← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ ν. Σωτήρη Καπλάνη κ.α., Γεν. Αίτηση αρ. 158/2014, 2/4/2015

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ ν. Σωτήρη Καπλάνη κ.α., Γεν. Αίτηση αρ. 158/2014, 2/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση αρ. 158/2014 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ Αιτητών -και-

  1. Σωτήρη Καπλάνη
  2. Κυριάκου Ολύμπιου
  3. Κωνσταντίνου Σπυρή
  4. Κυριάκου Σπύρου
  5. Κυριάκου Καπλάνη
  6. Ανδρέα Ιωάννου Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 13.2.2014 για έγγραφης διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 16.9.2013 σε σχέση με τον Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 2 Απριλίου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα. M. Παπαευσταθίου Για τον Καθ' ου η Αίτηση 6: κ. Χρ. Παρασκευάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αίτηση Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές αιτούνται την έκδοση διατάγματος για έγγραφη της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 16.9.2013 η οποία εκδόθηκε εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για σκοπούς εκτέλεσής της κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 21-23 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.48 ΘΘ. 1-3, 8 και 9 και Δ.64, καθώς επίσης στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει Ένορκη Δήλωση της κας. Στάλως Μαρδαπήττα η οποία είναι στην υπηρεσία των Αιτητών ως λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ από το
  7. Όπως εκεί αναφέρεται, ως εκ της θέσης της και από έγγραφα που κατέχει και πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα αίτηση. Στη συνέχεια, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει λεπτομέρειες σε σχέση με τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 26.2.2008 που υπογράφθηκε μεταξύ των Αιτητών και του Καθ' ου η αίτηση 1 ύψους €97.220,00 με την εγγύηση των Καθ' ων η αίτηση 2 -
  8. Λόγω δε του ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβαν δυνάμει των πιο πάνω συμβάσεων, οι Αιτητές παρέπεμψαν την εγερθείσα διαφορά τους με τους Καθ' ων η αίτηση σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, αφού μετά την υπογραφή του δανείου και την παροχή των πιστωτικών διευκολύνσεων οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν καταστεί μέλη και/ή οφειλέτες συνεργατικής εταιρείας. Στα πλαίσια αυτά κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2013 διορίστηκε ως διαιτητής ο Στέλιος Παπαλεξάνδρου. Σύμφωνα με την κα. Μαρδαπήττα, ο εν λόγω διαιτητής εξέδωσε στις 16.9.2013 διαιτητική απόφαση (στο εξής η «Διαιτητική Απόφαση) υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει της οποίας οι Καθ' ων η αίτηση διατάχθηκαν όπως καταβάλουν στους Αιτητές το ποσό των €89.819,77 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από την 16.9.2013 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων μία φορά τον χρόνο και συγκεκριμένα την 31η Δεκεμβρίου έκαστους έτους από 16.9.2013 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €160 έξοδα μέχρι πλήρους εξόφλησης (αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α). Όπως δε δηλώνει η ενόρκως δηλούσα, από το σώμα της Διαιτητικής Απόφασης προκύπτει ότι είχε επιδοθεί δεόντως ειδοποίηση στους Καθ' ων η Αίτηση περί της διεξαγωγής διαιτησίας αναφορικά με τη διαφορά μεταξύ τους και των Αιτητών, και η απόφαση, όπως επίσης, το περιεχόμενο της έχει γνωστοποιηθεί εγγράφως στους Καθ' ων η Αίτηση στις 16.9.2013 (η σχετική γνωστοποίηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β). Όπως αναφέρεται στη συνέχεια, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν υποβάλει έφεση εντός είκοσι μια

(21)ημερών από την προς αυτούς γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης, με αποτέλεσμα αυτή να έχει καταστεί τελική και να δύναται να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Υποδεικνύεται, τέλος, στην Ένορκη Δήλωση της κας. Μαρδαπήττα ότι παρά τις προσπάθειες των Αιτητών να εξασφαλίσουν την εξόφληση του εκ της διαιτητικής απόφασης χρέους των Καθ' ων η Αίτηση και παρά το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση ειδοποιήθηκαν επανειλημμένα από τους Αιτητές και/ή τους δικηγόρους τους σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό, μέχρι σήμερα οι Καθ' ων η Αίτηση παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να καταβάλουν στους Αιτητές το οφειλόμενο ποσό, το οποίο εξακολουθούν να οφείλουν εις ολόκληρο. Να σημειωθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 5 δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το αιτούμενο διάταγμα εκδόθηκε στην απουσία τους στις 19.3.2014. Την ίδια ημέρα εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 οι οποίοι εμφανίστηκαν και δεν έφεραν ένσταση στην αίτηση. Η αίτηση αναφορικά με τον Καθ' ου η αίτηση 2 απορρίφθηκε στις 26.11.2014 λόγω μη επίδοσής της. Η Ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 6 Από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση 6 καταχωρήθηκε ένσταση η οποία βασίζεται στα άρθρα 52 και 56 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.3, Δ.47, Δ.28 ΘΘ. 1-15, Δ.48, ΘΘ. 1 - 12, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 3 και 6 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στα άρθρα 2, 21, 24
(3)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν. 93(Ι)/1996ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα και στη σχετική επί του θέματος νομολογία, όπως επίσης στη διακριτική εξουσία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι προβληθέντες λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
  1. Η Διαιτητική Απόφαση στερείται νομιμότητας αφού λήφθηκε παράνομα, παράτυπα και χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας κατά παράβαση του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και των σχετικών Κανονισμών και Θεσμών.
  2. Η διαιτητική διαδικασία πάσχει και/ή είναι νομικά ανίσχυρη καθότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς και τη Νομολογία.
  3. Η παρούσα αίτηση είναι άκυρη και πάσχει από μη θεραπεύσιμη παρατυπία αφού το κατάλληλο δικονομικό διάβημα που όφειλαν να λάβουν οι Αιτητές για προώθηση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αυτό της αγωγής και όχι της πρωτογενούς αίτησης
  4. Η διαδικασία διαιτησίας που ακολουθήθηκε είναι αντικανονική αφού δεν τηρήθηκαν από τον διαιτητή οι σωστές διαδικασίες και/ή δεν επεξηγήθηκαν στον Καθ' ου η Αίτηση 6 τα δικαιώματά του και/ή δεν του δόθηκε το δικαίωμα ουσιαστικής υπεράσπισης.
  5. Η κα. Μαρδαπήττα η οποία προβαίνει στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα.
  6. Η Διαιτητική Απόφαση ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση
  7. Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη αφού κατά το χρόνο της καταχώρησης της η Διαιτητική Απόφαση δεν είχε καταστεί τελική και τελεσίδικη σε σχέση με τον Καθ' ου η Αίτηση
  8. Η Διαιτητική Απόφαση δεν έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης και στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας.
  9. Η διαδικασία διαιτησίας είναι καταχρηστική και η απόφαση του Διαιτητή έχει εκδοθεί κακόπιστα (mala fide). 10.Έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα φυσικής δικαιοσύνης και ακρόασης του Καθ' ου η Αίτηση
  10. 11.Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλειπής. 12.Υπήρξε δόλος και συμπαιγνία μεταξύ του διαιτητή και των Αιτητών κατά την διαδικασία της διαιτησίας. 13.Ουδέποτε κοινοποιήθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση 6 η απόφαση του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών για παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία και ο Καθ'ου η Αίτηση 6 στερήθηκε του δικαιώματος του για προσβολή της απόφασης αυτής με ιεραρχική προσφυγή.
  11. Οι Αιτητές όφειλαν, πριν την έναρξη της διαδικασίας διαιτησίας, να προβούν σε προσπάθειες αναδιάρθρωσης των πιστωτικών διευκολύνσεων. 15.Η Διαιτητική Απόφαση πάσχει καθότι αντίκειται στις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
  12. 16.Η υπαγωγή του Καθ' ου η Αίτηση 6 σε διαιτησία είναι καταχρηστική και παραβιάζει την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και/ή τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν. 93(Ι)/
  13. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται στην Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 6 η οποία συνοδεύει την Ένστασή του. Σε σχέση δε με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την διαδικασία της διαιτησίας, ο Καθ΄ου η αίτηση 6 αναφέρει ότι στις 16.9.2013 παρευρέθηκε στη διεύθυνση που του υποδείχθηκε, όπου βρίσκονταν λειτουργός των Αιτητών, όπως επίσης κάποιος κύριος, ο οποίος του ανέφερε ότι θα χειριστεί την διαδικασία ως διαιτητής. Του αναφέρθηκε ότι επρόκειτο περί μιας απλής και τυπικής διαδικασίας προς επιβεβαίωση του γεγονότος ότι ήταν εγγυητής στο δάνειο που είχε λάβει ο πρωτοφειλέτης. Παράλληλα, ο διαιτητής του υπέδειξε ένα έγγραφο το οποίο τον κάλεσε να υπογράψει, όπως και έπραξε. Ως δε ενημερώνεται από τον δικηγόρο του, το έγγραφο αυτό είναι το Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της κας Μαρδαπήττα που αφορά την ισχυριζόμενη γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης. Ο ίδιος, όμως, ουδέποτε έλαβε γνώση είτε προφορικά είτε γραπτώς της Διαιτητικής Απόφασης πριν από την επίδοση της παρούσας αίτησης και ούτε του γνωστοποιήθηκε η Διαιτητική Απόφαση ή του επιδόθηκε αντίγραφο αυτής, ενώ επαναλαμβάνει ότι υπέγραψε το Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της κας Μαρδαπήττα μετά από τις υποδείξεις του Διαιτητή περί τυπικής διαδικασίας. Ακροαματική Διαδικασία Κατά το στάδιο της ακρόασης της παρούσας αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών περιορίστηκαν στην υιοθέτηση των γραπτών αγορεύσεων τις οποίες ετοίμασαν προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου. Οι θέσεις των δυο πλευρών καταγράφονται αναλυτικά στις γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή και Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6).» Σύμφωνα δε με το εδάφιο
(4)του άρθρου 52, οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Σε περίπτωση δε που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί, σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52 καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου. Τα άρθρα 21, 22 και 23 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, επί των οποίων ορθά στηρίζεται η αίτηση, παρέχουν την δυνατότητα και καθορίζουν την διαδικασία εγγραφής μετά από άδεια του Δικαστηρίου διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο όπως εκτελούνται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου. Αναφορά θα πρέπει να γίνει και στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, οι πρόνοιες του οποίου σχετίζονται με την παρούσα αίτηση και έχουν ως εξής: «21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.» Η διαδικασία που ακολουθείται στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης εξετάστηκε και ερμηνεύτηκε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση ημερομηνίας 11.4.2012 στην Πολιτική Έφεση 357/2008, Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση.». Προκύπτει, λοιπόν, από την σχετική επί του θέματος νομολογία ότι το θέμα της εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης είναι ουσιαστικά τυπικό και οποιεσδήποτε ενστάσεις πρέπει να έχουν σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της. Το Δικαστήριο δεν έχει καμία αρμοδιότητα, σε αυτό το στάδιο, να εξετάσει την ουσία της διαφοράς που παραπέμφθηκε σε διαιτησία ούτε και να αναθεωρήσει την διαιτητική απόφαση. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Αναφορικά με την Αίτηση Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώρηση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή.. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώρηση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε οποίον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει.» Επομένως, και όπως επιτάσσει η νομολογία, ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαιτητικής απόφασης δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση της. Τέτοια θέματα μπορούν να εγερθούν μόνο σε διαδικασία έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης και η δυνατότητα προσώπου που αμφισβητεί την ορθότητα διαιτητικής απόφασης να την εφεσιβάλει παρέχεται από το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85. Όπως έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία, οι προϋποθέσεις για την εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης με βάση τη νομοθεσία και τη νομολογία είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, ότι η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο ή στα πρόσωπα εναντίον του οποίου ή των οποίων στρέφεται και ότι έχει εκπνεύσει η περίοδος των 21 ημερών χωρίς να υποβληθεί έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης (βλέπε Χ¨ Γεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς (πιο πάνω)). Όπως υποδεικνύεται σχετικά στην Ελένη Κούλουρου ν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ 987: «Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, άλλα αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία...» Προτού υπεισέλθω στην ουσία του αιτήματος, κρίνω ορθό να εξετάσω τη θέση του συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση 6 επί το ότι η παρούσα διαδικασία είναι άκυρη καθότι το διάβημα που έπρεπε να λάβουν οι Αιτητές είναι αυτό της αγωγής και όχι της πρωτογενούς αίτησης. Με όλο τον σεβασμό προς τον κ. Παρασκευά, η θέση του δεν με βρίσκει σύμφωνη. Και αυτό γιατί όπως τονίστηκε στην υπόθεση Αλεξάνδρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 313, η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης αρχίζει με δια κλήσεως αίτηση ώστε να δοθεί στην άλλη πλευρά το δικαίωμα να ακουστεί (βλέπε επίσης Τάσου (Κακουρή)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372, Πιττάκα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1932, και Αλεξάνδρου κ.ά
(2007)1 Α.Α.Δ. 158). Η νομιμότητα της διαδικασίας αυτής επιβεβαιώθηκε άλλωστε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χ¨ Γεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς (πιο πάνω) και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ανίας Νάπας ν. Άντυ Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ.
  1. Είναι, επίσης, στο στάδιο αυτό ορθό να λεχθεί ότι η αίτηση στηρίζεται στο ορθό νομικό πλαίσιο με τρόπο ώστε ο σχετικός λόγος ένστασης να μην μπορεί να επιτύχει. Παράλληλα, με βάση τα όσα καταγράφονται στις παραγράφους 1 και 2 της κας. Μαρδαπήττα, διαπιστώνεται ότι η ίδια είναι σε θέση να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτή. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας της αίτησης υπό το φως των νομικών αρχών που συνοψίζονται πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσον πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να δικαιολογείται η εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης της. Εξετάζοντας τις θέσεις που προωθούνται από τις δυο πλευρές παρατηρείται ότι ο Καθ' ου η αίτηση 6 δεν αμφισβητεί ότι ειδοποιήθηκε δεόντως περί της διεξαγωγής διαιτησίας, δεδομένου και του ότι παρέστηκε και έλαβε μέρος σε αυτήν. Παράλληλα, όμως, ισχυρίζεται αφενός ότι κατά την διαδικασία στην οποία παρευρέθηκε του αναφέρθηκε από τον διαιτητή ότι επρόκειτο περί μιας απλής και τυπικής διαδικασίας προς επιβεβαίωση του γεγονότος ότι ήταν εγγυητής στο δάνειο που είχε λάβει ο πρωτοφειλέτης και αφετέρου ότι ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε είτε γραπτώς είτε προφορικά η Διαιτητική Απόφαση για την οποία έλαβε γνώση με την επίδοση της παρούσας αίτησης. Παρατίθενται πιο κάτω αυτούσιες οι παράγραφοι 6-11 της Ένορκης Δήλωσής του που συνοδεύει την ένσταση του ώστε να γίνουν αντιληπτές οι θέσεις του: «
  2. Σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την διαδικασία της «διαιτησίας», θα πρέπει να αναφέρω ότι στις 16/09/13 παρευρέθηκα στην διεύθυνση που μου υπεδείχθη στον χώρο της οποίας βρίσκονταν λειτουργός της Αιτήτριας και κάποιος κύριος, ο οποίος μου ανέφερε ότι θα χειριστεί την διαδικασία για την οποία προσήλθα εκεί ως διαιτητής.
  3. Μου αναφέρθηκε ότι είναι μια απλά τυπική διαδικασία για επιβεβαίωση του γεγονότος ότι ήμουν εγγυητής στο δάνειο που είχε λάβει ο πρωτοφειλέτης. Μου υποδείχθηκε ένα έγγραφο από τον διαιτητή και με κάλεσε να το υπογράφω, κάτι που έπραξα. Ως με ενημερώνει τώρα ο δικηγόρος μου, το έγγραφο αυτό που υπέγραψα είναι το τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της κας Μαρδαπήττα δήθεν περί γνωστοποίησης μου της διαιτητικής απόφασης.
  4. Θα ήθελα να αναφέρω ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ουδέποτε έλαβα γνώση με οποιοδήποτε τρόπο προφορικά ή γραπτώς της διαιτητικής απόφασης πριν την επίδοση σε εμένα της παρούσας υπό εξέταση Πρωτογενής Αίτησης των Αιτητών υπ'αριθμό 158/14 ούτε φυσικά μου γνωστοποιήθηκε η απόφαση του διαιτητή ή μου επιδόθηκε αντίγραφο της εν λόγω απόφασης καθότι όπως αναφέρω και πιο πάνω το μόνο έγγραφο που είδα και αυτό υπέγραψα ήταν το τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της κας Μαρδαπήττα μετά από τις υποδείξεις του Διαιτητή περί τυπικής διαδικασίας.
  5. Ο ίδιος ο διαιτητής στην διαιτητική απόφαση του, αναφέρει ότι η γνωστοποίηση της απόφασης του γίνεται με προσωπική επιστολή. Η κα Μαρδαπήττα σε σχέση με το θέμα αυτό, αναφέρει επίσης στην παράγραφο 8 της Ένορκης της Δήλωσης ότι η απόφαση έχει γνωστοποιηθεί εγγράφως στους Καθ'ων η Αίτηση. Επισυνάπτει ως τεκμήριο Β έγγραφο το οποίο παρουσιάζει αναληθώς ως την γνωστοποίηση της απόφασης του διαιτητή αφού το εν λόγω έγγραφο, από μία απλή ανάγνωση, φυσικά δεν αποτελεί γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης αφού σε αυτό δεν γίνεται καμία αναφορά στην απόφαση και στο διατακτικό της.
  6. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, βασιζόμενος στα όσα μου είχαν αναφερθεί περί τυπικής διαδικασίας, προχώρησα όπως μου υπεδείχθη να το υπογράψω, παρόλο που ουδέποτε έλαβα την απόφαση και το διατακτικό αυτής, όπως αναληθώς αναφέρεται στην διαιτητική απόφαση ότι δήθεν γνωστοποιήθηκε η απόφαση του διαιτητή με την επίδοση προσωπικής επιστολής.
  7. Προκύπτει από τα αναφερόμενα της κας Μαρδαπήττα αλλά και του διαιτητή ότι η οποιαδήποτε γνωστοποίηση της απόφασης έγινε γραπτώς. Ουδέποτε όμως έλαβα γραπτώς τέτοια επιστολή που να αναφέρει το διατακτικό της απόφασης του διαιτητή και ούτε επισυνάπτεται ως τεκμήριο τέτοια επιστολή ή γραπτή γνωστοποίηση της απόφασης του Διαιτητή στην Ένορκη Δήλωση της κας Μαρδαπήττα που καταδεικνύει αυτό.» Είναι δε η θέση του Καθ' ου η αίτηση 6 ότι με δεδομένα τα πιο πάνω και από νομική συμβουλή που έλαβε από τον δικηγόρο του, η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη αφού κατά την καταχώρησή της η Διαιτητική Απόφαση δεν του είχε γνωστοποιηθεί και ως εκ τούτου δεν είχε καταστεί τελεσίδικη με αποτέλεσμα οι Αιτητές να μην έχουν το δικαίωμα να ζητούν την εγγραφή της. Όπως δε υποστήριξε ο κ. Παρασκευάς κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει αφού με δεδομένη την μη προσκόμιση μαρτυρίας από την πλευρά των Αιτητών και την μη αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση 6 σε σχέση με το θέμα της γνωστοποίησης της Διαιτητικής Απόφασης, οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν το στοιχείο αυτό ως όφειλαν. Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το θέμα αυτό παρατηρούνται τα ακόλουθα: Στην Διαιτητική Απόφαση η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση της κας. Μαρδαπήττα καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 6 παρουσιάζονται στην ακρόαση της υπόθεσης και αναγνωρίζουν το χρέος τους, ενώ ο Καθ' ου η αίτηση 5 δεν παρουσιάζεται στη διαδικασία αν και ειδοποιήθηκε κανονικά. Στην δε κατάληξη της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα (παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Απόφαση): «Λαμβάνοντας υπόψη τα κατατεθέντα έγγραφα, αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρίες, αποφασίζω: (α)Όμως το πιο πάνω χρέος στο λογαριασμό 7235357-3 ύψους €89.819,77 με τόκο @9% από 16/09/2013 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον τα έξοδα πληρωθούν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως από τους καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4, 5, και 6 ως η απαίτηση της αιτήτριας. (β)Όπως τα έξοδα ύψους €160.= πληρωθούν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως από τους ιδίους ως η παράγραφος (α) πιο πάνω. Η απόφαση μου αυτή γνωστοποιείται στους καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4, 5, και 6 με την επίδοση προσωπικής επιστολής.» Παράλληλα, στο έγγραφο το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της κας. Στάλως Μαρδαπήττα, επί του οποίου έθεσε την υπογραφή του ο Καθ' ου η αίτηση 6, αναφέρονται τα ακόλουθα (παρατίθεται επίσης αυτούσιο): « ΝΟΜΟΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ (Νόμοι του 1995 μέχρι 2012) ΘΕΣΜΟΙ 78 ΚΑΙ 79 Δηλώνω ότι με το παρόν μου έχει γνωστοποιηθεί γραπτώς η απόφαση του Διαιτητή κ. Στέλιου Παπαλεξάνδρου ημερομηνίας 16/09/2013 σχετικά με τη διαφορά μεταξύ μου και της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ. Αρ. Λογαριασμού: 7235357-3 Αρ. Υπόθεσης: 8 Αρ. Φακ: Δ.254/19» Αναγράφεται δε στο έντυπο αυτό το όνομα του Καθ' ου η αίτηση, η υπογραφή του, όπως επίσης η ένδειξη «προσωπικά». Εκείνο που προκύπτει από τα όσα καταγράφονται πιο πάνω, είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση 6 παραδέχεται μεν ότι έθεσε την υπογραφή του επί του σχετικού εγγράφου/Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της κας. Μαρδαπήττα, πλην όμως ισχυρίζεται ότι, κατόπιν υπόδειξης του εγγράφου αυτού από τον διαιτητή, υπέγραψε τούτο χωρίς να του λεχθεί οτιδήποτε και χωρίς να του γνωστοποιηθεί η Διαιτητική Απόφαση. Υπό τις περιστάσεις, λοιπόν, εγείρεται η υπεράσπιση του non est factum για την οποία το βάρος απόδειξης έχει ο Καθ' ου η αίτηση. Η υπεράσπιση αυτή καθιερώθηκε από το κοινοδίκαιο για την απάμβλυνση του αυστηρού κανόνα που ίσχυε για την εκτέλεση των συμβολαίων γνωστών ως deeds. Οι υποχρεώσεις που, τέτοιου είδους πράξεις διελάμβαναν, έπρεπε να εκτελεστούν ανεξάρτητα αν η εφαρμογή τους θα προκαλούσε αδικία. Κατά τη νομική γλώσσα της εποχής το υποφέρον μέρος μπορούσε να αντικρούσει την απαίτηση ισχυριζόμενο ότι scriptum predictum non est factum suum. Βασική απόφαση στη διαμόρφωση της αρχής υπήρξε η υπόθεση Foster v. Mackinnon [1869] LR 4 CP 704, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «It seems plain, on principle and on authority, that, if a blind man, or a man who cannot read, or who for some reason (not implying negligence) forbears to read, has a written contract falsely read over to him, the reader misreading to such a degree that the written contract is of a nature altogether different from the contract pretended to be read from the paper which the blind or illiterate man afterwards signs; then, at least if there be no negligence, the signature so obtained is of no force. And it is invalid not merely on the ground of fraud, where fraud exists, but on the ground that the mind of the signer did not accompany the signature; in other words, that he never intended to sign, and therefore in contemplation of law never did sign, the contract to which his name is appended.» Το δόγμα διευρύνθηκε μετέπειτα στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην Saunders v. Anglia Building Society [1970] 3 Αll E.R.
  8. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των Cheshire, Fifoot and Furmston's Law of Contract,
(1996), 13η έκδοση, από τις σελίδες 268-269: «It will be observed that the judgment of Byles J, which was approved by the House of Lords in Saunders v. Anglia Building Society (known in the lower courts as Gallie v. Lee), expanded the scope of the plea non est factum in two respects; it extended it to unsealed contracts and to the situation where an educated man, to whom no negligence is attributable, has failed to scrutinise what he has signed. Nevertheless, the judiciary is now agreed that, if the confidence of third parties who normally rely upon the authenticity of signatures is not to be eroded, the plea must be confined within narrow limits. A heavy burden of proof lies upon the party by whom it is invoked. The main difficulty is to define the degree of difference that must exist between the signed contract and that which the mistaken party intended to sign before it can be said that the consent of the signatory was totally lacking. A definitive formula of universal application is scarcely possible. Everything depends upon the circumstances of each case. It will be recalled that the court in Foster v. Mackinnon required the written contract to be "of a nature altogether different" from that which the mistaken party believed it to be. In Saunders v. Anglia Building Society the Law Lords suggested a variety of alternative expressions, such as "radically", "fundamentally", "basically", "totally" or "essentially" different in character or substance from the contract intended; but it is doubtful whether these add much to what was said by Byles J. In the comparatively few cases in which the plea has succeeded, the degree of difference between the intention and the act of the signatory has been wide enough to satisfy the most exacting of arbiters. The contract, for instance, has been held void where the signatory's intention was directed to a power of attorney, not to a mortgage: to a guarantee, not to a bill of exchange; to a testification to the fraudulent person's signature, not to a promissory note for £11,113; to a proposal for insurance, not to a guarantee of the fraudulent person's overdraft.» H υπόθεση Saunders v. Anglia (πιο πάνω), εφαρμόστηκε και στην Avon Finance Co. Ltd. v. Bridger and Another [1985] 2 All E.R. 281, η οποία αφορά την πτυχή της αμέλειας. Η σύνοψη στη σελίδα 281 είναι άκρως κατατοπιστική: «The doctrine of non est factum had limited application and could only be relied on by a defendant if he had exercised reasonable care in the circumstances in connection with the transaction. On the facts, it was not possible to find that the defendants had exercised such reasonable care as was appropriate in the circumstances in entering into the transaction. Accordingly, the defendants could not rely on the defence of non est factum; Saunders v. Anglia Building Society [1970] 3 All E.R. 961 applied.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων. Αναφέρονται ενδεικτικά οι υποθέσεις Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 264 και Δημητράκης Φακοντή ν. Νικόλα Παύλου Βρυώνη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1404. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Καθ' ου η αίτηση 6 ισχυρίζεται ότι υπέγραψε το σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της κας Στάλως Μαρδαπήττα) όπου επιβεβαιώνεται η γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης αφού του υποδείχθηκε από τον διαιτητή χωρίς να του λεχθεί οτιδήποτε άλλο. Επομένως, από τα όσα καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωσή του ο Καθ' ου η αίτηση 6 δεν προωθεί θέση περί απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων από μέρους του Διαιτητή (εφόσον δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι το έγγραφο αυτό του παρουσιάστηκε ως κάτι άλλο), αλλά αναφέρει ότι το έγγραφο αυτό υπογράφθηκε από τον ίδιο χωρίς αυτός να το διαβάσει ή να ζητήσει κάποια επεξήγηση ως προς την φύση του. Στη βάση των πιο πάνω, λοιπόν, η πιο πάνω υπεράσπιση δεν μπορεί να τεκμηριωθεί αφού ο Καθ' ου η αίτηση 6 δεν υποστήριξε ότι είναι τυφλός ή αγράμματος αλλά αντίθετα από τα όσα καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωσή του προκύπτει ότι ο ίδιος δεν άσκησε εύλογη επιμέλεια ώστε να ενημερωθεί ως προς τη φύση του εγγράφου στο οποίο έθεσε την υπογραφή του. Όπως δε έχει επανειλημμένα λεχθεί, πρόσωπο που υπογράφει ένα έγγραφο δεν μπορεί να επικαλεστεί την δική του αμέλεια όταν έθετε την υπογραφή του ως βάση για την υπεράσπιση του (βλέπε επίσης το σύγγραμμα Chitty on Contract, 25η έκδοση, στη σελίδα 195). Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις αναφορές της κας. Στάλως Μαρδαπήττα στην Ένορκη Δήλωσή της περί γνωστοποίησης της Διαιτητικής Απόφασης στον Καθ' ου η αίτηση 6 όπως επίσης τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση 6 (ο οποίος υπενθυμίζεται ότι δεν αμφισβητεί την υπογραφή του επί του σχετικού εγγράφου/γνωστοποίησης) οι Αιτητές δεν είχαν υποχρέωση να προσκομίσουν περαιτέρω μαρτυρία και σε κάθε περίπτωση κρίνεται ότι έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση της γνωστοποίησης της Διαιτητικής Απόφασης. Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι η μη προσκόμιση αντιγράφου/κειμένου της απόφασης στον Καθ' ου η αίτηση 6 δεν επηρεάζει την όλη εικόνα ενόψει του ότι για τους σκοπούς του Νόμου, ακόμα και η προφορική γνωστοποίηση είναι αρκετή (βλέπε Αναφορικά με την Αίτηση του Σωτήρη Δημοσθένους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1699). Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί επί το ότι ο Καθ' ου η αίτηση 6 δεν έχει καταχωρήσει έφεση κατά της Διαιτητικής Απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που καθορίζει το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, γεγονός που δεν αμφισβητείται, άλλωστε, από την πλευρά του (πέραν της θέσης του περί μη γνωστοποίησης της απόφασης). Ως αποτέλεσμα, τούτου, η Διαιτητική Απόφαση έχει καταστεί τελική δυνάμει του άρθρου 52
(5)του ίδιου Νόμου και μπορεί να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Σε σχέση με τη θέση του Καθ' ου η αίτηση 6 επί το ότι η Διαιτητική Απόφαση δεν έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης, παρατηρείται ότι από ανάγνωση του κειμένου της Διαιτητικής Απόφασης προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία η πρόθεση του διαιτητή ως προς την επιδίκαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 - 6 του ποσού των €89.819,77 πλέον τόκο προς 9% από 16.9.2013 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως πλέον €160,00 έξοδα. Τα όσα δε καταγράφονται είναι αρκετά ώστε να μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι η Διαιτητική Απόφαση έχει τα χαρακτηριστικά μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης, ενώ αξίζει να λεχθεί ότι σύμφωνα με σχετική επί του θέματος νομολογία (βλέπε Margulies Brothers Ltd v Dafnis Thomaides & Co (UK) Ltd
(1958)1 All ER 777, Middlemiss & Gould (a firm) v Hartlepool Corporation
(1973)1 Αll ER 172 όπου γίνεται αναφορά στην παλιά υπόθεση In Wood v Griffith [1814-23] All ER Rep 294), οι διαιτητικές αποφάσεις δεν πρέπει να ερμηνεύονται στενά αλλά να αποδίδεται σε αυτές φιλελεύθερη ερμηνεία ώστε να διαπιστώνεται η πραγματική πρόθεση του διαιτητή. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου και υπό το φως της νομολογίας που έχει παρατεθεί πιο πάνω σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την εκδίκαση τέτοιων αιτήσεων, οι υπόλοιποι ισχυρισμοί που εγείρονται στην ένσταση και που αφορούν τη νομιμότητα της διαδικασίας διαιτησίας που ακολουθήθηκε, την μη κοινοποίηση στον Καθ' ου η αίτηση 6 της απόφασης του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών για παραπομπή σε διαιτησία, όπως επίσης το γεγονός ότι η υπαγωγή του Καθ' ου η αίτηση σε διαιτησία είναι καταχρηστική και παραβιάζει την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν. 93(Ι)/96δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Η δε απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Χρίστου Χριστοφόρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 980, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κ. Παρασκευάς σε σχέση με την παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση αίτηση αφού αφορούσε την περίπτωση έκδοσης διατάγματος για εγγραφή διαιτητικής απόφασης χωρίς τη σχετική ειδοποίηση των καθ' ων η αίτηση. Παρομοίως, δεν χρήζουν εξέτασης ισχυρισμοί για έλλειψη αιτιολογίας της Διαιτητικής Απόφασης. Όλα τα πιο πάνω ζητήματα θα μπορούσαν να τεθούν μόνο στα πλαίσια έφεσης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Ν. 22/
  1. Τελική Κατάληξη Συνεπώς, η αίτηση εγκρίνεται. Δίδεται άδεια όπως η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 16.9.2013 καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και εκτελεστεί με τον ίδιο τρόπο ως απόφαση του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση
  2. (Υπ.) ............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.