Παναγιώτη Αντωνίου ν. Παναγιώτη Θανασά κ.α., Αρ. Αγωγής: 1804/2014, 28/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A165 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1804/2014 ΜΕΤΑΞΥ: Παναγιώτη Αντωνίου Ενάγοντας -και- 1. Παναγιώτη Θανασά 2. Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» Εναγομένων --------------------- Αίτηση για διαγραφή της ανταπαίτησης 28 Απριλίου 2015 Για τον ενάγοντα - αιτητή: κα Χαραλάμπους. Για τους εναγομένους 2 - καθ' ων η αίτηση 2: κα Καλ. Γεωργίου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση που εδώ απασχολεί εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα τις Δ.19 κ.26, Δ.27 κ.3 και Δ.48 κκ 1 - 9 (
- j)και (ο), στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Η αίτηση έχει ως αντικείμενο. «Α. Την διαγραφή των παραγράφων 18-20 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2-Καθ' ων η Αίτησις και ολόκληρης της Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2-Καθ' ων η Αίτησις, οι οποίες είναι μη αναγκαίες ή σκανδαλώδεις ή και τείνουν να προκαταλάβουν, περιπλέξουν ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής ή και δεν περιέχουν αγώγιμο δικαίωμα ή απαίτηση ή και είναι άνευ ουσίας ή και διότι η ανταπαίτηση είναι ενοχλητική». Αξίζει να λεχθεί ότι τόσο η αίτηση όσο και η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης που ακολούθησε, δεν υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση. Τα αναγκαία γεγονότα, υποστηρίζεται, περιέχονται στο φάκελο του δικαστηρίου. Η νομική βάση της ένστασης είναι ανάλογη με εκείνη της αίτησης και ως εκ τούτου δεν επαναλαμβάνεται. Εκείνο όμως που έχει σημασία να αναφερθεί είναι οι λόγοι ένστασης που προτάσσονται. Αναφέρεται εκεί ότι. «1. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομολογία για να επιτύχει η αίτηση του Ενάγοντα. 2. Η αίτηση πάσχει νομικά και/ή είναι αντικανονική και/ή είναι ελλιπής και/ή άνευ αντικειμένου και/ή δεν εξειδικεύει ούτε αποκαλύπτει τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται και/ή αυτά δεν προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης. 3. Η αίτηση ως είναι συνταγμένη δεν αποκαλύπτει οποιουσδήποτε λόγους, οι οποίοι να επιτρέπουν στους Εναγόμενους να αντιληφθούν το αίτημα της. 4. Η αίτηση είναι καταχρηστική και φέρνει τους Καθ' ων η Αίτηση σε μειονεκτική θέση». Είναι μέχρι στιγμής αντιληπτό ότι με την επίδικη διαδικασία ζητούμενο είναι η διαγραφή και απόρριψη της ανταπαίτησης των εναγομένων 2 (στη συνέχεια η εφημερίδα). Επιβάλλεται εντούτοις να διερευνηθεί το σύνολο της δικογραφίας μεταξύ των εμπλεκομένων διαδίκων, δηλαδή ενάγοντα και εφημερίδας, ώστε να αναδειχθούν τα επίδικα θέματα. Ο ενάγων, λοιπόν, είναι αστυνομικός. Την 15.12.2013 η εφημερίδα δημοσίευσε άρθρο που έγραψε ο εναγόμενος 1, το οποίο, σύμφωνα με τον ενάγοντα, αφενός τον δαχτυλοδείχνει αφετέρου τον δυσφημεί. Για σκοπούς της παρούσας δεν έχει σημασία το περιεχόμενο του δημοσιεύματος και βεβαίως δεν είναι του παρόντος κατά πόσο όντως συνιστά δυσφήμιση. Αρκεί να λεχθεί μόνο ότι αυτή εν προκειμένω είναι η θέση του ενάγοντα, δηλαδή η νομική βάση της αξίωσης εναντίον του εναγομένου 1 και της εφημερίδας που δημοσίευσε το σχετικό άρθρο. Η εφημερίδα πραγματεύεται και απορρίπτει ένα προς ένα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Αυτό, βεβαίως, στο πλαίσιο της υπεράσπισης. Η ουσία της ανταπαίτησης που είναι και το αντικείμενο της επίδικης αίτησης, εντοπίζεται στην παράγραφο 19 του σχετικού δικογράφου. Εφόσον το περιεχόμενο τούτης περικλείει την πεμπτουσία της ανταπαίτησης, παρατίθεται αυτούσιο. Αναφέρεται εκεί ότι. «19. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής και οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα που περιέχονται σε αυτήν, στο κλητήριο ένταλμα και στην Έκθεση Απαίτησης, συνιστούν και/ή αποτελούν επιζήμια ψευδολογία εντός της έννοιας του άρθρου 25 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ως ακολούθως: ..................................». Για ολοκλήρωση της εικόνας του επίμαχου δικογράφου σημειώνω ότι η παράγραφος 18 απλώς επαναλαμβάνει ότι για σκοπούς της ανταπαίτησης οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης υιοθετούνται, ενώ όσα ακολουθούν την παράγραφο 19 της ανταπαίτησης είναι οι λεπτομέρειες ψεύδους και κακοβουλίας του ενάγοντα και τέλος, η αξίωση της εφημερίδας. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ανταπαίτηση της εφημερίδας εδράζεται στο αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας (άρθρο 25 του Κεφ. 148). Επιπλέον, αποτελεί κοινό τόπο ότι το πραγματικό υπόβαθρο της ανταπαίτησης είναι αυτή η αγωγή. Εν ολίγοις, η εφημερίδα διατείνεται πως για μόνο λόγο ότι στην καταχωρηθείσα αγωγή ο ενάγων προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς, διαπράττει το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας σε βάρος της εφημερίδας. Σε αυτό είναι που εξαντλείται η πραγματική βάση της ανταπαίτησης που εγείρει η εφημερίδα. Προτού προχωρήσω περαιτέρω υποδεικνύω ότι η εφημερίδα δεν υποστηρίζει πως απλή και μόνο καταχώριση αγωγής για δυσφήμιση επιφέρει επιζήμια ψευδολογία. Ο λόγος εδώ διάπραξης του αδικήματος, υποστηρίζει, οφείλεται σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς δια των οποίων καταλογίζεται στην εφημερίδα συστηματική κακοβουλία και ψευδολογία, καθώς ότι η δημοσίευση του επίδικου άρθρου έγινε με σκοπό να πληγεί η υπόληψη του ενάγοντα και να αυξηθεί η κυκλοφορία της εφημερίδας ώστε να έχει οικονομικό όφελος. Αυτοί οι ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι που ενόχλησαν την εφημερίδα και δικαιολογούν, σύμφωνα με την υπεράσπιση, επίκληση, ανταπαιτητικώς, του αστικού αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας. Από την άλλη, είναι κατανοητό ότι ο μόνος λόγος δια τον οποίο ο ενάγων ζητά τη διαγραφή της ανταπαίτησης είναι γιατί αντίκειται, υποστηρίζει, των διατάξεων του άρθρου 20 του Κεφ. 148. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι ισχυρισμοί στα δικόγραφα καλύπτονται από απόλυτο προνόμιο. Προθέτει δε ότι, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση η επιζήμια ψευδολογία οφείλεται απλώς και μόνο στα αναφερόμενα στο δικόγραφο, έπεται ότι η ανταπαίτηση είναι νομικά αβάσιμη και υποκείμενη σε απόρριψη. Δικαιολογεί τούτο, σύμφωνα με τον ενάγοντα, συμπέρασμα επιπόλαιου (frivolous) δικογράφου που θα καθυστερήσει τη διαδικασία λόγω του ότι θα την εκτροχιάσει από τα επίδικα θέματα. Η απάντηση της εφημερίδας στις πιο πάνω αιτιάσεις του ενάγοντα είναι πως το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας δεν διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Κεφ. 148, οι οποίες, αναφέρει, περιορίζονται στο αδίκημα της δυσφήμισης βάσει του άρθρου 17 του Κεφ. 148. Κατά τα λοιπά η εφημερίδα υποστηρίζει ότι τίποτα δικαιολογεί απόρριψη ή διαγραφή της ανταπαίτησης και προτάσσει το δικαίωμα ενός εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο. Έχει νομολογηθεί ότι ο κ.26 της Δ.19 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής. (βλ. Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1998)1Γ Α.Α.Δ.1338, 1343). Από την άλλη ο κ.3 της Δ.27 μπορεί να οδηγήσει σε οριστικό τερματισμό της διαδικασίας εφόσον επιτρέπει διαγραφή ανυπόστατου δικογράφου, δηλαδή δικογράφου που δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή απάντηση, ή είναι επιπόλαιο ή παρενοχλητικό (Frivolous or vexatious) (βλ. Σιακόλας, πιο πάνω, στη σελίδα 1344 και Χατζηκυριάκος v. Κυθρεώτη
(1992)1Β Α.Α.Δ.1119, 1121). Η διερεύνηση του κατά πόσο ένα δικόγραφο προσκρούει στις διατάξεις του κ.3 της Δ.27 επικεντρώνεται στο περιεχόμενο τούτου ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.246, 253). Στην υπόθεση In re Pelmako, πιο πάνω, υποδείχθηκε ότι η νομική υπόσταση δικογράφου κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του (βλ. σελ. 255). Στην ίδια υπόθεση υποδείχθηκε περαιτέρω ότι η διερεύνηση συνίσταται σε αξιολόγηση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου που βάλλεται τοιουτοτρόπως (βλ. σελ. 253). Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η εξουσία του δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ασκείται με φειδώ και μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού υποβάθρου. Στην υπόθεση Nagle v. Feilden
(1966)1 All E.R. 697, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Αργύρη Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ.704, 711, λέχθηκε ότι 'It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable'. Σε διαφορετική περίπτωση, υποδεικνύεται στην υπόθεση In re Pelmako πιο πάνω, η διαγραφή θα συνεπαγόταν παραβίαση του δικαιώματος που έχει ο διάδικος να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος (βλ. σελ. 255). Παρ' ότι τα πιο πάνω διαγράφουν την εξουσία του δικαστηρίου σε αυτό το δικονομικό πλέγμα, στην προκείμενη περίπτωση σε μείζων αναδεικνύεται η θέση της εφημερίδας ότι η νομική βάση που υποστυλώνει την ανταπαίτηση, δηλαδή το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας (άρθρο 25), δεν διέπεται ή καλύτερα δεν ανακόπτεται από την υπεράσπιση του προνομίου. Αν τούτο είναι ορθό αναπόφευκτα η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη εφόσον ο ενάγων ουδέν άλλο λόγο επικαλείται. Επί του προκειμένου νιώθω ότι χρήσιμα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από συνολική θεώρηση του σχετικού νόμου, δηλαδή του Κεφ.
- Το 3ο μέρος του νόμου (Κεφ. 148) φέρει τον τίτλο «Αστικά Αδικήματα και Υπερασπίσεις σε Ορισμένες Αγωγές γι' αυτά». Πρώτο άρθρο στη σειρά είναι το άρθρο 17 το οποίο κωδικοποιεί το αδίκημα της δυσφήμισης. Ακολουθεί το άρθρο 18 που επεξηγεί τι εστί δημοσίευση και ακολουθεί το άρθρο 19 όπου αναφέρονται οι υπερασπίσεις. Στα άρθρα 20 και 21 απαντάται η έννοια προνομιούχα δημοσίευση, απόλυτη και υπό επιφύλαξη, αντίστοιχα. Τέλος, τα άρθρα 22 και 23 πραγματεύονται τις αποζημιώσεις του ίδιου αδικήματος, ενώ το άρθρο 24 θεσπίζει ειδική υπεράσπιση που αφορά εφημερίδα. Το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας απαντάται στο αμέσως επόμενο άρθρο, δηλαδή το άρθρο
- Απλή και μόνο ανάγνωση τούτου φανερώνει ότι η μόνη διασύνδεσή του με τα άρθρα που προηγούνται, είναι η αναφορά στο εδάφιο 3 ότι η δημοσίευση έχει την έννοια που αποδίδεται στο άρθρο 18 που προηγείται. Ουδεμία άλλη αναφορά συσχετίζει τούτο το άρθρο με τα προηγηθέντα. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι ενίοτε διάδικος μπορεί να επικαλεστεί διαζευκτικά τα δυο αδικήματα, δηλαδή το αδίκημα της δυσφήμισης και το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Έχει αναγνωριστεί νομολογιακά ότι παρά τις διαφορές τους σε κάποιο βαθμό τα δυο αυτά αστικά αδικήματα καλύπτουν κοινό πραγματικό πεδίο. Η ίδια συλλογή γεγονότων είναι ικανή να δικαιολογήσει οιονδήποτε εξ αυτών. Εύγλωττη εν προκειμένω η αναφορά στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, παράγραφος 21.3, όπου αναφέρεται ότι. «However, an action for malicious falsehood will in many cases lie as alternative to one for defamation». Εντούτοις τα πιο πάνω δεν αναιρούν την εικόνα που εκπέμπει το Κεφ.
- Δεν είναι τυχαίο, πιστεύω, το γεγονός ότι το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας ταξινομήθηκε μετά τις υπερασπίσεις και τις αποζημιώσεις του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης. Αν ο νομοθέτης επιθυμούσε να καταστήσει τις υπερασπίσεις της δυσφήμισης, ή εν πάση περιπτώσει τα αναφερόμενα στο άρθρο 20 του Κεφ. 148, ως ζητήματα που διέπουν και αυτό το αδίκημα, δεν είχε παρά να αναφέρει τούτο ρητά στο άρθρο
- Το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται εκεί, καθώς επίσης η ταξινόμηση των σχετικών άρθρων, καθιστά σαφές ότι το άρθρο 25 δεν ερμηνεύεται ejusdem generis των διατάξεων που προηγούνται. Εντούτοις τα πιο πάνω δεν ολοκληρώνουν τη διερεύνηση. Αποδίδουν μόνο την εικόνα που εκπέμπει ο σχετικός νόμος. Κατά τα λοιπά, συγγράμματα και νομολογία υποστηρίζουν ότι δεν είναι δόκιμη η χρησιμοποίηση του δικανικού όρου προνόμιο σε αγωγές επιζήμιας ψευδολογίας. Ο Gatley, πιο πάνω, στην παράγραφο 21.9 αναφέρει ότι. «There is no doubt that such statements are not actionable, but it seems unhelpful to refer to privilege, which is a device used in the law of defamation to cast the burden of showing actual malice upon the claimant in a limited class of cases against a general background of strict liability. In malicious falsehood the burden of proof of malice is upon the claimant from the outset in all cases». Οι έγκριτοι συγγραφείς δεν περιορίζουν την πάρα πάνω θέση σε υποθέσεις επιζήμιας ψευδολογίας. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι (βλ. παρ. 21.9, Gatley, πιο πάνω). «On the other hand where a statement is made in circumstances in which an absolute privilege would attach to the words for the purpose of the law of defamation (e.g. a statement in Parliament or in judicial proceedings) there is also a complete defence to a claim for malicious falsehood». Σχετική είναι και η υποσημείωση με αριθμό 66 στην οποία παραπέμπει το πιο πάνω απόσπασμα, όπου αναφέρεται ότι. «Malicious commencement of civil proceedings is probably not a tort in general (Gregory v. Portsmouth CC
(2000)1 A. C.419 H.L.) but to employ a civil process, not itself unfounded, for an improper collateral purpose may amount to the tort of abuse of process: Speed Seal Products v. Padington
(1985)1 W.L.R. 1327 C.A.)». Από τα πιο πάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αρχή του προνομίου, τουλάχιστον στην έκταση που αφορά νομοθετικές και δικαστικές διαδικασίες, διέπει όχι μόνο το αδίκημα της δυσφήμισης αλλά και το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι επ' αυτού του ζητήματος, δηλαδή του απολύτου προνομίου, η αγγλική νομολογία διαφέρει από το ημεδαπό δίκαιο, εφόσον εκεί το ζήτημα δεν έχει ρυθμιστεί νομοθετικά και αφέθηκε στο δικαστήριο να αποφασίζει ποίες περιπτώσεις διέπονται από απόλυτο προνόμιο και ποιες όχι, με κριτήριο τη δημόσια πολιτική (public policy). Ενδιαφέρουσα εν προκειμένω είναι η ανάλυση του θέματος στο σύγγραμμα «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης» του Πολύβιου Πολυβίου, στις σελίδες 265 μέχρι
- Αξίζει όμως να δούμε ποια είναι τούτη η δημόσια πολιτική σε σχέση με το απόλυτο προνόμιο που διέπει τις δικαστικές διαδικασίες. Η απάντηση εντοπίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury, 3η έκδοση, τόμος 24, παράγραφος
- Αναφέρεται εκεί ότι. «The reason for the doctrine is that it is desirable that persons who occupy certain positions, for example, judges, advocates and witnesses in the course of legal proceedings, should be permitted to express themselves with complete freedom; and to secure their independence, absolute privilege is given to their acts and words, so that they should not be brought before other courts for inquiry merely on the allegation that they were malicious (r)». Είναι δε κατανοητό ότι το προνόμιο δεν περιορίζεται απλώς στη μαρτυρία που δίδεται viva voce, αλλά επεκτείνεται και σε έγγραφα όπως δικόγραφα, ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια (βλ. Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, πιο πάνω, σελίδες 271 και 272). Επιπλέον, στον Gatley, πιο πάνω, στην παράγραφο 13.16, το ζήτημα εξειδικεύεται ως εξής. «Privilege of parties. No action will lie against a party to an action for any defamatory statement made by him in the documents brought into being for legal proceedings when being used for that purpose, e.g. a pleading, answer to a request for further information, or affidavit. Of course there is no privilege (other than that attaching to reports) for the publication of pleadings to other than the parties and the court and, therefore, "though a litigant is privileged in the statements he makes therein, he is not privileged if he sends his pleading to a newspaper for publication. If the pleadings so published are (defamatory), then the paper publishing them and the person sending them for publication are liable in damages" Nor is there absolute privilege for statements by a litigant to the media about the merits of his case». Εκ των πιο πάνω συνάγεται ότι πέραν των διατάξεων του σχετικού νόμου, η νομολογία του κοινού δικαίου αναγνωρίζει προνόμιο που διέπει τις δικαστικές διαδικασίες. Η διερεύνηση του επίδικου αιτήματος ξεφεύγει λοιπόν από τα στενά πλαίσια του άρθρου 20 του Κεφ. 148 και το ερώτημα που τίθεται πλέον, είναι κατά πόσο αυτή η νομολογιακή αρχή τυγχάνει εφαρμογής στη χώρα μας και περαιτέρω, ανακόπτει το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Ξεκινώ λοιπόν από το δεύτερο ερώτημα και επισημαίνω ότι όσα αναφέρονται πιο πάνω καθιστούν σαφές πως η απάντηση είναι καταφατική. Εντούτοις επιχειρώντας να βάλω το δάχτυλο εις τον τύπο των ήλων, υποδεικνύω ότι στην υπόθεση Trapp v. Mackie
(1979)1 All E.R. 489 o εφεσείων κίνησε αγωγή εναντίον του εφεσίβλητου εδραζόμενος στο αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Η ουσία του πράγματος ήταν πως οι δηλώσεις του εφεσίβλητου στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του εφεσείοντα, ήταν ψευδείς και κακόβουλες και είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον εφεσείοντα, εφόσον ο τελευταίος απώλεσε την εργασία του. Κρίθηκε εκεί ότι οι δηλώσεις του εφεσίβλητου, δηλαδή η μαρτυρία του στην πειθαρχική, καλυπτόταν από απόλυτο προνόμιο που διέπει δικαστικές διαδικασίες. Απ' όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι πέραν του Κεφ. 148, νόμος που θεσπίζει τα δυο αδικήματα, δυσφήμιση και επιζήμια ψευδολογία, ως επίσης την υπεράσπιση του απολύτου προνομίου, η νομολογία αναγνωρίζει απόλυτο προνόμιο στη βάση δημόσιας πολιτικής σε σχέση με δικόγραφα, δηλώσεις, μαρτυρία, τεκμήρια και άλλα συναφή δικαστικής διαδικασίας. Αναγνωρίζεται δηλαδή ότι κάθε τι που λέγεται σε δικαστική διαδικασία δεν είναι ικανό για διάπραξη οποιουδήποτε από τα πιο πάνω αδικήματα. Είμαι της γνώμης ότι η προμνησθείσα δημόσια πολιτική έχει εμβολιάσει και το ημεδαπό δίκαιο. Για του λόγου το ασφαλές επικαλούμαι την υπόθεση Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.α.
(2011)1Α Α.Α.Δ. 474, 486, όπου αναφέρθηκε ότι. «Κατά τα άλλα, υπήρξαν οι διαζευκτικές υπερασπίσεις του απόλυτου προνομίου, της αλήθειας του κειμένου και του εντίμου σχολιασμού. Το προνόμιο, γενικώς, αποτελεί υπεράσπιση, διαχωρίζεται δε σε απόλυτο («absolute privilege») και περιορισμένο («conditionally» ή «qualified privilege»). Οι κατηγορίες που εμπίπτουν στην υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου εμπεριέχονται στο Άρθρο 20
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, μεταξύ των οποίων είναι και η υποπαράγραφος (ζ), που καλύπτει την περίπτωση το δημοσίευμα να είναι «... στην πραγματικότητα ακριβοδίκαιο, ακριβής και σύγχρονη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί, πραχθεί η επιδειχθεί σε δικαστική διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, και το Δικαστήριο δεν απαγόρευσε τη δημοσίευση αυτή·» Το εδάφιο
(2)του Άρθρου 20, προνοεί επίσης ότι όταν η δημοσίευση δυσφημιστικού, κατά τα άλλα, δημοσιεύματος κρίνεται απόλυτα προνομιούχος, τότε «... είναι αδιάφορο κατά πόσο το δημοσίευμα ήταν αληθές ή αναληθές, και κατά πόσο ο εναγόμενος εγνώριζε ή όχι το αναληθές του δημοσιεύματος και κατά πόσο η δημοσίευση έγινε καλή τη πίστει ή όχι.». Αυτή η σαφέστατη νομοθετική πρόνοια προσφέρει και τον οδηγό για το Δικαστήριο ως προς την αντιμετώπιση των διαφόρων υπερασπίσεων, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω. Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts - πιο πάνω - σελ. 163-164, το απόλυτο προνόμιο έχει αναγνωριστεί ως αναγκαία υπεράσπιση για λόγους δημόσιας πολιτικής, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία του λόγου έχοντας υπόψη ότι τα Δικαστήρια στελεχώνονται από άτομα, ο έντιμος χαρακτήρας των οποίων δεν θα θέσει σε κίνδυνο ή κατάχρηση αυτό το προνόμιο. Αλλά και ό,τι λέγεται στη δικαστική διαδικασία, με την προϋπόθεση ότι μεταφέρεται σε δημοσίευμα ακριβοδίκαια, θεωρείται επίσης καλυπτόμενο από το απόλυτο προνόμιο. Όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα στις σελ. 164-165, το δημοσίευμα δεν είναι ανάγκη να είναι verbatim αναδημοσίευση του τι λέχθηκε, αλλά είναι αρκετό εάν στη βάση του αποτελεί μια ακριβοδίκαιη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί («a fair account of what took place»). Παραλείψεις ή ανακρίβειες ήσσονος σημασίας θεωρούνται ότι δεν εξαλείφουν ή αναιρούν το προνόμιο. Η δε εφημερίδα δεν υποχρεούται να επαληθεύσει ότι οτιδήποτε ελέχθη από ένα συνήγορο ή ένα μάρτυρα είναι ακριβές». (η έμφαση δική μου). Το σύνολο όλων των πιο πάνω καταδεικνύει πως. παρ' ότι το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας δεν διέπεται από την υπεράσπιση του προνομίου, οι δικαστικές διαδικασίες, στην έκταση που εδώ ενδιαφέρει το δικόγραφο, ούτως ή άλλως καλύπτονται από απόλυτο προνόμιο λόγω δημόσιας πολιτικής που προστατεύει τη δικαστική διαδικασία per se. Επιπλέον, η εν λόγω αρχή συνιστά πρώτης τάξεως υπεράσπιση (perfectly good defence) σε αγωγή για το αστικό αδίκημα είτε της δυσφήμισης είτε της επιζήμιας ψευδολογίας, εφόσον εκείνο που καλύπτεται από προνόμιο είναι το ίδιο το δικόγραφο και όχι η νομική βάση στην οποία εδράζονται οι σχετικοί ισχυρισμοί. Τα πιο πάνω δεν απαντούν όμως το ζητούμενο που είναι η διαγραφή της ανταπαίτησης. Αυτό απαντάται από το Annual Practice του 1955 στη σελίδα 422 όπου εξετάζεται η Ο.25 r.4, αντίστοιχη της ημεδαπής Δ.27 κ.3. Κάτω από τον τίτλο «No Reasonable Cause of Action» αναφέρεται ότι. «So if an action of contract it appears clearly that there is no contract between the plaintiff and the defendant (South Hetton Coal Co. v. Haswell,
(1898)1 Ch. 465); or no contract valid in law (Humphreys v. Polak,
(1901)2 K. B. 385); or if the matter be already res judicata (Birch v. B.,
(1902)P. 130, C.A.; Conquer v. Boot,
(1928)2 K. B. 336; Green v. Weatherill,
(1929)2 Ch. 213); or if the action be brought solely to obtain relief which the Court has no power to grant (Dreyfus v. Peruvian Guano Co., 41 Ch.. D.151; Wing v. Burn, 44 T.L.R. 258); or if relief be asked on a ground which is no ground for such relief the action dismissed. So where the Statement of Claim on the face of it discloses a perfectly good defence to the action; e.g., where the Statement of Claim in an action of libel or slander shows that the occasion of publication was absolutely privileged Llewellyn,
(1906)1 K. B. 487; Bottomley v. Brougham,
(1908)1 K. B. 584; Burr v. Smith and others,
(1909)2 K. B. 306; Beresford v. White
(1914), 30 T. L. R. 591, C.A)». (η έμφαση δική μου). Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι εφόσον το απόλυτο προνόμιο είναι ικανό να ανακόψει την πορεία αγωγής για δυσφήμιση και η προηγηθείσα ανάλυση φανερώνει ότι το απόλυτο προνόμιο διέπει οιονδήποτε δικόγραφο, όποιο ισχυρισμό και αν προτάσσει, συνάγεται ότι το δικόγραφο είναι εκείνο που προστατεύεται, και συνεπώς κανένα δικόγραφο είναι ικανό να προκαλέσει επιζήμια ψευδολογία. Συνακόλουθα ισχύει εδώ εκείνο που αναφέρθηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 704, 710 με παραπομπή στην υπόθεση Brummond Jackson v. British Medical Association. «Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success»; Επαναλαμβάνω, ενδεχομένως εκ του περισσού, η επίδικη ανταπαίτηση καθιστά σαφές ότι το πραγματικό υπόβαθρο που την υποστυλώνει δεν είναι άλλο από την έκθεση απαίτησης που προηγείται. Είναι λοιπόν τούτη η περίπτωση που το Annual Practice χαρακτηρίζει «perfectly good defence», εφόσον η ανταπαίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία λόγω του προνομίου που διέπει το δικόγραφο σε δικαστική διαδικασία. Όπως έχει υποδειχθεί κανένα δικόγραφο δεν δικαιολογεί συμπέρασμα δυσφήμισης ή επιζήμιας ψευδολογίας για μόνο λόγο ότι καταχωρίστηκε στο δικαστήριο. Η έκδοση και καταχώριση του δικογράφου καλύπτεται από προνόμιο. Συνεπώς, ισχύει εδώ συμπέρασμα ότι η βάση της ανταπαίτησης είναι επιπόλαια (frivolous), καθώς ότι αν αφεθεί να προχωρήσει θα καθυστερήσει τη διαδικασία και θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα αχρείαστα, εφόσον το δικόγραφο στην αγωγή καλύπτεται από απόλυτο προνόμιο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί εις απόδειξη της ανταπαίτησης. Δεν παραγνωρίζω τις ύψιστες αρχές δικαίου που άπτονται της ελευθερίας του λόγου σε συνδυασμό με το δικαίωμα του πολίτη να θέσει τη θέση του ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω όμως ότι οι σχετικές αιτιάσεις της υπεράσπισης απαντώνται από το ακόλουθο απόσπασμα της υπόθεσης Knowles v. Roberts
(1888)38 Ch. D. 263,
- «It seems to me that the rule that the court is not to dictate to parties how they should frame their case is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law; and if a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right». Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι τα συνταγματικά δικαιώματα δεν παρέχουν έρεισμα για δικονομική αυθαιρεσία. Εν ολίγοις, δεν νοείται επίκληση συνταγματικού δικαιώματος για υποστύλωση έκπτωτου δικογράφου, όπως ούτε για συγκάλυψη δικονομικής πλημμέλειας. Μπορεί μεν η δικονομία να συνιστά θεραπαινίδα του δικαίου, προσφέρει εντούτοις οριοθέτηση της αρένας που θα διεξαχθεί η δικαστική διαμάχη και συνεπώς ύψιστη καθίσταται η υποχρέωση του δικαστηρίου να διαφυλάξει πιστή τήρηση των κανόνων, εφόσον μόνο τοιουτοτρόπως επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή διάγνωση των πραγματικών γεγονότων μέσα από νόμιμες διαδικασίες. Ζητήματα που δυνατό να εκτροχιάσουν τη διαδικασία δεν βρίσκουν έρεισμα στο δίκαιο και ουδεμία νομική αρχή είναι ικανή να τα δικαιολογήσει. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι το αίτημα είναι δικαιολογημένο και εύλογο. Ως εκ τούτου εκδίδω διάταγμα διαγραφής της ανταπαίτησης του εναγομένου 2, δηλαδή διαγραφής των παραγράφων 18 μέχρι και
- Τα έξοδα της διαδικασίας, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου
- Η καταβολή τούτων να διενεργηθεί άμα την ολοκλήρωση της αγωγής. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο