Ελένης Τσιάκκιρου και Ιάκωβου Ιακώβου, υπό την ιδιότητα τους ως Διαχειριστών της Περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχάλη Γαβριήλ ν. Atlantic Insurance Co. Ltd, Αρ. Αγωγής: 3285/2011, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3285/2011 Μεταξύ: Ελένης Τσιάκκιρου και Ιάκωβου Ιακώβου, υπό την ιδιότητα τους ως Διαχειριστών της Περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχάλη Γαβριήλ, τέως από τη Λάρνακα Ενάγουσας - και - Atlantic Insurance Co. Ltd Εναγομένης Ημερομηνία: 30.4.2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κουρουπίδης, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Για την Εναγόμενη: κ. Γεωργίου, για Λ. Παπαφιλίππου και Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ασφαλιστικής καλύψεως και/ή και/ή ασφαλιστηρίου συμβολαίου και/ή ομαδικής ασφάλειας ατυχημάτων και/ή ασφάλειας ευθύνης εργοδότη με αριθμό συμβολαίου EL400060, το οποίο υπεγράφη και εξεδόθη στη Λευκωσία μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ, κατόπιν προτάσεως της εταιρείας Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ και αποδοχής της από την εναγόμενη και καταβολής από την πρώτην του συμφωνηθέντος ασφαλίστρου και με βάση τη συμφωνία ασφαλιστικής καλύψεως και/ή τους όρους και/ή τα προσαρτήματα και/ή τα παραρτήματα αυτής οι ενάγοντες, ως διαχειριστές της Περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχαλάκη Γαβριήλ, δικαιούνται από την εναγομένη αποζημιώσεις μέχρι του ποσού των €85,
- Β. Δήλωση και/ή διαταγήν του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι ο αποβιώσας Μιχαλάκης Γαβριήλ απεβίωσε συνεπεία εργατικού ατυχήματος, το οποίο επισυνέβη στις 16.5.2009 καθ' ον χρόνον ο αποβιώσας εργαζόταν ως υπάλληλος και/ή ήταν εργοδοτούμενος της εταιρείας Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ και/ή ότι ο ως άνω αποβιώσας απεβίωσε συνεπεία εργατικού ατυχήματος και/ή ατυχήματος και/ή υπό συνθήκες καθιστώσες την εναγομένη υπόχρεα προς αποζημίωση και/ή πληρωμή επί τη βάσει της συμφωνίας ασφαλιστικής καλύψεως ως ανωτέρω και/ή Δήλωση και/ή Διαταγή ότι οι ενάγοντες, ως διαχειριστές της Περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχαλάκη Γαβριήλ, δικαιούνται από την εναγομένη αποζημιώσεις μέχρι του ποσού των €85,430 δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με αριθμό συμβολαίου EL400060, το οποίο υπεγράφη και εξεδόθη στη Λευκωσία μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ και το οποίο βρισκόταν σε πλήρη ισχύ κατά το χρόνο του ατυχήματος. Γ. Νόμιμο τόκο Δ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. αρ. Μητρώου Φ.Π.Α 00394442Ρ». Β. ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν στο Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα (ως οι παρα. 1, 2, 3, 4, 7, 8, τμήμα της παρα. 9, και 12 της Έκθεσης Απαίτησης - βλ. συναφώς τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 7.10.2014)꞉ · Οι ενάγοντες είναι διαχειριστές της Περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχαλάκη Γαβριήλ, τέως από τη Λάρνακα, ο οποίος στο εξής θα αναφέρεται ως «ο αποβιώσας», δυνάμει παραχώρησης εγγράφων διαχειρίσεως που εκδόθηκαν στην αίτηση διαχείρισης με αριθμό 187/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Οι ενάγοντες, υπό την ιδιότητα τους, εγείρουν την παρούσα αγωγή προς όφελος της Περιουσίας του αποβιώσαντος και προς όφελος της συζύγου και των τέκνων του αποβιώσαντος, αναφορικά με τη ζημία που υφίσταται και θα υποστεί και/ή υπέστη η Περιουσία του αποβιώσαντος ως εκ της παράβασης συμφωνίας ασφαλιστικής καλύψεως και/ή ασφαλιστηρίου συμβολαίου και/ή ομαδικής ασφάλειας ατυχημάτων και/ή ασφάλειας ευθύνης εργοδότη με αριθμό συμβολαίου EL400060 από μέρους της εναγομένης. · Τα πρόσωπα επ' ωφελεία των οποίων εγείρεται η παρούσα αγωγή είναι: (α) Ελένη Τσιάκκιρου - σύζυγος του αποβιώσαντος, γεννηθείσης την 17.11.
- (β) Γαβριήλ Ιακώβου - υιός του αποβιώσαντος, γεννηθέντος την 8.11.
- (γ) Γεωργία Ιακώβου - θυγατέρα του αποβιώσαντος, γεννηθείσης την 16.3.
- (δ) Ιάκωβος Ιακώβου - υιός του αποβιώσαντος, γεννηθέντος την 17.4.1988 (ε) Ελευθερία Ιακώβου - θυγατέρα του αποβιώσαντος, γεννηθείσης την 9.1.
- (στ) Λευτέρης Ιακώβου - υιός του αποβιώσαντος, γεννηθέντος την 14.11.
- Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ο αποβιώσας ήταν μόνιμος κάτοικος επαρχίας Λάρνακας, ηλικίας 50 ετών, καθ' όλα υγιής και αρτιμελής και εργάζετο ως οδηγός φορτηγού - εργοδηγός στην εταιρεία Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ, αποκερδαίνων το ποσό των €1,709.- μηνιαίως. Το μεγαλύτερο μέρος του μισθού του, ο αποβιώσας διέθετε για τη συντήρηση και/ή διατροφή και/ή βοήθεια και/ή για λογαριασμό της οικογένειας του. Η εναγομένη είναι ασφαλιστική εταιρεία, νομίμως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λευκωσία και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την επί καταβολή ασφαλίστρου ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων και/ή με τις εργασίες των ασφαλιστών απανταχού εις Κύπρον. Η εταιρεία Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ κατέβαλλε προς την εναγομένη το ετήσιο ασφάλιστρο για τους ασφαλιζόμενους εργαζομένους και/ή υπαλλήλους της. Η Συμφωνία ανανεωνόταν ετησίως με την καταβολή του σχετικού ασφαλίστρου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Συμφωνία ήταν έγκυρη και βρισκόταν σε ισχύ για την περίοδο από την 4.11.2008 μέχρι την 4.11.2009 με την καταβολή του σχετικού ασφαλίστρου προς την εναγομένη. Ο αποβιώσας απεβίωσε συνεπεία τραυματισμού του σε εργατικό ατύχημα, το οποίο επεσυνέβη στις 16.5.2009 σε γκαράζ και/ή εργοτάξιο στην περιοχή Μαρί - Βασιλικού καθ' ον χρόνον ο αποβιώσας εργαζόταν ως υπάλληλος και/ή ήταν εργοδοτούμενος της εταιρείας Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ. Οι ενάγοντες αξίωσαν τόσο προφορικώς όσο και γραπτώς και μέσω των δικηγόρων τους με επιστολές[1] με ημερομηνίες 15.9.2010, 12.10.2010, 3.11.2010, 19.4.2011 την καταβολή προς αυτούς, ως διαχειριστές της Περιουσίας του αποβιώσαντος, του ποσού των €85,430.- Η εναγομένη αρνείται και/ή παραλείπει να καταβάλει προς τους ενάγοντες το πιο πάνω ποσό. Περαιτέρω, κατά την ίδια δικάσιμο, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν εκ συμφώνου ως παραδεκτά για την αλήθεια του περιεχόμενού τους- Το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο ευθύνης εργοδότη που εξέδωσε κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη (βλ. το τεκμήριο σημειωθέν ως «Έγγραφο Α»). Το Πιστοποιητικό Ασφάλισης (βλ. το τεκμήριο σημειωθέν ως «Έγγραφο Β»). Τον Πίνακα του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου (βλ. το τεκμήριο σημειωθέν ως «Έγγραφο Γ»). Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα δεσμεύουν το Δικαστήριο και αποτελούν ευρήματα γεγονότων επί των οποίων η δικαστική απόφαση δέον να στηριχθεί. Το ίδιο ισχύει αναφορικά και με το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων που κατατέθηκαν ως παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Σημειώνω, συναφώς, ότι όπως το έθεσε ο Πικής, Π., στην υπόθεση
- Cybarco Ltd,
- Δήμος Λευκωσίας v. Rawnsello Trading Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 726꞉ «η παραδοχή γεγονότων αποτελεί θεσμοθετημένο μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων (Δ.21) και τον περιορισμό τους προδικαστικά (Δ.24). Γεγονότα μπορεί να γίνουν παραδεχτά σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας προς εξυπηρέτηση του ίδιου σκοπού. Όπως τονίζεται σε πρόσφατη Αγγλική απόφαση, είναι προς το συμφέρον τόσο της δικαιοσύνης όσο και των διαδίκων, (α) όπως η διάρκεια της δίκης δεν είναι μακρύτερη απ' ότι είναι απαραίτητο για την απονομή της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, και (β) ότι δεν πρέπει να αναλώνεται δικαστικός χρόνος σε θέματα τα οποία δεν είναι υπό αμφισβήτηση. Η απόφαση είναι η Stanton v. Callaghan [1998] 4 All E.R. 961 (CA) [...].» ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Παρέμειναν αμφισβητούμενοι κατά τη διάρκεια της δίκης, οι υπόλοιποι ισχυρισμοί γεγονότων που δικογράφησαν οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης και ειδικότερα οι εξής꞉ · Ο ισχυρισμός ως η παρα. 5 της Ε/Α, ότι η Ενάγουσα εταιρεία συνήψε το πιο πάνω Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (βλ. το Έγγραφο Α) «ως εργοδότης του αποβιώσαντος» . · Ο ισχυρισμός ως η παρα. 6 της Ε/Α ότι το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (ως το Έγγραφο Α) «αφορούσε την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης από την εναγομένη προς τους ασφαλιζόμενους εργαζομένους και/ή υπαλλήλους της εταιρείας Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ, στους οποίος συμπεριλαμβανόταν και ο αποβιώσας.». · Ο ισχυρισμός ως το μέρος της παρα. 9 της Ε/Α που αναφέρει ότι꞉ «Από το εν λόγω [εργατικό] ατύχημα, ο αποβιώσας τραυματίσθηκε θανάσιμα και/ή απεβίωσε υπό συνθήκες καθιστώσες την εναγομένη υπόχρεα προς αποζημίωση και/ή πληρωμή επί τη βάσει της Συμφωνίας. Συγκεκριμένα, ο αποβιώσας ενώ προσπαθούσε να εφαρμόσει ελαστικό πάνω σε ζάντα σε τετράτροχο φορτωτήρα, το ελαστικό έσκασε και/ή εξερράγη από το πλευρό στη μέσα μεριά του με αποτέλεσμα η απότομη εκτόνωση του αέρα και/ή το ωστικό κύμα το οποίο προέκυψε να τραυματίσει τον αποβιώσαντα θανάσιμα.». · Ο ισχυρισμός ως η παρα. 10 της Ε/Α ότι «Ο θάνατος του αποβιώσαντα προκλήθηκε από το προαναφερόμενο ατύχημα για τους σκοπούς της Συμφωνίας και/ή αποτελεί τον επισυμβάντα ασφαλιζόμενο κίνδυνο.». · Ο ισχυρισμός ως η παρα. 11 της Ε/Α ότι «Σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας [δηλ. του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου], σε περίπτωση θανάτου από ατύχημα, οι νόμιμοι διαχειριστές της Περιουσίας του αποβιώσαντος δικαιούνται από την εναγομένη ως ασφαλιζόμενο ποσό και/ή ωφέλημα και/ή αποζημιώσεις μέχρι του ποσού των €83,430.-». Κεντρική θέση της Εναγομένης, όπως δικογραφήθηκε στην Έκθεση Υπεράσπισης, είναι ότι η ασφαλιστική κάλυψη που αυτή παρείχε αφορούσε την ευθύνη της εταιρείας Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ έναντι των εργοδοτούμενών της (βλ. την παρα. 7 της Ε/Υ), αλλά δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ της Εναγομένης και του αποβιώσαντα και ότι ουδέποτε παρείχε οποιασδήποτε μορφής ασφαλιστική κάλυψη σε αυτόν (βλ. την παρα. 8 της Ε/Υ). Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της απαίτησής τους, οι Ενάγοντες προσκόμισαν στο Δικαστήριο προσφορική μαρτυρία ενόρκως μέσω της κας Ελένης Τσιάκκιρου, που ήταν σύζυγος του αποβιώσαντος και είναι μία εκ των διαχειριστών της Περιουσίας (στο εξής «η ΜΕ1»). Είμαι ικανοποιημένη ότι ορθά και νόμιμα επικαλείται η ΜΕ1 την ιδιότητα αυτή για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής. Λαμβάνω συναφώς υπόψη ότι, προς απόδειξη της ιδιότητάς της ως Διαχειρίστριας, η ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Δ, τα έγγραφα διαχείρισης που παραχωρήθηκαν σε αυτήν και τον υιό της, Ιάκωβο Ιακώβου, στην αίτηση υπ' αριθμό 187/09 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών. Η μαρτυρία που έδωσε δια ζώσης η ΜΕ1 ενώπιόν μου παρέμεινε αναντίλεκτη, εφόσον αυτή δεν αντεξετάσθηκε από το συνήγορο της Εναγόμενης. Αποτελούν, συνεπακόλουθα, εύρημά μου οι εξής περαιτέρω λεπτομέρειες γεγονότων ως αναδύονται από τη μαρτυρία της꞉ - Ο αποβιώσας ήταν γεννηθείς στις 24.4.1959 και εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού / εργοδηγός στην εταιρεία Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ με έδρα τη Λάρνακα και με μηνιαίο μισθό €
- - Η εν λόγω εταιρεία είναι οικογενειακή εταιρεία και εργοδοτούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ήταν, μεταξύ άλλων, ο αποβιώσας, οι δύο εκ των υιών του, ήτοι ο Γαβριήλ και ο Ιάκωβος, καθώς και η σύζυγός του (δηλ. η ΜΕ1). - Ο αποβιώσας είχε αποκτήσει από το γάμο του μαζί με τη ΜΕ1 πέντε παιδιά ως κατονομάζονται πιο πάνω υπό τα παραδεκτά γεγονότα. - Εξ' όσων η ΜΕ1 είχε πληροφορηθεί από τον αποβιώσαντα, αλλά και από προσωπική της γνώση, η εταιρεία Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ είχε συμφωνήσει με την Εναγόμενη, για την ασφαλιστική κάλυψη της ευθύνης της Ενάγουσας ως εργοδότη βάσει του ασφαλιστήριου εγγράφου με αριθμό EL400060, έναντι συγκεκριμένου ασφαλίστρου το οποίο εκτίθεται στον Πίνακα ως το Έγγραφο Γ. - Στις 16.5.2009, ο αποβιώσας υπήρξε θύμα θανατηφόρου τραυματισμού του σε εργατικό ατύχημα που έγινε στο γκαράζ, το οποίο διατηρούσε η εταιρεία Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ ως εργοδότης του στην περιοχή Μαρί Βασιλικού. - Η ΜΕ1 ήταν παρούσα στο δυστύχημα. Κατά την εφαρμογή από τον αποβιώσαντα ελαστικού πάνω σε ζάντα φορτωτήρα, υπήρξε έκρηξη του ελαστικού, η οποία τραυμάτισε τον αποβιώσαντα θανάσιμα. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος, ο αποβιώσας εργαζόταν με τον Yordarivanov Stoykov, ο οποίος ήταν και αυτόπτης μάρτυρας. - Μετά το δυστύχημα και μετά το θάνατο του συζύγου της, η ΜΕ1 εξουσιοδότησε τους δικηγόρους της όπως υποβάλουν απαίτηση με βάση το ασφαλιστήριο έγγραφο. Επειδή θεωρεί ότι δεν ευσταθούν οι λόγοι για τους οποίους η Εναγόμενη απέρριψε του αίτημα αφενός και αφετέρου επειδή ο αποβιώσας δεν ευθυνόταν για το ατύχημα, καταχώρησε την παρούσα αγωγή και ζητεί όπως αποζημιωθεί η Περιουσία βάση του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Σε νέα δικάσιμο, ημερ. 25.11.2014, μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της ΜΕ1, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν δύο περαιτέρω έγγραφα ως παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους꞉
- Την Έκθεση Διερεύνησης Ατυχημάτων του Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (βλ. το κατατθέν τεκμήριο ως το Έγγραφο Ε).
- Την Κατάσταση Αποδοχών και Εισφορών της Ενάγουσας Εταιρείας για το μήνα 12ο του 2008, η οποία Κατάσταση εκδόθηκε από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (βλ. το κατατεθέν τεκμήριο ως το Έγγραφο Στ). Από το Έγγραφο Ε πιο πάνω προκύπτει ως παραδεκτό ότι ο αποβιώσας απεβίωσε υπό τις ακόλουθες συνθήκες꞉ «Στις 16/5/2009 και ώρα 13꞉30 ο κ. Μιχαήλ Γαβριήλ ενώ εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση επιδιόρθωσης βαρέων οχημάτων που βρίσκεται παραπλεύρως (δυτικά) του δρόμου που οδηγά από το χωριό Μαρί προς το εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου της εταιρείας Τσιμεντοποϊα Βασιλικού Λτδ, τραυματίστηκε θανάσιμα κατά τη διάρκεια της εργασίας του. Συγκεκριμένα ο κ. Μιχαήλ Γαβριήλ ενώ προσπαθούσε να εφαρμόσει ελαστικό Michelin 265R25 XPC 1Α πάνω σε ζάντα σε τετράτροχο φορτωτήρα CAT 980C με αρ, εγγρ. ΕΡΕ 94Θ, το ελαστικό έσπασε από το πλευρό στη μέσα μεριά του (μεταξύ ελαστικού και πλησίον του φορτωτήρα) με αποτέλεσμα η απότομη εκτόνωση του αέρα να τον τραυματίσει θανάσιμα.». Από το Έγγραφο Στ πιο πάνω προκύπτει ως παραδεκτό ότι κατά το μήνα Δεκέμβριο 2008 ο αποβιώσας ήταν ανάμεσα στους εργοδοτούμενους της εταιρείας Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ με πραγματικές μηνιαίες αποδοχές €1,
- Έκλεισαν την υπόθεσή τους οι Ενάγοντες στη βάση της προαναφερθείσας μαρτυρίας της ΜΕ1 και των δηλωθέντων ως παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων. Η Εναγόμενη δεν προσέφερε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία. Η υπόθεση οδηγήθηκε ακολούθως σε ακρόαση και αμφότεροι οι συνήγοροι συμφώνησαν όπως εφοδιάσουν το Δικαστήριο γραπτώς με τις τελικές τους αγορεύσεις. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ Στην τελική του αγόρευση, ο συνήγορος της Εναγομένης ανέπτυξε τη δικογραφηθείσα στην παρα. 11 της Ε/Υ θέση ότι, μεταξύ του αποβιώσαντα και της Ενάγουσας, δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση (privity of contract) και, συνεπώς, η Ενάγουσα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του, έναντι της Εναγομένης. Πιο αναλυτικά, ο συνήγορος της Εναγομένης επισημαίνει στο Δικαστήριο ότι: · Το Ασφαλιστήριο έχει εκδοθεί για να παράσχει στην εταιρεία Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ, ασφαλιστική κάλυψη ευθύνης εργοδότη, στην έκταση που αυτή καθίσταται υποχρεωτική με βάση τον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο, Ν.174/1989, όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής «ο Νόμο»). · Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(β) του Νόμου το ασφαλιστήριο πρέπει να ασφαλίζει τον εργοδότη για την ευθύνη του για ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια σε οποιοδήποτε από τους εργοδοτουμένους του, όπως απαιτείται από τον Νόμο αυτό. · Ο Νόμος δεν προνοεί απευθείας δικαίωμα του ζημιωθέντα να εγείρει αγωγή εναντίον του ασφαλιστή, σε αντίθεση με την πρόνοια που περιέχεται στο άρθρο 16(Α)(ί) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτων) Νόμου, Ν. 96(Ι)/2000, όπως έχει τροποποιηθεί. · Συνεπώς, με βάση το Νόμο, οι Ενάγοντες, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα εργοδοτούμενου, δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα απευθείας εναντίον της Εναγομένης. · Οι Ενάγοντες, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εργοδότη για αποζημιώσεις λόγω αμέλειάς του και/ή παράβασης θέσμιου καθήκοντός του και/ή παράβαση ρητού ή εξυπακουόμενου όρου της σύμβασης εργοδότησης και σε περίπτωση που πετύχει την έκδοση απόφασης εναντίον του, ο ασφαλιστής του εργοδότη που έχει εκδώσει ασφαλιστήριο με βάση τις διατάξεις του Νόμου, υποχρεούται με βάση το άρθρο 9
(1)του Νόμου να ικανοποιήσει την απόφαση που θα εκδοθεί. · Το μόνο αγώγιμο δικαίωμα που υφίσταται με βάση τον Νόμο εναντίον του ασφαλιστή είναι η έγερση αγωγής εναντίον του για παράβαση της υποχρέωσης του που υπέχει με βάση το άρθρο 9
(1)να ικανοποιήσει την απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον του εργοδότη. · Ακόμα, όμως, και στις περιπτώσεις που υφίσταται, όπως προνοεί ο Ν.96(Ι)/2000, αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του ασφαλιστή, ο ενάγων θα πρέπει για να πετύχει την έκδοση απόφασης εναντίον του να έχει ως βάση αγωγής την αμέλεια και/ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος εκ μέρους του ασφαλισμένου και επιπρόσθετα την ύπαρξη ασφαλιστηρίου που βρισκόταν σε ισχύ τον ουσιώδη χρόνο. · Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ενάγοντες έχουν ως βάση αγωγής την ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της εργοδότριας του αποβιώσαντα και της Εναγομένης. Με τη σύμβαση όμως αυτή, η Εναγόμενη αναλαμβάνει την ασφαλιστική κάλυψη της εργοδότριας εταιρείας Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ για τυχόν ευθύνη της έναντι των εργοδοτουμένων της. Αναλαμβάνει, δηλαδή, να πληρώσει αντί της Εναγομένης, όπου αυτή ευθύνεται έναντι εργοδοτουμένου της, για εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική νόσο. · Η αγωγή θα είχε πιθανότητες επιτυχίας μόνο αν στρεφόταν εναντίον της εργοδότριας του αποβιώσαντα και είχε ως βάση αγωγής την αμέλεια και/ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος του εργοδότη έναντι του αποβιώσαντα και/ή παράβαση ρητού και/ή εξυπακουόμενου όρου της σύμβασης εργοδότησης και εφόσον κάτι τέτοιο αποδεικνυόταν με ανάλογη μαρτυρία, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ενόψει των ανωτέρω, είναι εισήγηση του συνηγόρου της Εναγομένης ότι η αγωγή της Ενάγουσας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και θα πρέπει να απορριφθεί. Προς υποστήριξη της ορθότητας της ανωτέρω εισήγησής του, ο συνήγορος της Εναγομένης παραπέμπει το Δικαστήριο στην πρωτόδικη απόφαση ημερομηνίας 8.7.2013 του Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ., στην αγωγή αρ. 1460/12 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Από την άλλη, ο συνήγορος των Εναγόντων, εισηγείται προς το Δικαστήριο ότι η ανωτέρω θέση του συνηγόρου της Εναγομένης, περί μη ύπαρξης συμβατικής σχέσης μεταξύ της Εναγόμενης και του αποβιώσαντος ή/και περί της μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος του αποβιώσαντος ή/και των διαχειριστών της περιουσίας του απευθείας κατά της Εναγομένης δεν είχε δικογραφηθεί. Σπεύδω να παρατηρήσω ότι αυτή η εισήγηση είναι προδήλως απορριπτέα, δεδομένου ότι, όπως είχα ήδη την ευκαιρία να επισημάνω πιο πάνω, υπήρξε ρητή δικογράφηση αυτής της θέσης της Εναγομένης στην παρα. 11 της Ε/Υ. Επί της ουσίας της υπόθεσης, ο συνήγορος των Εναγόντων σημειώνει ότι το βάρος της απόδειξης ότι η ζημιά στον αποβιώσαντα προκλήθηκε από αιτία, η οποία έχει ασφαλιστεί, βρίσκεται στους ώμους «του ασφαλισμένου προσώπου». Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, καθώς επίσης τη μαρτυρία της υπόθεσης, όπως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος του αποβιώσαντος αποδεικνύεται ότι εμπίπτουν εντός της ασφαλιστικής κάλυψης και καθιστούν υπόχρεα την Εναγόμενη προς αποζημίωση των Εναγόντων επί τη βάση της συμφωνίας ασφαλιστικής κάλυψης. Ειδικότερα, είναι η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι: (α) Ο αποβιώσας ήταν ασφαλισμένος δυνάμει ομαδικού ασφαλίστρου ατυχημάτων ευθύνης εργοδότη. (β) Εργοδότης του ήταν η εταιρεία Μιχαλάκης Γαβριήλ & Υιοί Λτδ, η οποία κατείχε το χώρο όπου έλαβε χώρα το θανατηφόρο ατύχημα από το οποίο απεβίωσε ο Μιχαλάκης Γαβριήλ. (γ) Ο αποβιώσας απεβίωσε συνεπεία έκρηξης επικινδύνου πράγματος, δηλαδή του ελαστικού, το οποίο ήταν επί του απόλυτου ελέγχου των εργοδοτών του υπό συνθήκες που τους κατέστησαν υπεύθυνους αμελείας και/ή διά παράβαση των νόμιμων καθηκόντων προκαλώντας το θανάσιμο τραυματισμό. (δ) Η ευθύνη αυτή εξάγεται πρώτιστα από το άρθρο 52[2] των περί Αστικών Αδικημάτων (Κεφάλαιο 148), τον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο του 1989 (Ν.174/1989), από τη γενικότερη αρχή res ipsa loquitur και από την αρχή Rylands v. Fletcher (L.R 3 H.L 330 House of Lord, 1868). (ε) Η βίαιη εκτόνωση και η διαφυγή αερίου και οι γενικότερες συνθήκες του ατυχήματος όπως είναι παραδεκτές θεμελιώνουν ευθύνη εργοδότη. Παρατηρεί ο συνήγορος των Εναγόντων ότι στην παρούσα υπόθεση η Εναγόμενη δεν αρνήθηκε την ευθύνη της εργοδότριας εταιρείας για το δυστύχημα και ζητεί εν προκειμένω ο συνήγορος των Εναγόντων την έκδοση από το Δικαστήριο «Δηλωτικής Απόφασης» ως το αιτητικό Β του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή. Ως προς το ζήτημα της νομιμοποίησης των Εναγόντων να απαιτούν αποζημιώσεις απευθείας από την Εναγόμενη, είναι η θέση του συνηγόρου τους ότι, εφόσον εκδοθεί από το Δικαστήριο δηλωτική απόφαση ως το «Β» της Έκθεσης Απαίτησης, δικαιούνται οι Ενάγοντες σε απόφαση ως το «Α» διότι είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη αρνήθηκε να ικανοποιήσει την απαίτηση για αποζημίωσής του που υποβλήθηκε δια αλληλογραφίας. Θεωρεί ενισχυτική της θέσης του ο συνήγορος των Εναγόντων ως προς το ζήτημα της νομιμοποίησης των Εναγόντων, την υπόθεση Post office v. Norwich Union Fire Insurance Society [1967] 1 Lloyd's Rep 216, αλλά και με βάση το φαινόμενο του subrogation (βλ. HALSBURY'S LAWS OF ENGLAND third edition vol. 22 σελίδες 160-162). Ειδικότερα, ο εν λόγω συνήγορος αναφέρει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο Νόμος προβλέπει δικαιώματα και αξιώσεις τρίτων έναντι ασφαλιστών. Αναγνωρίζει στην πορεία της αγόρευσής του ο συνήγορος των Εναγόντων ότι «τρίτος» στην περίπτωση της παρούσας υπόθεσης ήταν ο αποβιώσας και ότι «συμβαλλόμενοι» ήταν μόνο οι εργοδότες με τους ασφαλιστές. Εισηγείται όμως ο ίδιος συνήγορος ότι σε παρόμοιου είδους υποθέσεις και με βάση την υπόθεση Post office v. Norwich Union Fire Insurance Society [1967] 1 Lloyd's Rep 216 είναι δυνατόν αποδεικνυόμενης της ευθύνης του ασφαλιζομένου, οι Ενάγοντες να αξιώνουν νομίμως εναντίον των ασφαλιστών. Παραπέμπει συναφώς στα ακόλουθα λεχθέντα από τον Lord Denning στη σελίδα 219 της προμνησθείσας απόφασης: «Under the section it is clear to me that the injured person cannot sue the insurance company except in such circumstances as the insured himself could have sued the insurance company. The insured could only have sued for the indemnity when his liability to the third person was established and the amount of the loss ascertained. In some circumstances the insured might sue earlier for a declaration, eg, if the insured company were repudiating the policy for some reason. But where the policy is admittedly good, the insured cannot sue for an indemnity until his own liability to the third person is ascertained.». Καταλήγει ο συνήγορος των Εναγόντων να παρατηρεί ότι - «Εν πάση περιπτώσει, αφ' ης στιγμής δεν αμφισβητείται ουσιαστικά η ευθύνη των εργοδοτών από την πλευρά της εναγόμενης εταιρείας θεωρούμε ότι με πλήρη επιφύλαξη των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω, δύναται το Δικαστήριο να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου και σε αυτό το στάδιο προκειμένου να προστεθούν οι εργοδότες του αποβιώσαντος ως συνεναγόμενοι.». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Κατ΄αρχάς, για να μπορεί το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε έλεγχο του αν αποδείχθηκε αιτία αγωγής εμπίπτουσα στο πεδίο της ασφαλιστικής σύμβασης ως το Έγγραφο Α, θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει ποια είναι τα συμβαλλόμενα μέρη στην εν λόγω Σύμβαση και αν ο αποβιώσας αποτελεί «ασφαλισμένο πρόσωπο», έτσι ώστε οι Ενάγοντες ως Διαχειριστές της περιουσίας του να διαθέτουν αγώγιμο δικαίωμα ευθέως κατά της Εναγομένης. Για επισκόπηση της Κυπριακής νομολογίας όσον αφορά την αρχή της συμβατικής σχέσης ή του ενοχικού δεσμού (privity of contract) έχω ανατρέξει στο Σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Λευκωσία 2014, στις σελ. 257 - 281. Με βάση την αρχή του ενοχικού δεσμού, μόνον τα μέρη της σύμβασης μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση. Ο κανόνας του ενοχικού δεσμού έχει δύο σκέλη꞉ αφενός, ότι μόνον ένας συμβαλλόμενος μπορεί να αποκομίσει τα θετικά οφέλη που προκύπτουν από τη σύμβαση (υπό την έννοια ότι αυτός έχει το δικαίωμα να εγείρει αγωγή για να επιδιώξει τη δικαστική εφαρμογή της) και, αφετέρου, ότι μόνον ένας συμβαλλόμενος μπορεί να επικαλεστεί τις πρόνοιες της σύμβασης ως ασπίδα, δηλαδή ως υπεράσπιση σε περίπτωση που ένας εκ των συμβαλλομένων εγείρει αγωγή εναντίον του επί των γεγονότων που αποτελούν αντικείμενο της σύμβασης. Η αρχή αυτή εξακολουθεί να ισχύει στην Κύπρο, σε αντίθεση με άλλα κράτη όπου είτε δεν υπήρχε είτε εγκαταλείφθηκε. Στην Αγγλία έχει υιοθετηθεί ειδική νομοθεσία, the Contracts (Right of Third Parties) Act 1999, με βάση την οποία κάποιο τρίτο πρόσωπο μπορεί να εγείρει αγωγή για διασφάλιση και εφαρμογή των δικαιωμάτων που παραχωρούνται υπέρ του σε σύμβαση μεταξύ άλλων προσώπων. Στην Κύπρο, όπου ο κανόνας του ενοχικού δεσμού εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής, υπάρχουν αναγνωρισμένες εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτό, όπως- (α) σε περίπτωση όπου εφαρμόζεται η αρχή του εξ επαγωγής εμπιστεύματος (trust), η οποία είναι αρχή του δικαίου της επιείκιας (όπου δηλαδή η σύναψη της συμφωνίας έγινε μετά από οδηγίες του δικαιούχου του εμπιστεύματος (beneficiary), (β) σε περίπτωση αντιπροσωπείας (agency), αφού επιτρέπεται σε κάποιο πρόσωπο να εγείρει αγωγή σε σχέση με σύμβαση που συνομολογήθηκε μεταξύ του αντιπροσώπου του με κάποιο τρίτο πρόσωπο, (γ) σε περίπτωση όπου υπήρξε εκχώρηση (assignment) κάποιου δικαιώματος, και (δ) σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπήρξε κάποια παράλληλη συμβατική σχέση (collateral contract) μεταξύ του ενός αρχικά συμβαλλομένου, αφενός, και του τρίτου μέρους, αφετέρου. Υπό το φως των ανωτέρω, είναι αναγκαίο στην παρούσα υπόθεση να κριθεί, πρώτον, αν - ως ζήτημα πραγματικών γεγονότων - ο αποβιώσας ήταν συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης ασφάλισης ή αν λογίζεται ως τρίτο πρόσωπο εν σχέση προς την εν λόγω σύμβαση και, δεύτερον, εφόσον ήθελε κριθεί ως τρίτο πρόσωπο, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η περίπτωσή του εμπίπτει σε οποιανδήποτε εκ των ανωτέρω εξαιρέσεων από τον κανόνα του ενοχικού δεσμού. Ως προς το ζήτημα πραγματικών γεγονότων, διαπιστώνω ότι προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός στη βάση του περιεχομένου των Εγγράφων Α, Β και Γ, ανωτέρω, ότι꞉ · Τα συμβαλλόμενα μέρη στο πλαίσιο της επίδικης Συμφωνίας Ασφαλιστικής Καλύψεως Ευθύνης Εργοδότη, ως το Έγγραφο Α ανωτέρω, είναι αφενός η εταιρεία «ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ» (ως ασφαλισμένο πρόσωπο) και αφετέρου η Εναγόμενη εταιρεία, ως η ασφαλιστική εταιρεία που αναλαμβάνει να παρέχει την ασφαλιστική κάλυψη. · Το όφελος που παρέχει η σύμβαση είναι η κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου της εταιρείας «ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ», που είναι το ασφαλισμένο πρόσωπο (βλ. τον καθορισμό αυτής ως του «ασφαλισμένου προσώπου» στο Πιστοποιητικό Ασφάλισης ως το Έγγραφο Β), έναντι «της νομικής ευθύνης του εν λόγω ασφαλισμένου προσώπου (βλ. την παράγραφο που τιτλοφορείται «ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΛΥΨΗ» στο Έγγραφο Α) για καταβολή αποζημιώσεων, καθώς και των εξόδων και δαπανών του προσώπου που υποβάλλει την απαίτηση, σε σχέση με Ατύχημα ή Επαγγελματική Ασθένεια σε οποιοδήποτε πρόσωπο που εργοδοτείται άμεσα από τον Ασφαλισμένο που προκλήθηκε εντός Γεωγραφικών Ορίων κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε Περιόδου Ασφάλισης και που προέκυψε από την και κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του εργοδοτούμενου από τον Ασφαλισμένο στο είδος της Εργασίας που καθορίζεται στον Πίνακα.». Με βάση το λεκτικό του πεδίου της ασφαλιστικής κάλυψης, είναι πρόδηλο ότι οι εργοδοτούμενοι δεν έχουν άμεσο ενοχικό δεσμό με την ασφαλιστική εταιρεία. Είναι έμμεσο το συμφέρον τους στη σύμβαση (ήτοι μέσω της εργοδότριας εταιρείας τους που είναι το ασφαλισμένο πρόσωπο) και όχι άμεσο. Σημειωτέον ότι στο Πιστοποιητικό Ασφάλισης ως το Έγγραφο Β, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει της επίδικης Σϋμβασης ασφάλισης ως το Έγγραφο Α ανωτέρω, αναφέρεται ότι αυτό εκδόθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης των Εργοδοτών Νόμου ή οιουδήποτε Νόμου τον τροποποιεί ή τον αντικαθιστά, καθώς και των κανονισμών που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με αυτόν. Είναι γι' αυτό τον λόγο που θεώρησα ορθό να ανατρέξω στις διατάξεις του εν λόγω Νόμου, για να ελέγξω κατά πόσον εκ του Νόμου δημιουργείται οποιοσδήποτε ενοχικός δεσμός μεταξύ των εργοδοτουμένων (που είναι τα τρία πρόσωπα στην όψη της Σύμβασης Ασφάλισης) και της ασφαλιστικής εταιρείας. Σπεύδω να αναφέρω ότι η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Ο περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989 (Ν.174/1989), όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Ν.198(Ι)/2014, αφενός θεσμοθετεί την υποχρέωση του εργοδότη (βλ. το άρθρο 4 του Νόμου)[3], και αφετέρου περιορίζει την ευθύνη του ασφαλιστή προς όφελος του εργοδότη (βλ. το άρθρο 5
(5)του Νόμου)[4] και δεν την επεκτείνει προς όφελος του εργοδοτούμενου, ενώ λεπτομερώς και εξαντλητικά καθορίζει ως εξαίρεση από την εμβέλεια του περιορισμένου αυτού ενοχικού δεσμού, τις συνθήκες μεταβίβασης των δικαιωμάτων από το ασφαλισμένο πρόσωπο προς τρίτα πρόσωπα (βλ. το άρθρο 10)[5]. Απόδειξη της ενσωμάτωσης και διατήρησης στο πλαίσιο του Νόμου της γενικής αρχής του δικαίου των συμβάσεων ως προς τον ενοχικό δεσμό, αποτελεί το γεγονός ότι, όπως ορθά υπέδειξε ο συνήγορος της Εναγομένης ενώπιόν μου, ο Νόμος προϋποθέτει την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον του ασφαλισμένου προσώπου και υπέρ των εργοδοτουμένων (τρίτων προσώπων), προκειμένου το ασφαλισμένο πρόσωπο να μπορεί να υποβάλει απαίτηση στην ασφαλιστική εταιρεία για αποζημιώσεις, έτσι ώστε με τη σειρά της η ασφαλιστική να υποχρεούται να καταβάλει τις αποζημιώσεις στο τρίτο πρόσωπο εκ μέρους και για λογαριασμό του ασφαλισμένου προσώπου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 9
(1)του Νόμου καθορίζει ότι: «9.—
(1)Αν, μετά την έκδοση πιστοποιητικού ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 5, εκδοθεί δικαστική απόφαση, αναφορικά με ευθύνη που καλύπτεται υποχρεωτικά από ασφαλιστήριο που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου και η οποία καλύπτεται από τους όρους του εκδοθέντος ασφαλιστηρίου, εναντίον του ασφαλισμένου από τους ασφαλιστήριο προσώπου, τότε, ο ασφαλιστής ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έχει το δικαίωμα να ακυρώσει ή ότι δυνατόν να ακύρωσε το ασφαλιστήριο, οφείλει, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στα πρόσωπα υπέρ των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση το σύμφωνα με αυτή επιδικασθέν ποσό σε σχέση με την ευθύνη, περιλαμβανομένων και των πληρωτέων για έξοδα ποσών ως και ποσών πληρωτέων δυνάμει οποιουδήποτε νόμου που αφορά στην καταβολή τόκων επί του επιδικασθέντος ποσού.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ως ζήτημα πραγματικών γεγονότων, διαπιστώνω ότι στην παρούσα υπόθεση το Ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως το Έγγραφο Α είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο με τις διατάξεις του πιο πάνω άρθρου 9
(1)του Νόμου, αφού ρητά προβλέπει στην 1η σελίδα του, τα εξής꞉ «ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ Ο Ασφαλισμένος και η Εταιρεία συμφωνούν ότι η ασφαλιστική κάλυψη που παρέχεται δυνάμει του Ασφαλιστηρίου αυτού ισχύει μόνον σε σχέση με δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται από αρμόδιο δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας και η έννοια του όρου «δικαστική απόφαση» είναι αυτή που προσδίδεται από το Νόμο.».[6] Η μόνη περίπτωση στην οποία ο Νόμος έχει ρητά προβλέψει για τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων του εργοδότη ως ασφαλισμένου προσώπου, εφόσον πρόκειται για εταιρεία, στον εργοδοτούμενο έναντι του οποίου ανέκυψε η ευθύνη του εργοδότη είναι εκείνη που περιγράφεται στο άρθρο 10
(1)(β) του Νόμου. Αφορά ουσιαστικά την περίπτωση που η εργοδότρια εταιρεία τελεί υπό υποχρεωτική εκκαθάριση δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου. Παραθέτω τη σχετική διάταξη: «10.—
(1)Όταν σύμφωνα με ασφαλιστήριο που έχει εκδοθεί για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ένα πρόσωπο (που στο εξής θα αναφέρεται ως «ο ασφαλισμένος») ασφαλισθεί για την ευθύνη του που δυνατόν να αναφυεί έναντι εργοδοτουμένων, τότε— (α) [...] (β) αν ο ασφαλισμένος είναι εταιρεία, σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή ψηφισθεί απόφαση για εκούσια εκκαθάριση της υπό εκκαθάριση εταιρείας αυτής ή ήθελε προσηκόντως διορισθεί εκκαθαριστής ή διαχειριστής των εργασιών ή των επιχειρήσεων της υπό εκκαθάρισης εταιρείας ή σε περίπτωση που ήθελε αναληφθεί κατοχή, από ή για λογαριασμό των κατόχων ομολόγων εξασφαλισμένων με κυμαινόμενη επιβάρυνση, οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου περιλαμβανόμενου ή υποκείμενου στην επιβάρυνση, αν είτε πριν είτε μετά που θα επισυμβεί οποιαδήποτε από τις πιο πάνω περιπτώσεις αναφυεί οποιαδήποτε τέτοια ευθύνη του ασφαλισμένου, τα δικαιώματα του έναντι του ασφαλιστή δυνάμει του ασφαλιστηρίου αναφορικά με την ευθύνη αυτή θα μεταβιβασθούν και θα περιέλθουν, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη σε οποιοδήποτε νόμο, στον εργοδοτούμενο έναντι του οποίου έχει αναφυεί η ευθύνη αυτή.». Ο Νομοθέτης έχει μεριμνήσει να προβλέψει ότι η πιο πάνω διάταξη περί μεταβίβασης των δικαιωμάτων προς τον εργοδοτούμενο δεν τυγχάνει εφαρμογής αν η εταιρεία που ήταν το ασφαλισμένο πρόσωπο, εκούσια τέθηκε σε εκκαθάριση (βλ. το άρθρο 10
(5))[7]. Μόνον εάν ετύγχανε εφαρμογής η εν λόγω νομοθετική εξαίρεση στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα νομιμοποιούνταν οι Ενάγοντες να εγείρουν την αξίωσή τους για αποζημιώσεις ευθέως κατά της Ασφαλιστικής Εταιρείας με βάση τις διατάξεις του εδαφίου 4 του άρθρου 10 του Νόμου, τις οποίες παραθέτω πιο κάτω: «
(4)Με τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων, σύμφωνα με το εδάφιο
(1)ή το εδάφιο
(2)και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 12, ο ασφαλιστής υπέχει την ίδια ευθύνη έναντι του εργοδοτουμένου που θα υπείχε έναντι του ασφαλισμένου: Νοείται ότι, αν η ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου υπερβαίνει την ευθύνη του ασφαλισμένου έναντι του εργοδοτουμένου. οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δε θα επηρεάσουν τα δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή σε ό,τι αφορά το υπερβαίνον ποσό: Νοείται περαιτέρω ότι, αν η ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου είναι λιγότερη της ευθύνης του ασφαλισμένου έναντι του εργοδοτουμένου, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δε θα επηρεάσουν τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου έναντι του ασφαλισμένου σε ό,τι αφορά το υπόλοιπο.». (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου.) Προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις του Νόμου, ότι εκτός όπου αποδεικνύεται η μεταβίβαση των δικαιωμάτων του εργοδότη στον εργοδοτούμενo όσον αφορά τη σύμβαση ασφάλισης, ο ενοχικός δεσμός παραμένει μόνο μεταξύ του εργοδότη και της ασφαλιστικής. Είναι γι' αυτό το λόγο που το άρθρο 11 του Νόμου, εισάγει το δικαίωμα της ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον της οποίας εγείρεται αξίωση, να ζητήσει πληροφορίες για να διακριβωθεί αν μεταβιβάσθησαν και περιήλθαν στο πρόσωπο που εγείρει την αξίωση οποιαδήποτε δικαιώματα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και για το σκοπό άσκησης των δικαιωμάτων αυτών. Μόνο αν αποκαλυφθούν στοιχεία που εύλογα εδραιώνουν την πεποίθηση ότι μεταβιβάσθησαν ή δυνατόν να μεταβιβάσθησαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού, στο πρόσωπο που εγείρει την αξίωση οποιαδήποτε δικαιώματα εναντίον οποιουδήποτε συγκεκριμένου ασφαλιστή, ο ασφαλιστής αυτός υπέχει την υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)στα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο αυτό.[8] Πάντως, στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να καθιστά την περίπτωση της εταιρείας που εργοδοτούσε τον αποβιώσαντα εμπίπτουσα στην πιο πάνω εταιρική κατάσταση, ώστε να μπορεί να τύχει εφαρμογής η νομοθετική εξαίρεση από τον γενικό κανόνα περί μη ύπαρξης ενοχικού δεσμού μεταξύ της Ασφαλιστικής (Εναγόμενης) και του ιδίου του εργοδοτούμενου (εδώ αποβιώσαντα και κατ' επέκταση των διαχειριστών της περιουσίας του). Συνεπώς, ελλείψει ενοχικού δεσμού στη βάση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου μεταξύ του αποβιώσαντος εργοδοτούμενου (κατ' επέκταση των Εναγόντων) και της ασφαλιστικής εταιρείας, καταλήγω να κρίνω ότι ευσταθεί η εισήγηση του συνηγόρου της Εναγομένης ότι δεν νομιμοποιούνται οι Ενάγοντες στην έγερση της αγωγής. Η πιο πάνω κατάληξη υποστηρίζεται και από τη νομολογία. Παραπέμπω συναφώς- Στην υπόθεση Carpenter v. Ebblewhite & others
(1939)1 Κ.Β. 347, αποφασίσθηκε ότι δεν μπορεί να εγερθεί διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και των ασφαλιστών εκτός μετά από την έκδοση απόφασης, σε αγωγή μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου, υπέρ του ενάγοντα και τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης από τον εναγόμενο εναντίον των ασφαλιστών. Η απόφαση εκείνη υιοθετήθηκε στην υπόθεση Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Χρίστου Μηνά
(2003)1 Α.Α.Δ. 1818, όπου υπήρξε προσπάθεια από μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας να παρέμβει ως διάδικος στην υπόθεση. Το αίτημα απορρίφθηκε στη βάση του ότι δεν υφίστατο διαφορά μεταξύ του ασφαλιστή και άλλων εναγομένων. Στην πιο πρόσφατη πρωτόδικη απόφαση, ημερ. 8.7.2013, του αδελφού Δικαστή Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ, στην αγωγή αρ. 1460/2012 (Ε.Δ. Λ/κας), Χρίστος Α. Νεοφύτου, ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Clinciu Gabriel- Ciprian v 1. G.H.P. Metallika & Oikodomika Erga Limited, ο οποίος αφού υιοθέτησε την προμνησθείσα νομολογία, σημείωσε τα εξής꞉ «Συνεπώς καθίσταται και πάλι εμφανές ότι, με τα δεδομένα ως υφίστανται στην παρούσα υπόθεση, η παρούσα αγωγή δεν θα έπρεπε να στραφεί απευθείας εναντίον των ασφαλιστών. Είναι γεγονός ότι σε αντίθεση με τον Ν. 174/1989, ο Ν. 96
(1)/2000 που αφορά την ασφάλιση υπέρ τρίτου στα μηχανοκίνητα οχήματα τροποποιήθηκε ώστε, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς να αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου. Ως αναφέρω ανωτέρω τέτοια πρόνοια δεν υφίσταται στο Ν. 174/1989.». Παρεμβάλλω, εδώ, ότι εάν ο Νομοθέτης επιθυμούσε να επεκτείνει τον ενοχικό δεσμό και στην περίπτωση του Ν.174/1989 μεταξύ του εργοδοτούμενου και του ασφαλιστή, θα μπορούσε να ενσωμάτωνε στο Νόμο αυτό μια εξίσου καθαρή διάταξη ως αυτή που περιέχει το άρθρο 16Α του Ν.96(Ι)/2000꞉ «16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου.
(3)Ο διορισμός αντιπροσώπου για διακανονισμό απαιτήσεως δεν εμποδίζει τον ζημιωθέντα ή τον ασφαλιστή του, να στρέφονται απευθείας κατά του προσώπου που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα ή του ασφαλιστή δυνάμει του εδαφίου
(1).
(4)Δικαστική απόφαση η οποία εξασφαλίζεται δυνάμει του άρθρου αυτού λογίζεται ως δικαστική απόφαση για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.
(5)Οι διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 16 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1).». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Αξίζει ίσως να σημειώσω ότι ακόμη και εκεί όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις του πιο πάνω άρθρου 16Α του Ν.96(Ι)/2000, η θέση της ασφαλιστικής εταιρείας είναι νομικά ιδιόρρυθμη. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Graham Thomas Preece v. Εστία Ασφαλιστική & Αντασφαλιστική Εταιρεία Α.Ε.
(1991)1 Α.Α.Δ. 568: «Το δικαίωμα που δημιουργείται από το Άρθρο 10 (βλ. ανωτέρω το κείμενο του Νόμου), των δύο νομοθεσιών δεν είναι ex delicto ούτε ακριβώς και ex contractu. Είναι ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα το οποίο απορρέει από το νόμο και είναι οιωνεί ex contractu. Δεν έχει άμεση σχέση με το αστικό αδίκημα που προκάλεσε το θάνατο ή τις προσωπικές βλάβες του θύματος. Με το Κοινοδίκαιο ο παθών δεν είχε δικαίωμα αγωγής εναντίον των ασφαλιστών οι οποίοι ανέλαβαν να αποζημιώσουν τον αδικοπραγούντα (βλ. Halsbury's Laws of England 4η Έκδοση, Τόμος 25, σελ. 768). Η ασφαλιστική εταιρεία δεν έχει ενοχή από αστικό αδίκημα. Τόσο η ασφάλιση των μηχανοκινήτων οχημάτων, όσο και η ενοχή των ασφαλιστικών εταιρειών για προσωπικές βλάβες τρίτου - παθόντος - εναντίον ασφαλιστικής εταιρείας βάσει της σύμβασης ασφάλειας βασίζεται στο νόμο και στη σύμβαση, στην οποία δεν είναι συμβαλλόμενος, και οι διατάξεις αυτές αποτελούν οιωνεί συμβατικές ρήτρες.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Στην παρούσα υπόθεση, το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων δεν εδράζεται στις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 16Α του Ν.96(Ι)/2000 και ως εκ τούτου επ΄ ουδενί λόγο δεν υφίσταται συμβατική σχέση ευθέως μεταξύ του αποβιώσαντος εργοδοτούμενου, που είναι εν προκειμένο το τρίτο πρόσωπο προς όφελος του οποίου συνήφθη η σύμβαση ασφάλισης της εργοδότριάς του εταιρείας και της ασφαλιστικής (Εναγόμενης). Στρέφομαι τώρα να εξετάσω, κατά πόσον το έλλειμμα νομιμοποίησης των Εναγόντων θα μπορούσε να θεραπευθεί στο παρόν στάδιο της δίκης, ως η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων, με διαταγή από μέρους του Δικαστηρίου για τροποποίηση του κλητηρίου, έτσι ώστε να εισαχθεί σε αυτό ως συνεναγόμενη της ασφαλιστικής, η εταιρεία στην οποία εργοδοτείτο ο αποβιώσας καθ' ον χρόνο ενεπλάκη στο επίδικο ατύχημα. Δικονομικά, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να κάνει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους, ήτοι να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων θεμάτων (Byrne and Another v Brown [1989] 22 Q.B.D 657 Mepa Underwiting Management Ltd κ.α. ν Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1(Β) ΑΑΔ 772). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πηγάζει από τη Διαταγή 9, θεσμό 10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών στην Κύπρο, την οποία παραθέτω αυτούσια: «10. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the course or matter, be added. [...] (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Στην υπόθεση PT Kiani Kertas, από την Ινδονησία v. Interorient Navigation Company Limited, από τη Λεμεσό
(2001)1 Α.Α.Δ. 1475, ο Χατζηχαμπής, Δ. (όπως ήταν τότε), αναφέρθηκε στις παραμέτρους που θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο όταν εγείρεται ενώπιον του αίτημα για προσθήκη συνεναγόμενου σε αγωγή. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την προμνησθείσα απόφαση꞉ «Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω το διαζευκτικά ακόλουθο αίτημα των Εναγομένων 1 και 2 για προσθήκη της Hinrichs ως συνεναγομένων. Η εξουσία για τούτο πηγάζει και πάλι από το Θ.30. Όπως προκύπτει από τη νομολογία στην οποία με αναφέρει και ο κ. Ερωτοκρίτου, διάφοροι παράγοντες μπορεί να διέπουν τη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Η γενική αρχή βέβαια, όπως παρατήρησε ο Wynn-Ρarry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1951)Ch. 33, στη σ. 38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, είναι: "Generally in Common Law and Chancery matters, a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue." Γίνεται δε εκτεταμένη αναφορά και συζήτηση στη νομολογία. Aν όμως η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou v. Dorami Marine Ltd et al
(1978)1 CLR 545). Σίγουρα, έχοντας υπ΄όψη τη γενική αρχή, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή. Η προκειμένη περίπτωση έχει, ως προς τις γενικές παραμέτρους της, τις ίδιες διαστάσεις όπως η υπόθεση Artemis Company Limited v. The Ship "Sonja"
(1972)1 CLR 153, στην οποία ο Εναγόμενος αιτήθηκε την προσθήκη ως συνεναγόμενης της A.L. Mantovani & Sons Ltd ισχυριζόμενος ότι οι Mantovani δεν ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι του στη σύναψη της φορτωτικής, όπως ισχυρίζοντο οι ενάγοντες, αλλά για δικό τους λογαριασμό. Οι ενάγοντες συμφώνησαν και επιχειρηματολόγησαν και οι ίδιοι υπέρ της αίτησης. Ο Λοΐζου, Δ. (ως ήτο τότε), ανασκόπησε τη νομολογία ως προς τις γενικές αρχές, που δείχνουν ότι η προσθήκη θα επιτραπεί αν ο προτεινόμενος νέος εναγόμενος θα επηρεάζετο ευθέως από το αποτέλεσμα της αγωγής όπως έχει και αν έτσι θα εξοικονομηθούν έξοδα, και εξήγησε γιατί, αν δεν επρόκειτο για το ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες υποστήριζαν την αίτηση, δεν θα μπορούσε να επιτραπεί η προσθήκη (σελίδες 161-162): [.] Υπάρχουν όμως και άλλοι πρόσθετοι λόγοι που δεν επιτρέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου προς όφελος της αίτησης. Ο παράγων της ενδεχόμενης καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής, όπως και το γεγονός ότι ο προτιθέμενος εναγόμενος είναι αλλοδαπός εκτός της δικαιοδοσίας, λαμβάνονται σοβαρά υπ΄όψη, όπως υπέδειξε ο Λοΐζου, Δ. (ως ήτο τότε) στην υπόθεση Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Azioni di Navigazione)
(1983)1 CLR 127, στις σ. 133-134: [...] Η ενδεχόμενη προσθήκη νέας αιτίας αγωγής επίσης βαρύνει εναντίον της πρόσθεσης νέου εναγόμενου (ίδε Raleigh v. Goschen
(1998)1 Ch 73). Σοβαρός παράγων είναι επίσης το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd et al
(1983)1 CLR 479, αίτημα για ανάλογη τροποποίηση της Αναφοράς εγκρίθηκε κατόπιν πρόσθεσης νέου συνεναγομένου, εφ΄όσον η προσθήκη είχε ήδη γίνει. [...] Ο Σαββίδης, Δ., ανασκόπησε σε έκταση και την υπόλοιπη Αγγλική νομολογία, η οποία ουσιαστικά αναγνωρίζει ότι, ως εξαίρεση, η πρόσθεση θα επιτραπεί αν η περίοδος παραγραφής δεν έχει λήξει όταν ακούεται η αίτηση για πρόσθεση.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Στην παρούσα υπόθεση, τα προβλήματα στην προσθήκη συνεναγόμενου που με ευκολία εντοπίζω, αφορούν στο ζήτημα της προσθήκης νέας αιτίας αγωγής, και του ζητήματος της παραγραφής. Ως προς την αιτία αγωγής, λαμβάνω υπόψη ότι θα είχε νόημα η προσθήκη της εργοδότριας εταιρείας ως εναγόμενης μόνο σε σχέση με υπόθεση αστικού αδικήματος της αμέλειας ή της μη τήρησης ασφαλούς σχεδίου εργασίας (tort) ή της διαφυγής επικίνδυνου πράγματος. Δεν θα είχε νόημα η προσθήκη της εργοδότριας ως συνεναγόμενης σε υπόθεση, όπως η παρούσα, όπου η ήδη εγερθείσα αιτία αγωγής αφορά σε παράβαση ασφαλιστικής σύμβασης. Η ασφαλιστική εταιρεία δεν ενάγεται εδώ ως υπόλογη για αστικό αδίκημα ούτε και μπορεί να της αποδοθεί ευθύνη για τέτοιο αδίκημα. Ως προς το ζήτημα της παραγραφής, σημειώνω ότι στο παρόν στάδιο της δίκης έχουν ήδη παρέλθει σχεδόν 6 χρόνια από την ημερομηνία του επίδικου εργατικού δυστυχήματος. Το άρθρο 19 του Νόμου, θεσμοθετεί περίοδο παραγραφής τριών ετών από την ημέρα του ατυχήματος꞉ «19. Οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου πρέπει να εγείρεται εντός τριών
(3)ετών από την ημέρα του ατυχήματος:». Αντίστοιχος όρος έχει εισαχθεί και στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως το Έγγραφο Α, το οποίο καθορίζει τα εξής (βλ. τελευταία σελίδα του Εγγράφου Α)꞉ «ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΓΩΓΙΜΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ Σε περίπτωση που αγωγή, που εγείρεται εναντίον του Ασφαλισμένου σε σχέση με περιστατικό που διαφορετικά η Εταιρεία θα είχε υποχρέωση παροχής κάλυψης δυνάμει του Ασφαλιστήριου αυτού, έχει παραγραφεί σε σχέση με την Εταιρεία δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, η Εταιρεία δεν θα έχει οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει του Ασφαλιστήριου αυτού για καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς τον Ασφαλισμένο, είτε αυτός έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό είτε όχι.». Συνεπώς, απορρίπτω την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων περί τροποποίησης του κλητηρίου και προσθήκης της εταιρείας Μιχαλάκη Γαβριήλ και Υιοί Λτδ ως συνεναγόμενης σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο της δίκης. Η καθυστέρηση σημειωτέον, πέραν και ανεξάρτητα από το ζήτημα της παραγραφής, θα πρέπει να λογίζεται ότι αρχίζει από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης αφού είχε από τότε αναφυεί το ζήτημα της μη νομιμοποίησης των Εναγόντων να στρέφονται ευθέως εναντίον της Εναγομένης. Δεν δικαιολογείται τέτοια καθυστέρηση. Τέλος, θέλω να παρατηρήσω ότι ούτε η προμνησθείσα υπόθεση Post Office v Norwich Union Fire Insurance Society Ltd, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος των Εναγόντων, είναι βοηθητική για την υπόθεσή τους. Στην παρούσα υπόθεση δεν μπορώ να καταλήξω σε τελικό εύρημα ως προς την ευθύνη της εργοδότριας εταιρείας για το δυστύχημα, αφού δεν παρουσιάστηκε ενώπιόν μου ως τεκμήριο, - είτε δικαστική απόφαση η οποία να εκδόθηκε εναντίον της εν λόγω εταιρείας, - είτε παραδοχή από μέρους της εργοδότριας εταιρείας της ευθύνης της για την πρόκληση του δυστυχήματος. Η ασφαλιστική εταιρεία ουδέποτε αποδέχθηκε ενώπιόν μου ότι ευθύνεται αστικά η εργοδότρια εταιρεία για την πρόκληση του δυστυχήματος. Η δε Έκθεση Διερεύνησης Ατυχήματος, ως το Έγγραφο Ε είναι σιωπηρή ως προς το ποιος ευθύνεται κατά τη γνώμη του εμπειρογνώμονα που διερεύνησε το ατύχημα. Όσο και αν η εργοδότρια εταιρεία είναι στην παρούσα υπόθεση οικογενειακή εταιρεία, όπου δεν θα ανέμενα να δυσκολεύονταν οι μέτοχοι αυτής να δώσουν εγγράφως την από μέρους τους αναγνώριση της ευθύνης της εταιρείας για τον αδόκητο θάνατο του μέλους της οικογένειάς τους, εφόσον δεν υφίσταται τέτοιο έγγραφο ενώπιόν μου, δεν μπορώ να στηριχθώ ούτε στην προμνησθείσα υπόθεση Post Office v Norwich Union Fire Insurance Society Ltd, αφού ακόμη και εκείνη η απόφαση εδράζεται στην αρχή ότι «the insured cannot sue for an indemnity until his own liability to the third person is ascertained» και συνεπώς μόνον αν η ευθύνη της εργοδότριας εταιρείας για το ατύχημα είχε διακριβωθεί, θα μπορούσα να αναγνωρίσω δικαίωμα στους Ενάγοντες να στραφούν ευθέως κατά της ασφαλιστικής εταιρείας. Σίγουρα δεν είναι έργο του παρόντος Δικαστηρίου να διακριβώσει αστική ευθύνη της εργοδότριας εταιρείας χωρίς να είναι η ίδια διάδικο μέρος στην παρούσα αγωγή. Παρενθετικά και μόνον αναφέρω ότι, εάν είχα ενώπιον μου Δικαστική απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της εργοδότριας εταιρείας, ή δήλωση της εργοδότριας εταιρείας αναγνώρισης ή παραδοχής της ευθύνης της για την πρόκληση του ατυχήματος, τότε μόνον θα είχε νόημα να προχωρούσα σε εκδώσω δηλωτική απόφαση ως προς το κατά πόσον θεμελιώνεται στην όψη των γεγονότων το δικαίωμα της εργοδότριας εταιρείας (όχι των Εναγόντων)[9] να αποζημιωθεί από την Εναγόμενη βάση του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου. Είναι σε αυτό το πλαίσιο μόνο που θα είχε νόημα να διαπιστώσω αν κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου ατυχήματος υπήρχε έγκυρο Πιστοποιητικό ασφάλισης σε ισχύ, κατά την έννοια του άρθρου 5 του Νόμου και αν το επίδικο συμβάν εμπίπτει στα όρια της ασφαλιστικής κάλυψης (ήτοι ότι αφορά σε εργοδοτούμενο, ότι αφορά σε ατύχημα κατά την έννοια του ασφαλιστήριου συμβολαίου και ότι το ποσό που αξιώνεται είναι μέσα στα όρια της ασφαλιστικής κάλυψης). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να απορρίπτω την αγωγή, με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον των Εναγόντων. (υπ.)...................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Αντίγραφο της εν λόγω αλληλογραφίας δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. [2] Άρθρο 52: «52. Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται— (α) ότι η ζημιά προκλήθηκε από οποιοδήποτε επικίνδυνο πράγμα ή φωτιά ή ζώο, ή λόγω της διαφυγής οποιουδήποτε πράγματος, διαφυγή του οποίου ενδέχεται να προκαλέσει ζημιά, και (β) ότι ο εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης ή είχεν την ευθύνη του πράγματος ή ήταν ο κάτοχος της ιδιοκτησίας από την οποία έγινε η διαφυγή του εν λόγω πράγματος, ο εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίσταται αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το επικίνδυνο αυτό πράγμα ή τη διαφυγή του πράγματος αυτού.». [3] «4.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, κάθε εργοδότης υποχρεούται να είναι ασφαλισμένος με οποιοδήποτε ασφαλιστή έναντι της ευθύνης του για ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια σε κάθε εργοδοτούμονό του.
(2)Η υποχρέωση του εργοδότη, που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)επεκτείνεται και στις περιπτώσεις απασχόλησης μόνιμων κατοίκων Κύπρου, εργοδοτουμένων στο εξωτερικό στους οποίους θα προκληθεί ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια. [4] 5.-
(5)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, αυτός που εκδίδει ένα ασφαλιστήριο σύμφωνα με το άρθρο αυτό υπέχει ευθύνη για κάλυψη του εργοδότη που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο σε σχέση με οποιαδήποτε ευθύνη που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο. [5] Θα αναφερθώ στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου μετέπειτα. [6] Βλ. το άρθρο 2 του Νόμου, όπου καθορίζεται ότι ο όρος «δικαστική απόφαση» σημαίνει απόφαση ή διάταγμα που εκδίδεται μόνο από αρμόδιο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας στα πλαίσια οποιασδήποτε διαδικασίας για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που αφορά αποζημιώσεις για ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια και δεν περιλαμβάνει απόφαση ή διάταγμα (δικαστική ή διαιτησίας) που σχετίζεται με εγγραφή αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων, βάσει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεσις) Νόμου, ή οποιουδήποτε νόμου ο οποίος τον τροποποιεί ή τον ανακαλεί. [7] «
(5)Το άρθρο αυτό, όπως και τα άρθρα 11 και 12 του παρόντος Νόμου, δεν τυγχάνουν εφαρμογής, όταν μια εταιρεία εκκαθαρίζεται εκούσια για το σκοπό αναδιοργάνωσης ή συγχώνευσης της με άλλη εταιρεία.». [8] 11.—
(1)Το πρόσωπο εναντίον του οποίου εγείρεται αξίωση αναφορικά με ευθύνη που καλύπτεται υποχρεωτικά από ασφαλιστήριο, οφείλει, όταν κληθεί προς τούτο από ή εκ μέρους του προσώπου που εγείρει την αξίωση, να αναφέρει κατά πόσο ήταν ασφαλισμένο αναφορικά με την ευθύνη αυτή με ασφαλιστήριο που έχει ισχύ για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ή θα ήταν έτσι ασφαλισμένο, αν ο ασφαλιστής δεν είχε προβεί στην ακύρωση του ασφαλιστηρίου, σε καταφατική δε περίπτωση, οφείλει να δώσει τα στοιχεία που αναφέρονται στο πιστοποιητικό ασφάλισης που του έχει εκδοθεί.
(2)Σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο πτωχεύσει ή προβεί σε συμβιβασμό ή άλλο διακανονισμό με τους πιστωτές του ή σε περίπτωση που εκδοθεί διάταγμα, δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου που αφορά στην πτώχευση, αναφορικά με την περιουσία οποιουδήποτε προσώπου ή σε περίπτωση που εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης οποιασδήποτε εταιρείας ή ήθελε προσηκόντως διορισθεί εκκαθαριστής ή διαχειριστής των εργασιών ή των επιχειρήσεων της υπό εκκαθάριστη εταιρείας ή ήθελε αναληφθεί κατοχή από ή για λογαριασμό των κατόχων οποιωνδήποτε ομολόγων εξασφαλισμένων με κυμαινόμενη επιβάρυνση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που περιλαμβάνει ή υπόκειται στην επιβάρυνση, ο πτωχεύσας οφειλέτης, ο προσωπικώς αντιπρόσωπος αποβιώσαντος οφειλέτη και, ανάλογα με την περίπτωση, ο επίσημος εκδοχέας, ο επίτροπος, ο εκκαθαριστής, ο παραλήπτης, ο διαχειριστής ή εκείνος που έχει στην κατοχή του το περιουσιακό στοιχείο, έχει υποχρέωση, όταν του ζητηθεί από πρόσωπο που εγείρει αξίωση που γεννάται από ευθύνη έναντι του, να δώσει κάθε πληροφορία που εύλογα ζητείται από αυτό, για να διακριβωθεί αν μεταβιβάσθησαν και περιήλθαν σ' αυτό οποιαδήποτε δικαιώματα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και για το σκοπό άσκησης των δικαιωμάτων αυτών, το δε ασφαλιστήριο, στην έκταση κου αποσκοπεί άμεσα ή έμμεσα στην ακύρωση του ασφαλιστηρίου ή την αλλοίωση των δικαιωμάτων των μερών, όταν δίνεται μια τέτοια πληροφορία ή άλλως πως στην απαγόρευση, παρακώλυση ή περιορισμό της παροχής τέτοιων πληροφοριών, δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ.
(3)Αν οι πληροφορίες που έχουν δοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2), αποκαλύψουν στοιχεία που εύλογα εδραιώνουν την πεποίθηση ότι μεταβιβάσθησαν ή δυνατόν να μεταβιβάσθησαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού, στο πρόσωπο αυτό οποιαδήποτε δικαιώματα εναντίον οποιουδήποτε συγκεκριμένου ασφαλιστή, ο ασφαλιστής αυτός υπέχει την υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)στα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο αυτό.
(4)Η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο αυτό για παροχή πληροφοριών περιλαμβάνει και την υποχρέωση του προσώπου που έχει την υποχρέωση αυτή να επιτρέπει την επιθεώρηση και τη λήψη αντιγράφων ασφαλιστηρίου, απόδειξης πληρωμής ασφαλίστρων και κάθε άλλοι συναφούς εγγράφου.
(5)Οποιοσδήποτε που χωρίς εύλογη δικαιολογία, της οποίας φέρει και το βάρος της απόδειξης, παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ή που εκούσια ή από αμέλεια προβαίνει σε ψευδή ή παραπλανητική δήλωση σε σχέση με ζητηθείσα από αυτόν πληροφορία, είναι ένοχος αδικήματος. [9] Εξακολουθεί δηλαδή να υφίσταται το ζήτημα του ότι κατάλληλος Ενάγων θα ήταν η ίδια η εργοδότρια εταιρεία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο