← Κύπρος

Ανδρέα Σάββα ν. Pavlos Phani Varella Trading Co Ltd, Αρ. Αγωγής: 2678/2008, 29/4/2015

Ανδρέα Σάββα ν. Pavlos Phani Varella Trading Co Ltd, Αρ. Αγωγής: 2678/2008, 29/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A167 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2678/2008 Μεταξύ: Ανδρέα Σάββα Ενάγοντα και Pavlos Phani Varella Trading Co Ltd Εναγομένης ------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Απριλίου, 2015 Για τον ενάγοντα : κα Δ. Δημητρό Για την εναγομένη : κ. Α. Μαθηκολώνης ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του ενάγοντα κατά της εναγομένης εταιρείας εισαγωγής και πώλησης αυτοκινήτων είναι για την επιστροφή του ποσού των €32.677 για την αξία ενός οχήματος που αγόρασε από την εναγομένη, λόγω ολικής αποτυχίας του ανταλλάγματος και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως χρήματα αναληφθέντα και εισπραχθέντα και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, καθώς και για τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις, τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, κατά ή περί τις αρχές Δεκεμβρίου του 2006 ο ενάγων αγόρασε από την εναγομένη ένα μεταχειρισμένο και αφορολόγητο αυτοκίνητο για Λ.Κ. 19.125 (€32.677) βάσει σχετικού τιμολογίου της εναγομένης. Το τίμημα εξοφλήθηκε με επιταγή για Λ.Κ. 13.000 και το υπόλοιπο σε μετρητά. Κατά την ημερομηνία αγοράς, το όχημα, τύπου BMW X5, το οποίο είχε εισαχθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο, βρισκόταν σε αποθήκη αποταμίευσης (bonded) της εναγομένης και/ή της επιλογής της εναγομένης. Η εναγομένη παρέδωσε στον ενάγοντα πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος από το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με το οποίο το όχημα ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι κάποιου Θεοδόση Χρυσοστόμου και είχε αριθμό εγγραφής N3 FRD και συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου (chassis number). Η εναγομένη ετοίμασε όλα τα απαραίτητα τελωνειακά έγγραφα για μεταφορά του οχήματος σε άλλη αποθήκη αποταμίευσης επ' ονόματι του ενάγοντα. Στις 17.8.2007, η Αστυνομία διαπίστωσε ότι το όχημα ήταν αντικείμενο κλοπής στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι ο αριθμός πλαισίου που αναγράφετο στο ισχυριζόμενο πιστοποιητικό εγγραφής ήταν διαφορετικός από τον αριθμό πλαισίου επί του ιδίου του οχήματος. Ως εκ τούτου, το όχημα κατασχέθηκε από το Τελωνείο. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η εναγομένη με δόλια και αθέμιτα μέσα και κακόβουλα, ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι το όχημα ήταν αντικείμενο κλοπής, προχώρησε στην πώλησή του στον ενάγοντα. Σε περίπτωση που δεν γνώριζε, είχε την υποχρέωση να ελέγξει τη γνησιότητα του πιστοποιητικού εγγραφής και τον αριθμό πλαισίου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η εναγομένη παρουσίασε στον ενάγοντα πλαστό πιστοποιητικό εγγραφής και με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι χωρίς να έχει τη συγκατάθεση του πραγματικού ιδιοκτήτη, με πλαστό πιστοποιητικό εγγραφής, χωρίς νόμιμο τίτλο του οχήματος και χωρίς δικαίωμα πώλησης. Στην ουσία, καταλογίζει στην εναγομένη ότι τον εξαπάτησε και του πώλησε ένα κλεμμένο όχημα. Η εναγομένη με την Έκθεση Υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι το όχημα βρισκόταν σε αποθήκη της εναγομένης μετά από οδηγίες του ενάγοντα, ο οποίος γνώριζε ότι το όχημα ήταν ιδιοκτησία του κ. Θεοδόση Χρυσοστόμου, μόνιμου κατοίκου Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος ήταν γνωστός των διαδίκων. Στα γραφεία της εναγομένης, ο κ. Χρυσοστόμου συμφώνησε να πωλήσει το όχημα στον ενάγοντα για Λ.Κ. 19.125 ενώ η εναγομένη είχε οριστεί ως μεσάζων για τη διαδικασία αγοραπωλησίας και εκτελώνισης. Συμφωνήθηκε ότι τα όποια έγγραφα θα υπογράφονταν μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης θα ήταν τυπικά και μόνο για σκοπούς διεκπεραίωσης της τελωνειακής διαδικασίας και ότι η εναγομένη θα λάμβανε προμήθεια εκ Λ.Κ. 600 για τις υπηρεσίες της, ενώ ο ενάγων θα πλήρωνε τους φόρους. Συμφωνήθηκε επιπλέον ότι σε περίπτωση επιτυχίας της εναγομένης σε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο για επιστροφή φόρου, το ποσό θα μοιράζονταν οι διάδικοι εξίσου. Η εναγομένη προβάλλει ότι ο ενάγων επιβεβαίωσε τα πιο πάνω γραπτώς με ανέκκλητη δήλωση ημερ. 25.11.2006, αλλά και ότι πριν την πώληση, το όχημα έτυχε του ελέγχου HPI CHECK του Ηνωμένου Βασιλείου τόσο από την εναγομένη, παρά το ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση, όσο και από τον ίδιο τον ενάγοντα και δεν είχε εντοπιστεί να είναι αντικείμενο κλοπής ή να είχε οποιοδήποτε άλλο συναφές πρόβλημα. Η εναγομένη παραδέχεται την έκδοση τιμολογίου, πλην όμως ισχυρίζεται ότι ο ενάγων πλήρωσε τον κ. Χρυσοστόμου και η εναγομένη έλαβε το ποσό της προμήθειας εκ Λ.Κ. 600 εφόσον η συμφωνία πώλησης ήταν μεταξύ του ενάγοντα και του Χρυσοστόμου, και η εναγομένη είχε απλώς διαμεσολαβήσει για την αγοραπωλησία. Ο ενάγων στην Απάντηση στην Υπεράσπιση αρνείται τους ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση της εναγομένης και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν τρεις μάρτυρες για την πλευρά του ενάγοντα και ένας για την εναγομένη. Ο ενάγων κατέθεσε ότι κατά τις αρχές Δεκεμβρίου του 2006, μετά που τον προσέγγισε ο διευθυντής της εναγομένης κ. Παύλος Βαρέλλας, αγόρασε από την εναγομένη ένα μεταχειρισμένο αφορολόγητο αυτοκίνητο, το οποίο βρισκόταν σε αποθήκη αποταμίευσης της εναγομένης, στην τιμή των Λ.Κ. 19.125 και εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 1). Το τιμολόγιο εξοφλήθηκε με επιταγή για Λ.Κ. 13.000 και το υπόλοιπο σε μετρητά, ενώ ο ενάγων ανέλαβε όπως καταβάλει τους φόρους του οχήματος. Μετά την πληρωμή του τιμήματος αγοράς, η εναγομένη παρουσίασε στον ενάγοντα πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος από το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με το οποίο το όχημα ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι κάποιου Θεοδόση Χρυσοστόμου, αγνώστου προς τον ενάγοντα προσώπου, ο αριθμός εγγραφής ήταν N3 FRD και ο αριθμός πλαισίου WBAFB 32040 LN 89097 (Τεκμήριο 2). Πρόσθεσε ότι λόγω του ότι το αυτοκίνητο εισήχθηκε μεταχειρισμένο και αφορολόγητο, κατά την ημέρα εξόφλησης του τιμήματος η εναγομένη ετοίμασε όλα τα απαραίτητα τελωνειακά και άλλα έγγραφα για μεταφορά του σε άλλη αποθήκη αποταμίευσης στο όνομα του ενάγοντα, όπου παρέμεινε το όχημα. Ο ενάγων κατέθεσε περαιτέρω ότι ενώ ανέμενε την εγγραφή του αυτοκινήτου, το ΤΑΕ τον ενημέρωσε ότι το όχημα ήταν αντικείμενο κλοπής από το Ηνωμένο Βασίλειο και ο αριθμός πλαισίου που αναγράφετο στο ισχυριζόμενο πιστοποιητικό εγγραφής ήταν διαφορετικός από τον αριθμό πλαισίου που αναγράφετο στο ίδιο το όχημα. Συνεπώς, το όχημα κατασχέθηκε από το Τμήμα Τελωνείου (Τεκμήριο 3). Ο ενάγων κατήγγειλε την υπόθεση στο ΤΑΕ Λευκωσίας και στις 1.7.2008 του κοινοποιήθηκε η Έκθεση ημερ. 25.6.2008 (Τεκμήριο 4). Ο ενάγων ανέφερε επιπλέον ότι διαμαρτυρήθηκε έντονα στον διευθυντή της εναγομένης για την εξαπάτησή του και ο τελευταίος του υποσχέθηκε ότι θα διευθετούσε αμέσως το θέμα ώστε να εγγραφεί το αυτοκίνητο στο όνομα του ενάγοντα. Ο ενάγων θεωρεί ότι η εναγομένη με δόλια και αθέμιτα μέσα κακόβουλα και ως εισαγωγέας αυτοκινήτων, ενώ γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει ότι το αυτοκίνητο ήταν αντικείμενο κλοπής από το Ηνωμένο Βασίλειο, προχώρησε στην πώλησή του στον ενάγοντα, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά την οποία απαιτεί με την παρούσα αγωγή. Σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η εναγομένη δεν γνώριζε ότι ήταν αντικείμενο κλοπής, ο ενάγων προβάλει ότι είχε την υποχρέωση να ελέγξει και να εξετάσει τόσο τη γνησιότητα του πιστοποιητικού εγγραφής όσο και τον αριθμό πλαισίου επί του οχήματος. Είναι δε η θέση του ότι η εναγομένη, με κύρια δραστηριότητα την εισαγωγή και πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, αμέλησε και παρέλειψε να διενεργήσει τους νενομισμένους ελέγχους προτού πωλήσει το όχημα στον ενάγοντα και εν γνώσει της του παρουσίασε πλαστό πιστοποιητικό εγγραφής. Σημειώνω ότι στην Έκθεση του ΤΑΕ Λευκωσίας ημερ. 25.6.2008 Τεκμήριο 4, καταγράφεται ότι στις 17.8.2007 μετά από πληροφορία που δόθηκε στην Αστυνομία έγινε έλεγχος στο επίδικο όχημα, το οποίο κατασχέθηκε από το Τελωνείο στις 21.8.2007, ενώ στις 18.4.2008 οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου ενημέρωσαν τις Κυπριακές Αρχές ότι το επίδικο όχημα είναι κλοπιμαίο και ότι ο αριθμός εγγραφής που βρέθηκε στο όχημα ανήκει σε όχημα ιδίου τύπου το οποίο είναι εγγεγραμμένο σε άλλη περιοχή στην Μεγάλη Βρετανία. Αναφέρεται επιπλέον στην Έκθεση ότι παρόλο που δεν φαίνεται η διάπραξη ποινικού αδικήματος στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο φάκελος διαβιβάστηκε στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα για οδηγίες. Ο ενάγων κατέθεσε περαιτέρω ότι θεωρούσε ότι το όχημα ανήκε στην εναγομένη, εφόσον είναι με τον διευθυντή της που είχε τη συναλλαγή για την αγορά του οχήματος, το οποίο βρισκόταν σε δική της αποθήκη. Ουδέποτε γνώρισε τον κ. Χρυσοστόμου, πέραν της αναφοράς του διευθυντή της εναγομένης ότι είχε αγοράσει το όχημα από αυτόν. Αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει οποιαδήποτε δήλωση βεβαιώνοντας τα γεγονότα όπως τα ισχυρίζεται η εναγομένη. Αρνήθηκε ότι η εναγομένη προέβη σε HPI Check, εφόσον εάν γινόταν έλεγχος θα διαπιστωνόταν ότι τα στοιχεία στο πιστοποιητικό Τεκμήριο 2 διαφέρουν από τα πραγματικά στοιχεία στο όχημα και ότι ήταν κλοπιμαίο. Πρόσθεσε δε ότι η ιπποδύναμη του οχήματος στο Τεκμήριο 2 είναι διαφορετική από την ιπποδύναμη του επίδικου, γεγονός που όφειλε να γνωρίζει η εναγομένη. Αρνήθηκε ότι έκανε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Χρυσοστόμου, τον οποίο δεν γνωρίζει και ουδέποτε συνάντησε. Επέμεινε ότι αγόρασε το όχημα από την εναγομένη, βάσει του τιμολογίου και την εξόφλησε. Κατά την αντεξέταση προέκυψε ότι ο ενάγων διατηρεί εταιρεία εκτελώνισης, η οποία τα τελευταία 3-4 χρόνια ασχολείται και με την εκτελώνιση οχημάτων που εισάγονται από την Αγγλία. Δήλωσε ότι δεν μπορούσε να γίνει ορθός έλεγχος HPI εφόσον τα έγγραφα ήταν παραποιημένα. Ανέφερε ότι κατέβαλε το τίμημα αγοράς αφότου είδε το πιστοποιητικό εγγραφής Τεκμήριο

  1. Αρνήθηκε ότι υπέγραψε οποιαδήποτε δήλωση με την οποία επιβεβαίωνε την εκδοχή της εναγομένης. Αρνήθηκε επιπλέον την υποβολή ότι συμφωνήθηκε να παρουσιαστεί η εναγομένη ως πωλητής του οχήματος ενώ ανήκε στον Χρυσοστόμου, και να εκδοθεί το τιμολόγιο Τεκμήριο 1 από την εναγομένη εικονικά, για να μπορέσει να τοποθετηθεί το όχημα στην ιδιωτική αποθήκη bonded της εναγομένης και ακολούθως ο ενάγων να δύναται να το πάρει σε άλλη αποθήκη. Ανέφερε επίσης ότι αφότου αποκαλύφθηκε ότι το όχημα ήταν κλεμμένο, ο διευθυντής της εναγομένης τον πληροφόρησε ότι ο κ. Χρυσοστόμου βρισκόταν στη Λάρνακα και συνεπώς προσπάθησε να επικοινωνήσει με αυτόν. Δεν κατάφερε όμως να τον εντοπίσει, καθότι πάντοτε απουσίαζε στην Αγγλία. Η αγωγή κινήθηκε εναντίον της εναγομένης και όχι του κ. Χρυσοστόμου, εφόσον είναι με την εναγομένη που έγινε η συμφωνία αγοράς του οχήματος και είναι στην εναγομένη που καταβλήθηκε το τίμημα αγοράς. Ο κ. Μιχαλάκης Πιτσιλλίδης (Μ.Ε. 2), συνταξιούχος, πρώην πιστοποιών υπάλληλος, κατέθεσε ότι η εναγομένη, μέσω του κ. Παύλου Βαρέλλα και άλλων, για πολλά χρόνια του παρουσίαζε έγγραφα μεταβίβασης οχημάτων έξω από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών και ο ίδιος, «καλόπιστα», πιστοποιούσε τις υπογραφές χωρίς να είναι παρόντα τα ίδια τα άτομα. Κατέθεσε ότι μόνο έντυπα μεταβίβασης οχημάτων πιστοποιούσε με αυτόν τον τρόπο. Όταν πληροφορήθηκε από τον ενάγοντα ότι η εναγομένη ισχυριζόταν ότι κατείχε δήλωση του ενάγοντα με υπογραφή πιστοποιημένη από τον ίδιο, η οποία δεν ανήκε στον ενάγοντα, ο Μ.Ε. 2 απέστειλε μέσω του δικηγόρου του επιστολή ημερ. 15.4.2009 στον κ. Βαρέλλα (Τεκμήριο 5) με την οποία αναφέρει ότι η πιστοποίηση της υπογραφής του ενάγοντα σε μια «Ανέκκλητη Δήλωση» ημερ. 15.12.2007 εξασφαλίστηκε με δόλιο τρόπο και συνεπώς είναι άκυρη. Ειδικότερα, ο Μ.Ε. 2 υπολογίζει ότι ο κ. Βαρέλλας του παρουσίασε τη δήλωση αναμειγμένη μέσα σε άλλα έγγραφα της εναγομένης εταιρείας, και ο Μ.Ε. 2 πιστοποίησε την υπογραφή του ενάγοντα χωρίς να είναι παρών και χωρίς να αντιληφθεί περί τίνος επρόκειτο, λόγω φόρτου εργασίας και λόγω του ότι ήταν σε επιστολόχαρτο της εναγομένης. Πρόσθεσε ότι εξ όσων θυμάται, ο ενάγων ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε δήλωση ενώπιόν του. Εάν αντιλαμβανόταν τι είδους έγγραφο ήταν, θα απαιτούσε να είναι παρών κατά την πιστοποίηση ο ίδιος ο υπογράφων με την ταυτότητά του. Όσον αφορά το γεγονός ότι καταγράφεται αριθμός ταυτότητας του ενάγοντα στο Τεκμήριο 6, ο Μ.Ε. 2 κατέθεσε ότι ενδεχομένως να του έφερε κάποιος τον αριθμό ταυτότητας και να τον κατέγραψε επί του εγγράφου που πιστοποίησε. Η κα Άντρη Γεωργίου (Μ.Ε.3) αστυφύλακας στο ΤΑΕ Λευκωσίας, κατέθεσε ότι στις 2.3.2014 ο ενάγων κατήγγειλε ότι είχε αγοράσει ένα μεταχειρισμένο και αφορολόγητο όχημα από την εναγομένη το 2006 με σκοπό να το μεταπωλήσει, το οποίο εν τέλει διαφάνηκε ότι ήταν κλοπιμαίο και κατασχέθηκε από το τελωνείο, ότι η εναγομένη του έδωσε ακάλυπτες επιταγές για το ποσό που είχε πληρώσει, και ότι η εναγομένη παρουσίασε στο Δικαστήριο τη δήλωση ημερ. 25.11.2006 Τεκμήριο 6, αλλά και μία δήλωση ημερ. 15.12.2007 στην οποία καταγράφεται ότι ο ενάγων δήθεν δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από τον κ. Βαρέλλα. Το παράπονο του ενάγοντα στην Αστυνομία ήταν ότι η υπογραφή του στις δηλώσεις είναι πλαστογραφημένη. Η Μ.Ε. 3 ανέφερε ότι διερευνά την υπόθεση και αφότου εξασφαλίσει τα πρωτότυπα έγγραφα, θα γίνει γραφολογικός έλεγχος της υπογραφής του ενάγοντα και θα ληφθεί κατάθεση από τον κ. Βαρέλλα. Ο κ. Παύλος Βαρέλλας (Μ.Υ.), διευθυντής της εναγομένης, κατέθεσε ότι το επίδικο όχημα βρισκόταν σε αποθήκη αποταμίευσης της εναγομένης μετά από οδηγίες του ενάγοντα. Το όχημα ήταν ιδιοκτησίας του κ. Θεοδόση Χρυσοστόμου, κατοίκου Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος ήταν γνωστός τόσο του ιδίου όσο και του ενάγοντα. Ο ενάγων γνώριζε ότι το όχημα ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του κ. Χρυσοστόμου. Ο τελευταίος επισκέφθηκε τα γραφεία της εναγομένης και στην παρουσία του ενάγοντα ανέφερε ότι ήθελε να πωλήσει το αυτοκίνητό του. Ο Μ.Υ. δεν ενδιαφέρθηκε, αλλά ο ενάγων επέδειξε ενδιαφέρον να το αγοράσει για Λ.Κ. 19.
  2. Επειδή όμως το όχημα είχε εισαχθεί από την Αγγλία και δεν είχε εκτελωνιστεί και δεν είχαν πληρωθεί οι φόροι, ο ενάγων και ο κ. Χρυσοστόμου εισηγήθηκαν στον Μ.Υ. για σκοπούς διευκόλυνσης της τελωνειακής διαδικασίας όπως το όχημα εισαχθεί στην ιδιωτική αποθήκη αποταμίευσης της εναγομένης, στην οποία μόνο οχήματα που ανήκουν ή εισάγονται από την εναγομένη μπορούσαν να τοποθετηθούν. Συνεπώς, θα έπρεπε να παρουσιαστεί ότι το όχημα ανήκε στην εναγομένη. Ο Μ.Υ. αποδέχθηκε να τους διευκολύνει με αυτόν τον τρόπο, με προμήθεια ύψους Λ.Κ.
  3. Παράλληλα, η εναγομένη θα είχε δικαίωμα, μετά που θα πληρώνονταν οι φόροι, να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο για διεκδίκηση της επιστροφής τους και σε περίπτωση επιτυχίας της προσφυγής συμφωνήθηκε με τον ενάγοντα ότι το ποσό των επιστραφέντων φόρων θα το μοιράζονταν εξίσου η εναγομένη και ο ενάγων. Ο Μ.Υ. πρόσθεσε ότι όλα αυτά επιβεβαιώνονται από γραπτή δήλωση ημερ. 25.11.2006 Τεκμήριο 6 την οποία ο ενάγων υπέγραψε ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου και ότι οποιαδήποτε έγγραφα μεταξύ εναγομένης και ενάγοντα θα ήταν τυπικά για σκοπούς της τελωνειακής διαδικασίας, εφόσον το όχημα ανήκε στον κ. Χρυσοστόμου και όχι στην εναγομένη. Προσθέτει ότι πριν την αγορά, ο ενάγων έκανε πλήρη έλεγχο HPI του Ηνωμένου Βασιλείου και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με το όχημα. Ο ενάγων εξέδωσε επιταγή της ΣΠΕ Στροβόλου στο όνομα του Μ.Υ. και επισκέφθηκαν μαζί τη ΣΠΕ για να εξαργυρώσουν την επιταγή. Αφαιρέθηκε το ποσό της προμήθειας εκ Λ.Κ. 600 και το υπόλοιπο καταβλήθηκε στον κ. Χρυσοστόμου. Μετά από λίγες μέρες, και επειδή ο ενάγων ήθελε να παραλάβει το αυτοκίνητό του από την αποθήκη της εναγομένης, ο Μ.Υ. αναγκάστηκε να του εκδώσει εικονικό / τυπικό τιμολόγιο. Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Υ. ανέφερε ότι η δήλωση Τεκμήριο 6, στην οποία καταγράφεται η συμφωνία των διαδίκων, υπογράφηκε από τον ενάγοντα ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, στην παρουσία και του Μ.Υ., αφότου ο ενάγων παρουσίασε την ταυτότητά του. Το κέρδος της εναγομένης από τη διαμεσολάβηση, πέραν των Λ.Κ. 600, θα ήταν το ήμισυ της επιστροφής φόρου μετά από ενδεχόμενη επιτυχία προσφυγής, εφόσον το επίδικο όχημα είχε ψηλή φορολογία. Εν τούτοις, λίγες μέρες μετά τη συμφωνία ο ενάγων ήθελε να μεταφέρει το όχημα σε άλλη αποθήκη και συνεπώς η εναγομένη έπρεπε να εκδώσει τιμολόγιο ότι το πωλούσε στον ενάγοντα. Το όχημα βρισκόταν στην Κύπρο για χρόνια, με αριθμούς εγγραφής επισκέπτη, καθότι ο ιδιοκτήτης του κ. Χρυστοστόμου ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και το είχε σε γενική αποθήκη αποταμίευσης. Όταν ο Χρυσοστόμου αποφάσισε να το πωλήσει, έβγαλε τιμολόγιο στο όνομα της εναγομένης και κατέθεσε τα έγγραφα στο τελωνείο για να μπεί στην αποθήκη της εναγομένης, η οποία κατέστη ιδιοκτήτρια του οχήματος «τυπικά». Δέχθηκε ότι το όχημα βρέθηκε από την Αστυνομία να είναι κλεμμένο. Επέμεινε ότι ουδέποτε είδε ή κατείχε το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος, εφόσον ο Χρυσοστόμου το έδωσε στον ενάγοντα για σκοπούς ελέγχου HPI πριν την πώληση. Η εναγομένη ουδέποτε διενήργησε έλεγχο HPI για το επίδικο όχημα. Ο Μ.Υ. ανέφερε ότι τη μέρα της πώλησης, πήγε με τον ενάγοντα, με τον οποίο είχε συνεργασία για χρόνια, στη Συνεργατική απέναντι από το γραφείο του για να εξαργυρώσουν την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Τεκμήριο 7 που είχε εκδώσει ο ενάγων στο όνομα του Μ.Υ. προσωπικά, έτσι ώστε να λάβει ο ίδιος πρώτα την προμήθειά του χωρίς να το γνωρίζει ο Χρυσοστόμου και ακολούθως να πληρωθεί ο τελευταίος σε μετρητά. Δεν εξέδωσε τιμολόγιο για τις Λ.Κ. 600 που έλαβε. Επέμεινε δε ότι εκείνη την εποχή, η Συνεργατική είχε τη δυνατότητα να εξαργυρώνει επιταγές άλλης τράπεζας εφόσον λάμβανε τηλεφωνική επιβεβαίωση από την τράπεζα επί της οποίας είχε εκδοθεί η επιταγή. Αρνήθηκε δε ότι γνώριζε κατά πόσο τα αναγραφόμενα στο πιστοποιητικό εγγραφής Τεκμήριο 2 κυβικά και η ιπποδύναμη δεν ήταν αυτά του επίδικου οχήματος και γενικά δήλωσε άγνοια όσον αφορά τις εκδοχές στις οποίες κατασκευάζεται το εν λόγω μοντέλο αυτοκινήτου και τα χαρακτηριστικά του. Αξιολογώντας την ενώπιόν μου μαρτυρία, σημειώνω ότι ο ενάγων μου προκάλεσε σε γενικές γραμμές αρκετά θετική εντύπωση. Η εκδοχή του όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα ήταν λογική και πειστική και υποστηριζόταν από τα τεκμήρια που κατέθεσε. Δεν παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία του όσον αφορά τη χρονική στιγμή που του παραδόθηκε το πιστοποιητικό Τεκμήριο 2, οπόταν και έλαβε γνώση ότι το όχημα δεν ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της εναγομένης, ήταν κάπως συγκεχυμένη. Στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι το πιστοποιητικό τού παραδόθηκε μετά την εξόφληση του τιμήματος αγοράς, ενώ κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι πλήρωσε αφού είδε το πιστοποιητικό και βασικά ότι όλα έγιναν ταυτόχρονα. Εν τούτοις, θεωρώ λογικό να μην είναι σε θέση να θυμάται επακριβώς. Άλλωστε, επεξήγησε ότι ο Μ.Υ. του ανέφερε ότι το άτομο που καταγραφόταν στο πιστοποιητικό ως ιδιοκτήτης του οχήματος, ήταν το άτομο από το οποίο είχε αγοράσει το όχημα η εναγομένη. Από τη στιγμή που η εναγομένη διατηρούσε επιχείρηση πώλησης μεταχειρισμένων οχημάτων, είναι αναμενόμενο να ικανοποίησε τον ενάγοντα η εξήγηση αυτή που του δόθηκε, έτσι ώστε να μην έχει ιδιαίτερη σημασία η χρονική στιγμή παράδοσης του πιστοποιητικού. Ο Μ.Ε. 2 προκάλεσε πολύ φτωχή εικόνα με τη μαρτυρία του, ενός ατόμου που επεδείκνυε για δεκαετίες πλήρη έλλειψη σοβαρότητας κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως πιστοποιών υπάλληλος. Στην ουσία, δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι συστηματικά πιστοποιούσε τις υπογραφές ατόμων χωρίς αυτοί να βρίσκονται ενώπιόν του, όποτε του παρουσιάζονταν έγγραφα για πιστοποίηση από διάφορους εμπόρους αυτοκινήτων, συμπεριλαμβανομένης της εναγομένης, έξω από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Αυτό που προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε. 2 σε σχέση με τα επίδικα θέματα είναι ότι η πιστοποίηση της υπογραφής του ενάγοντα επί οποιουδήποτε εγγράφου που αφορά την παρούσα υπόθεση, όπως είναι η Ανέκκλητη Δήλωση Τεκμήριο 6, δεν έχει την παραμικρή αξία, εφόσον όπως ο ίδιος δήλωσε δεν πιστοποιούσε υπογραφές με τον δέοντα τρόπο. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει κατά πόσο ο ενάγων πράγματι υπέγραψε το Τεκμήριο 6, παρά το ότι έθεσε την υπογραφή και σφραγίδα του δίπλα από την υπογραφή του ενάγοντα προς πιστοποίηση της γνησιότητας της εν λόγω υπογραφής. Η μαρτυρία της Μ.Ε. 3, η οποία στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε, ήταν περιορισμένης σημασίας. Βασικά, βεβαίωσε ότι ο ενάγων κατήγγειλε, κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της παρούσας διαδικασίας, ότι η υπογραφή του επί των δηλώσεων που παρουσίασε η εναγομένη είναι πλαστογραφημένη. Η αστυνομία δεν έχει ολοκληρώσει όμως τις έρευνές της και συνεπώς δεν υπάρχει οποιοδήποτε σχετικό πόρισμα. Ο Μ.Υ. δεν προκάλεσε καθόλου θετική εντύπωση με τη μαρτυρία του, η οποία ήταν γεμάτη από αλληλοσυγκρουόμενους, παράλογους και καθόλου πειστικούς ισχυρισμούς. Από τη μία δήλωνε ότι είχε συμφωνήσει με τον ενάγοντα και τον πραγματικό ιδιοκτήτη Θ. Χρυσοστόμου να ενεργήσει ως μεσάζων για την πώληση του επίδικου οχήματος επί προμηθεία, και από την άλλη ανέφερε ότι είχε μεταβεί στην τράπεζα με τον ενάγοντα για να λάβει την προμήθειά του κρυφά από τον Χρυσοστόμου. Επέμεινε ότι είχε μεταβεί με τον ενάγοντα στη Συνεργατική και είχε εξαργυρωθεί αυθημερόν η επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Τεκμήριο 7 ημερ. 11.12.2006, ενώ η εν λόγω επιταγή φέρει σφραγίδα της ΣΠΕ Στροβόλου ημερ. 12.12.2006 και σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου όσον αφορά την πληρωμή ημερ. 13.12.
  4. Τόνιζε ότι ο ενάγων είχε υπογράψει ανέκκλητη δήλωση ημερ. 25.11.2006 Τεκμήριο 6 βεβαιώνοντας τη συμφωνία τους, ενώπιον του Μ.Ε. 2, ενώ ο ίδιος ο Μ.Ε. 2 όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει κάτι τέτοιο, αλλά δήλωσε ότι πιστοποίησε την υπογραφή χωρίς την παρουσία του ενάγοντα. Η δε θέση του Μ.Υ. ότι η συμφωνία μεσολάβησης περιλάμβανε, πέραν της προμήθειας εκ Λ.Κ. 600, και το ήμισυ τυχόν ποσού επιστροφής φόρου μετά από σχετική προσφυγή ήταν ιδιαίτερα παράλογη. Για ποιο λόγο ο ενάγων θα αποδεχόταν να μοιραστεί με την εναγομένη την όποια επιστροφή φόρου, την οποία ο Μ.Υ. υπολόγισε να ανερχόταν σε μερικές χιλιάδες λίρες, που μόνο ο ενάγων θα είχε προηγουμένως καταβάλει στο κράτος, απλώς και μόνο επειδή η εναγομένη είχε ενεργήσει ως μεσάζων; Σημειώνω επιπλέον ότι ο Μ.Υ. στην ουσία δήλωσε ότι η κυριότητα του επίδικου οχήματος περιήλθε στην εναγομένη, παρά τις αρχικές του επίμονες αρνήσεις, εφόσον κατέθεσε ότι ο αρχικός ιδιοκτήτης Θ. Χρυσοστόμου εξέδωσε τιμολόγιο προς την εναγομένη, έτσι ώστε να καταστεί ιδιοκτήτρια έστω και «τυπικά» και να δύναται να προχωρήσει η διαδικασία πώλησης στον ενάγοντα και εκτελώνισης. Επιπλέον, η προσποιημένη άγνοιά του όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του οχήματος, τα οποία διέφεραν από τα χαρακτηριστικά επί του πιστοποιητικού εγγραφής Τεκμήριο 2, έρχεται σε αντίθεση με την αρχική του τοποθέτηση περί πείρας τριών δεκαετιών στην πώληση μεταχειρισμένων οχημάτων από την Αγγλία. Κάπως παράδοξη ήταν και η επιμονή του ότι ο ίδιος ο ενάγων δέχθηκε στη δική του μαρτυρία ότι το τιμολόγιο Τεκμήριο 1 εκδόθηκε «τυπικά», ενώ κάτι τέτοιο ουδόλως ευσταθεί. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό της αβασιμότητας της εκδοχής του Μ.Υ. ήταν το γεγονός ότι, ενώ αρχικά προέβαλλε ότι μπορούσε να επιβεβαιώσει τα λεγόμενά του ο Θ. Χρυσοστόμου, το εν λόγω πρόσωπο ουδόλως κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε και λήφθηκε οποιοδήποτε δικονομικό μέτρο από την πλευρά της εναγομένης έτσι ώστε το εν λόγω πρόσωπο να καταστεί μέρος στη δικαστική διαδικασία, είτε ως τριτοδιάδικος είτε άλλως πως, δεδομένης της θέσης της εναγομένης ότι το όχημα ανήκε σε αυτόν και ότι η συμφωνία του ενάγοντα για την αγορά του οχήματος έγινε με αυτόν. Σημειώνω επιπλέον ότι ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλεται κατ' επανάληψη ο ισχυρισμός ότι η εναγομένη διενήργησε ειδικό έλεγχο HPI Check «σε φιλικό και μόνο επίπεδο και άνευ οποιασδήποτε ανάληψης υποχρέωσης», και δεν είχε εντοπιστεί να είναι αντικείμενο κλοπής το επίδικο όχημα, ο Μ.Υ. δήλωσε ότι η εναγομένη ουδέποτε διενήργησε τέτοιο έλεγχο. Γενικά, ήταν ξεκάθαρο από τη μαρτυρία του Μ.Υ. ότι μοναδική του έγνοια ήταν να δώσει την εικόνα ότι ο ρόλος της εναγομένης στην αγοραπωλησία του επίδικου οχήματος ήταν «τυπικός» και «εικονικός», με σκοπό να αποποιηθεί την όποια ευθύνη επιστροφής των χρημάτων που εισέπραξε η εναγομένη για την πώληση, παρά το ότι δεν ήταν σε θέση να το μεταβιβάσει στον ενάγοντα. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω σε σχέση με την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Υ., επισημαίνω ότι το βάρος απόδειξης της απαίτησης βαρύνει τον ενάγοντα, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Για να αποδείξει την υπόθεσή του, ο ενάγων οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Όπως είναι γνωστό, το κριτήριο δεν είναι κατά πόσο η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης είναι πιο πιθανή παρά αυτή του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσο ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14η έκδοση, παραγρ. 4-38, Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη

(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Έχοντας υπόψη τα δικόγραφα, το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά ή περί τις αρχές Δεκεμβρίου του 2006, ο ενάγων αγόρασε από την εναγομένη ένα μεταχειρισμένο αφορολόγητο αυτοκίνητο μάρκας BMW Χ5 έναντι της τιμής των Λ.Κ. 19.
  1. Προς τούτο, η εναγομένη εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο Τεκμήριο
  2. Κατά τον χρόνο πώλησης, το όχημα βρισκόταν σε ιδιωτική αποθήκη αποταμίευσης της εναγομένης. Η τελευταία, μέσω του διευθυντή της, είχε αναφέρει στον ενάγοντα ότι είχε αγοράσει το όχημα από τον Θεοδόση Χρυσοστόμου, κάτοικο εξωτερικού, το όνομα του οποίου βρισκόταν στο πιστοποιητικό εγγραφής Ηνωμένου Βασιλείου Τεκμήριο 2 που παραδόθηκε στον ενάγοντα κατά την αγορά του οχήματος. Ο ενάγων κατέβαλε προς την εναγομένη το τίμημα αγοράς με επιταγή της εταιρείας του ημερ. 11.12.2006 Τεκμήριο 7 για Λ.Κ. 13.000 και το υπόλοιπο σε μετρητά. Κατά τον Αύγουστο του 2007 το όχημα κατασχέθηκε από το Τελωνείο καθότι διαπιστώθηκε, μετά από πληροφορία που δόθηκε στην Αστυνομία, ότι έφερε διαφορετικούς αριθμούς πλαισίου στον ανεμοθώρακα και στον χώρο μπροστά στη μηχανή. Οι αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου πληροφόρησαν τις Κυπριακές Αρχές στις 18.4.2008 ότι το όχημα είναι κλοπιμαίο και καταγγελμένο στο Ηνωμένο Βασίλειο από τις 27.8.
  3. Το ΤΑΕ Λευκωσίας, στην Έκθεσή του ημερ. 25.6.2008 αναφορικά με σχετική καταγγελία του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης Τεκμήριο 4, καταγράφει ότι παρόλο που με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία δεν διαφαίνεται η διάπραξη ποινικού αδικήματος στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, εν τούτοις ο φάκελος της υπόθεσης διαβιβάστηκε στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα για ενημέρωσή του και με σκοπό να δοθούν οδηγίες σχετικά με τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης και τη διάθεση του οχήματος. Σημειώνω ότι δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με την περαιτέρω πορεία της εν λόγω υπόθεσης κλοπής. Επισημαίνω όμως ότι δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της εναγομένης ότι το επίδικο όχημα αποτελούσε προϊόν κλοπής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό που αμφισβητείται είναι κατά πόσο η εναγομένη γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι επρόκειτο για κλεμμένο όχημα ή όχημα για το οποίο δεν υπήρχε νομότυπο πιστοποιητικό εγγραφής και κατά πόσο η εναγομένη παρουσίασε στον ενάγοντα πλαστό πιστοποιητικό εγγραφής με σκοπό να τον εξαπατήσει για να του πωλήσει το όχημα. Έχοντας καταλήξει στα ευρήματα στις σελίδες 13-14 πιο πάνω, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο ο ενάγων έχει αποδείξει την απαίτησή του. Υπενθυμίζω ότι ο ενάγων, στην Έκθεση Απαίτησής του, ισχυρίζεται ότι η εναγομένη του πώλησε το επίδικο όχημα χωρίς να έχει τη συγκατάθεση και/ή εξουσιοδότηση του πραγματικού ιδιοκτήτη αυτού, κατά παράβαση του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου, ότι με ψευδείς παραστάσεις του παρουσίασε πλαστό πιστοποιητικό εγγραφής και/ή ελαττωματικό τίτλο με σκοπό την πώληση του οχήματος και τον προσπορισμό αδικαιολόγητου πλουτισμού και ότι η εναγομένη εξαπάτησε τον ενάγοντα καθότι δεν κατείχε νόμιμο τίτλο του οχήματος και κατά συνέπεια δεν είχε δικαίωμα πώλησης του οχήματος στον ενάγοντα. Όσον αφορά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment), σχετικό είναι το Μέρος VI του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ.149 που φέρει τίτλο «Σχέσεις που Προσομοιάζουν με τις Συμβατικές» (quasi-contracts). Το άρθρο 70 του εν λόγω Μέρους του Νόμου, προνοεί ότι αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν οτιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος, εφόσον ήθελε προσπορισθεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το αντικείμενο που παραδόθηκε. Το δε άρθρο 72 του Νόμου προνοεί ότι πρόσωπο στο οποίο καταβλήθηκαν χρήματα ή παραδόθηκε οτιδήποτε συνεπεία πλάνης ή εξαναγκασμού, οφείλει να τα επιστρέψει. Στην υπόθεση Minerva Finance & Investment Ltd ν. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173, ο Κωνσταντινίδης, Δ., ως ήταν τότε, αναλύοντας το θέμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) ανέφερε τα εξής στις σελίδες 2180-2182: «Ο άδικος πλουτισμός (unjust enrichment) δεν αποτέλεσε και δεν αποτελεί ακόμα στο Αγγλικό Δίκαιο, παρά τον προβληματισμό που εκδηλώνεται, αυτόνομη αιτία αγωγής. Αναγνωρίζεται όμως πλέον πως, ως έννοια βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) ως συνιστώσα την αρχή που την υποστηλώνει. Το θέμα αναπτύσσεται στον Chitty On Contracts 27η Έκδοση, ειδικά από την παράγραφο 29-007 κ.ε. Και το σύγγραμμα The Law of Restitution των Goff & Jones, 2η Έκδοση, αρχίζει ακριβώς με την επεξήγηση πως το δίκαιο της αποκατάστασης είναι το δίκαιο που αφορά σε όλες τις αξιώσεις, οιονεί συμβατικές ή άλλως, που θεμελιώνονται στην αρχή του άδικου πλουτισμού. (Βλ. επίσης σελ. 11 κ.ε.). Και είναι με την πιο πάνω έννοια που και τα δύο συγγράμματα αναφέρονται στα τρία στοιχεία του άδικου πλουτισμού στα οποία αναφέρθηκε ο εφεσίβλητος. (Βλ. παράγραφος 29-011 και σελ. 13 αντίστοιχα). ..... Θα προσθέταμε εδώ πως αρκετά πρόσφατα, στην υπόθεση Woolwich Building Society ν. Ι.R.C. (H.L.(E)) [1993] A.C. 167 αποφασίστηκε πως όπου έχει πληρωθεί ποσό χρημάτων αχρεωστήτως αλλά ο πληρώσας δεν μπορεί να θεμελιώσει κάποια βάση για επιστροφή του, το ποσό δεν μπορεί να επιστραφεί. Τέτοια βάση θα μπορούσε να είναι το λάθος, ως πτυχή της ευρύτερης έννοιας που συνοπτικά αποδίδεται με τον όρο "money had and received". (Χρήματα του ενάγοντα που λήφθηκαν από τον εναγόμενο.). Όρος που στην Κύπρο, στο πλαίσιο του Άρθρου 72 του Κεφ. 149 καλύπτει και το νομικό λάθος (βλ. George William Portsmouth v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1967)1 C.L.R. 87 και συναφώς C.T.C. Consultants ν. Grindlays Bank
(1988)1 C.L.R. 294). Όπως και η πληρωμή συνεπεία εξαναγκασμού (duress ή compulsion ή coercion) που επίσης συνιστά βασικό κεφάλαιο του δικαίου που διέπει την αποκατάσταση. Συνοψίζουν την αγγλική νομολογία πάνω στο θέμα τα δύο συγγράμματα στα οποία έχουμε αναφερθεί, ο Chitty on Contracts από την παράγραφο 29-056 και οι Goff & Jones από τη σελίδα 161. Αναγνωρίζονται εν προκειμένω όσα περιγράφονται ως όρια στο δικαίωμα για αποκατάσταση. Αποκλείεται, μεταξύ άλλων, η αποκατάσταση όταν ο ενάγων ενεργεί εκουσίως προς δικό του όφελος. Ή κατ' αποδοχή ή συμβιβασμό έντιμης αξίωσης. (Βλ. Chitty ανωτέρω παράγραφος 29-011 κ.ε., Goff & Jones σελ. 24 κ.ε.). Στην Κύπρο, οι ρυθμίσεις του Κεφ. 149 κάτω από τον τίτλο "Σχέσεις που προσομοιάζουν με τις Συμβατικές" έχουν στη ρίζα τους τις αρχές ως προς την αποκατάσταση και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επεκτείνοντας τις μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις. ... Οι προϋποθέσεις για την ένταξη ορισμένης περίπτωσης στο άρθρο 70, εξηγήθηκαν σε αριθμό υποθέσεων. ... Όπως έχει τονισθεί, δεν εφαρμόζεται το άρθρο στις περιπτώσεις στις οποίες η πράξη για την οποία επιδιώκεται αποκατάσταση, που περιλαμβάνει και την πληρωμή χρημάτων, τελείται μετά από ρητή απαίτηση (express request) του εναγομένου.» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Παρομοίως, στην υπόθεση Κιτσή ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1Β Α.Α.Δ. επαναλήφθηκε ότι ναι μεν ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής, «εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθησαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας». Στη Θεοχαρίδης κ.α. ν. Ιωάννου κ.α., Πολιτικές Εφέσεις 23/2009 και 41/2009, ο Νικολάτος Δ., ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής, στην απόφαση της πλειοψηφίας ημερ. 20.6.2012 στην 41/2009: «Η αρχή του άδικου ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία συνδέεται με την αρχή της αποκατάστασης (των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων) (restitution), είναι καλά γνωστή στο κοινό δίκαιο και ιδιαίτερα στο δίκαιο της επιείκειας. Συνηθίζεται να λέγεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που δημιουργεί (αυτόματο) αγώγιμο δικαίωμα σ΄ έναν ενάγοντα, να ανακτήσει κάτι που έδωσε στον εναγόμενο και το οποίο κατέστησε τον εναγόμενο αδίκως πλουσιότερο (Δέστε: Goff and Jones, The Law of Restitution, 7η έκδοση, σελίδες 12 και επόμενες). Για να ισχύει η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να ικανοποιηθούν τρεις προϋποθέσεις: (α) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει εμπλουτιστεί από την απόκτηση ενός οφέλους. (β) Το όφελος θα πρέπει να αποκτήθηκε, εις βάρος του ενάγοντα και (γ) Θα πρέπει να είναι άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να κρατήσει το όφελος. » Στο προαναφερόμενο σύγγραμμα των Goff & Jones «The Law of Restitution», 7η έκδοση, στο Κεφάλαιο 20, αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 501, παράγραφο 20-002 με υπότιτλο «The Recovery of Money» :«The party to a contract who brings it to an end on the grounds of the other party's breach can recover money paid thereunder only if he can show that there has been a total failure of consideration; so that if he receives any part of the benefit under the contract which he cannot restore he has no remedy in restitution. He can, however, always fall back on his alternative remedy in damages.» Από τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει πιο πάνω, προκύπτει ότι πράγματι ο ενάγων συμφώνησε για την αγορά του επίδικου οχήματος με την εναγομένη και όχι οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Έχω ήδη αποδεχθεί την εκδοχή του ενάγοντα όσον αφορά το θέμα αυτό, ενώ παράλληλα έχω απορρίψει ως ανυπόστατη τη διαφορετική εκδοχή του Μ.Υ. εκ μέρους της εναγομένης. Εν τούτοις, δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι το επίδικο όχημα ήταν κλοπιμαίο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συνεπώς, τίθεται το ζήτημα κατά πόσο η εναγομένη εδικαιούτο να προβεί σε συμφωνία πώλησης του οχήματος, εφόσον δεν ήταν νόμιμη ιδιοκτήτρια αυτού, αλλά και το ζήτημα των συνεπειών σε περίπτωση που η εναγομένη δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, δεδομένου ότι η εναγομένη έλαβε από τον ενάγοντα ολόκληρο το τίμημα αγοράς. Στην υπόθεση A. A. Pilottos Ltd κ.α. ν. George Houghton και Jennifer Houghton
(2007)1Β Α.Α.Δ 783, η οποία επίσης αφορούσε την αγορά κλοπιμαίου αυτοκινήτου, γίνεται ιστορική ανασκόπηση του γενικού κανόνα του αγγλικού κοινοδικαίου, ότι όταν αγαθά πωλούνται από ένα πρόσωπο που δεν είναι ο ιδιοκτήτης και ο οποίος δεν πωλεί κατόπιν οδηγιών του ιδιοκτήτη, ο αγοραστής δεν μπορεί να αποκτήσει καλύτερο τίτλο από εκείνο που έχει ο πωλητής. Η αρχή αυτή αποδίδεται συνήθως με το Λατινικό αξίωμα nemo dat non quod habet. Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 34, σελ. 80: «Where goods are sold by a person who is not the owner thereof, and who does not sell them under the authority or with the consent of the owner, the buyer acquires no better title to the goods than the seller had, unless the owner of the goods is by his conduct precluded from denying the seller's authority to sell.» Η αρχή nemo dat quod non habet υιοθετήθηκε νομοθετικά και στην Κύπρο. Το άρθρο 27 του περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου (Ν. 10(Ι)/94) προνοεί τα εξής: «
  1. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε εν ισχύι νόμου, όταν αγαθά πωλούνται από πρόσωπο που δεν είναι ο ιδιοκτήτης τους και ο οποίος δεν τα πωλεί με την εξουσιοδότηση ή τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο αγοραστής δεν αποκτά καλύτερο τίτλο για τα αγαθά από τον τίτλο του πωλητή, εκτός αν ο ιδιοκτήτης των αγαθών με τη συμπεριφορά του εμποδίζεται να αρνηθεί την εξουσιοδότηση του πωλητή για πώληση: Νοείται ότι, όταν εμπορικός αντιπρόσωπος, με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη κατέχει τα αγαθά ή έγγραφα τίτλου επί των αγαθών, οποιαδήποτε πώληση έγινε από αυτόν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών εμπορικού αντιπροσώπου είναι εξίσου έγκυρη, ωσάν αυτός να ήταν ρητά εξουσιοδοτημένος από τον ιδιοκτήτη των αγαθών να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό, εφόσον ο αγοραστής ενεργούσε καλόπιστα και κατά το χρόνο της σύμβασης της πώλησης δε γνώριζε ότι ο πωλητής δεν είχε την εξουσιοδότηση για πώληση.» Στην Αγγλία ο κανόνας απέκτησε νομοθετική κάλυψη με το άρθρο 12 του Νόμου The Sales of Goods Act 1893, το οποίο εξετάστηκε στην υπόθεση Rowland v. Divall [1923] All E.R. Rep.
  2. Σύμφωνα με τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης όπως εκτίθενται στην A. A. Pilottos Ltd κ.α., πιο πάνω, ο ενάγων αγόρασε από τον εναγόμενο ένα αυτοκίνητο για £
  3. Το οδήγησε σε έναν χώρο που διατηρούσε και αφού το έβαψε, το κράτησε εκεί για δύο μήνες και το πώλησε σε έναν κάτοικο της περιοχής, ο οποίος το κράτησε για άλλο έναν περίπου μήνα. Ακολούθως εμφανίστηκε η αστυνομία η οποία το κατέσχε αφού ήταν το κλεμμένο όχημα που αναζητούσε. Το όχημα είχε κλαπεί προτού πωληθεί από τον εναγόμενο στον ενάγοντα. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 12 του σχετικού Αγγλικού Νόμου, η πώληση ενός αγαθού εξυπακούει την ύπαρξη ουσιώδους όρου (condition) ότι ο πωλητής έχει το δικαίωμα να πωλήσει και ο αγοραστής σε περίπτωση αποτυχίας του ανταλλάγματος δεν χάνει το δικαίωμα του να απαιτήσει την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε, ανεξάρτητα από την υποχρέωσή του να επιστρέψει το αγαθό. Και τούτο γιατί ο πωλητής δεν μπορούσε να μεταβιβάσει αυτό για το οποίο είχε συμβληθεί, δηλαδή τη νομική ιδιοκτησία (legal ownership) και το δικαίωμα νόμιμης κατοχής (legal right to possession). Σταδιακά δημιουργήθηκαν νομολογιακές και νομοθετικές εξαιρέσεις στην αυστηρή εφαρμογή του κανόνα nemo dat quod non habet, με σκοπό την προστασία των εμπορικών συναλλαγών. Στην A. A. Pilottos Ltd κ.α., πιο πάνω, συζητούνται οι εξαιρέσεις του κανόνα αυτού και ειδικότερα η περίπτωση αγοράς κλοπιμαίου κινητού στην «ανοιχτή αγορά» («market overt»). Στην περίπτωση εκείνη, όπου οι εφεσείοντες είχαν πωλήσει κλοπιμαίο αυτοκίνητο, αποφασίστηκε ότι εφόσον δεν είχε προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι εφεσείοντες ενήργησαν κακόβουλα και/ή με γνώση ότι το όχημα είχε κλαπεί στο εξωτερικό και εφόσον οι ίδιοι το είχαν αγοράσει με καλή πίστη και έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και σε συνθήκες που ομοίαζαν με συνθήκες πώλησης σε ανοικτή αγορά, δεδομένου ότι τα τελωνειακά και άλλα έγγραφα του οχήματος είχαν ελεγχθεί και δεν υπήρχε οποιαδήποτε παρατυπία, εξυπακούεται ότι θα μπορούσαν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν την ιδιοκτησία του οχήματος στους εφεσίβλητους αγοραστές. Συνεπώς, το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση εναντίον των εφεσειόντων για την αξία του οχήματος. Στην υπόθεση David Charles Orams κ.α. ν. Αποστολίδη
(2006)1Β Α.Α.Δ 1402 επαναλήφθηκε ότι «αποτελεί βασικό κανόνα του δικαίου ότι ουδείς μπορεί να δώσει καλύτερο τίτλο (περιουσιακό δικαίωμα) από εκείνο που έχει - Nemo dat quod non habet» αλλά και ότι στον κανόνα αυτόν «υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις και μεταξύ των βασικών εξαιρέσεων είναι ότι ο κανόνας δεν ισχύει όταν ο αγοραστής είναι καλόπιστος αγοραστής ο οποίος κατέβαλε τίμημα για να αποκτήσει την περιουσία». Σχετική είναι η απόφαση στην Κλεόπας Δημητρίου ν. South African Eagle Insurance Company Ltd
(1997)1Β Α.Α.Δ 984, όπου επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιδικάστηκε στους εφεσίβλητους το ποσό που κατέβαλαν για την πρόσκτηση του οχήματος, το οποίο είχε κλαπεί στη Νότιο Αφρική ενώ είχε εγγραφεί στην Κύπρο με την προσκόμιση πλαστών εγγράφων. Αποφασίστηκε ότι ο εφεσείων δεν απέκτησε δικαίωμα ιδιοκτησίας διότι, καθώς προέκυψε από τη μαρτυρία, δεν ενήργησε καλή τη πίστει, ούτε και συνέτρεχαν οι περιστάσεις που εκτίθεντο στο άρθρο 27 του περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου, Κεφ. 267, για τη μεταβίβαση κυριότητας από μη ιδιοκτήτη και ότι η καταγγελία στις αστυνομικές αρχές της Νοτίου Αφρικής δεν υπολειπόταν ό,τι μπορούσε να αναμενόταν υπό τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταδειχθεί δεόντως ότι ο ενάγων ήταν καλόπιστος αγοραστής ο οποίος κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα αγοράς στην εναγομένη, η οποία έλαβε το τίμημα αλλά δεν ήταν σε θέση να παραδώσει πραγματικό τίτλο ιδιοκτησίας. Ο ενάγων προέβη σε συμφωνία αγοράς μεταχειρισμένου αφορολόγητου οχήματος από εταιρεία η οποία ασχολείτο για δεκαετίες με ακριβώς αυτό το αντικείμενο, και στην ιδιωτική αποθήκη αποταμίευσης της οποίας βρισκόταν το συγκεκριμένο όχημα. Στην εν λόγω αποθήκη τοποθετούνταν μόνο οχήματα που διέθετε η εναγομένη προς πώληση, εφόσον απαιτείτο ειδική άδεια από το τελωνείο για τοποθέτηση οχημάτων που δεν ανήκαν στην εναγομένη. Κατά την πώληση, παρουσιάστηκε στον ενάγοντα συγκεκριμένο έγγραφο ως πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο διευθυντής της εναγομένης εξήγησε στον ενάγοντα ότι το όνομα ιδιοκτήτη επί του εν λόγω πιστοποιητικού ήταν το όνομα του ιδιοκτήτη του οχήματος από τον οποίο είχε αγοράσει το όχημα η εναγομένη. Κατά συνέπεια, ο ενάγων δεν είχε κανένα λόγο να υποψιαστεί ότι η εναγομένη εταιρεία εισαγωγής και πώλησης οχημάτων δεν είχε δικαίωμα πώλησης του οχήματος και ότι το όχημα ήταν προϊόν κλοπής. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ενάγων είχε οποιαδήποτε υποχρέωση ελέγχου της γνησιότητας των εγγράφων που του παρουσίασε η εναγομένη, δεδομένης της φύσης των εργασιών της τελευταίας. Αντίθετα, εξυπακούεται η ύπαρξη ουσιώδους σιωπηρού όρου ότι ο πωλητής είχε το δικαίωμα να πωλήσει. Το δε γεγονός της κλοπής, περιήλθε εις γνώσιν του ενάγοντα, μέσω της Αστυνομίας της Κύπρου, σε μεταγενέστερο στάδιο. Από την άλλη, δεν έχει καταδειχθεί ότι η εναγομένη είχε προηγουμένως αγοράσει το όχημα καλόπιστα και έναντι καλού ανταλλάγματος από τον ιδιοκτήτη έτσι ώστε να ήταν σε θέση να το πωλήσει στον ενάγοντα. Κατείχε ένα πιστοποιητικό εγγραφής Ηνωμένου Βασιλείου, στο οποίο αναγραφόταν διαφορετικός αριθμός πλαισίου από τον αριθμό επί του ιδίου του οχήματος. Παρομοίως, στο εν λόγω πιστοποιητικό αναγραφόταν διαφορετική ιπποδύναμη από αυτήν του συγκεκριμένου μοντέλου που κατείχε. Το λιγότερο που θα αναμενόταν από μια σοβαρή εταιρεία εμπορίας μεταχειρισμένων οχημάτων εισαγομένων από την Αγγλία, θα ήταν να ελέγχει αυτά τα στοιχεία, προτού αγοράσει ένα όχημα από προηγούμενο ιδιοκτήτη με σκοπό να το μεταπωλήσει σε Κύπριο αγοραστή. Ένεκα της φύσης των εργασιών της εναγομένης, είχε την ελάχιστη υποχρέωση να ελέγξει αυτά τα στοιχεία. Εάν το έπραττε, θα διαπίστωνε αμέσως ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα με το όχημα που διέθετε προς πώληση. Συνεπώς, η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται ουσιωδώς από την A. A. Pilottos Ltd κ.α., πιο πάνω, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί ότι η εναγομένη είχε αγοράσει το όχημα προηγουμένως με καλή πίστη και έναντι νομίμου ανταλλάγματος σε συνθήκες που ομοίαζαν με συνθήκες πώλησης σε ανοιχτή αγορά, και για το οποίο όλα τα έγγραφα είχαν ελεγχθεί και δεν υπήρχε οποιαδήποτε παρατυπία. Στην προκειμένη περίπτωση, η παρατυπία όσον αφορά το πιστοποιητικό Τεκμήριο 2 θα μπορούσε εύκολα να διαπιστωθεί από την εναγομένη, εφόσον ο αριθμός πλαισίου διέφερε από τον αριθμό πλαισίου επί του ιδίου του οχήματος. Ναι μεν δεν καταδείχθηκε ότι η εναγομένη οπωσδήποτε γνώριζε για το γεγονός ότι το όχημα ήταν κλοπιμαίο, αλλά σίγουρα όφειλε, ως πωλητής οχημάτων, να είχε προβεί στους ελάχιστα απαιτούμενους ελέγχους για σκοπούς διαπίστωσης της γνησιότητας του τίτλου ενός οχήματος που θα διέθετε προς πώληση. Έχουν δε δημιουργηθεί σοβαρές σκιές όσον αφορά τον τρόπο που το όχημα περιήλθε στην κατοχή της εναγομένης και διατέθηκε προς πώληση στον ενάγοντα. Επαναλαμβάνω ότι το άτομο από το οποίο ισχυρίζεται η εναγομένη ότι το αγόρασε, και το όνομα του οποίου εμφανίζεται επί του Τεκμηρίου 2, δεν κλήθηκε από την εναγομένη να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της. Κατά την κρίση μου, προκύπτει σαφώς από όλα τα πιο πάνω ότι η εναγομένη έλαβε από τον ενάγοντα ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του επίδικου οχήματος εκ €32.677, ενώ δεν είχε το δικαίωμα να το πωλήσει εφόσον δεν ήταν ο νόμιμος ιδιοκτήτης. Όφειλε δε να είχε προβεί στους νενομισμένους ελέγχους, οι οποίοι θα αποκάλυπταν την παρατυπία των εγγράφων του οχήματος, προτού επιχειρήσει να πωλήσει το όχημα στον ενάγοντα και να λάβει το τίμημα αγοράς, αλλά δεν το έπραξε, έτσι ώστε να μπορεί να εκληφθεί ότι δεν λειτούργησε καλόπιστα. Συνεπώς, η εναγομένη υπέχει υποχρέωση αποκατάστασης του ενάγοντα με την επιστροφή του ποσού που εισέπραξε. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που αποφασιζόταν ότι είχε δικαίωμα πώλησης ως καλόπιστος αγοραστής του οχήματος από τον προηγούμενο φερόμενο ως ιδιοκτήτη, θεωρώ ότι και πάλιν η εναγομένη θα υπείχε υποχρέωση αποκατάστασης του ενάγοντα, δεδομένου ότι εισέπραξε το τίμημα αγοράς αλλά υπήρξε πλήρης αποτυχία ανταλλάγματος. Αναφορικά με τις αξιώσεις για τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις αλλά και για «συμφωνηθέντα τόκο προς 9% και/ή νόμιμο τόκο από 30.8.2006», σημειώνω ότι δεν προωθήθηκαν καθόλου από την πλευρά του ενάγοντα, ούτε και γίνεται καμία αναφορά στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του και συνεπώς θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκαν. Συμπερασματικά όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €32.677 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.