← Κύπρος

Παναγιώτης Κοντεάτης κ.α. ν. Ανδρέας Ελευθεριάδης, Αρ. Αγωγής: 3045/2008, 8/4/2015

Παναγιώτης Κοντεάτης κ.α. ν. Ανδρέας Ελευθεριάδης, Αρ. Αγωγής: 3045/2008, 8/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A152 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3045/2008 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. Παναγιώτης Κοντεάτης
  2. Παύλος Μακρίδης Ενάγοντες -και- Ανδρέας Ελευθεριάδης Εναγομένου --------------------- Αίτηση για τροποποίηση υπεράσπισης 8 Απριλίου 2015 Για τον εναγόμενο - αιτητή: κος Αρτέμης. Για τους ενάγοντες -καθ' ων η αίτηση: κος Κουκούνης. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι το αίτημα του εναγομένου για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Κατ' επέκταση πριν οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται να συνοψισθούν οι αρχές που διέπουν αίτημα τροποποίησης. Η τροποποίηση των δικογράφων διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
  3. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι η τύχη του αιτήματος εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία έτσι και εδώ η σχετική εξουσία ασκείται κατά τρόπο δικαστικό. Κριτήριο είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του αιτήματος αποδόθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.

(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρθηκε ότι· «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.". . . . . . . . . . . . . . . ............... Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Δεν είναι πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιασθούν, εκ προοιμίου και απροσδιόριστα, οι παράμετροι που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Όπως υποδεικνύεται στις υποθέσεις D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13.06.2013 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 04/05/2012, οι παράγοντες που καθορίζουν το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι πολυάριθμοι και ποικίλλουν ανά περίπτωση. Κατ' επέκταση, δεν χρησιμεύει γενική και αφηρημένη αναζήτηση τούτων. Η επίδικη αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στις Δ.9, Δ.12 κκ2 και 4, Δ.25 κκ1 έως 5, Δ.48 κκ1 έως 4 και Δ.64, στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος και στην πρακτική του δικαστηρίου και τις γενικές αρχές του νόμου. Επιπλέον η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνιδη, δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί τον εναγόμενο, ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον εναγόμενο να προβεί στην υπό κρίση ένορκη δήλωση και επεξηγεί ότι ο λόγος δια τον οποίο ορκίζεται ο ίδιος τη δήλωση και όχι ο εναγόμενος, οφείλεται σε στενότητα χρόνου όταν υποβαλλόταν το αίτημα, γεγονός που κατέστησε αμφίβολη την κάθοδο του εναγομένου στο δικαστήριο για να ορκιστεί την αίτηση. Και η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση είναι προϊόν δικηγόρου. Σε αυτή την περίπτωση ομνύων είναι ο Νικόλας Κουκούνης, δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί του ενάγοντες, ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Τώρα, ο λόγος διά τον οποίο παρέθεσα τις πιο πάνω πληροφορίες έγκειται στο ότι κατά την ακρόαση της αίτησης οι δυο πλευρές υποστήριξαν ότι η δήλωση του άλλου μέρους είναι αντικανονική και το δικαστήριο οφείλει να την αγνοήσει. Αυτό γιατί η δήλωση είναι προϊόν δικηγόρου και δεν επεξηγεί το λόγο δια τον οποίο ο διάδικος δεν ορκίστηκε. Οι αρχές που διέπουν κατάρτιση ενόρκου δηλώσεως επαναλήφθηκαν πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1A Α.Α.Δ. 82, 93 και 94. Λέχθηκε εκεί ότι: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Στην προκείμενη περίπτωση αμφότεροι οι ομνύοντες αναφέρουν ότι είναι εξουσιοδοτημένοι από τους διαδίκους να προβούν στην ένορκη δήλωση. Από την άλλη είναι γεγονός ότι μόνο η πλευρά του εναγομένου δίδει επεξήγηση διά το λόγο που ο διάδικος αδυνατούσε να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση, ενώ η ένορκη δήλωση του Νικόλα Κουκούνη τηρεί επί τούτου σιγή ιχθύος. Κρίνω εντούτοις ότι υπό τις περιστάσεις αυτό δεν αποτελεί λόγο απόρριψης της περί ου ο λόγος ενόρκου δηλώσεως. Απλή και μόνο ανάγνωση της δήλωσης Κουκούνη φανερώνει ότι το περιεχόμενο τούτης δεν προωθεί πραγματικούς ισχυρισμούς αλλά νομικά ζητήματα. Η εν λόγω ένορκη δήλωση εξυπηρετεί τη διερεύνηση των θέσεων του εναγομένου υπό το πρίσμα δικανικών αρχών και γεγονότων που ούτως ή άλλως είναι γνωστά εφόσον διαπιστώνονται από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου. Αυτές εν προκειμένω είναι οι περιστάσεις που προανέφερα, οι οποίες κρίνω ότι διασώζουν την ένορκη δήλωση Κουκούνη. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι ουδεμία από τις δυο ένορκες δηλώσεις πάσχει, κατά τρόπο που δικαιολογείται να μην ληφθεί υπόψιν. Έχοντας πλέον αποφανθεί για το κύρος των ενόρκων δηλώσεων σημειώνω περαιτέρω ότι ουδέν μεμπτό διαπιστώνεται σε σχέση με τη νομική βάση της αίτησης. Η απλή και μόνο συμπερίληψη της Δ.25 ικανοποιεί τη σχετική δικονομική επιταγή και ακυρώνει τις αιτιάσεις των εναγόντων ότι η αίτηση είναι δικονομικά ανυπόστατη. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις απελευθερώνουν την αίτηση από δικονομικές δυσχέρειες και διανοίγουν το δρόμο για εξέταση της ουσίας των ιδιαίτερων λόγων ένστασης που προτάσσουν οι ενάγοντες. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης οφείλω όμως να παρατηρήσω το εξής. η ένσταση αριθμεί 30 λόγους που καλύπτουν 5 δακτυλογραφημένες σελίδες. Απλή εντούτοις ανάγνωση των λόγων ένστασης αποκαλύπτει ότι στην πλειοψηφία τους συνιστούν επανάληψη τεσσάρων βασικών ζητημάτων που συνοψίζονται. στο καθυστερημένο της υποβολής του αιτήματος. στο αδικαιολόγητο τούτης της καθυστέρησης. στο ότι εγείρονται καινοφανή επίδικα θέματα και δη σε χρόνο που ενδεχομένως να έχουν παραγραφεί. και τέλος, ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των εναγόντων, ιδιαίτερα λόγω του ότι η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο θα διερευνηθεί η επίδικη αίτηση. Νιώθω όμως υποχρεωμένος να σχολιάσω το πολυάριθμο των λόγων ένστασης. Αρχαία και κοινότοπη όσο και αν είναι η ρήση ουκ εν τω πολλώ το ευ, τυγχάνει εδώ επίκλησης. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το πολυάριθμο των λόγων ένστασης, δίχως αιτία που το επιβάλλει και μάλιστα σε απλά και πλήρως αποσαφηνισμένα από τη νομολογία θέματα, μάλλον περιπλέκει και δυσχεραίνει τη διαδικασία παρά εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Αυτό ως επισήμανση για μελλοντικές διαδικασίες. Με αυτά κατά νου στρέφομαι στην ουσία του αιτήματος. Το αίτημα του εναγομένου σύγκειται σε τροποποίηση τριών παραγράφων της υπεράσπισης, παράγραφοι 2, 6 και 12, και προσθήκη μιας παραγράφου που αφορά την ανταπαίτηση, νέα παράγραφος 21, και βεβαίως αναρίθμηση των παραγράφων που επηρεάζονται. Υποδεικνύω ότι κατά την ακρόαση της αίτησης αποσύρθηκε το αίτημα σε σχέση με αύξηση της κλίμακας και ως εκ τούτου αυτό το ζήτημα δεν απασχολεί την παρούσα. Προτού παραθέσω τις προτεινόμενες τροποποιήσεις υποδεικνύω ότι η έκθεση απαιτήσεως θέλει του ενάγοντες να είναι. ο μεν 1ος πολιτικός μηχανικός, ο δε 2ος αδειούχος τεχνικός οικοδομών, αμφότεροι εγγεγραμμένοι στο ΕΤΕΚ. Υπό αυτή την ιδιότητα, υποστηρίζεται, πρόσφεραν υπηρεσίες στον εναγόμενο έναντι αμοιβής. Οι εν λόγω υπηρεσίες συνίσταντο σε ανέγερση πολυκατοικίας διά την οποία οι ενάγοντες εκπόνησαν τα αρχιτεκτονικά σχέδια και επέβλεψαν τις εργασίες ανέγερσης. Η αξίωσή τους συνίσταται σε υπόλοιπο συμφωνηθείσας αμοιβής που ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει. Είναι γεγονός ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση ο εναγόμενος επιδιώκει ακύρωση δυο ισχυρισμών που μέχρι σήμερα ήταν παραδεχτοί. Ο πρώτος εντοπίζεται στην 6η παράγραφο της υπεράσπισης που πραγματεύεται την 5η παράγραφο της έκθεσης απαιτήσεως. Εκεί που μέχρι σήμερα δεχόταν ο εναγόμενος ότι οι διάδικοι συμφώνησαν πως οι ενάγοντες θα αμείβονταν για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν, ήτοι ποσοστό 2,5% επί ποσού Λ.Κ.241.554,00, δηλαδή Λ.Κ.6.038,00 πλέον Φ.Π.Α., καθώς επίσης 1,5% επί του ιδίου ποσού για επίβλεψη των εργασιών, δηλαδή Λ.Κ.3.623,00 πλέον Φ.Π.Α., επιθυμεί τώρα τροποποίηση ώστε να αρνηθεί την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Συναφής είναι και η έτερη τροποποίηση που αγγίζει τη 12η παράγραφο της υπεράσπισης. Με αυτήν ο εναγόμενος επιδιώκει ακύρωση της παραδοχής της παραγράφου 10(α) της έκθεσης απαιτήσεως, δηλαδή ότι οι ενάγοντες εκτέλεσαν προς όφελος του εναγομένου υπηρεσίες της ειδικότητάς τους έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, δηλαδή 2,5% επί ποσού Λ.Κ.241.554,00, ήτοι Λ.Κ.6.038,00 πλέον Φ.Π.Α. Με την τροποποίηση της 2ης παραγράφου της υπεράσπισης συγκεκριμενοποιείται υφιστάμενη και γενική άρνηση. Στην υφιστάμενη υπεράσπιση ο εναγόμενος αρνείται παντελώς την ιδιότητα των εναγόντων, ενώ σήμερα επιθυμεί να εξειδικεύσει ότι παραδέχεται την κατάρτιση του 1ου εκ των εναγόντων και αρνείται αυτήν του 2ου. Υποστηρίζει εν προκειμένω ότι ο 2ος ενάγων δεν ήταν αδειούχος για εκτέλεση έργου ως το υπό κρίση. Τέλος, η νέα παράγραφος 21 προσθέτει αριθμό κακοτεχνιών και/ή ζημιών που οφείλονται, σύμφωνα με τον εναγόμενο, σε αμελείς ενέργειες των εναγόντων κατά την εκτέλεση των εργασιών. Αξίζει να υποδειχθεί εδώ το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση. Η ακροαματική διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει και στο εδώλιο του μάρτυρα βρίσκεται ο 2ος ενάγων, που είναι και ο πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων. Μέχρι στιγμής η μαρτυρία του χρειάστηκε δυο δικασίμους, εντούτοις ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση τούτου. Επιπλέον, η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου επιβεβαιώνει εν μέρει τη θέση των εναγόντων, δηλαδή ότι με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας ημερομηνίας 04.11.2014 ο συνήγορος του εναγομένου δήλωσε στο δικαστήριο πως «ενόψει όσων διαμείφθηκαν θα σκεφτώ να προβώ σε αίτηση τροποποίησης». Επαναλαμβάνω ότι εν μέρει μόνο επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί των εναγόντων σε σχέση με όσα ειπώθηκαν στο δικαστήριο, εφόσον η προμνησθείσα δήλωση του συνηγόρου του εναγομένου είναι η μοναδική που εντοπίζεται. Την δικάσιμο που ακολούθησε την 04.11.2014, δηλαδή την 05.12.2014, η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω κωλύματος του συνηγόρου του εναγομένου. Μάλιστα ο εναγόμενος εκπροσωπήθηκε από άλλο συνήγορο εφόσον ο κος Αρτέμης, δηλαδή ο συνήγορος που τον εκπροσώπησε την 04.11.2014, αδυνατούσε να παραστεί. Η υπόθεση επαναορίστηκε για συνέχιση την 12.01.2015, ημερομηνία που συνεχίστηκε χωρίς όμως να ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του 2ου ενάγοντα. Σε αυτή την τελευταία ημερομηνία δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε για τροποποίηση και έτσι η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 06.02.2015. Την ίδια ημερομηνία και κατόπιν άδειας του δικαστηρίου ορίστηκε και η επίδικη αίτηση, που είχε ήδη καταχωριστεί την 03.02.2015. Διατείνεται η πλευρά του εναγομένου ότι ο λόγος δια τον οποίο το αίτημα δεν υποβλήθηκε ενωρίτερα οφείλεται σε άγνοια των δικαστικών διαδικασιών από μέρους του εναγομένου και επιπλέον, φόβο για τα έξοδα που θα ακολουθούσαν. Προσθέτει δε ότι ματαίως οι συνήγοροι τούτου προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν, ενώ μετά τη δεύτερη δικάσιμο και κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για αντεξέταση του μάρτυρα των εναγόντων, δηλαδή του 2ου ενάγοντα, και έχοντας πλέον συλλέξει περαιτέρω μαρτυρία, πείσθηκε ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία (βλ. 3η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως Κωνσταντινίδη). Σε αυτούς ακριβώς τους ισχυρισμούς της 3ης παραγράφου της δήλωσης Κωνσταντινίδη σε συνδυασμό με την εντός δικαστηρίου δήλωση του συνηγόρου του εναγομένου για πρόθεση τροποποίησης (δήλωση ημερομηνίας 04.11.2014), είναι που εδράζεται ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το αίτημα είναι κακόπιστο. Διατείνονται συναφώς ότι σκοπός του αιτήματος είναι η καθυστέρηση και επιπλέον αναίρεση υφιστάμενων δικογραφημένων παραδοχών, κατά τρόπο που πλήττει τα συμφέροντα των εναγόντων. Δεν χωρεί βεβαίως αμφιβολία ότι το αίτημα υποβάλλεται καθυστερημένα. Τα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης επιμαρτυρούν μέρος της καθυστέρησης. Τούτα είναι η ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, 27.05.2008, και ακολούθως της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, 05.02.2009. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι στην έκταση που το αίτημα αφορά τροποποίηση της υπεράσπισης, δηλαδή των παραγράφων 2, 6 και 12, αυτό μπορούσε να υποβληθεί πολύ ενωρίτερα και σίγουρα πολύ πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αοριστία όμως καλύπτει και το άλλο σκέλος του αιτήματος που αφορά τροποποίηση της ανταπαίτησης, δηλαδή τη νέα παράγραφο 21. Η αοριστία έγκειται στο ότι δεν αποκαλύπτει ο εναγόμενος πότε συνέλεξε νέα στοιχεία, ως διατείνεται, ενώ δεδομένο είναι ότι από το Νοέμβριο του 2014 ο συνήγορος του τον πληροφόρησε για το επιβεβλημένο της τροποποίησης. Καταλήγω λοιπόν ότι η επίδικη αίτηση δεν δικαιολογεί επαρκώς το χρόνο που έχει διαρρεύσει. Παρ' όλα αυτά, υπό τις περιστάσεις δεν συμμερίζομαι την άποψη των εναγόντων ότι ανεπαρκής αιτιολόγηση της καθυστέρησης δικαιολογεί απόρριψη του αιτήματος. Έρεισμα εν προκειμένω παρέχει ο λόγος (ratio) της υπόθεσης Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, 1009, όπου λέχθηκε ότι ακόμη και μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση του αιτήματος. Εις επίμετρον, η νομολογία αποκαλύπτει ότι η πρακτική αξία των συμπερασμάτων που προκύπτουν από την καθυστέρηση και τον τρόπο αιτιολόγησης τούτης, εξυπηρετούν και αναδεικνύουν τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ 44, 53). Στην προκείμενη όμως περίπτωση αυτό ακριβώς είναι που διατείνονται οι ενάγοντες. Υποστηρίζουν τούτοι ότι το αναιτιολόγητο της καθυστέρησης σε συνδυασμό με τις δηλώσεις του συνηγόρου υπεράσπισης για πρόθεση τροποποίησης, αποτελούν γεγονότα που καθιστούν το αίτημα κακόπιστο. Είναι πρόσφορο να παραθέσω εδώ σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 204/09, ημερομηνίας 25.04.
  1. Λέχθηκε εκεί ότι∙ «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος όμως ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» Έχει υποδειχθεί ήδη ότι οι δηλώσεις του συνηγόρου υπεράσπισης δεν είναι περισσότερες της μιας. Είναι τούτη η δήλωση ημερομηνίας 04.11.2014 και έχει παρατεθεί αυτολεξεί. Είμαι της γνώμης πως το γεγονός και μόνο ότι το Νοέμβριο του 2014 ο συνήγορος υπεράσπισης εξέφρασε πρόθεση τροποποίησης, αίτημα που εν τέλει προωθήθηκε το Φεβρουάριο του 2015, δεν αποκαλύπτει κακοπιστία. Τουναντίον, είναι απόλυτα συνυφασμένο με τους ισχυρισμούς της δήλωσης Κωνσταντινίδη, δηλαδή ότι εδώ και κάποιους μήνες επεξηγήθηκε στον εναγόμενο η δικονομική πλημμέλεια του δικογράφου, την οποία αποδέχθηκε και κατανόησε μόνο αφότου οι δυο τους, συνήγορος και εναγόμενος, προετοιμάστηκαν για την αντεξέταση του μάρτυρα των εναγόντων, δηλαδή λίγο πριν την προώθηση του αιτήματος. Παρ' ότι το αίτημα υποβάλλεται καθυστερημένα και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολόγηση, εντούτοις καμία πτυχή της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αποκαλύπτει κακοπιστία. Η σχετική μαρτυρία αποκαλύπτει μόνο τη βάσανο των συνηγόρων να εξηγήσουν στον πελάτη τους το σχετικό πρόβλημα, εξ ου και η όποια καθυστέρηση, τίποτα όμως καθιστά το αίτημα κακόπιστο, υπό την έννοια πρόκλησης αδικαιολόγητης καθυστέρησης ή προσπάθεια να πληγούν τα συμφέροντα των εναγόντων. Η παραπάνω σύνοψη των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων φανερώνει πως το αίτημα σκοπεί σε αποσαφήνιση γενικών ισχυρισμών της υπεράσπισης (βλ. 2η παράγραφο υπεράσπισης) και εμπλουτισμό υφιστάμενων ισχυρισμών με νέες λεπτομέρειες (βλ. παραγράφους 7, 8 και 18 σε σχέση με νέα παράγραφο 21). Καταλήγω συνεπώς ότι η καθυστέρηση που περιβάλλει το αίτημα δεν το καθιστά κακόπιστο και ούτε άλλος λόγος δικαιολογεί εύρημα κακοπιστίας. Δεν διέλαθε την προσοχή μου η θέση των εναγόντων ότι μέρος των τροποποιήσεων συνιστούν νέα βάση αγωγής. Η σχετική εισήγηση παραπέμπει βεβαίως στη νέα παράγραφο 21 που αναδεικνύει πρόσθετες λεπτομέρειες σε σχέση με κακοτεχνίες και/ή αμελείς ενέργειες των εναγόντων που προκάλεσαν ζημία στον εναγόμενο, ζημία την οποία ανταπαιτεί. Οι ενάγοντες υποδεικνύουν μάλιστα ότι τούτη η νέα βάση ενδέχεται να έχει παραγραφεί. Ξεκινώ από το τελευταίο, δηλαδή τον ισχυρισμό παραγραφής, υποδεικνύοντας ότι αποδοχή τούτου σε αυτό το στάδιο, δηλαδή χωρίς καν να δοθεί η ευχέρεια στην άλλη πλευρά να προβάλει την απαίτησή της και χωρίς να ακουστούν γεγονότα σε σχέση με το κατά πόσο παραγράφηκε ή όχι, θα καταστρατηγούσε κάθε έννοια της δίκαιας δίκης εφόσον το αποτέλεσμα θα προέκυπτε πρωθύστερα της ακροαματικής διαδικασίας, ενέργεια σαφώς ανεπίτρεπτη. Αναμένω ότι αν η τροποποίηση ήθελε εγκριθεί οι ενάγοντες θα εγείρουν τούτη την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του εναγομένου, ώστε το ζήτημα να αποφασιστεί αφότου ακουστούν τα γεγονότα που το συνθέτουν. Από την άλλη, είμαι της γνώμης ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, συγκεκριμένα η νέα παράγραφος 21, δεν αποτελούν νέα βάση αγωγής, εν προκειμένω ανταπαίτησης. Είναι αντιληπτό ότι οι παράγραφοι 7, 8 και 18 της υφιστάμενης υπεράσπισης θέτουν εν αμφιβόλω πλείστες τόσες ενέργειες των εναγόντων που αφορούν την εκτέλεση και επίβλεψη των επίδικων εργασιών. Είναι γεγονός ότι το περιεχόμενο της νέας παραγράφου 21 εμπεριέχει καινοφανείς ισχυρισμούς, εντούτοις κρίνω ότι δεν πρόκειται για νέα βάση αγωγής αλλά για διεύρυνση υφιστάμενης, που δεν είναι άλλη από εκείνη της αμέλειας και πλημμελούς εκτέλεσης καθήκοντος. Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνονται και οι κακοτεχνίες που σήμερα προβάλλει ο εναγόμενος. Κατ' επέκταση καταλήγω ότι ούτε αυτός ο λόγος είναι ικανός για απόρριψη του αιτήματος. Εν κατακλείδι, απασχολεί η θέση των εναγόντων περί ανεπανόρθωτης ζημίας που θα πλήξει την υπόθεσή τους και αυτό λόγω του σταδίου που βρίσκεται η ακροαματική διαδικασία. Ότι η υπόθεση βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ήδη στο εδώλιο του μάρτυρα βρίσκεται ο πρώτος μάρτυρας των εναγόντων. Εντούτοις, δεν συμφωνώ ότι το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας είναι τόσο προχωρημένο που καθιστά το αίτημα ανεπίτρεπτο. Είμαι της γνώμης ότι η σχετική εισήγηση αποκαλύπτει δογματισμό που δεν βρίσκει έρεισμα στο δίκαιο. Οδηγά εν προκειμένω στο συμπέρασμα ότι άπαξ και ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία κανένα αίτημα τροποποίησης μπορεί να εγκριθεί. Κάτι τέτοιο δεν απηχεί τις ορθές νομολογιακές αρχές. Αίτημα τροποποίησης μπορεί να εγκριθεί ακόμη και στο πλέον καθυστερημένο στάδιο, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Στη δοσμένη περίπτωση η τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να τεθούν τα επίδικα ζητήματα σε τάξη και εξαντλητικά, περιορίζοντας έτσι άλλες δικαστικές διαδικασίες και παρέχοντας στους διαδίκους την ευχέρεια να τοποθετηθούν με τον πλέον κατάλληλο τρόπο. Είμαι πεπεισμένος ότι στη δοσμένη περίπτωση το αίτημα είναι αναγκαίο και εντός των πλαισίων που οριοθετεί η νομολογία. Η όποια καθυστέρηση στην υποβολή του και επιπλέον η καθυστέρηση που θα προκληθεί μέχρις ότου τροποποιηθούν τα δικόγραφα, μπορεί να ικανοποιηθεί με χρηματική αποζημίωση, δηλαδή διαφυγόντα έξοδα. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω εκδίδω διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ως η παράγραφος Α της επίδικης αίτησης. Ο εναγόμενος να συμμορφωθεί με το διάταγμα εντός δέκα ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος, το διάταγμα να ζητηθεί όχι αργότερα των δύο ημερών, οι δε ενάγοντες να συμμορφωθούν με το διάταγμα εντός δέκα ημερών από της παραδόσεως του τροποποιημένου δικογράφου. Διαφυγόντα έξοδα και έξοδα της επίδικης διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου, ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Λόγω του ότι η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη κρίνω ορθό η υπόθεση να μην αφεθεί χωρίς ημερομηνία. Εντούτοις προτού ορισθεί για ακρόαση κρίνω σκόπιμο να ορίσω την υπόθεση για προγραμματισμό, ώστε προτού επαναρχίσει να βεβαιωθεί το δικαστήριο ότι τα δικόγραφα καταχωρίστηκαν δεόντως. Ορίζεται για προγραμματισμό την 30.04.2015, ώρα 08:
  2. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.