Σωτήρη Γιάλλουρου ν. Liberty Life Insurance Ltd, Αρ. Αγωγής: 6440/2008, 22/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6440/2008 Μεταξύ: Σωτήρη Γιάλλουρου Ενάγοντα και Liberty Life Insurance Ltd Εναγομένης --------------------- Ημερομηνία: 22 Απριλίου, 2015 Για τον ενάγοντα : κ. Θ. Μ. Ιωαννίδης Για την εναγομένη : κα Στ. Ερωτοκρίτου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιώνει Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Ζωής με αρ. 824-501012 (εφεξής «το ασφαλιστήριο») βρίσκεται σε ισχύ, Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την επαναφορά του συμβολαίου, αποζημιώσεις ύψους €59.801,05 για παράβαση του συμβολαίου, παραδειγματικές αποζημιώσεις, επιστροφή του καταβληθέντος ασφαλίστρου εκ €12.014,07, πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς, στις 28.10.1998 ο ενάγων συνήψε με την εναγομένη το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής διάρκειας 20 ετών, με ποσό κάλυψης Λ.Κ. 35.000 και ολικό ετήσιο ασφάλιστρο Λ.Κ. 2.359,26 το οποίο στη συνέχεια μετετράπη σε εξαμηνιαίο εκ Λ.Κ.1.179,
- Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι με βάση ρητούς όρους του ασφαλιστηρίου (άρθρα 19 και 22), δικαιούται για όλη την περίοδο των 20 χρόνων όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το ασφαλιστήριο έγγραφο. Ειδικότερα, προβάλλει τη θέση ότι μετά την πληρωμή ασφαλίστρων και την παρέλευση των τριών πρώτων χρόνων, το ασφαλιστήριο αποκτά αξία εξαγοράς ίση με ποσοστό της αξίας των πιστωμένων στο ασφαλιστήριο μονάδων όπως καθορίζεται στον Πίνακα Εξαγοράς που επισυνάπτεται στο ασφαλιστήριο. Η αξία των πιστωμένων μονάδων για σκοπούς υπολογισμού της αξίας εξαγοράς είναι η τιμή εξαργύρωσης κατά την τελευταία ημερομηνία εκτίμησης πριν την παραλαβή γραπτής αίτησης του συμβαλλομένου για την εξαγορά του ασφαλιστηρίου. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι αν η οφειλόμενη δόση δεν καταβληθεί μέσα στην περίοδο που δίδεται από το συμβόλαιο και το ασφαλιστήριο έχει αποκτήσει αξία εξαγοράς, η εναγομένη θα μετατρέπει αυτόματα σε δάνειο το οφειλόμενο ποσό του ασφαλίστρου, με την προϋπόθεση ότι το ποσό της εξαγοράς επαρκεί για αυτό. Στην περίπτωση που το ποσό εξαγοράς δεν επαρκεί για την εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου ασφαλίστρου, το ασφαλιστήριο θα παραμένει σε ισχύ για τόση χρονική περίοδο όση αναλογεί στο ποσό της αξίας εξαγοράς σε σχέση με το ποσό του οφειλόμενου ασφαλίστρου. Εάν πληρωθούν τα ασφάλιστρα για τα πρώτα τρία χρόνια και τα υπόλοιπα αφεθούν να εξοφληθούν με αυτόματο δανεισμό, η εικόνα που θα δημιουργηθεί, με ενδεικτική μικτή απόδοση του Ταμείου 10% και επιβάρυνση του δανείου με το ίδιο ποσοστό, είναι αυτή που παρουσιάζεται σε Πίνακα που παρατίθεται, με αξία εξαγοράς μετά από 18 χρόνια εκ Λ.Κ. 14.
- Ο ενάγων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι εξόφλησε όλα τα ασφάλιστρα των τριών πρώτων χρόνων, σύνολο Λ.Κ. 7.031,52 ενώ με επιστολή του ημερ. 19.5.2008 αξίωσε από την εναγομένη να τον πληροφορήσει για τις μονάδες του ασφαλιστηρίου του και να του αποστείλει βεβαίωση καταβολής ασφαλίστρου για υποβολή στο Γραφείο Φόρου Εισοδήματος. Η εναγομένη, με επιστολή της ημερ. 9.6.2008, απάντησε ότι στις 10.2.2006 είχε αποστείλει επιστολή στον ενάγοντα, την οποία ο ίδιος αρνείται ότι παρέλαβε, για αυτόματη εξαγορά του συμβολαίου μετά την εφαρμογή όρου του συμβολαίου για εξόφληση των ασφαλίστρων με αυτόματο δανεισμό. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε έντονα στην εναγομένη και ισχυρίζεται ότι υπάρχει ειδικός όρος ο οποίος προβλέπει ότι με την πληρωμή των ασφαλίστρων των τριών πρώτων χρόνων το συμβόλαιο θα ισχύει για περίοδο 20 χρόνων. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που η εναγομένη επιμένει στην ακύρωση του συμβολαίου, αυτός δικαιούται στην επιστροφή του καταβληθέντος ασφαλίστρου των Λ.Κ. 7.031,52 (€12.014,07) ως και τα ποσά που αναφέρονται στον προαναφερόμενο πίνακα. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι δικαιούται αποζημιώσεις για παράβαση του ασφαλιστηρίου από την εναγομένη ύψους Λ.Κ. 35.000 ή €59.801,05 που ήταν το ποσό κάλυψης του ασφαλιστηρίου, αλλά και παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω της συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία ενώ βεβαίωσε ότι με την καταβολή των ασφαλίστρων των τριών πρώτων χρόνων το συμβόλαιο θα βρισκόταν σε ισχύ για 20 χρόνια, στη συνέχεια προχώρησε στην παράνομη ακύρωσή του. Η εναγομένη με την Υπεράσπισή της ισχυρίζεται ότι το ασφαλιστήριο έπαυσε να έχει ισχύ λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων και/ή μη επάρκειας της αξίας εξαγοράς για την ικανοποίηση της πληρωμής των ασφαλίστρων με τον μηχανισμό του αυτόματου δανεισμού. Το ασφάλιστρο ήταν Λ.Κ. 2.313 ανά έτος, το οποίο μετά τον πρώτο χρόνο συμφωνήθηκε όπως καταβάλλεται σε δύο εξαμηνιαίες δόσεις των Λ.Κ. 1.179,
- Επισημαίνει ότι στην πρόταση για ασφάλιση ζωής που υπέβαλε ο ενάγων στην εναγομένη στις 27.10.1998, δήλωνε ότι ο σκοπός της ασφάλειας ήταν η φοροαπαλλαγή. Η εναγομένη αναφέρεται στις πρόνοιες των όρων 19, 21 και 22 του ασφαλιστηρίου και προβάλλει ότι ο εναγόμενος κατέβαλε τα ασφάλιστρα για τα πρώτα τρία χρόνια (σύνολο Λ.Κ. 7.031,52) ήτοι για περίοδο μέχρι 28.10.2001 και ακολούθως, ουδέν ποσό κατέβαλε. Ως εκ τούτου, και επειδή το ασφαλιστήριό του είχε αποκτήσει αξία εξαγοράς, η εναγομένη προέβη στην μετατροπή της αξίας σε δάνειο, κατ' εφαρμογήν των προνοιών για πληρωμή των ασφαλίστρων με τον μηχανισμό του αυτόματου δανεισμού, και εξόφλησε τα ασφάλιστρα μέχρι που το περιθώριο της αξίας εξαγοράς επαρκούσε, ήτοι για την περίοδο από 28.10.2001 μέχρι 28.2.2006, συνολικού ύψους €17.849,57 πλέον €3.893,92 τόκοι επί του δανείου. Συνεπώς, από την επόμενη ημερομηνία οφειλής του ασφαλίστρου ήτοι 28.3.2006 το ασφαλιστήριο συμβόλαιο έπαυσε να ισχύει και/ή εξαγοράσθηκε αυτόματα. Όσον αφορά τον Πίνακα με την ενδεικτική μελέτη για αυτόματο δανεισμό, η εναγομένη επισημαίνει ότι ουδέποτε η μεικτή απόδοση του Ταμείου ήταν 10%. Με την πραγματική απόδοση του Ταμείου η αξία εξαγοράς/το περιθώριο πληρωμής των οφειλόμενων ασφαλίστρων επήρκεσε για την πληρωμή των ασφαλίστρων μέχρι 28.2.
- Ο δε ενάγων ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για τη μετατροπή του ασφαλιστηρίου σε ελεύθερο πληρωμής ασφαλίστρων. Η εναγομένη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι με επιστολή της ημερ. 10.2.2006, η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς στη διεύθυνση του ενάγοντα, έθεσαν υπόψη του την παράλειψή του να καταβάλει τα ασφάλιστρα και την ως εκ τούτου εφαρμογή του όρου αυτόματου δανεισμού και την αυτόματη εξαγορά του συμβολαίου στις 28.3.
- Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στην αλληλογραφία που αντηλλάγη μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο ενάγων και ένας μάρτυρας για την πλευρά της εναγομένης. Ο ενάγων κατέθεσε τα γεγονότα όπως παρουσιάζονται στην έκθεση απαίτησης, τα οποία έχουν συνοψιστεί στις σελίδες 2 και 3 πιο πάνω. Κατέθεσε επιπλέον όλα τα σχετικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων το επίδικο Ασφαλιστήριο Ζωής ως Τεκμήριο 1, τον Πίνακα-Μελέτη ως Τεκμήριο 3 και διάφορες επιστολές ως Τεκμήρια 5-
- Εκτενέστερη αναφορά σε τεκμήρια θα γίνεται πιο κάτω όπου καταστεί αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας. Ο ενάγων πρόσθεσε επιπλέον ότι η ασφάλεια έγινε μέσω ενός αντιπροσώπου της εναγομένης ονόματι Νίκος Νικολάου, ο οποίος τον επισκέφθηκε στο σπίτι του δύο φορές και τον έπεισε να υπογράψει το ασφαλιστήριο το οποίο, όπως του εξήγησε, ήταν αποταμιευτικού χαρακτήρα. Στις αρχές Απριλίου του 2007, ο ενάγων επισκέφθηκε τον κ. Νικολάου για να ζητήσει εξηγήσεις, γιατί το ποσό που αναγραφόταν στην απόδειξη καταβολής ασφαλίστρων που του απεστάλη από την εναγομένη ήταν μόνο για Λ.Κ. 395,
- Ο κ. Νικολάου του απάντησε ότι σε άλλους συμβαλλομένους η εναγομένη είχε αποστείλει επιστολή, και ότι θα ενημέρωνε την εναγομένη να αποστείλει και στον ενάγοντα επιστολή εφόσον τα λεφτά του «είχαν λείψει» αλλά δεν είχε παραλάβει σχετική επιστολή. Κατά την αντεξέταση, ο ενάγων αρνήθηκε ότι σκοπός σύναψης του ασφαλιστηρίου ήταν η φοροαπαλλαγή εφόσον ήδη είχε ασφάλεια ζωής με την Τράπεζα Κύπρου, και ανέφερε ότι ο Νικολάου χρησιμοποίησε την φοροαπαλλαγή για να κάνει την ασφάλεια πιο δελεαστική και να τον πείσει να υπογράψει. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο η αίτηση ημερ. 27.10.1998 του ενάγοντα για ασφάλιση ζωής και ως Τεκμήριο 12 πιστοποιητικό που εξέδωσε η εναγομένη στις 10.11.1998 προς τον ενάγοντα για υποβολή στο Γραφείο Φόρου Εισοδήματος. Ο ενάγων επέμεινε ότι με την πληρωμή των ασφαλίστρων για τα πρώτα τρία χρόνια, θα ήταν ασφαλισμένος για ολόκληρη την περίοδο των 20 χρόνων του συμβολαίου, καθότι με βάση τους όρους του, ήταν «αυτοεξοφλούμενο». Συμφώνησε ότι όταν το συμβόλαιο απέκτησε αξία τον τρίτο χρόνο, και εφόσον σταμάτησε να καταβάλλει τα ασφάλιστρα, η εναγομένη δικαιούτο να παίρνει από την αξία εξαγοράς και να εξοφλεί αυτόματα τα ασφάλιστρα των επόμενων ετών ως εκεί που αρκούσε η αξία εξαγοράς. Συμφώνησε επιπλέον ότι οι αξίες εξαγοράς που αναγράφονται στο ασφαλιστήριο είναι εγγυημένες μόνο εφόσον πληρώνονται τα ασφάλιστρα για τα επόμενα έτη, αλλά θεωρεί ότι και με τον αυτόματο δανεισμό οι ίδιες αξίες είναι και πάλιν εγγυημένες. Ανέφερε ότι εάν αυτό δεν ισχύει τότε τον παραπλάνησε ο αντιπρόσωπος της εναγομένης. Όσον αφορά την επιστολή Τεκμήριο 8(α), με την οποία η εναγομένη τον ενημέρωνε ότι λόγω της μη καταβολής των οφειλόμενων δόσεων ασφαλίστρων είχε εφαρμοστεί ο αυτόματος δανεισμός και το συμβόλαιο έπαυσε να ισχύει από 28.3.2006, ο ενάγων ανέφερε ότι δεν την είχε λάβει, παρά το ότι αναγράφει την ορθή του διεύθυνση. Επεσήμανε δε ότι η εν λόγω επιστολή αναφέρεται σε αυτόματη εξαγορά από τις 28.3.2006 ενώ η ίδια η επιστολή φέρει ημερομηνία προγενέστερη, ήτοι 10.2.2006, γεγονός που θεωρεί ότι καταδεικνύει ότι είναι εκ των υστέρων που συντάχθηκε/απεστάλη. Η κα Μαρία Χριστοδούλου (Μ.Υ.), υπάλληλος της εναγομένης, η οποία εργάζεται στον ασφαλιστικό τομέα κλάδου ζωής για 26 χρόνια, κατέθεσε ότι το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν της κατηγορίας «guaranteed», με βασική ασφάλεια ζωής διάρκειας 20 χρόνων και ασφάλιση θανάτου ύψους Λ.Κ. 35.
- Αρχικά συμφωνήθηκε ετήσιο ασφάλιστρο ύψους Λ.Κ. 2.313 ενώ μετά από αίτηση του εναγομένου για μετατροπή του τρόπου πληρωμής (Τεκμήριο 15) το ασφάλιστρο μετατράπηκε σε εξαμηνιαίο εκ Λ.Κ. 1.179,
- Επεξήγησε και ανέλυσε τους όρους του συμβολαίου και τον Πίνακα Εγγυημένων Αξιών Εξαγοράς στο Τεκμήριο
- Επειδή ο ενάγων δεν υπέβαλε αίτηση για να του καταβληθεί το ποσό της αξίας εξαγοράς του ασφαλιστηρίου και επειδή κατέβαλε τα ασφάλιστρα των τριών πρώτων χρόνων μόνο, εφαρμόσθηκε η πρόνοια του άρθρου 22 για αυτόματο δανεισμό. Η εξόφληση των ασφαλίστρων του με τον αυτόματο δανεισμό επήρκεσε για την πληρωμή του οφειλόμενου ασφαλίστρου μέχρι 28.2.
- Τόνισε ότι η Μελέτη για Αυτόματο Δανεισμό Τεκμήριο 3 αναγράφει τα αποτελέσματα που θα είχε με μεικτή απόδοση του Ταμείου 10% και επιβάρυνση δανείου 10%, ενώ το Ταμείο ουδέποτε είχε μικτή απόδοση 10%. Η μέγιστη απόδοση του Ταμείου ήταν 5% μέχρι το τέλος 2003 και από 1.1.2004 μέχρι 31.5.2005 ήταν 2%. Επεξήγησε τον τρόπο υπολογισμού των ποσών που χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή των ασφαλίστρων από 28.10.2001 με αυτόματο δανεισμό με πίστωση μονάδων βάσει των προνοιών του Συμβολαίου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 κατάσταση όπου καταγράφονται όλα τα ποσά του ασφαλιστηρίου του ενάγοντα και ως Τεκμήριο 18 κατάσταση αυτόματων δανεισμών του ασφαλιστηρίου του ενάγοντα. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα αυτά, δεν υπήρχε επάρκεια από την αξία εξαγοράς του ασφαλιστηρίου για την πληρωμή της επόμενης δόσης 28.3.
- Συνεπώς, με τον αυτόματο δανεισμό, το ασφαλιστήριο διατηρήθηκε σε ισχύ μόνο μέχρι 28.2.2006, ενώ από τις 28.3.2006, που ήταν η επόμενη οφειλόμενη δόση, το ασφαλιστήριο έπαυσε να ισχύει ως προβλέπεται στο άρθρο 22 του συμβολαίου. Ο συνολικός δανεισμός που έγινε για την πληρωμή των ασφαλίστρων με τη μέθοδο του αυτόματου δανεισμού ανήλθε σε €17.849,57 πλέον €3.893,92 τόκοι. Το επιτόκιο υπολογίσθηκε σε ποσοστό 8,5% ως προνοεί το συμβόλαιο. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι δεν παρέλαβε την επιστολή Τεκμήριο 8(β), η Μ.Υ. κατέθεσε ότι το ταχυδρομείο επιστρέφει τις επιστολές που δεν παραλήφθηκαν και η επίδικη δεν επιστράφηκε. Επεξήγησε ότι το 2006 παρουσιάστηκε πτωτική πορεία μονάδας, ένεκα της πτώσης των αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου κάτω από το αρχικό 5% και δεν επαρκούσαν οι μονάδες του ασφαλιστηρίου του ενάγοντα για εξόφληση του επόμενου ασφαλίστρου μετά τις 28.2.
- Όσον αφορά το γεγονός ότι η επιστολή Τεκμήριο 8(β) φέρει ημερομηνία 10.2.2006 και αναφέρεται σε μεταγενέστερη ημερομηνία, η Μ.Υ. κατέθεσε ότι επρόκειτο για ενημέρωση προς τον ενάγοντα τον Φεβρουάριο του 2006 όταν δεν είχε καταβληθεί το οφειλόμενο ασφάλιστρο, ότι τον επόμενο μήνα το συμβόλαιο θα ακυρωθεί και ότι ενδεχομένως να έγινε λάθος στη διατύπωση εφόσον έπρεπε να καταγράφει «θα εξαγοραστεί» αντί «έχει εξαγοραστεί». Αναφορικά με την επιστολή ημερ. 30.4.2006 Τεκμήριο 9 της εναγομένης προς τον ενάγοντα, στην οποία γίνεται αναφορά σε ασφαλιστήριο που διατηρεί ο ενάγων με την εναγομένη, η Μ.Υ. κατέθεσε ότι επρόκειτο για τυποποιημένη επιστολή που αποστέλλεται σε όλους τους πελάτες, και ότι αποτελεί ενημέρωση για τις μονάδες του 2004 και του 2005 όταν το ασφαλιστήριο ήταν ακόμη σε ισχύ. Το ίδιο κατέθεσε ότι ισχύει και για την επιστολή ημερ. 21.6.2006 Τεκμήριο 10, στην οποία ενημερώνεται ο ενάγων για την αξία των μονάδων, από την οποία δεν είχε αφαιρεθεί ο αυτόματος δανεισμός. Τόνισε δε ότι θα ήταν αδιανόητο να ίσχυε αυτό που ισχυρίζεται ο ενάγων, ήτοι ότι με την πληρωμή των ασφαλίστρων για τρία χρόνια μόνο, παρέχεται πλήρης κάλυψη για 20 χρόνια. Αξιολογώντας την ενώπιόν μου μαρτυρία, σημειώνω ότι κατέστη προφανές από τη μαρτυρία του ενάγοντα ότι στην ουσία παρανόησε πλήρως τους όρους του συμβολαίου Τεκμήριο 1, γεγονός που τον ώθησε να προβάλει τις επίδικες αξιώσεις. Η θέση του ότι το συμβόλαιο που υπέγραψε προνοούσε ότι με την πληρωμή των ασφαλίστρων των πρώτων τριών ετών παρείχετο εγγύηση ότι θα εξοφλούνταν τα ασφάλιστρα των επόμενων 17 ετών με τη μέθοδο του αυτόματου δανεισμού, έτσι ώστε να του παρείχετο πλήρης κάλυψη για ολόκληρη την περίοδο των 20 ετών, είναι παντελώς παράλογη και σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζεται από τα έγγραφα που ο ίδιος κατέθεσε. Όσον αφορά τη θέση του ότι τον πίεσε/έπεισε κάποιος αντιπρόσωπος της εναγομένης να υπογράψει το συμβόλαιο, με διάφορες διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν από την εναγομένη, σημειώνω ότι στην έκθεση απαίτησης δεν δικογραφείται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί δόλου, απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Αυτό που δικογραφείται, είναι ότι η εναγομένη θα πρέπει να διαταχθεί να καταβάλει παραδειγματικές αποζημιώσεις, καθότι βεβαίωσε ότι το συμβόλαιο θα βρισκόταν σε ισχύ για ολόκληρη την περίοδο των 20 ετών, με την καταβολή ασφαλίστρων των τριών πρώτων χρόνων μόνο (βλ. παράγραφο 14 της έκθεσης απαίτησης). Εν τούτοις, η μαρτυρία του ενάγοντα για αυτό το θέμα δεν ήταν καθόλου πειστική. Αναφέρθηκε γενικόλογα και ατεκμηρίωτα σε δήθεν διαβεβαιώσεις που έλαβε από κάποιο αντιπρόσωπο της εναγομένης, ενώ παράλληλα δέχθηκε, κατά την αντεξέταση, ότι οι όροι του συμβολαίου που ο ίδιος διάβασε και υπέγραψε οικειοθελώς, μετά από δική του αίτηση, ουδόλως προνοούν αυτά που ισχυρίζεται ότι του υποσχέθηκε ο αντιπρόσωπος της εναγομένης. Από τη μαρτυρία της Μ.Υ. διαφάνηκε σαφώς ότι γνωρίζει πολύ καλά τους όρους του επίδικου συμβολαίου, ένεκα των επαγγελματικών της καθηκόντων και της πείρας που διαθέτει στον συγκεκριμένο τομέα. Επεξήγησε δεόντως τον τρόπο υπολογισμού της αξίας εξαγοράς του ασφαλιστηρίου με πίστωση αριθμού μονάδων που αντιστοιχούσαν στην επένδυση του ασφαλίστρου του ενάγοντα για τα τρία χρόνια που κατέβαλε το ασφάλιστρο και την εφαρμογή του όρου για αυτόματο δανεισμό ένεκα της μη πληρωμής ασφαλίστρων μετά τον τρίτο χρόνο, ενώ κατέθεσε καταστάσεις στις οποίες καταδεικνύονται εγγράφως οι υπολογισμοί αυτοί. Σημειώνω δε ότι οι υπολογισμοί της Μ.Υ. αυτοί και το γεγονός της πληρωμής των ποσών που ανέφερε με τον αυτόματο δανεισμό στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, σημειώνω ότι από τη μαρτυρία της Μ.Υ. όσον αφορά την επιστολή Τεκμήριο 8(β) η οποία φέρει ημερομηνία 10.2.2006 και κάνει αναφορά σε αυτόματη εξαγορά από 28.3.2006, την επιστολή Τεκμήριο 9 η οποία φέρει ημερομηνία 30.4.2006 στην οποία η εναγομένη αναφέρεται σε συμβόλαιο που διατηρεί ο ενάγων, ενώ είχε ήδη εξαγοραστεί, και την επιστολή Τεκμήριο 10 ημερ. 21.6.2006 στην οποία καταγράφεται η αξία των επενδυτικών μονάδων του ενάγοντα, διαφάνηκε η έλλειψη επιμέλειας με την οποία αντιμετώπιζε τους πελάτες της η εναγομένη κατά τον επίδικο χρόνο. Ειδικότερα, η θέση της Μ.Υ. ήταν ότι πρόκειται για τυποποιημένες επιστολές, στις οποίες αναφέρεται ρητά το γεγονός ότι από τις μονάδες που καταγράφονται δεν έχουν αφαιρεθεί τυχόν δάνεια, αυτόματοι δανεισμοί και εξαγορά. Κατά την κρίση μου, θα αναμενόταν ότι η εναγομένη θα απέστελλε στον ενάγοντα κατάσταση στην οποία θα παρουσιαζόταν η πραγματική κατάσταση του δικού του συμβολαίου κατά τον χρόνο αποστολής της επιστολής, και όχι η υποθετική εικόνα των μονάδων, εάν δεν είχε ήδη εφαρμοστεί ο μηχανισμός του αυτόματου δανεισμού και η εξαγορά. Στην ουσία, αυτή η αλληλογραφία συνέτεινε στη σύγχυση που διακατείχε τον ενάγοντα όσον αφορά την κατάσταση του συμβολαίου του. Στο σημείο αυτό, θεωρώ ορθό να γίνει αναφορά σε κάποιες από τις πρόνοιες του επίδικου συμβολαίου οι οποίες σχετίζονται άμεσα με την επίδικη διαφορά. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του συμβολαίου, μετά την πληρωμή της πρώτης δόσης, παρέχεται προθεσμία/περίοδος χάριτος 30 ημερών, για την πληρωμή κάθε μίας από τις επόμενες δόσεις. Κατά το διάστημα αυτό, το ασφαλιστήριο είναι σε ισχύ. Αν όμως δεν γίνει πληρωμή των ασφαλίστρων μέσα στην προθεσμία των 30 ημερών, η ασφάλιση παύει να ισχύει, με επιφύλαξη των διατάξεων που προβλέπει το ασφαλιστήριο για την αξία εξαγοράς, τον αυτόματο δανεισμό και την ελευθεροποίηση του ασφαλιστηρίου. Προνοείται επιπλέον ότι η εναγομένη δεν είναι υποχρεωμένη να ειδοποιεί τον συμβαλλόμενο για την πληρωμή του ασφαλίστρων, τα οποία είναι πληρωτέα προκαταβολικά στην αρχή κάθε περιόδου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 6, αν δεν πληρωθούν τα ασφάλιστρα, και διακοπεί η ισχύς του ασφαλιστηρίου, ο συμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει γραπτώς μέσα σε 6 μήνες από τη διακοπή, την επαναφορά του ασφαλιστηρίου σε ισχύ, αφού πληρώσει τα καθυστερημένα ασφάλιστρα. Αν έχει περάσει η προθεσμία των 6 μηνών, τότε είναι δυνατή η επαναφορά του ασφαλιστηρίου σε ισχύ αφού προσκομισθούν πιστοποιητικά υγείας. Το άρθρο 19 του συμβολαίου προνοεί ότι μετά την πληρωμή των ασφαλίστρων και την παρέλευση των τριών πρώτων χρόνων, το ασφαλιστήριο αποκτά αξία εξαγοράς και μπορεί, με αίτηση του συμβαλλομένου, να εξαγοραστεί. Η αξία εξαγοράς είναι ίση με ποσοστό της αξίας των πιστωμένων στο ασφαλιστήριο μονάδων. Το ποσοστό αυτό εξαρτάται από τον χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ της ημερομηνίας ισχύος και της ημερομηνίας εξαγοράς ως επίσης και από το ύψος του ετήσιου ασφαλίστρου, ως αυτά καθορίζονται στον Πίνακα Εξαγοράς που επισυνάπτεται στο ασφαλιστήριο. Το άρθρο 20 του συμβολαίου προνοεί ότι οποτεδήποτε το ασφαλιστήριο αποκτήσει αξία εξαγοράς και ο συμβαλλόμενος σταματήσει να πληρώνει ασφάλιστρα, το ασφαλιστήριο μετατρέπεται σε ελεύθερο πληρωμής ασφαλίστρων και ισχύει για μειωμένο ασφαλισμένο κεφάλαιο, μόνο αν έχει ζητηθεί με την αίτηση ασφάλισης ή με μεταγενέστερη γραπτή αίτηση του συμβαλλομένου, πριν την εκπνοή της περιόδου χάριτος. Το άρθρο 22 προνοεί ότι αν η οφειλόμενη δόση ασφαλίστρου δεν καταβληθεί μέσα στην περίοδο που δίδεται στο άρθρο 5 όπως καταγράφεται πιο πάνω, και το ασφαλιστήριο έχει αποκτήσει αξία εξαγοράς, η εναγομένη, κατά τη λήξη της προθεσμίας των 30 ημερών, θα μετατρέπει αυτόματα σε δάνειο το οφειλόμενο ποσό του ασφαλίστρου, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό της εξαγοράς επαρκεί για αυτό. Στην περίπτωση που το ποσό της εξαγοράς δεν επαρκεί για την εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου ασφαλίστρου, το ασφαλιστήριο θα παραμένει σε ισχύ για τόση χρονική περίοδο όση αναλογεί στο ποσό της αξίας εξαγοράς σε σχέση με το ποσό του οφειλόμενου ασφαλίστρου. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, το περιεχόμενο των δικογράφων, τις πρόνοιες του επίδικου ασφαλίστρου και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 27.10.1998 ο ενάγων υπέβαλε στην εναγομένη αίτηση ασφάλισης ζωής (Τεκμήριο 11) και στις 10.11.1998 εκδόθηκε το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Ζωής Τεκμήριο 1 με ποσό κάλυψης Λ.Κ. 35.000, ετήσιο ασφάλιστρο Λ.Κ. 2.313 και εικοσαετή ισχύ από 28.10.1998 και ελάχιστες εγγυημένες αξίες εξαγοράς. Στις 8.12.1999 ο ενάγων υπέβαλε αίτηση μετατροπής της πληρωμής του ασφαλίστρου από Λ.Κ. 2.313 τον χρόνο σε Λ.Κ. 1.179,63 ανά εξάμηνο (Τεκμήριο 15), σύνολο Λ.Κ. 2.359,26 τον χρόνο. Ο ενάγων κατέβαλε τα ασφάλιστρα για τα πρώτα τρία έτη της ισχύος του συμβολαίου, ήτοι συνολικό ποσό εκ Λ.Κ. 7.031,52 ή €12.014,07 για περίοδο από 28.10.1998 μέχρι 28.10.
- Ο ενάγων ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για να ασκήσει το δικαίωμα εξαγοράς του συμβολαίου του, ως είχε δικαίωμα βάσει του άρθρου 19 μετά την πληρωμή των ασφαλίστρων και την παρέλευση των τριών πρώτων χρόνων. Ένεκα της μη πληρωμής ασφαλίστρου μετά το τρίτο έτος και τη λήξη της περιόδου χάριτος 30 ημερών και ένεκα του ότι το ασφαλιστήριο είχε αποκτήσει αξία εξαγοράς, η εναγομένη μετέτρεψε αυτόματα σε δάνειο το οφειλόμενο ποσό του ασφαλίστρου ως προνοεί το άρθρο
- Υπήρχε επάρκεια από την αξία εξαγοράς για την πληρωμή των επόμενων οφειλόμενων ασφαλίστρων μέχρι 28.2.
- Ο συνολικός δανεισμός που έγινε για την πληρωμή των ασφαλίστρων με τη μέθοδο του αυτόματου δανεισμού ανήλθε σε €17.849,57 πλέον €3.893,92 τόκοι βάσει των σχετικών προνοιών του συμβολαίου (βλ. αναλυτική κατάσταση Τεκμήριο 17 όπου φαίνονται όλοι οι σχετικοί υπολογισμοί και οι πιστωθείσες και χρεωμένες μονάδες όπως προνοείται στο συμβόλαιο, και Τεκμήριο 18 κατάσταση αυτόματου δανεισμού). Κατά την ημερομηνία οφειλής του επόμενου ασφαλίστρου, ήτοι 28.3.2006 (δεδομένης της περιόδου χάριτος/προθεσμίας 30 ημερών από 28.2.2006) δεν υπήρχε περιθώριο από την αξία εξαγοράς για να καλυφθεί η επόμενη δόση με αυτόματο δανεισμό και ως εκ τούτου το ασφαλιστήριο έπαυσε να βρίσκεται σε ισχύ, ως προνοείται από το άρθρο
- Από τα πιο πάνω ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, καθίσταται πρόδηλο ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει την απαίτησή του εναντίον της εναγομένης στον απαιτούμενο βαθμό. Κατ' αρχάς, δεν έχει καταδειχθεί σε ποια βάση το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει δηλωτική απόφαση ότι το ασφαλιστήριο βρίσκεται σε ισχύ. Αντίθετα, έχει κριθεί ότι έπαυσε να έχει ισχύ από 28.3.2006 στη βάση ρητών προνοιών του σχετικού συμβολαίου. Ούτε και υπάρχει δυνατότητα να διαταχθεί η επαναφορά του συμβολαίου, εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 για επαναφορά, ενώ παράλληλα δεν έχει καταδειχθεί σε ποια βάση θα μπορούσε να διαταχθεί η επαναφορά. Παρομοίως, οι αξιώσεις για αποζημιώσεις και επιστροφή των καταβληθέντων ασφαλίστρων δεν έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, εφόσον αυτό που έχει διαφανεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι τηρήθηκαν οι όροι του συμβολαίου, με αποτέλεσμα αυτό να έπαυσε να ισχύει από 28.3.
- Ειδικότερα όσον αφορά τον πίνακα υπό τον τίτλο «Μελέτη για Αυτόματο Δανεισμό» Τεκμήριο 3, στον οποίο ουσιαστικά βασίζει ο ενάγων τη θέση ότι με την πληρωμή των ασφαλίστρων των τριών πρώτων χρόνων τα ασφάλιστρα των επόμενων 17 ετών θα εξοφλούνταν με αυτόματο δανεισμό (βλ. παραγράφους 3 και 4 της γραπτής του δήλωσης), σημειώνω ότι κάτω από τον συγκεκριμένο πίνακα, καταγράφεται ρητά ότι η εικόνα που παρουσιάζεται είναι ενδεικτική, σε περίπτωση που η μικτή απόδοση του Ταμείου είναι 10%. Όπως κατέθεσε η Μ.Υ., η απόδοση του Ταμείου ουδέποτε έφθασε το 10%. Στο ίδιο το συμβόλαιο Τεκμήριο 1, παρατίθεται παρόμοιος πίνακας, στον οποίο παρουσιάζεται και η εικόνα που θα δημιουργηθεί σε περίπτωση που το Ταμείο έχει απόδοση 7% και καταβάλλονται τα ασφάλιστρα. Καταγράφεται επίσης ότι οι αξίες εξαγοράς είναι ενδεικτικές και εξαρτώνται από τη μελλοντική απόδοση των επενδύσεων του Ταμείου που συμμετέχει το ασφαλιστήριο. Υπενθυμίζω ότι το επίδικο ασφαλιστήριο υπεγράφη τέλος του 1998, όταν, όπως είναι γνωστό, οι τιμές των αξιών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου βρίσκονταν σε εξαιρετικά ψηλά επίπεδα, ενώ στη συνέχεια σημειώθηκε κατακόρυφη και παρατεταμένη πτώση. Σημειώνω επιπλέον ότι η όποια αμφισβήτηση της παραλαβής της επιστολής Τεκμήριο 8(β), με την οποία η εναγομένη ενημέρωνε τον ενάγοντα ότι είχε εφαρμοστεί ο αυτόματος δανεισμός και η αξία του δανείου είχε πλέον υπερκαλύψει την αξία εξαγοράς, με αποτέλεσμα να παύει να ισχύει το συμβόλαιο από 28.3.2006, δεν μεταβάλλει την πραγματική κατάσταση και σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί ώστε να αποδείξει τις επίδικες αξιώσεις. Ο ενάγων γνώριζε ότι είχε καταβάλει τα ασφάλιστρα μόνο για τα πρώτα τρία χρόνια, είχε υπόψη του τους όρους του συμβολαίου που είχε υπογράψει, και είχε πάντοτε τη δυνατότητα να ζητήσει να ενημερωθεί για την κατάσταση του συμβολαίου του, όπως εν τέλει έπραξε το 2008 μέσω του δικηγόρου του. Όπως άλλωστε προκύπτει από τη Βεβαίωση Καταβολής Ασφαλίστρων ημερ. 3.7.2006 Τεκμήριο 4 που κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγων, η οποία εκδόθηκε για σκοπούς υποβολής στο Γραφείο Φόρου Εισοδήματος και αφορά το φορολογικό έτος 2003, η εναγομένη είχε καταγράψει ότι «το συμβόλαιο είναι ελεύθερο πληρωμής ασφαλίστρου από 28.3.2006». Δεν παραγνωρίζω, περαιτέρω, το γεγονός ότι η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα κατά το έτος 2006 που το ασφαλιστήριο είχε πλέον παύσει να ισχύει, ενημερωτικές επιστολές όσον αφορά την πορεία του ασφαλιστηρίου του (Τεκμήρια 9 και 10 ημερ. 30.4.2006 και 21.6.2006). Εν τούτοις, όπως κατέθεσε και η Μ.Υ., στις επιστολές αυτές καταγράφεται ρητά ότι αφορούν την αξία των μονάδων του, χωρίς να έχουν αφαιρεθεί οι αυτόματοι δανεισμοί και το ποσοστό εξαγοράς όπως καθορίζεται στον Πίνακα Εξαγοράς του ασφαλιστηρίου. Επρόκειτο, δηλαδή, για τυποποιημένες επιστολές που αποστέλλονταν σε όλους τους πελάτες. Όπως έχει αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Υ., η πρακτική αυτή δυστυχώς συνέτεινε στη σύγχυση του ενάγοντα όσον αφορά την κατάσταση του ασφαλιστηρίου του, εφόσον κατά τον χρόνο αποστολής των εν λόγω καταστάσεων είχε ήδη εφαρμοστεί ο αυτόματος δανεισμός για περίοδο μέχρι 28.2.2006 ενώ το ασφαλιστήριο είχε παύσει να ισχύει από τη λήξη της περιόδου χάριτος των 30 ημερών στις 28.3.2006 εφόσον η αξία εξαγοράς δεν επαρκούσε για την επόμενη δόση. Αυτό, όμως, δεν μεταβάλλει την πραγματική κατάσταση και το γεγονός ότι το συμβόλαιο έπαυσε να έχει ισχύ από 28.3.
- Σημειώνω επιπλέον ότι στην επιστολή 30.4.2006 Τεκμήριο 9 καταγράφεται ότι αφορά την αξία κατανεμημένων μονάδων κατά την 31.12.
- Συνεπώς, το περιεχόμενο αφορούσε περίοδο κατά την οποία το ασφαλιστήριο βρισκόταν σε ισχύ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι απεστάλη μετά που έπαυσε να ισχύει. Στη δε επιστολή 21.6.2006 Τεκμήριο 10, ναι μεν αναφέρεται στις 15.5.2006, αλλά όπως έχει προαναφερθεί καταγράφεται ρητά ότι δεν έχουν αφαιρεθεί τυχόν δάνεια και αυτόματοι δανεισμοί. Τέλος, όσον αφορά το γεγονός ότι ο ενάγων φαίνεται να είχε εσφαλμένη εντύπωση αναφορικά με την πραγματική σημασία, ερμηνεία και τρόπο εφαρμογής των όρων του επίδικου ασφαλιστηρίου που επέλεξε να υπογράψει, σημειώνω ότι αυτό δεν διαφάνηκε να οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης. Επαναλαμβάνω ότι δεν δικογραφήθηκαν οποιοιδήποτε ισχυρισμοί περί δόλου, απάτης ή ψευδών παραστάσεων κατά τη σύναψη. Στην ουσία, εάν η απόδοση των επενδύσεων του Ταμείου που συμμετέχει το ασφαλιστήριο δεν μειωνόταν (προφανώς ένεκα της πτώσης του Χ.Α.Κ. όπως ανέφερε η Μ.Υ.), ο ενάγων δεν θα είχε οποιοδήποτε παράπονο. Συμπερασματικά όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ της εναγομένης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο