← Κύπρος

ΑΒΡΑΑΜ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής:5652/13, 8/4/2015

ΑΒΡΑΑΜ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής:5652/13, 8/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A151 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:5652/13 Μεταξύ: ΑΒΡΑΑΜ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντα και ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 31/10/14 Ημερομηνία: 8/4/15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγομένους/Αιτητές:κ. Δημητρίου για Ιωαννίδη Δημητρίου ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: κα Νικολαϊδου για Παπαντωνίου και Παπαντωνίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αυτή την αγωγή ο ενάγοντας/καθ' ου η αίτηση ζητά από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (Α.Η.Κ) €7782.58, ποσό που παρέλειψαν να του καταβάλουν ως σύνταξη €30.538,17, ποσό που αντιστοιχεί σε 43 μηνιαίες αποκοπές που απεκόπηκαν από τη συμπληρωματική σύνταξη του ενάγοντα από τον Ιανουάριο 2010 μέχρι σήμερα, €710,19 μηνιαίως από 1/8/13 μέχρι άρσης της παρανομίας, γενικές και/ή εύλογες αποζημιώσεις. Με αυτή την αίτηση οι αιτητές αιτούνται: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει και/ή διατάσσει όπως τα νομικά σημεία (προδικαστικές ενστάσεις) που εγείρονται στις παραγράφους 1 και 2 της Υπεράσπισης της εναγομένης/αιτήτριας εκδικασθούν και αποφασιστούν προδικαστικά από το σεβαστό Δικαστήριο πριν από την εκδίκαση της ουσίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.» Η παρούσα αίτηση εδράζεται στην Δ.19, Θ.26, Δ.27 Θ.1 - 3, Δ.29 Θ. 1 και 2, Δ.30 Θ.2 (g), Δ.48 θ. 1,2,3,5,6,7 και 9 και Δ.64 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 1, 2, 29, 31 και 34 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 (όπως τροποποιήθηκε), στα άρθρα 23 και 146 του Συντάγματος, στα άρθρα 92

(1),
(2),
(3), 93
(1),
(2),
(3), 94 του Ν.59
(5)2010 Νόμος που Τροποποιεί και ενοποιεί τους Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι του 2009 και 45
(1)του Ν.97(Ι)/97, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας στο βαθμό που εφαρμόζονται, στη νομολογία του Ανωτάτου αλλά και των Επαρχιακών Δικαστηρίων, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται από το φάκελο της υπόθεσης καθώς και από την Ένορκη Δήλωση της κ. Μαρίας Κυπριανού Λειτουργού Νομικών Υπηρεσιών η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου, ο οποίος έχει συσταθεί και λειτουργεί δυνάμει του Περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 171 και βάσει αυτού έχει εξουσία να ενάγει και να ενάγεται. Λειτουργεί δε δυνάμει του προαναφερόμενου Νόμου, του περί Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 170, και των περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμων του 2003 έως 2012, (Ν.122(Ι)/03)όπως όλοι έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και στη βάση των εκδοθέντων Κανονισμών δυνάμει των προαναφερόμενων Νόμων. Η παρούσα αγωγή, ως προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα, αφορά αξιώσεις του Ενάγοντα/Καθ'ού η Αίτηση (εφεξής ο «Καθ'ού η Αίτηση) για αποζημιώσεις που απορρέουν εν συνεπεία ισχυριζόμενης παράνομης αποκοπής ποσών από την σύνταξη του Καθ' ού η Αίτηση. Η Αιτήτρια μέσω της Υπεράσπισης της εγείρει τις ακόλουθες δύο προδικαστικές ενστάσεις δηλαδή: (Α) Η Εναγόμενη εγείρει πρώτη προδικαστική ένσταση για το λόγο ότι το σεβαστό Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να επιληφθεί και/ή να εκδικάσει την παρούσα αγωγή επειδή οι αποκοπές που διενεργήθηκαν στην σύνταξη του Ενάγοντα αποτελούν το έννομο αποτέλεσμα εκτελεστής διοικητικής πράξης, την οποία πράξη αποκλειστική αρμοδιότητα να εξετάσει και/ή να ακυρώσει κέκτηται μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. (Β) Η Εναγόμενη εγείρει δεύτερη προδικαστική ένσταση λόγω του ότι η αποκοπές στην σύνταξη του Ενάγοντα διενεργήθηκαν βάση των προνοιών του άρθρου 93 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010, ήταν καθόλα νόμιμες και η Εναγόμενη σαν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είχε θέσμιο καθήκον να εφαρμόσει και/ή να ακολουθήσει τις εν λόγω πρόνοιες και συνεπώς ο Ενάγοντας δεν κέκτηται αγώγιμο δικαίωμα έναντι της Εναγόμενης. Ως προς την πρώτη προδικαστική ένσταση ως αυτή διατυπώνεται εντός της παραγράφου 1 της Υπεράσπισης είναι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι όλα τα κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά τα οποία αξιώνονται από τον Καθ'ού η Αίτηση, ο οποίος ως είναι παραδεκτό στην παράγραφο 3(α) της Υπεράσπισης είναι φυσικό πρόσωπο ο οποίος προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Αιτήτριας Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, εδράζονται στην ισχυριζόμενη παράνομη αποκοπή της συμπληρωματικής σύνταξης του τελευταίου η οποία, ως ο ίδιος ισχυρίζεται στις παραγράφους 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης του, ξεκίνησε τον Ιανουάριο του
  1. Συνεπώς, ως προκύπτει από το σύνολο των ισχυρισμών του Καθ'ού η Αίτηση, είναι πρόδηλο ότι γενεσιουργός αιτία για την καταχώρηση της παρούσης Αγωγής και/ή το ουσιώδες γεγονός επί του οποίου εδράζεται είναι η απόφαση της Αιτήτριας για αποκοπή του ποσού των €668,60 μηνιαίως, αρχής γενομένης τον Ιανουάριο του
  2. Μετέπειτα και λόγω των αυξήσεων των συντάξεων Κοινωνικών Ασφαλίσεων το ποσό της μείωσης ανέρχεται σήμερα σε €710,
  3. Η Αιτήτρια παραδέχεται την αποκοπή των ποσών στο ύψος το οποίο αναφέρει ο Καθ'ού η Αίτηση αλλά υποστηρίζει ότι οι εν λόγω αποκοπές ήταν καθόλα νόμιμες και αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη. Συγκεκριμένα, η μείωση της επαγγελματικής σύνταξης έχει τύχει εξέτασης σε σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου αλλά και των Επαρχιακών Δικαστηρίων με τις οποίες έχει καταστεί ξεκάθαρο, ότι οποιαδήποτε τυχόν ληφθείσα απόφαση τέτοιας φύσης συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία παράγει έννομο αποτέλεσμα και η νομιμότητα της οποίας δύναται να προσβληθεί εντός 75 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της στο επηρεαζόμενο πρόσωπο. Σε σχέση με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση πως η Αιτήτρια είχε και συνεχίζει να έχει θέσμιο καθήκον να εφαρμόσει πιστά και να εναρμονιστεί με τις πρόνοιες του οποιουδήποτε νόμου που την αφορά και που της αναθέτει υποχρεώσεις. Ο νόμος περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων του 2010 μέχρι (Αρ.4) 2012 και συγκεκριμένα το άρθρο 93 του εν λόγω νόμου, βάση του οποίου διενεργήθηκαν οι αποκοπές στην σύνταξη του Καθ'ού η Αίτηση, δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα του θέσμιου καθήκοντος εφαρμογής νομοθεσιών τον οποίο κανόνα η Αιτήτρια ακολουθεί νομότυπα. Συνεπώς το ότι ο Καθ'ού η Αίτηση διάλεξε να κινήσει την παρούσα αγωγή προτού προχωρήσει με προσβολή της συνταγματικότητας ή της νομικής ορθότητας του εν λόγω νομοθετήματος στερεί το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο (locus standi) που θα επέτρεπε στο Καθ'ού η Αίτηση να κινήσει την παρούσα αγωγή αφού δεν έχει δημιουργηθεί δικαίωμα αποζημίωσης σε βαθμό Επαρχιακού Δικαστηρίου. Εάν η ακροαματική διαδικασία αφεθεί να προχωρήσει χωρίς την προηγούμενη εκδίκαση των εγειρόμενων προδικαστικών ενστάσεων, η αδικία που θα προκληθεί Αιτήτρια θα είναι υπέρμετρα μεγάλη σε σχέση με την αδικία που θα προκληθεί στον Καθ'ού η Αίτηση. Η Αιτήτρια, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ως είναι παραδεκτό από την Έκθεση Απαίτησης, παράγραφο 2, και την Υπεράσπιση, παράγραφο 3, διαχειρίζεται χρήματα τα οποία αποτελούν ιδιοκτησία του κράτους και προέρχονται από τους φορολογούμενους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι δύο ρηθείσες προδικαστικές ενστάσεις θα πρέπει να ακουστούν από το σεβαστό Δικαστήριο προτού προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης αφού η Αιτήτρια έχει καθήκον έναντι του φορολογούμενου να διαχειρίζεται ορθά και να μειώνει όπου είναι δυνατόν της δαπάνες της, στην παρούσα περίπτωση την δαπάνη των δικηγορικών εξόδων. Η εκδίκαση των πιο πάνω σημείων προδικαστικά και η απόφαση του Δικαστηρίου κατά πόσον ο Καθ' ού η Αίτηση δύναται να συνεχίσει την παρούσα Αγωγή υπό την τωρινή μορφή και τύπο θα συμβάλει στην αποσόβηση εξόδων και πολύτιμου δικαστικού χρόνου αφού εάν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η παρούσα Αγωγή εγερθεί ενώπιον Δικαστηρίου το οποίο δεν κέκτηται δικαιοδοσία τότε θα σφραγιστεί η μοίρα της Αγωγής τους και δεν θα χρειαστεί η έναρξη ακροαματικής διαδικασίας. Ο ενάγοντας-καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία βασίζεται στους πιο κάτω λόγους: · H νομική βάση της αναφερόμενης αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής και/ή δεν δικαιολογεί και/ή δεν στηρίζει τις αιτούμενες θεραπείες. · Τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αναφερόμενη αίτηση δεν προσφέρουν επαρκή και/ή οποιαδήποτε μαρτυρία για να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες. · Οι Αιτητές εμποδίζονται να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καθότι με πράξεις και/ή παραλείψεις τους και/ή την καταχώρηση Υπεράσπισης έχουν αποδεχθεί ρητά και ανεπιφύλακτα την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και έχουν εκθέσει τη δική τους θέση. · Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου δεν είναι αμιγώς νομικό σημείο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποφασιστεί προδικαστικά. Το Δικαστήριο, για να αποφασίσει επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας πρέπει να λάβει υπόψη του πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. · Τα γεγονότα και/ή μέρος των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αναφερόμενη Αίτηση είναι σοβαρά αμφισβητούμενα γεγονότα και/ή εν πάση περιπτώσει τα εν λόγω πραγματικά γεγονότα δεν έχουν γίνει παραδεκτά από τις δύο πλευρές ως κοινό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί και να αποφασίσει επί του νομικού σημείου της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. · Το νομικό σημείο της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου είναι πολύπλευρης και πολύπλοκης φύσης και πρέπει να αποφασιστεί κατά την ακρόαση της Αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που θα προσκομισθεί ενώπιον του, αφού η βάση της αγωγής του Καθ' ου η Αίτηση στηρίζεται στην ζημιογόνο συμπεριφορά των Αιτητών. Η Έκθεση Απαίτησης προσδιορίζει με ακρίβεια την αστική ευθύνη των Αιτητών. · Οι προδικαστικές ενστάσεις και ειδικότερα η αναφερόμενη Αίτηση στοχεύει στο να αποστερήσει τον Καθ' ου η Αίτηση από του δικαιώματος του να προωθήσει την υπόθεση του στο δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του και/ή να καλέσει μαρτυρία και/ή να θέσει τα νομικά του επιχειρήματα ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης της υπόθεσης και αν γίνει αποδεκτή, θα στερήσει από τον Καθ' ου η Αίτηση την ευκαιρία να ακουστεί και να διεκδικήσει πλήρως και αποτελεσματικά όλα του τα νόμιμα δικαιώματα ενώπιον του Δικαστηρίου. · Με την αίτηση τους οι Αιτητές στοχεύουν να αποστερήσουν στον Καθ' ου η Αίτηση να προωθήσει την υπόθεση του πριν ακόμη προσαχθεί μαρτυρία και/ή πριν ακουστούν νομικά επιχειρήματα και να μην επιτρέψουν στον Καθ' ου η Αίτηση να προωθήσει με τον τρόπο που επιθυμεί την υπόθεση του. · Με την αναφερόμενη Αίτηση τους, οι Αιτητές στοχεύουν να προκαλέσουν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της Αγωγής και για τον λόγο αυτό θα πρέπει η Αίτηση τους να απορριφθεί και να κληθούν να καταβάλουν τα σχετικά έξοδα. · Δεν πληρούνται οι τιθέμενες από το νόμο και/ή τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. · Η αναφερόμενη Αίτηση συνιστά λανθασμένο δικονομικό μέτρο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από αυτήν σκοπούς. · Η αναφερόμενη Αίτηση συνιστά κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και δεν αποσκοπεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα ο οποίος αναφέρει, βασικά, τα ακόλουθα: Αρνείται κατηγορηματικά τις παραγράφους 4-11 της Ενόρκου Δηλώσεως ημερ. 31/10/2014 και αναφέρει τα ακόλουθα: Αντικείμενο και βάση της παρούσας αγωγής αποτελεί η άδικη και/ή παράνομη και/ή αντισυμβατική και/ή αυθαίρετη συμπεριφορά των Αιτητών, η αθέμιτη ιδιοποίηση και/ή η κατακράτηση περιουσίας του καθώς και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός εις βάρος του. Περαιτέρω, οι αποκοπές που αφορούσαν τα ποσά που αναδρομικά αποκόπηκαν όσο και το ποσό σε σχέση με το οποίο μειώθηκε η σύνταξη του, συνιστούν αθέμιτη ιδιοποίηση και/ή κατακράτηση περιουσίας και συγκεκριμένα ιδιοποίηση μέρους της σύνταξης του επί της οποίας δικαιούται σε άμεση κατοχή. Επομένως, αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και όχι το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, αφού η τταρούσα αγωγή αφορά υπόθεση που εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, στηριζόμενη στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148 και στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.
  4. Ενώ η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρεται σε εκτελεστή διοικητική πράξη, εντούτοις, αποφεύγει να αναφερθεί ποια είναι αυτή, τι ημερομηνία έχει, πότε του κοινοποιήθηκε και ποιό το περιεχόμενο της, ούτε βέβαια επισυνάπτει οποιοδήποτε αντίγραφο αυτής ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη της και το ακριβές περιεχόμενο της. Σημειώνεται δε ότι, ουδέποτε έλαβε σχετική ενημερωτική επιστολή από τους Αιτητές, με την οποία να πληροφορείται αφενός μεν για την απόφαση των Αιτητών να μειώσουν την σύνταξη του κι αφετέρου για τις θεραπείες και την προθεσμία που έχει ώστε να προσβάλει την απόφαση. Είναι θεμελιωμένη αρχή του διοικητικού δικαίου ότι πράξεις πληροφοριακού χαρακτήρα, όπως μια πράξη που πληροφορεί τον αιτητή για μια πραγματική κατάσταση ή για τις πρόνοιες ενός νόμου ή που εξηγεί τη θέση της διοίκησης δεν είναι εκτελεστές. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιστολή με την οποία πληροφορείται η αιτήτρια για τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκαν οι καταβλητέες εισφορές της στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και δεν έχει ως συνέπεια την άμεση παραγωγή έννομου αποτελέσματος. Οι Αιτητές εμποδίζονται να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας καθότι με τις πράξεις τους και ιδιαίτερα με την καταχώρηση Υπεράσπισης έχουν αποδεχθεί ρητά και ανεπιφύλακτα την δικαιοδοσία του. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου δεν είναι αμιγώς νομικό σημείο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποφασιστεί προδικαστικά. Το Δικαστήριο, για να αποφασίσει επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας πρέπει να λάβει υπόψη του πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Μέρος των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αναφερόμενη Αίτηση είναι σοβαρά αμφισβητούμενα γεγονότα και δεν έχουν γίνει παραδεκτά από τις δύο πλευρές ως κοινό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί και να αποφασίσει επί του νομικού σημείου της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Το νομικό σημείο της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου είναι πολύπλευρης και πολύπλοκης φύσης και πρέπει να αποφασιστεί κατά την ακρόαση της Αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που θα προσκομισθεί ενώπιον του, αφού η βάση της αγωγής του στηρίζεται στην ζημιογόνο συμπεριφορά των Αιτητών. Σύμφωνα με την νομολογία, καθίσταται σαφές ότι βασικό στοιχείο επιτυχίας μιας αίτησης στη βάση της Διαταγής 27 για την προδικαστική ένσταση του θέματος αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, είναι αυτή να αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, ώστε να μη χρειάζεται για το Δικαστήριο να προβεί σε εξέταση πραγματικών γεγονότων για να αποφασίσει το ζήτημα της αρμοδιότητας του. Η Αίτηση στερείται νομικής βάσης, αφού δεν βασίζεται στους σχετικούς με το θέμα Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας ούτε στη νομολογία, και δεν συνάδει, ούτε υποστηρίζεται, από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Η αναφερόμενη Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν αποσκοπεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, οι Αιτητές είχαν καταχωρήσει την Αίτηση ημερ. 3/4/14 για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία, όμως, απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 24/07/
  5. Στην εν λόγω απόφαση, αναφέρθηκε ότι η διαγραφή της αγωγής θα αποτελούσε ακραίο μέτρο, αποστερώντας του ουσιαστικά τη δυνατότητα να προσφύγει σε Δικαστήριο. Περαιτέρω, με την αναφερόμενη αίτηση της, η Αιτήτρια στοχεύει να κερδίσει την υπόθεση της πρόωρα και πριν ακόμη προσαχθεί μαρτυρία ή ακουστούν νομικά επιχειρήματα και να μην του επιτρέψει να προωθήσει με τον τρόπο που επιθυμεί την υπόθεση του. Περαιτέρω, είναι φανερή η προσπάθεια της λειτουργού των Αιτητών να παραπλανήσει το δικαστήριο για την ύπαρξη εκτελεστής διοικητικής πράξης χωρίς όμως να αναφέρει ποια είναι αυτή και πώς δημιουργεί έννομα αποτελέσματα επί του Καθ' ου. Ούτε βέβαια επισυνάπτει ως Τεκμήριο την ισχυριζόμενη διοικητική πράξη. Επισημαίνεται ότι ουδέποτε έλαβε σχετική ενημερωτική επιστολή από τους Αιτητές, με την οποία να πληροφορείται αφενός μεν για την απόφαση των Αιτητών να μειώσουν την σύνταξη του κι αφετέρου για τις θεραπείες και την προθεσμία που έχει ώστε να προσβάλει την απόφαση. ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Οι νομικές αρχές που διέπουν την προεκδίκαση νομικών σημείων έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με καθοδηγητική την υπόθεση Χ'' Οικονόμου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, η οποία συνοψίζει τις αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. «Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Στη σελ. 572 του Annual Practice 1958 αναφέρεται ότι η αίτηση για εκδίκαση πριν τη δίκη γίνεται συνήθως στο στάδιο των οδηγιών. Το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει υπόθεση είναι δημόσιας τάξης και γι'αυτό το λόγο μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα σ'οποιοδήποτε στάδιο. Στην υπόθεση Δημητρίου ν Δημητρίου
(1991)1ΑΑΔ 1153 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επίδικων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνονται θεμάτων που εγείρονται ενώπιον του για απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες (βλ. Central Co-operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαίτησης (βλ. επίσης Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και άλλος
(1991)1 ΑΑΔ 225, Safari no Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 1059». Είναι γεγονός ότι η δικαστική απόφαση επί του θέματος της δικαιοσύνης είναι ενδεχόμενο να έχει καταλυτική σημασία για τη συνέχιση της αγωγής. Αγορεύοντας ο συνήγορος για τον αιτητή εισηγήθηκε ότι με βάση τα δικόγραφα το σημείο που ζητείται να προδικαστεί είναι καθαρά νομικό και ότι τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα και αναντίλεκτα. Από την άλλη ο συνήγορος του καθ' ου εισηγήθηκε ότι η απαίτηση του καθ' ου «αποκρυσταλλώνεται σε παράβαση συμφωνίας και σε παράνομη ιδιοποίηση των αιτουμένων ποσών και συνεπώς εμπίπτει στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου» και κατ' επέκταση αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Είναι η θέση του ότι αν η αίτηση γίνει αποδεκτή θα αποστερήσει από τον καθ' ου την ευκαιρία να ακουστεί και ότι «η επίδικη αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας». Στην παρούσα περίπτωση είναι παραδεκτά στην ουσία τους τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση, δηλαδή ότι οι εναγόμενοι μείωσαν/απέκοψαν τη σύνταξη του ενάγοντα. Θεωρώ ότι το μόνο αμφισβητούμενο θέμα που ενδεχομένως να εγείρεται είναι το κατά πόσο η αποκοπή σύνταξης συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη ή αν η παρούσα αγωγή εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Αυτή η διαφορά θεωρώ πως μπορεί να επιλυθεί στα πλαίσια της Δ.27 αφού πρόκειται για καθαρά νομικό θέμα που μπορεί να επιλυθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας προδιαγράφοντας την τύχη της αγωγής. Το γεγονός ότι ο καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα δεν αλλοιώνει την πιο πάνω κατάληξη μου αφού ο ισχυρισμός παρέμεινε χωρίς πραγματικό υπόβαθρο. Προσθέτω, εκ του περισσού, ότι με βάση το λεκτικό της Δ.27
(1)δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης ή «αποδοχή της διαδικασίας». Συνεπώς η αίτηση επιτυγχάνει. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).......... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.