα, θα πρέπει να εξετασθεί το θέμα που ήγειρε στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας και αφορά στο έγγραφο που συνοδεύει την Ένσταση τιτλοφορούμενο "affidavit". Κατά την εισήγηση του συνηγόρου, το έγγραφο αυτό δεν λογίζεται ως νομότυπη ένορκη δήλωση και συνεπώς δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριιο. Συμφώνως της Διαταγής 39.Θ.1, η μαρτυρία κατόπιν αιτήσεως, θα πρέπει να δίδεται με ένορκο κατάθεση (δήλωση) με δυνατότητα, κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αντεξέτασης του καταθέτη. Συμφώνως δε της επακόλουθης Διαταγής 39 Θ.10, «Το πρόσωπο που λαμβάνει την ένορκη δήλωση πρέπει να σημειώνει αμέσως στο τέλος της δήλωσης στο αριστερό σημείο της σελίδας, την ώρα και το χώρο που δόθηκε η ένορκη δήλωση, και ότι η ένορκη δήλωση ορκίστηκε και υπογράφηκε ενώπιον του, πρέπει να υπογράφει την βεβαίωση ("jurat") και να δηλώνει το αξίωμα του (Έντυπο 35)» Το έντυπο 35 διαλαμβάνει ως εξής: (Σε μετάφραση) "Ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον μου στις ....(ημερομηνία), στο .....(Δικαστήριο ή άλλο χώρο όπου λαμβάνονται ένορκες δηλώσεις) (Υπέγραψε) .., Πρωτοκολλητής". Στην υπόθεση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.α v. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 1354, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι έγγραφο που φερόταν ως ένορκη δήλωση αλλά δεν έφερε βεβαίωση (jurat) δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως μαρτυρία. Στην πρωτόδικη απόφαση HEKRO DR Ing. e.h. Hermann Kronseder Sicherteits und Verpackungstechnik Gmbh v. STARCARE LTD, Αρ. Αγωγής 3767/2012, ημερ. 2/11/2012 (Λένα Δημητριάδου Π.Ε.Δ), στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, κρίθηκε υπό παρόμοιες με τις εδώ συνθήκες, ότι, η δήλωση δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Και στην προκειμένη περίπτωση, έχω την ίδια άποψη. Το έγγραφο-δήλωση, παρά τον τίτλο "affidavit" δεν φέρει στο τέλος του τη νενομισμένη ή οποιαδήποτε βεβαίωση (jurat), που να επιβεβαιώνει ότι ο δηλών, ορκίστηκε ενώπιον του αρμοδίου προσώπου. Αντ' αυτού, δια σφραγίδας και υπογραφής, πιστοποιείται απλώς η υπογραφή του κ. Bechor - διαλαμβάνοντας μάλιστα ρήτρα, ότι, ο πιστοποιών αξιωματούχος δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε ευθύνη για το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο χαρακτηρίζεται "document" και όχι "affidavit". Υπό αυτές τις συνθήκες, κρίνω ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν αποτελεί ένορκη δήλωση υπό την έννοια της Διαταγής 39.Θ.1, αφού δεν φέρει τη νενομισμένη βεβαίωση ως προβλέπεται στη Διαταγή 39.Θ.10 και το συνακόλουθο έντυπο 35. Ως εκ τούτου και με δεδομένο, ότι, η παράλειψη είναι ουσιαστική και όχι τυπική και άρα μη θεραπεύσιμη δυνάμει της Διαταγής 64, το περιεχόμενο του εγγράφου είναι χωρίς αποδεικτική αξία και δεν θα ληφθεί υπόψη. Παρόλα ταύτα η Ένσταση δεν θα πρέπει να αγνοηθεί. Παραμένει ισχυρή ως προς τα νομικά θέματα που εγείρονται και εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο υπέχει εγγενή υποχρέωση εξέτασης των προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινού διατάγματος - και τούτο ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη ενστάσεως. Συναφώς, αλώβητο ήταν και το δικαίωμα της πλευράς των καθ'ων η αίτηση να καταθέσουν αγόρευση (βλ.Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 741). Επιστρέφοντας στην κανονική ροή εξέτασης και μολονότι έχει καταχωρηθεί μόνο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, κρίνω, ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις πληρούνται. Η αιτήτρια, στηριζόμενη σε μια αναγνωρισμένη βάση αγωγής, ήτοι την παράβαση σύμβασης, διεκδικεί από τους καθ' ων η αίτηση ποσό €300.
  1. Η βάση της αγωγής - και τούτο έχει σημασία για τη δεύτερη προϋπόθεση - φαίνεται να ενσαρκώνεται στις γραπτές συμφωνίες δανείου και εγγύησης που παρουσιάστηκαν αντίστοιχα ως τεκμήρια 1 και
  2. Οι δε συνθήκες υπό τις οποίες υπεγράφησαν και γενικότερα το όλο πλέγμα της δοσοληψίας των μερών, εξηγήθηκαν με πάσα λεπτομέρεια από τον ενόρκως δηλούντα κ. Andronov. Επισημαίνω, χωρίς ποσώς να το αξιολογώ στο παρόν στάδιο, ότι, οι καθ' ων η αίτηση, δεν έχουν αποπληρώσει το δάνειο υπό την έννοια της χρηματικής επιστροφής του καταβληθέντος ποσού. Η δική τους θεώρηση είναι εντελώς διαφορετική, αλλά στην απουσία αποδεκτών γεγονότων από μέρους τους, η θεώρηση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ακόμα και να λαμβάνετο υπόψη, η κατάληξη μου θα ήταν ακριβώς η ίδια. Η Υπεράσπιση του κωλύματος (estoppel) που προβάλλουν ή ακόμα και η σημαντική ανταπαίτηση που θεωρούν ότι έχουν, δεν είναι στοιχεία που αδυνατίζουν τη θέση της αιτήτριας ως προς την εκπλήρωση της δεύτερης προϋπόθεσης. Υπενθυμίζω επ' αυτού, ότι το Δικαστήριο σ΄ αυτό το πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, δεν αξιολογεί τη μαρτυρία, δεν προβαίνει σε ευρήματα και δεν αντιπαραβάλλει κατά τρόπο καταληκτικό, αντικρουόμενες εκδοχές και θέσεις. Απλά εξετάζει - υπό μορφή επιθεώρησης - την προσκομισθείσα μαρτυρία και κρίνει αν έχει καταδειχθεί μια ουσιαστική και πραγματική προοπτική επιτυχίας - και τίποτε πέραν τούτου. Αυτή η προοπτική κατά την κρίση μου, υπάρχει. Έρχομαι στην τρίτη προϋπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό η αιτήτρια επικαλείται την κακή οικονομική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση, το γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ότι το μόνο ουσιαστικό περιουσιακό στοιχείο της καθ' ης η αίτηση 1, είναι το συμφέρον της στις θυγατρικές της εταιρείας και το ότι ο καθ' ου η αίτηση 2, μεταφέροντας κεφάλαια και περιουσιακά στοιχεία εξαφάνισε το προϊόν του δανείου και γενικά τους όποιους πόρους, δυνατό να χρησιμοποιούντο για την ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης. Στους ισχυρισμούς αυτούς, διαπιστώνω αφενός αντιφάσεις και αφετέρου μια παντελή έλλειψη υποστηρικτικής μαρτυρίας. Συγκεκριμένα ενώ το δάνειο ημερ. 29.3.2013 - σύμφωνα με τα λεγόμενα του κ. Andronov - δόθηκε, και μάλιστα στη βάση μόνο και μόνο καλής πίστης "για να καλύψουν (η καθ' ης η αίτηση 1) επείγουσες οικονομικές ανάγκες" κάτι που υποδηλεί, τουλάχιστον, μια έλλειψη ρευστότητας κατά την περίοδο αυτή - την ίδια ώρα - κατά τρόπο ανακόλουθο των πράξεων της αιτήτριας, επικαλείται την κακή οικονομική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση 1 κατά την ίδια ακριβώς περίοδο ή και προγενέστερα (το 2012) για να αναδείξει κίνδυνο μη ικανοποίησης μελλοντικής δικαστικής απόφασης. Παράλληλα ο κ. Andronov στην παράγραφο 23 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι "έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 ....., μετέφερε λεφτά και περιουσιακά στοιχεία μεταξύ των εταιρειών, για δικό του προσωπικό όφελος και κέρδος". Στη συνέχεια το μόνο στοιχείο που παραθέτει είναι απόσπασμα από τις οικονομικές καταστάσεις για το 2011 (τεκμήριο 8) - δηλαδή δύο χρόνια πρωτύτερα της υπογραφής του δανείου - σύμφωνα με τις οποίες - κατά τον κ. Αndronov - φαίνεται ότι οι κύριοι οφειλέτες της καθ' ης η αίτηση 1, είναι οι θυγατρικές της εταιρείες και ο καθ' ου η αίτηση
  3. Ακόμα και αν έτσι έχουν τα πράγματα, αυτό ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της υπογραφής του δανείου και συνεπώς είναι άσχετο και ουδόλως μπορεί να συνδεθεί με την απαίτηση της αιτήτριας. Ούτε βεβαίως και τα αποσπασματικά στοιχεία της οικονομικής κατάστασης του 2011, δίνουν υπόσταση και περιεχόμενο στη διατυπωθείσα (αυθαίρετη) θέση του κ. Andronov, περί διακίνησης κεφαλαίων και περιουσιακών στοιχείων για ίδιον όφελος του καθ' ου η αίτηση
  4. Δεν διαλανθάνει βέβαια της προσοχή μου, ότι δεν χρειάζεται να αποδείξει κάποιος πραγματική πρόθεση ή προσπάθεια αποξένωσης περιουσιακών στοιχειών για να πετύχει στην έκδοση προσωρινού διατάγματος (βλ.Κουτσού v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1165), θα πρέπει όμως να καταδειχθεί, ενδεχόμενο παρεμπόδισης είσπραξης της δικαστικής απόφασης, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί στη δοσμένη περίπτωση. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι τα μόνα περιουσιακά στοιχεία της καθ' ης η αίτηση 1 είναι το συμφέρον της στις θυγατρικές της εταιρείες, θα πρέπει να σημειώσω, ότι η απόκτηση των 100% των μετοχών στις θυγατρικές της εταιρείες, ήταν απαίτηση της αιτήτριας στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης για επένδυση. Η απαίτηση τέθηκε για να εξασφαλιστεί η οικονομική ευρωστία της καθ' ης η αίτηση 1 και συμφώνως της μαρτυρίας, φαίνεται να υλοποιήθηκε. Συνεπώς είναι και πάλι οξύμωρο, αφ' ης στιγμής υλοποιήθηκε αυτή η ουσιαστική απαίτηση, η αιτήτρια να ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση 1 παραμένει οικονομικά δυσπραγούσα. Τοιουτοτρόπως η ανυπαρξία περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, είναι ένα γεγονός που προϋπήρχε της διαφοράς, που ήταν εν γνώσει της αιτήτριας και που από μόνο του, ουδόλως τεκμηριώνει κίνδυνο μη απονομής δικαιοσύνης σε μελλοντικό στάδιο. Τέλος, επισημαίνω, ότι πέραν του χρηματικού κινδύνου - ο οποίος, ως εκ των ανωτέρω δεν γίνεται αποδεκτός, κανένας άλλος λόγος δεν έχει προβληθεί από την αιτήτρια που να θέτει σε κίνδυνο την ορθή απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει την τρίτη προϋπόθεση. Ως εκ του και χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί οποιαδήποτε άλλη παράμετρος του ζητήματος, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (ένα σετ εξόδων) και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ) ............................... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.