← Κύπρος

Έλενας Χαραλάμπους ν. Κατιάνας Ιωάννου κ.α., Αρ. 1289/2010, 20/4/2015

Έλενας Χαραλάμπους ν. Κατιάνας Ιωάννου κ.α., Αρ. 1289/2010, 20/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. 1289/2010 Μεταξύ: Έλενας Χαραλάμπους, Λευκωσία Ενάγουσας και

  1. Κατιάνας Ιωάννου, Λάρνακα
  2. Φέλιξ Βαλανίδη, Λευκωσία
  3. Αλεξάνδρα Καρυπίδου, Λευκωσία Εναγομένων 20 Απριλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Κουρουπίδης, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Για την Εναγόμενη αρ. 1 / Καθ' ης η αίτηση: κα. Λ. Χρίστου, για Νικολαϊδης Στυλιανού Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 2 / Καθ' ου η αίτηση꞉ κα Χρ. Ηλιοφώτου, για Χριστάκη Ν. Ματθαίου. Για την Εναγόμενη αρ. 3 / Καθ' ης η αίτηση꞉ κα Λουκαρή, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με αίτηση υπό της Ενάγουσας / Αιτήτριας, ημερ. 3.7.2014, για Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3, ομού και/ή κεχωρισμένα και/ή αλληλέγγυα- «Α. Γενικάς και Ειδικάς αποζημιώσεις δια σωματικάς βλάβας και/ή άλλην συναφή ζημιάν την οποία αυτή υπέστη συνεπεία αυτοκινητιστικού δυστυχήματος επισυμβάντος εις Λευκωσίαν κατά ή περί την 12/10/2008, ενώ οι εναγόμενοι προσωπικά και/ή δια των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων τους, ωδήγουν τα υπ' αριθμ. οχήματα των KRM353 και KΜΜ369, τόσον αμελώς και/ή κατά παράβασιν των υπό του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων και υποχρεώσεων τους κατά μήκος της Λεωφ. Λεμεσού εις Λ/σιαν εις την οποίαν κατά τον ουσιώδη χρόνον η ενάγουσα ωδήγει νομίμως και κανονικώς το όχημα της υπ' αριθμόν εγγραφής ΗΚΒ
  4. Β. Νόμιμον Τόκος και Γ. Έξοδα Αγωγής.». Η ιδιότητα υπό την οποία ενάγεται έκαστος εναγόμενος δικογραφείται στις παρα. 2, 3 και 4 της αρχικής Έκθεσης Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α»), ημερ. 16.11.2010, ως ακολούθως꞉ · Παρα. 2꞉ Η Εναγόμενη αρ. 1 καθ' όλον τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια και οδηγός του υπ' αριθμόν εγγραφής αυτοκινήτου ΚΜΜ
  5. · Παρα. 3꞉ Ο Εναγόμενος αρ. 2 καθ' όλον τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν οδηγός του υπ' αριθμόν εγγραφής KRM353, ιδιοκτησίας της Εναγομένης αρ. 3 από τη Γεωργία και μονίμου κατοίκου Κύπρου. · Παρα. 4꞉ Η Εναγόμενη αρ. 3 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος υπ' αριθ. εγγρ. KRM353, το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 κατά το χρόνο του δυστυχήματος ως υπάλληλος της και/ή αντιπρόσωπός της και/ή ενεργούσε κατ' εντολήν και/ή άδειαν της για εκτέλεση κοινού σκοπού και/ή σύμβαση υπηρεσίας (contract of service) και ενάγεται ως εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις και/ή παραλείψεις του Εναγόμενου αρ.
  6. Οι λεπτομέριες γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή, ως δικογραφήθηκαν στην παρα. 5 της αρχικής Ε/Α, ήταν ως εξής꞉ «
  7. Κατά ή περί την 12/10/2008, η ενάγουσα η οποία είναι ιδιοκτήτρια του υπ' αρ. εγγραφής οχήματος ΗΚΒ100 και ωδήγει τούτο νομίμως και κανονικώς στη δεξιά λωρίδα της Λεωφ. Λεμεσού στην Λ/σια με κατεύθυνση από Λ/σο προς Λ/σια λίγο πριν τη διάβαση πεζών της Λαϊκής Τράπεζας παρά την οποίαν είχε ελαττώσει ταχύτητα δια να παράσχει την δυνατότητα σε πεζούς να διέλθουν, ο εναγόμενος αρ. 2 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνον ωδήγει το υπ' αρ. εγγρ. KRM353 στην ίδια κατεύθυνση της εν λόγω Λεωφόρου, ακολουθώντας το προπορευόμενον αυτού όχημα υπ' αρ. ΚΜΜ369, οδηγούμενον υπό της εναγόμενης αρ. 1, χωρίς να ελαττώση ταχύτητα ή και σταματήσει στην εν λόγω διάβαση πεζών οδήγησε τούτο τόσον αμελώς και/ή με υπερβολικήν ταχύτητα και/ή παρέλειψε να ελέγξη το όχημά του με αποτέλεσμα τούτο να συγκρουσθεί βιαίως με το προπορευόμενο όχημα, το οποίον στη συνέχεια σπρώχτηκε βίαια χτυπώντας το όχημα της εναγούσης, προκαλώντας έτσι σοβαρές ζημιές στο όχημα της εναγούσης και σωματικές βλάβες και άλλην συναφή ζημίαν εις αυτήν.». Όπως εξάλλου αναφέρεται στην παρα. 6 της αρχικής Ε/Α, η πρόκληση του δυστυχήματος καταλoγιζόταν από την Ενάγουσα στην αμέλεια των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και/ή στη συντρέχουσα αμέλεια των Εναγομένων αρ. 1 και
  8. Λεπτομέρειες της αμέλειας έκαστου εκ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 δικογραφούνταν στις παρα. 8 και 7, αντίστοιχα, της αρχικής Ε/Α. Στην παρα. 9 της αρχικής Ε/Α δικογραφούνταν λεπτομέρειες σωματικών βλαβών που κατ' ισχυρισμόν υπέστη η Ενάγουσα από το επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την καταχώριση της αρχικής Ε/Α, και, ειδικότερα, στις 3.7.2014, η Ενάγουσα - Αιτήτρια αιτείται από το Σεβαστό Δικαστήριο εκτεταμένη τροποποίηση της αρχικής Ε/Α, ημερ. 16.11.
  9. Ειδικότερα, η Ενάγουσα φαίνεται να επιδιώκει την αφαίρεση των Εναγομένων αρ. 2 και 3 από διάδικους στην αγωγή και να επιδιώκει, συναφώς, την απάλειψη της αναφοράς σε αυτούς από κάθε σχετική παράγραφο της αρχικής Ε/Α, ως επίσης και την τροποποίηση των ισχυρισμών γεγονότων για το πως επήλθε το επίδικο δυστύχημα και των λεπτομεριών αμέλειας. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα αξιώνει꞉
  10. Διαγραφή των παραγράφων 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης.
  11. Αντικατάσταση της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης με την ακόλουθη παράγραφο η οποία αναριθμείται σε παρα. 3: «
  12. Κατά ή περί την 12.10.2008 η ενάγουσα οδηγούσε νομίμως και κανονικώς το υπ' αριθμό εγγραφής ΗΚΒ 100 αυτοκίνητο κατά μήκος της Λεωφ. Λεμεσού, με κατεύθυνση από Λεωφ. Αθαλάσσας προς Λεωφ. ΡΙΚ. Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο, η εναγόμενη 1 οδηγούσε το όχημα ύπ' αριθμό εγγραφής ΚΜΜ 369 επί της Λεωφ. Λεμεσού επί της ίδιας κατεύθυνσης από Λεωφ. Αθαλάσσας προς Λεωφ. ΡΙΚ, πίσω από το όχημα το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου το όχημα της εναγόμενης αρ. 1 χτύπησε από πίσω το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε η ενάγουσα. Ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος και/ή σύγκρουσης προκλήθηκαν στην ενάγουσα υλικές ζημιές, απώλειες και έξοδα.»
  13. Διαγραφή των λέξεων «εναγόμενος 2» στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης και αναρίθμησή της ως παρα.
  14. Διαγραφή της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης.
  15. Προσθήκη των ακόλουθων υποπαραγράφων στο τέλος της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης ως λεπτομέρειες αμέλειας της εναγόμενης αρ. 1 και αναρίθμηση της παραγράφου 8 σε παράγραφο 5: «η. οδηγούσε χωρίς να έχει στραμμένη την προσοχή της στο δρόμο. θ. Δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για να αποφύγει τη σύγκρουση. ι. Παράλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα της έγκαιρα και/ή καθόλου και/ή οδηγούσε χωρίς φρένα και/ή με ελαττωματικά φρένα και/ή παρέλειψε να πεδήσει και/ή ελέγξει το όχημα της, ούτως ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση ια. Οδηγούσε με μεγάλη και/ή υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα. ιβ. Γενικά οδηγούσε το όχημα άνευ της δέουσας προσοχής και φροντίδας και κατά παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του περί την οδήγηση και/ή οδηγούσε χωρίς να λαμβάνει υπόψη της την παρουσία των άλλων οχημάτων επί του οδοστρώματος. ιγ. Η ενάγουσα βασίζει την αξίωση της και στο αξίωμα RES IPSA LOQUITUR. ιδ. Η εναγόμενη απέτυχε να ασκήσει επαρκή και/ή εύλογο έλεγχο του οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής ΚΜΜ 369 κατά τρόπον ώστε το ατύχημα να αποφεύγετε κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων δεν θα συνέβαινε εάν η εναγόμενη ασκούσε την απαιτούμενη επιμέλεια.».
  16. Αντικατάσταση των υποπαραγράφων β) έως στ) της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης, ως λεπτομέρειες σωματικών βλαβών, και αναρίθμηση της παραγράφου 9 σε παράγραφο 6: «β. Επιδεινούμενο αίσθημα άλγους και αιμωδίας κατά μήκος και των δύο άκρων με κατανομή 7ης και 8ης αυχενικής ρίζας. γ. Ήπια διαταραχή της ισορροπίας. δ. Επώδυνος περιορισμός της κινητικότητας του αυχένα σε όλες τις κινήσεις, (κάμψη, έκταση, δεξιά και αριστερή στροφή, δεξιά και αριστερή πλάγια κάμψη) ενώ μπορεί να επιτελέσει ενεργητικά στροφές της κεφαλής στις 60 περίπου μοίρες και από τις δύο μεριές. ε. Έντονη κεφαλαλγία και συμπτώματα άγχους. στ. Διαταραχές μνήμης και δυσχέρεια επικοινωνίας.».
  17. Προσθήκη των ακόλουθων νέων παραγράφων αρ. 7, 8 και 9 μετά την ως άνω αναριθμημένη παρα.6꞉ «
  18. Η ενάγουσα υπέστη ένα σοβαρό και επώδυνο τραυματισμό. Εισήχθη αυθημερόν στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου διαγνώσθηκαν τα τραύματα και έτυχε της απαιτούμενης θεραπείας με χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής και τοποθέτηση αυχενικού κολάρου. 8.Η ενάγουσα έχει υποστεί κάκωση αυχένα συνεπεία του ανωτέρω δυστυχήματος. Άμεσα μετά την κάκωση παρουσίασε προοδευτικά επιδεινούμενο άλγος στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης και έναρξη άλγους και αιμωδίας και στα 2 άνω άκρα, έντονη κεφαλαλγία και συμπτώματα άγχους, διαταραχές μνήμης και δυσχέρεια επικοινωνίας λόγω δυσφασίας αντίληψης.
  19. Κατά την καταχώριση της παρούσας, η ενάγουσα εξακολουθεί να πάσχει κατά τρόπον μόνιμο από κεφαλαλγίες, αγχώδεις καταστάσεις, διαταραχές μνήμης, δυσχέρεια επικοινωνίας λόγω δυσφασίας αντίληψης τα οποία την καθιστούν δυστυχισμένη και την επηρεάζουν δυσμενώς στην καθημερινής της ζωής καθιστώντας την ανήμπορη να χαρεί τις μικρές, καθημερινές απολαύσεις της ζωής». Διαζευκτικά, η Ενάγουσα - Αιτήτρια αξιώνει από το Δικαστήριο οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ως εύλογη. Περαιτέρω, αξιώνει τα έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α. Η αίτηση έχει ως νομική βάση τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.25 και Δ.48, θ.θ. 1, 2 και 3, τη νομολογία, ως επίσης και τη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ») της κας Έλενας Χαραλάμπους από τη Λευκωσία, ημερομηνίας 3/7/
  20. Είναι η Ενάγουσα στην αγωγή και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Όσον αφορά τα νομικά σημεία της αίτησης, έχει λάβει νομική συμβουλή από το δικηγόρο της. Στις παρα. 2 - 5 της πιο πάνω αναφερόμενης Ε/Δ της, η Ενάγουσα δηλώνει ότι꞉ Παρα. 2꞉ Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες προς διευκρίνιση γεγονότων της υπόθεσης και/ή προς αποκατάσταση της αλήθειας. Αρκετά από τα γεγονότα της υπόθεσης διαφάνηκαν σε αυτό το στάδιο της δικαστικής διαδικασίας και μετά που εξετάστηκε ο φάκελος της υπόθεσης εκ νέου μεταξύ αυτής και του νέου δικηγόρου της. Η τροποποίηση είναι αναγκαία προκειμένου να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ολοκληρωμένη η εικόνα της υπόθεσης. Παρα. 3꞉ Οι αιτούμενες τροποποιήσεις ουδόλως αλλάζουν τα επίδικα θέματα και/ή τα γεγονότα της αγωγής, αλλά αντίθετα διευκρινίζουν στο Δικαστήριο τα γεγονότα της υπόθεσης και βοηθούν αυτό στην πιο αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων. Παρα. 4꞉ Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες και έγιναν καλόπιστα χωρίς οιανδήποτε πρόθεση κωλυσιεργίας και/ή παρέλκυσης της δικαστικής διαδικασίας και ταλαιπωρίας είτε του Δικαστηρίου είτε των εναγομένων. Παρα. 5꞉ Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες ώστε να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση της αγωγής, βάσει των λεπτομερειών και διευκρινισμένων γεγονότων της υπόθεσης και προκειμένου να δοθεί στην Ενάγουσα η ευκαιρία να προβάλει με σαφήνεια τις αξιώσεις της. Για τους πιο πάνω λόγους, η Ενάγουσα ζητεί όπως εγκριθεί η αίτησή της. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΠΛΕΥΡΑΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Αρχικά, στις 22.10.2014, καταχωρήθηκε Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης στην αίτηση τόσο από την Εναγόμενη αρ. 1 όσο και από τον Εναγόμενο αρ.
  21. Η Εναγόμενη αρ. 3 δεν καταχώρισε ένσταση. Εν τέλει, κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 2.12.2014, η συνήγορος του Εναγομένου αρ. 2 προέβη σε σχετική δήλωση προς το Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 αποδέχεται να εκδοθεί Διάταγμα ως η αίτηση. Παρέμεινε έτσι μόνο η Εναγόμενη αρ. 1 να ενίσταται στην αίτηση. Η ένσταση της Εναγομένης αρ. 1 στηρίζεται πάνω στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, θ.4, 7, 10 και 11, Δ.10, Δ.15, Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.25, Δ.39, θ.2 και Δ.48, θ.θ.1 - 3 και 9, Δ.64, θ.θ. 1 - 2, επί των γενικών αρχών του Νόμου, των Κανόνων της επιείκειας, της πρακτικής και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που δικογραφούνται είναι ότιː «Η αίτηση ημερομηνίας 3.7.2014 είναι αβάσιμη, παράτυπη, αντικανονική, απαράδεκτη και δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έγκρισή της. Το αίτημα για την αιτούμενη τροποποίηση είναι παράτυπο και επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα της Εναγομένης 1 και η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα αν εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης. Η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα και είναι σκανδαλώδης (frivolous and vexatious), διότι τείνει να επηρεάσει δυσμενώς, να παρενοχλήσει, να διαταράξει, να φέρει σε αδιέξοδο ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Η αιτούμενη τροποποίηση ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α1-6 της Αίτησης Τροποποίησης δεν κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης αρ. 1 και δεν διευκρινίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α1-6 της Αίτησης Τροποποίησης, θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαγραφή των Εναγομένων 2 και 3 από την αγωγή ως διάδικων, γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα την ελλιπή έκθεση γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος. Η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α1- 6 της Αίτησης Τροποποίησης αντιθέτως περιπλέκει τα επίδικα και τείνει να καταργήσει και να επηρεάσει τα αγώγιμα δικαιώματα της Εναγόμενης 1 εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 τα οποία προκύπτουν τόσο από τα επίδικα θέματα της Έκθεσης Απαιτήσεως, όσο και από τα επίδικα θέματα της Υπεράσπισης της Εναγομένης 1 και της Ειδοποίησης της Εναγομένης 1 προς τους Συνεναγόμενους 2 και 3 για συνεισφορά. Η αιτούμενη τροποποίηση ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α1-6 της Αίτησης Τροποποίησης και η διαγραφή των Εναγομένων 2 και 3 ως διαδίκων δεν κρίνεται αναγκαία και γίνεται κακόπιστα και/ή με σκοπό να ανατρέψει την υπεράσπιση της Εναγομένης 1, να τη φέρει προ τετελεσμένων γεγονότων και/ή να ακυρώσει και/ή να καταστήσει άνευ σημασίας την ειδοποίηση της Εναγομένης 1 προς τους Συνεναγόμενους 2 και 3 για συνεισφορά. Το αίτημα για την επιδιωκόμενη τροποποίηση ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α1-6 της Αίτησης Τροποποίησης και η διαγραφή των Εναγομένων 2 και 3 ως διαδίκων είναι παράτυπο και κατά παράβαση των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και δεν μπορεί να εγκριθεί χωρίς την συγκατάθεση της Εναγομένης
  22. Το αίτημα για την επιδιωκόμενη τροποποίηση ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α1-6 της Αίτησης Τροποποίησης και η διαγραφή των Εναγομένων 2 και 3 ως διαδίκων σε αυτό το στάδιο είναι πολύ καθυστερημένο και θα στερήσει το δικαίωμα της Εναγομένης 1 να καλέσει τους υφιστάμενους Εναγομένους 2 και 3 (σε περίπτωση όπου επιτραπεί η διαγραφή αυτών) ως Τριτοδιάδικους στην αγωγή. Η τροποποίηση δικογράφου ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α1-6 της Αίτησης Τροποποίησης δεν είναι επιτρεπτή γιατί ανατρέπει την υπεράσπιση της. Εναγομένης 1 και /ή την απαίτηση της για συνεισφορά λόγω παραγραφής. Έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α1-6 της Αίτησης Τροποποίησης και διαγραφή των Εναγομένων 2 και 3 ως διαδίκων θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της Εναγομένης 1 και/ή τυχόν πρόσθεση των υφιστάμενων Εναγομένων 2 και 3 ως Τριτοδιαδίκων σε μεταγενέστερο στάδιο, θα αφαιρέσει το δικαίωμα όλων των διαδίκων να επιδιώξουν εφαρμογή των προνοιών του Νόμου Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων, (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000, Ν.96(Ι) /
  23. Η αιτούμενη τροποποίηση ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α7-9 της Αίτησης Τροποποίησης και που αφορά τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες που υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του δυστυχήματος υποβάλλεται κακόπιστα, ψευδώς και καμία σχέση έχει με τις σωματικές βλάβες της Ενάγουσας που υπέστη συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος ημ. 12/10/2008 ως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης ημ. 16/11/
  24. Η αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις συνδέονται με γεγονότα τα οποία η Ενάγουσα γνώριζε 'αι /ή όφειλε να γνωρίζει από την αρχή της διαδικασία και/ή εν πάση περίπτωση πολύ νωρίτερα από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και/ή ήταν σε γνώση της σε πολύ προγενέστερο χρόνο. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αλλάζουν ουσιωδώς επίδικα θέματα και την ουσία της αγωγής. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις περιπλέκουν και/ή επιτρέπουν την πολλαπλότητα νομικών διαδικασιών και/ή κινείται ενάντια των δικαιωμάτων της Εναγομένης 1.». Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση της Εναγόμενης αρ. 1 φαίνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου και εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Δήμητρας Σώττου από τη Λευκωσία, ημερ. 22.10.
  25. Παραθέτω αυτούσια τα όσα δηλώνει η κα Σώττουː
  26. Είμαι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόρων της Εναγομένης 1, γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  27. Έχω διαβάσει την Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας - Έλενας Χαραλάμπους ημ. 03/07/2014, η οποία στηρίζει την αίτηση της και εκτός όπου προβαίνω σε παραδοχή αρνούμαι και απορρίπτω το περιεχόμενο της.
  28. Η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαίο ατύχημα το οποίο επισυνέβη την 10/12/2008, στην Λεωφόρο Λεμεσού στη Λευκωσία, παρά τα φώτα της Λαϊκής Τράπεζας με κατεύθυνση προς τη Λευκωσία. Ως φαίνονται στην υπεράσπιση της Εναγομένης 1 είναι οι ισχυρισμοί της ότι: ί. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εναγόμενη 1 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΜΜ369 και κρατούσε απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτοκίνητο της Ενάγουσας με αρ. εγγραφής ΗΚΒ
  29. ii. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, η Ενάγουσα φρέναρε απότομα και απροειδοποίητα ακινητοποιώντας το αυτοκίνητό της επί της εν λόγω λεωφόρου. Η Εναγομένη 1 που την ακολουθούσε κρατώντας απόσταση ασφαλείας εφάρμοσε άμεσα τα φρένα της και σταμάτησε σε απόσταση από το προπορευόμενο αυτοκίνητο της Ενάγουσας. iii. Κατά το ίδιο χρόνο ο Εναγόμενος 2 που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KRM353 και ακολουθούσε το αυτοκίνητο της Εναγομένης 1 οδηγώντας τόσον αμελώς και κατά παράβαση των νόμιμων καθηκόντων του προσέκρουσε βίαια στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της Εναγομένης 1 σπρώχνοντας το μπροστά και προκαλώντας την πρόσκρουση του με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Ενάγουσα. iv. Ο Εναγόμενος οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης.
  30. Από τα πιο πάνω γεγονότα, καθίσταται ξεκάθαρο ότι το εν λόγω δυστύχημα αφορά καραμπόλα στην οποία εμπλέκονται 3 αυτοκίνητα. Η θέση αυτή της Εναγομένης, ήταν και η αρχική θέση και της Ενάγουσας στην έκθεση απαίτησης και ήταν παραδεκτή εκ των δικογράφων από τους Εναγόμενους 2 και
  31. Για άγνωστους λόγους για την Εναγόμενη 1, η Ενάγουσα, 6 χρόνια μετά το δυστύχημα, και 4 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και 4 φορές μετά που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, επιχειρεί να εξαφανίσει από την εικόνα, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2, ιδιοκτησίας της Εναγομένης 3 και να επιρρίψει αποκλειστικά το φταίξιμο του δυστυχήματος στην Εναγομένη
  32. Η αίτηση τροποποίησης ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α1-6 της έκθεσης απαίτησης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και επηρεάζει τα δικαιώματα της Εναγομένης 1 για τους λόγους που αναφέρω λεπτομερώς πιο κάτω.
  33. Με την αιτούμενη τροποποίηση, αποπειράται η απόκρυψη και/ή παρουσίαση ελλιπής έκθεσης γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος. Εξαφανίζεται από την εικόνα, ο Εναγόμενος 2, του οποίου όπως ισχυρίζεται η Εναγόμενη 1, η συνδρομή για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν καθοριστικής σημασίας.
  34. Με την αιτούμενη τροποποίηση περιπλέκεται η δικαστική διαδικασία, η οποία, στο παρόν στάδιο είναι η νενομισμένη υπό τις περιστάσεις. Η διαγραφή των Εναγομένων 2 και 3 από την αγωγή, θα αναγκάσει την Εναγόμενη 1 να επιχειρήσει με σωρεία διαδικασιών να τους επαναφέρει πίσω στην αγωγή, κάτι που κρίνεται αχρείαστο και που θα επιβαρύνει την υπόθεση με έξοδα, και με χρόνο το ήδη επιβεβαρυμμένο πρόγραμμα του Δικαστηρίου.
  35. Η Ενάγουσα με την αιτούμενη τροποποίηση τείνει να καταργήσει τα επίδικα θέματα και να επηρεάσει τα αγώγιμα δικαιώματα της Εναγόμενης 1 εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 τα οποία προκύπτουν τόσο από τα επίδικα θέματα της Έκθεσης Απαιτήσεως, όσο και από τα επίδικα θέματα της Υπεράσπισης της Εναγομένης 1 και την ειδοποίηση της Εναγομένης 1 για συνεισφορά προς συνεναγόμενους 2 και
  36. Η Εναγόμενη 1 έχει καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή της Ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία υπεύθυνους για το δυστύχημα καθιστά τόσο την Ενάγουσα αλλά και τους Εναγομένους 2 και
  37. Ως προς τούτο, την 29/08/2012 η Εναγομένη 1 καταχώρησε ειδοποίηση για συνεισφορά προς τους Εναγομένους 2 και
  38. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α1-6 της Αίτησης Τροποποίησης, τότε θα διαγραφούν οι Εναγόμενοι 2 και 3 από την αγωγή και η ειδοποίηση της Εναγομένης 1 προς τους Συνεναγόμενους 2 και 3 για συνεισφορά ημ. 29/08/2012 θα καθίσταται άνευ σημασίας.
  39. Η αίτηση της Ενάγουσας και η διαγραφή των Εναγομένων 2 και 3 από την αγωγή δεν μπορεί δικονομικά και άνευ της συγκατάθεσης της Εναγομένης 1 να επιτραπεί από τη στιγμή που υπάρχει καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου ειδοποίηση απαίτησης της Εναγομένης 1 προς τους συναγόμενους 2 και 3, δυνάμει της Δ.10, Θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ειδοποίηση ενός εναγομένου προς άλλο Εναγόμενο οιονεί έκθεσης απαίτησης του πρώτου εναγόμενου προς τον δεύτερο Εναγόμενο. Το αποτέλεσμα της έγκρισης της αίτησης τροποποίησης θα είναι η απόσυρση της απαίτησης της Εναγομένης 1 εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, χωρίς τη συγκατάθεση της Εναγομένης
  40. Η εν λόγω τροποποίηση ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α1-6 της Αίτησης Τροποποίησης γίνεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, με αποτέλεσμα να παραβλάπτονται ουσιωδώς τα δικαιώματα της Εναγομένης 1, δικαιώματα τα οποία δεν αποζημιώνονται με έξοδα. Αν επιτραπεί η εν λόγω τροποποίηση, η Εναγόμενη 1 αλλά και γενικά όλοι οι διάδικοι θα υποστούν τις πιο κάτω ζημιές: i. Η Εναγόμενη 1 δεν θα έχει δικαίωμα να καλέσει τους υφιστάμενους Εναγομένους 2 και 3 ως Τριτοδιάδικους στην αγωγή σ' αυτό το στάδιο. ii. Επιπρόσθετα και ανεξαρτήτως της πιο πάνω τοποθέτησης, η Εναγόμενη 1 θα στερείται του δικαιώματος να καλέσει τους υφιστάμενους Εναγόμενους 2 και 3 ως Τριτοδιάδικους, καθώς το αδίκημα θα έχει πλέον παραγραφεί όσο αφορά τους Εναγομένους 2 και
  41. Σύμφωνα με τον Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (προσωρινές διατάξεις) Νόμο Ν.110(Ι)/2002και/ή τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 και/ή τον Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 Ν. 96(Ι)/2000, καμία αγωγή για ατύχημα δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Το ατύχημα επισυνέβη την 12/10/
  42. iii. Ένεκα της παραγραφής του ατυχήματος, ακόμα και αν επιτραπεί στην Εναγομένη 1 να προσθέσει τους Εναγομένους 2 και 3 ως Τριτοδιάδικους, η ασφαλιστική εταιρεία των Εναγομένων 2 και 3 θα έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να τους καλύψει με βάση τις πρόνοιες του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 Ν. 96(Ι)/
  43. Σύμφωνα με το νόμο, δεν καλύπτεται οποιοδήποτε επιδικασμένο ποσό αποζημιώσεων και δη απαίτηση, εκτός και αν η αγωγή έχει εγερθεί εναντίον του διαδίκου εντός τριών ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Ως έχω ήδη αναφέρει το δυστύχημα επισυνέβη την 12/10/
  44. Σε σχέση με την αιτούμενη τροποποίηση ως αυτή εκτίθεται στις παραγράφους Α7-9 της Αίτησης Τροποποίησης και που αφορά τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες που υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του δυστυχήματος, η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, ψευδώς και καμία σχέση έχει με τις σωματικές βλάβες της Ενάγουσας που υπέστη συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος ημ. 12/10/2008 ως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης ημ. 16/11/
  45. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 9 της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης, η οποία σημειώνεται ότι καταχωρήθηκε την 16/11/2010 (2 χρόνια μετά το δυστύχημα) η Ενάγουσα αναφέρει ότι εξαιτίας του δυστυχήματος έχει πάθει θλάση αυχένα. Με την παρούσα αίτηση τροποποίησης, η Ενάγουσα επιχειρεί να «αποδώσει» στο δυστύχημα, προβλήματα και/ή ασθένειες οι οποίες καμία σχέση έχουν με την παρούσα αγωγή.
  46. Σημειώνεται ότι η Ενάγουσα καμία αναφορά δεν κάνει στην ένορκη δήλωση της ημ. 03/07/2014 ως προς τους λόγους που οι εν λόγω σωματικές βλάβες, δεν καταχωρήθηκαν στην έκθεση απαίτησης της, η οποία καταχωρήθηκε 2 ολόκληρα χρόνια μετά το δυστύχημα. Οι οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες βλάβες έπρεπε να είχαν αποκρυσταλλωθεί μέχρι τότε.
  47. Η παρούσα αίτηση αλλάζει σημαντικά την ουσία της διαφοράς, εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων της έγκρισης της και αν επιτραπεί θα προκαλέσει αδικία στην Εναγόμενη 1 για όλους τους προαναφερόμενους λόγους. Η Ενάγουσα καθ' όλη τη διαδικασία έχει αδικαιολόγητα καθυστερήσει την έγερση της αγωγής καθώς και την προώθηση της. Τα δικαιώματα της Εναγομένης 1 σε ενδεχόμενη έγκριση της παρούσας αιτήσεως, παραβλάπτονται ανεπανόρθωτα και δυσμενώς, ζήτημα το οποίο δεν αποζημιώνεται με έξοδα, παραβιάζοντας παράλληλα την ανάγκη δίκαιας διεξαγωγής δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα όπως ορίζεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος.
  48. Περεταίρω δε και άνευ βλάβης των πιο πάνω, πιστεύω ότι η αποδοχή της παρούσας αίτησης θα καθιστούσε χωρίς σημασία τους θεσμούς και τις αρχές της νομολογίας.
  49. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αληθινά πιστεύω ότι η αίτηση της Ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης στη βάση των προεκτεθέντων ενόρκων δηλώσεων. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ομνυόντων. Κατατέθηκαν στο Δικαστήριο γραπτώς οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, τις οποίες και έχω μελετήσει με προσοχή. Αναφέρομαι στις εκατέρωθεν υποβληθείσες εισηγήσεις, στο πλαίσιο της αιτιολόγησης της δικαστικής μου κρίσης πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ

(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 λέχθηκε ότι: "Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.LR. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως, η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophvtou and Οthers
(1983)1 C.LR. 669, 680) Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης.». Τα πιο πάνω λεχθέντα διατηρούν τη σημασία τους ακόμη και όταν εξετάζεται αίτηση στη βάση της Διαταγής 25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Διαταγή 25 ότι: «
  1. Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιον τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.». Οι αρχές που διέπουν τις αιτήσεις τροποποίησης, όπως η υπό κρίση, έχουν διατυπωθεί σε σωρεία υποθέσεων με πιο πρόσφατη την υπόθεση Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 4/3/
  2. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, συνόψισε τις εν λόγω αρχές με αναφορά στα πιο κάτω αποσπάσματα από τις υποθέσεις Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Clive Preece) "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος, μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου.) Στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση 204/09 (απόφαση ημερομηνίας 25.04.2012), οι Εφεσείοντες ενήγαγαν το 2005 τους Εφεσίβλητους για ζημιές που υπέστησαν ως αποτέλεσμα παραβίασης όρων γραπτής συμφωνίας για εκτέλεση τεχνικών έργων. Το 2006 καταχωρίστηκε η Έκθεση Υπεράσπισης, ενώ το 2009, δηλαδή τριάμισι χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, ο Εφεσίβλητος καταχώρησε Αίτηση για τροποποίησή της. Υπήρξε ισχυρισμός ότι ως αποτέλεσμα «κολοσσιαίου λάθους ή και αβλεψίας» για πολλά γεγονότα, υπήρξε άρνηση, ενώ θα έπρεπε αυτά να είχαν γίνει παραδεχτά. Περαιτέρω και πάλιν από αβλεψία ή καλόπιστο λάθος, κάποια άλλα γεγονότα τα οποία υποστηρίζονται από έγγραφα, δεν είχαν περιληφθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης και για σκοπούς πληρότητας και δίκαιης δίκης θα έπρεπε να περιληφθούν, ώστε να γνωρίζει καλύτερα και η άλλη πλευρά τις θέσεις της υπεράσπισης. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επετράπηκε η τροποποίηση, αφού σημείωσε τα εξήςː «Η αίτηση για τροποποίηση μπορεί να καταχωρίστηκε περίπου τριάμισι χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, αλλά δόθηκαν τέτοιες εξηγήσεις, που εύλογα το δικαστήριο τις συνυπολόγισε με τους υπόλοιπους παράγοντες προτού αποφασίσει. Όπως αναφέρθηκε, η υπόθεση ήταν σχετικά περίπλοκη. Απόδειξη τούτου, είναι ότι ο δικηγόρος των Εφεσειόντων χρειάστηκε 14 ολόκληρες σελίδες για να διατυπώσει το αγώγιμο δικαίωμα του πελάτη του. Πέραν τούτου, ο Εφεσίβλητος ανέφερε ότι προτού καταχωρηθεί η αίτηση τροποποίησης, αναμενόταν συμπληρωματική έκθεση γεγονότων από το Μηχανικό του Τμήματος Δημοσίων Έργων, η οποία καθυστέρησε επειδή ήταν άρρωστος. Για όλα αυτά δεν υπήρξε αντεξέταση, ούτε και τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου άλλα στοιχεία που να δείχνουν ότι με την καθυστέρηση που είχε σημειωθεί δημιουργούνταν ανυπέρβλητα προβλήματα, ώστε να επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των Εφεσειόντων (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, στη σελ. 939 και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44). Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση, οφειλόταν στη διαδικασία που τα διάδικα μέρη επέλεξαν να ακολουθήσουν με την ανοχή του δικαστηρίου και δε μπορεί η όλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, να αποδοθεί αποκλειστικά στο χρόνο καταχώρησης της αίτησης για τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει, η ακρόαση της αγωγής δεν είχε ακόμη ξεκινήσει ώστε να προστίθεται ως επιβαρυντικός παράγοντας και ο κίνδυνος εκτροχιασμού της δίκης.». Ως προς το ζήτημα της κακοπιστίας, το Εφετείο καθόρισε τη θέση του στην προμνησθείσα υπόθεση ως εξής꞉ «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, είναι πρόδηλη η καθυστέρηση με την οποία υποβλήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Σημειώνω, προς ανάδειξη της χρονικής διάστασης της καθυστέρησης, ότι꞉ · Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.2.2010. · Τα δικόγραφα είχαν ήδη κλείσει κατά ή περί την 15.7.2011, ημερομηνία κατά την οποία ο τότε συνήγορος της Ενάγουσας είχε προβεί σε αίτηση ορισμού της αγωγής για οδηγίες δυνάμει της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. · Η υπόθεση ήταν πρώτη φορά για ακρόαση στις 2.2.2012. Αναβλήθηκε για τις 12.9.2012 και εκ νέου στις 14.2.2013, στις 16.10.2013 και στις 6.12.2013. · Στις 6.12.2013 αναφέρθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο ότι η υπήρχε πρόθεση τροποποίησης του τίτλου της αγωγής και των δικογράφων. Έτσι, ορίστηκε στις 29.1.2014 για οδηγίες με σκοπό την καταχώριση σχετικής ενδιάμεσης αίτησης. Μεσολάβησαν τρεις ενδιάμεσες δικάσιμοι με αίτημα αναβολής χωρίς να καταχωρηθεί τέτοια αίτηση. Μόλις στις 3.7.2014 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. · Στο πιο πάνω διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ξεχωρίζουν δύο συμβάντα꞉ o Το γεγονός ότι στις 29.8.2012 η Εναγόμενη αρ.1 καταχώρησε στο Δικαστήριο την Ειδοποίηση προς τους Συνεναγόμενους 2 και 3 δυνάμει της Δ.10, θ.12
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με αυτήν η Εναγόμενη αρ. 1 ειδοποιούσε τους Εναγόμενους 2 και 3 ότι, ως η θέση της «οι Εναγόμενοι 2 και 3 ευθύνονται αποκλειστικά για το επίδικο δυστύχημα και αξιώνει ότι δικαιούται σε συνεισφορά και/ή αποζημίωση από τους Εναγόμενους 2 και 3 σχετικά προς παν ποσό το οποίον δυνατόν η Ενάγουσα να αποκτήσει δια της αγωγής της εις ποσοστό, ως τούτο θέλει αποφασιστεί υπό του Δικαστηρίου ως εύλογο και δίκαιο έχοντας υπόψιν την ευθύνη σας δια ταύτας ζημιάς». o Το γεγονός ότι στις 19.9.2012 καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου της Ενάγουσας. Ανέλαβε ο νυν δικηγόρος της. Με δεδομένη την αιτιολογία που δόθηκε από την Ενάγουσα στην ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ότι δηλαδή οι επιζητούμενες τροποποιήσεις κρίθηκαν αναγκαίες από το νέο συνήγορό της για σκοπούς καλύτερης παρουσίασης της υπόθεσής της, κρίνω ότι υπό το φως του πιο πάνω ιστορικού της εξέλιξης της δίκης, η καθυστέρηση όσον αφορά την υποβολή της υπό κρίση αίτησης, είναι ορθό και δίκαιο να υπολογίζεται από τις 19.9.2012 που ανέλαβε ο νέος συνήγορος της Ενάγουσας την υπόθεση ή το αργότερο από τις 6.12.2013 που ο ίδιος συνήγορος εξέφρασε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά την πρόθεση τροποποίησης των δικογράφων, δείχνοντας έτσι ότι είχε ήδη αντιληφθεί την ανάγκη τροποποίησης. Παρατηρώ λοιπόν ότι, δεν δόθηκε καμία ειδική αιτιολογία στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας για τη σημειωθείσα καθυστέρηση από 19.9.2012 ή/και από 6.12.
  1. Η τροποποίηση που επιδιώκεται δεν προσθέτει ισχυρισμούς γεγονότων όσον αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του τροχαίου δυστυχήματος ή/και τις λεπτομέρειες αμέλειας των εμπλεκόμενων οδηγών, που να περιήλθαν στην αντίληψη της Ενάγουσας μετά την καταχώριση της αγωγής ή/και την ανάληψη της υπόθεσης από τον νέο συνήγορό της, αλλά απεναντίας αφαιρεί από τα γεγονότα ως αρχικώς τα είχε αντιληφθεί και δικογραφήσει η Ενάγουσα. Τούτο από μόνο του δείχνει, ότι η επιθυμία ή/και η ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης δεν μπορεί να συσχετισθεί με συγκεκριμένο μεταγενέστερο συμβάν ή με ημερομηνία διαφορετική από εκείνες που έχω διακρίνει ανωτέρω (19.9.2012 ή/και από 6.12.2013) και από την οποία να προσμετρά ο χρόνος καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Εν αντιθέσει προς όσα σημειώθηκαν ανωτέρω στην Πολιτική Έφεση 204/09, η παρούσα αγωγή είναι απλή, κατά την κρίση μου, σε ότι αφορά τα γεγονότα της, αλλά και όσον αφορά τα δικόγραφά της, ώστε να μην δικαιολογείται ο χρόνος που χρειάστηκε ο νέος συνήγορος για να την υποβάλει στη βάση του βαθμού δυσκολίας ή/και περιπλοκής των αρχικών δικογράφων. Ούτε υπήρξε, στην όψη της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας, συσχετισμός της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης με την αναμονή οποιασδήποτε ιατρικής ή άλλη τεχνικής έκθεσης γεγονότων. Επομένως, ακόμη και γι' αυτήν την ίδια την επιδιωκόμενη τροποποίηση που αφορά σε διευκρίνιση των σωματικών βλαβών που κατ' ισχυρισμό υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος, δεν δόθηκε επεξήγηση για το πότε κατέστησαν αντιληπτές για πρώτη φορά αυτές οι σωματικές βλάβες εν σχέση προς την ημερομηνία του δυστυχήματος ή/και της αρχικής ένορκης δήλωσης, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να υπολογίσει το βαθμό καθυστέρησης στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης. Σημειώνω ότι το γεγονός και μόνο ότι η τροποποίηση επιζητείται για να θεραπεύσει παράλειψη ή σφάλμα του αρχικού συνηγόρου της Ενάγουσας να δικογραφήσει έγκαιρα και κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την εκδοχή της Ενάγουσας, δεν εμποδίζει αφ' εαυτού το Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση. Ωστόσο, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει προσεκτικά και ακριβοδίκαια αν τυχόν έγκριση της αίτησης για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, θα προκαλούσε αδικία στην πλευρά της Εναγόμενης αρ. 1, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία, και αν η αδικία αυτή δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα, δηλαδή αν θα είχε καταλυτικές συνέπειες για την άλλη πλευρά. Πάντως, στην παρούσα υπόθεση δεν γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο πως ακριβώς η Ενάγουσα εννοεί ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση θα δίνεται πληρέστερη εικόνα στο Δικαστήριο για τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος, αφ' ης στιγμής η Ενάγουσα αντιλαμβανόταν, καθ' ον χρόνο καταχωρούσε την αγωγή, να εμπλέκονται δύο άλλα οχήματα στο δυστύχημα αυτό, τους οδηγούς ή/και ιδιοκτήτες των οποίων αυτή ενήγαγε ως Εναγόμενους 1, 2 και 3, ενώ με την προτεινόμενη τροποποίηση θα παριστάνει στο Δικαστήριο ότι το δυστύχημα προκλήθηκε με την εμπλοκή μόνο ενός οχήματος και οδηγού (ήτοι της Εναγόμενης αρ. 1), αφαιρώντας εντελώς από το σκηνικό τους Εναγόμενους 2 και
  2. Ουδεμία απολύτως δικαιολογία δόθηκε στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, γι' αυτήν την επιλογή ή/και τακτική της να αφαιρέσει τους Εναγόμενους 2 και 3 από το σκηνικό. Δεν μου διαφεύγει ότι, στο κοινοδίκαιο, αποτελεί πάγια αρχή, όπως παρατήρησε ο Wynn-Parry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1951)Ch. 33, στη σ. 38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, ότι ο Ενάγων έχει δικαίωμα επιλογής του προσώπου εναντίον του οποίου θα στρέψει την αξίωσή του και ότι δεν μπορεί κατά γενικό κανόνα να εξαναγκαστεί να στραφεί εναντίον άλλων προσώπων χωρίς να το επιθυμεί: "Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue." Δικονομικά, πάντως, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να κάνει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους, ήτοι να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων θεμάτων (Byrne and Another v Brown [1989] 22 Q.B.D 657 Mepa Underwiting Management Ltd κ.α. ν Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1(Β) ΑΑΔ 772). Το πιο πάνω μέτρο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προδιαγράφεται άλλωστε ρητά στη Διαταγή 9, θεσμό 10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών στην Κύπρο, την οποία παραθέτω αυτούσια: «
  1. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the course or matter, be added. [...] (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχω αντιληφθεί πώς θα εξυπηρετήσει το συμφέρον της δικαιοσύνης, αν επιτραπεί από το Δικαστήριο η επιδωκόμενη από την Ενάγουσα διαγραφή των Εναγομένων αρ. 2 και 3, απλώς και μόνον για να επανέλθουν αυτοί στην πορεία ως διάδικοι στην ίδια αγωγή, υπό άλλο τίτλο και ιδιότητα, ήτοι ως τριτοδιάδικοι. Λέγω τούτο έχοντας κατά νου ότι ο συνήγορος της Ενάγουσας έχει εισηγηθεί στην αγόρευσή του ότι η Εναγόμενη αρ. 1 θα δικαιούται, ακόμη και αν εγκριθεί η αίτηση της Ενάγουσας για διαγραφή των Εναγομένων 2 και 3 από την Έκθεση απαίτησης, να τους εισάξει στη δίκη ως τριτοδιάδικους. Ωστόσο, κατά την κρίση μου, η περαιτέρω καθυστέρηση που θα προκληθεί και η συνεπαγόμενη αναγκαιότητα ανταλλαγής νέας δικογραφίας μεταξύ Εναγόμενης αρ. 1 και των τριτοδιαδίκων, τίποτα το ωφέλιμο δεν θα έχει να προσφέρει στην οργάνωση της δίκης. Εξάλλου, στην παρούσα υπόθεση, ο χρόνος που έχει παρέλθει από την ημερομηνία πρόκλησης του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, είναι τέτοιος που ενδεχομένως η Εναγόμενη αρ. 1 να κινδυνεύει να αποστερείται του δικαιώματος καταχώρισης αίτησης για άδεια έκδοσης Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου, καθ' ότι υπερβαίνει τα τρία έτη από την ημερομηνία του δυστυχήματος. Υπενθυμίζω ότι το δυστύχημα συνέβη, ως είναι παραδεκτό στην όψη της υφιστάμενης δικογραφίας, στις 10.12.
  2. Η επίδοση Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου ισοδυναμεί με την έγερση αγωγής από τον Εναγόμενο εναντίον του Τριτοδιάδικου (βλ. συναφώς τη Δ.10, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Λαμβάνω υπόψη μου, όσον αφορά το θέμα της παραγραφής, το άρθρο 22 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν.96(Ι)/2000), το οποίο καθορίζει ότι «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του νόμου αυτού κατά τον αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του δυστυχήματος.». Κατά συνέπεια, η σημειωθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης, δημιουργεί πράγματι τον κίνδυνο πρόκλησης ζημιάς στην Εναγόμενη αρ. 1, η οποία να μην μπορεί ενανορθωθεί με το να της επιδικασθούν απλώς και μόνον τα έξοδα. Κατάληξη Ενόψει των ανωτέρω επισημάνσεών μου, η υπό κρίση αίτηση, ημερ. 3.7.2014, απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης αρ. 1 και εναντίον της Ενάγουσας. Όσον αφορά τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3, καμία διαταγή για έξοδα. (υπ.) ............................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.