Frabran Holdings Co Limited κ.α. ν. Daventree Trustees Limited, Αρ. Αγωγής: 13792/2003, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 13792/2003 Μεταξύ:
- Frabran Holdings Co Limited
- Kestrel Stock Trading Co Limited
- Keyran Holdings Co Limited
- Gournari Holdings Co Limited
- Siocaco Holdings Co Limited
- Calutta Holdings Co Limited
- Likeit Holdings Co Limited
- Bruker Holdings Co Limited
- Worryco Holdings Co Limited
- Norkema Holdings Co Limited
- Elobelium Holdings Co Limited
- Fiction Holdings Co Limited Εναγουσών v. Daventree Trustees Limited Εναγομένης Αίτηση ημ. 29 Νοεμβρίου 2012 για παύση του Παραλήπτη και τιμωρία του λόγω παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη - Αιτήτρια: κ. Α. Αποστολίδης για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. και κα Σ. Ανδρέου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τις Ενάγουσες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Για τον Παραλήπτη - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Θ. Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης &Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Παραλήπτης, κ. Δ. Ιωαννίδης, παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.12.
- Αντικείμενο αυτής είναι δύο Εμπιστεύματα, το πρώτο HPH Settlement ημ. 4.12.02 και το δεύτερο HPH Distribution Settlement ημ. 6.2.03, και τα δύο μεταξύ της HPH Cayman Limited (ως ιδρυτή), της εναγομένης (ως εμπιστευματοδόχου) και του Juraj Siroky (ως προστάτη) (εφεξής καλούμενα «τα Εμπιστεύματα»). Οι ενάγουσες, ως δικαιούχοι των Εμπιστευμάτων, απαιτούν από την εναγομένη την καταβολή των ποσών που τους αντιστοιχούν δυνάμει αυτών. Η εναγομένη αναγνωρίζει ότι οι ενάγουσες είναι δικαιούχοι, πλην όμως αρνείται να πληρώσει σε αυτές οποιοδήποτε ποσό επικαλούμενη παράβαση των όρων των Εμπιστευμάτων από τις ενάγουσες και ειδικότερα παράλειψη απαίτησης των ποσών σύμφωνα με τους όρους αυτών. Στις 22.12.03 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για την απόδοση λογαριασμών από την εναγομένη αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων. Στις 31.12.03, με ενδιάμεση απόφαση του, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην εναγομένη να μεταφέρει και διατηρεί εκτός δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και αποξενώσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό μέχρι Δολ. ΗΠΑ 45.000.000 και μετοχές και άλλα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στα Εμπιστεύματα μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Στις 5.5.05, στο πλαίσιο αίτησης των εναγουσών, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα με το οποίο ο κ. Δημήτρης Ιωαννίδης, από τη Λεμεσό, διορίστηκε Παραλήπτης των Εμπιστευμάτων. Όπως αναφέρεται στο ίδιο το διάταγμα, ο Παραλήπτης διορίστηκε με σκοπό να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων και προς τούτο του δόθηκαν οι εξουσίες οι οποίες εκτίθενται στον συνημμένο στο διάταγμα Πίνακα Α. Περαιτέρω, σύμφωνα με το διάταγμα, διατάσσεται, μεταξύ άλλων, όπως ο Παραλήπτης είναι ελεύθερος να υποβάλει αιτήσεις στα δικαστήρια των Cayman Islands για να καταστεί Παραλήπτης των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων που βρίσκονται εντός της εν λόγω αλλοδαπής δικαιοδοσίας και όπως υποβάλλει λογαριασμούς στους διαδίκους σε μηνιαία διαστήματα. Κατόπιν ακρόασης της σχετικής αίτησης, το Δικαστήριο με απόφαση του ημ. 4.5.07 οριστικοποίησε το εν λόγω διάταγμα. Στις 4.4.09 εκ σύμφωνου εκδόθηκε διάταγμα συνένωσης της παρούσας με την αγωγή αρ. 13842/03 Ε.Δ. Λευκωσίας, με οδηγό την παρούσαν αγωγή. Η αγωγή αρ. 13842/03 ηγέρθη στις 12.12.03 από την εταιρεία Husky Trading Co Limited εναντίον της εναγομένης και αφορά ανάλογη απαίτηση της ενάγουσας δυνάμει των δύο Εμπιστευμάτων. Στο πλαίσιο της αγωγής 13842/03, στις 12.5.04, με ενδιάμεση απόφαση του, το Δικαστήριο εξέδωσε αντίστοιχο προσωρινό διάταγμα όπως το προαναφερόμενο διάταγμα στην παρούσαν αγωγή ημ. 31.12.03, με μόνη διαφορά ότι το χρηματικό ποσό το οποίο δεσμευόταν ήταν μέχρι Δολ. ΗΠΑ 5.500.
- Ακολούθησε σειρά τροποποιήσεων με τελευταία την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 22.11.
- Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 5.12.
- Αντίστοιχη διαδικασία ακολουθήθηκε και στην αγωγή 13842/
- Η κοινή υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης στο πλαίσιο των συνενωμένων αγωγών (όπως διατάχθηκε από το Δικαστήριο) καταχωρήθηκε στις 27.1.14 ενώ απάντηση είχε ήδη καταχωρηθεί σε καθεμιά των αγωγών ξεχωριστά στις 16.2.
- Στις 29.11.12 καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση με την οποία ζητείται η παύση του κ. Δημήτρη Ιωαννίδη από Παραλήπτη των Εμπιστευμάτων, η ακύρωση του διατάγματος διορισμού του και η παράδοση, εκχώρηση και μεταβίβαση από τον Παραλήπτη στην εναγομένη όλων των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στα Εμπιστεύματα. Ζητείται επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Παραλήπτη να αποδώσει ενόρκως λογαριασμούς «σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία και ή τα Εμπιστεύματα και ή την άσκηση των εξουσιών του» με βάση το διάταγμα ημ. 5.5.05, καθώς και η τιμωρία του λόγω εσκεμμένης παρακοής του στο εν λόγω διάταγμα. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.42 Θθ.1-13 και τη Δ.48 Θθ.1-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο άρθρο 7 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31(Ι)/92, στη σχετική αγγλική νομολογία και στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Γιορδαμλή, δικηγόρου στο γραφείο Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ. Σε αυτήν ο κ. Γιορδαμλής αναφέρει ότι ο κ. Ιωαννίδης παρέλειψε να προβεί στις δέουσες ενέργειες και να εκτελεί τα καθήκοντα του με τον προσήκοντα τρόπο για την προστασία των περιουσιακών στοιχείων των δύο Εμπιστευμάτων σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Ισχυρίζεται επίσης ότι, εκτός από μία φορά περί τις αρχές Ιουνίου του 2005, ο κ. Ιωαννίδης δεν υπέβαλε στην εναγομένη λογαριασμούς σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων, προβαίνοντας έτσι σε καταφανή παράβαση της υποχρέωσης που είχε με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου. Υπό το φως αυτών των δεδομένων είναι η θέση του κ. Γιορδαμλή ότι ο σκοπός για τον οποίον το Δικαστήριο τον διόρισε ως Παραλήπτη δεν επιτελείται, με αποτέλεσμα τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων να παραμένουν εντελώς απροστάτευτα και η εναγομένη να μην γνωρίζει οτιδήποτε για την κατάσταση τους. Τέλος, ο κ. Γιορδαμλής αναφέρει ότι ο Εκκαθαριστής της εταιρείας ΗΡΗ, οι μέτοχοι της οποίας είναι και οι δικαιούχοι των Εμπιστευμάτων, ήγειρε την αγωγή αρ. 11217/04 Ε.Δ. Λευκωσίας. Στις 31.1.11 επήλθε συμβιβασμός, δυνάμει του οποίου ο έλεγχος της αιτήτριας εταιρείας γίνεται από μέλη των δικηγορικών γραφείων που την εκπροσωπούν στην παρούσα αγωγή. Είναι η θέση του κ. Γιορδαμλή ότι οι συνθήκες ελέγχου της αιτήτριας είναι ένα πρόσθετο στοιχείο το οποίο καθιστά τον διορισμό Παραλήπτη αχρείαστο. Από τη στιγμή που η αιτήτρια ελέγχεται από επαγγελματίες οι οποίοι είναι σε θέση να χειρίζονται τα Εμπιστεύματα, τότε τα δικαιώματα των εναγουσών δεν διατρέχουν οποιονδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιτυχίας της απαίτησης τους. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1) Η αιτήτρια αρνήθηκε να συνεργαστεί και ή εμπόδισε τον Παραλήπτη να υλοποιήσει το έργο του. 2) Ο Παραλήπτης ετοίμασε και καταχώρησε στο Δικαστήριο πέντε Εκθέσεις στις οποίες παρέθεσε τα ευρήματα και την εργασία που εκτελούσε. 3) Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Παραλήπτης εμποδίστηκε νε εκτελέσει τα καθήκοντα του λόγω απαγορευτικού διατάγματος στην αγωγή 11217/
- 4) Η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να ζητά παύση του Διαχειριστή ο οποίος διορίστηκε από το Δικαστήριο και η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη. 5) Ο Παραλήπτης είναι λειτουργός του Δικαστηρίου και οι λόγοι για τους οποίους διορίστηκε εξακολουθούν να ισχύουν. Η νομική βάση της ένστασης είναι ως η Αίτηση με την προσθήκη της Δ.42Α και της Δ.48 Θθ.7-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση περιέχονται στην ένορκη δήλωση του κ. Παναγιώτη Χατζηευθυβούλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τις ενάγουσες - καθ΄ ων η αίτηση. Σε αυτήν ο κ. Χατζηευθυβούλου αναφέρεται αρχικά στον διορισμό και τις εξουσίες του Παραλήπτη, μέσω της εντολής που του δόθηκε από το Δικαστήριο με βάση το διάταγμα ημ. 5.5.
- Μετά την παραπομπή στους όρους των δύο επίδικων Εμπιστευμάτων, ο κ. Χατζηευθυβούλου αναφέρει ότι ο Παραλήπτης καταχώρησε πέντε Εκθέσεις στο Δικαστήριο, αντίγραφα των οποίων δόθηκαν στους δικηγόρους των διαδίκων. Τόσο οι Εκθέσεις όσο και τα δύο Εμπιστεύματα επισυνάπτονται στην ένορκη του δήλωση - Τεκμήρια 1-
- Ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε αναφορά στα βασικά σημεία των Εκθέσεων καταδεικνύοντας έτσι τόσο τις ενέργειες στις οποίες ο Παραλήπτης προέβη όσο και τις διαπιστώσεις του, με κύρια έμφαση στην άρνηση των επιστευματοδόχων να συνεργαστούν μαζί του και να τον εφοδιάσουν με τις απαραίτητες πληροφορίες. Σχετική επί τούτου είναι η επιστολή ημ. 15.7.05 της κας Χριστίνας Σαρρή, τότε διευθύντριας της εναγομένης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κ. Χατζηευθυβούλου, ανάμεσα στις ενέργειες του Παραλήπτη ήταν η εξασφάλιση διατάγματος για παραλαβή και προστασία των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων στα Cayman Islands, στα πλαίσια της εξουσίας η οποία του είχε παραχωρηθεί με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 5.5.
- Ενώ ο Παραλήπτης ήταν έτοιμος να υλοποιήσει τις εξουσίες του στα Cayman Islands, εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 11217/04 διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορευόταν στην εναγομένη να παραδώσει στον Παραλήπτη τα περιουσιακά στοιχεία των δύο Εμπιστευμάτων. Ο Παραλήπτης έλαβε μέρος στη διαδικασία στην εν λόγω αγωγή με σκοπό να αμφισβητήσει το εν λόγω διάταγμα, το οποίο τελικώς ακυρώθηκε μετά τις 23.12.
- Είναι η θέση του κ. Χατζηευθυβούλου ότι όλα τα προαναφερόμενα γεγονότα καταδεικνύουν την εσκεμμένη προσπάθεια της εναγομένης να εμποδίσει τον Παραλήπτη στην εκτέλεση του έργου του και ότι η εναγομένη εξακολουθεί να έχει στην κατοχή και τον έλεγχο της τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων, στοιχεία των οποίων αρνήθηκε να δώσει στον Παραλήπτη. Αυτό το γεγονός εγείρει υποψίες αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίον η εναγομένη διαχειρίζεται τα περιουσιακά της στοιχεία και αναφορικά με το πού βρίσκονται τα χρήματα της. Σύμφωνα πάντα με τον κ. Χατζηευθυβούλου, ενώ η διευθύντρια της εναγομένης ανέφερε στις 30.6.05 ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε κίνηση αναφορικά με το δεύτερο Εμπίστευμα, εντούτοις το 2011 οι ενάγουσες ανακάλυψαν ότι περί το 2005 η εταιρεία Daventree Recourses, Belize (οι μετοχές της οποίας ανήκουν στο δεύτερο Εμπίστευμα) προχώρησε σε εκούσια εκκαθάριση. Η εναγομένη απέκρυψε το γεγονός αυτό τόσο από τις ενάγουσες όσο και από τον Παραλήπτη. Μόλις αυτό περιήλθε σε γνώση των εναγουσών, οι τελευταίες προχώρησαν σε αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης για να συμπεριλάβουν τέτοιον ισχυρισμό, δυνάμει της οποίας αργότερα εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 22.11.
- Ο κ. Χατζηευθυβούλου ισχυρίζεται ότι εγείρεται και με αυτό το γεγονός το ερώτημα τι ποσό έλαβε η εναγομένη από την εκούσια διάλυση, και γιατί αυτό (το ποσό) απεκρύβη και δεν αποδόθηκε στον Παραλήπτη με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 5.5.
- Ο κ. Χατζηευθυβούλου ισχυρίζεται επίσης ότι η ένορκη δήλωση του κ. Γιορδαμλή είναι παντελώς αβάσιμη καθότι ο τελευταίος δεν επεξηγεί ποιες είναι οι ενέργειες στις οποίες ο Παραλήπτης όφειλε να προβεί και εσφαλμένα αναφέρει ότι ο Παραλήπτης δεν υπέβαλε λογαριασμούς ενώ καταχωρήθηκαν οι πέντε Εκθέσεις. Ο κ. Χατζηευθυβούλου ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο συμβιβασμός στην αγωγή 11217/04 ουδόλως αποτελεί βάσιμο λόγο για την παύση του Παραλήπτη. Άλλωστε ο Εκκαθαριστής της ΗΡΗ ήγειρε αγωγή (αρ. 4414/12) εναντίον των δικηγόρων των εν λόγω δικηγορικών γραφείων και της εναγομένης στην οποία ζητά αναγνωριστική απόφαση ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες ή εξουσιοδότηση στους εκεί εναγόμενους 1 και 2 (δικηγόρους) να υπογράψουν τη συμφωνία συμβιβασμού. Τέλος, ο κ. Χατζηευθυβούλου αναφέρει ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση δεν αποκαλύπτεται μαρτυρία που να στοιχειοθετεί παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 5.5.05 εκ μέρους του Παραλήπτη. Είναι ο ισχυρισμός του κ. Χατζηευθυβούλου ότι μοναδικός σκοπός της παύσης του Παραλήπτη είναι η άρση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν στα Cayman Islands. Η πλευρά του Παραλήπτη δεν καταχώρησε ξεχωριστή ένσταση όμως υιοθέτησε πλήρως την ένσταση των εναγουσών - καθ΄ ων η αίτηση, όπως επίσης και την αγόρευση εκ μέρους τους στο πλαίσιο ακρόασης της παρούσας Αίτησης. Είναι πλέον καθιερωμένη η αρχή ότι Παραλήπτης ο οποίος διορίζεται από το Δικαστήριο είναι λειτουργός του Δικαστηρίου και κατέχει μόνο τις εξουσίες που του παρέχονται με βάση το διάταγμα διορισμού του. Σχετικά παραπέμπω στα συγγράμματα The Law relating to Receivers, Managers and Administrators, Hubert Picarda, 4η έκδοση, σελ. 437-438 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 39
(2), σελ. 191, παρ.
- Όταν ο Παραλήπτης διορίζεται από το Δικαστήριο, εκτός των περιπτώσεων όπου ο διορισμός γίνεται για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια ή το διάταγμα διορισμού περιέχει πρόνοια για την απαλλαγή του (στοιχεία τα οποία δεν ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση), αυτός, ακόμα και όταν μεταγενέστερα οι συνθήκες έχουν καταστήσει τον διορισμό του άνευ αντικειμένου, δύναται να απαλλαγεί μόνο με διάταγμα του Δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω και πάλι στα συγγράμματα The Law relating to Receivers, Managers and Administrators (ανωτέρω) σελ. 529 και Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) σελ. 265, παρ.
- Ο Παραλήπτης μπορεί να απαλλαγεί από το Δικαστήριο για οποιαδήποτε παράλειψη ή αντικανονική συμπεριφορά εκ μέρους του, η οποία είναι τέτοιου βαθμού που καταστρέφει την εμπιστοσύνη του Δικαστηρίου σε αυτόν ή που πιθανόν να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα των διαδίκων. Επίσης, αν ο σκοπός για τον οποίον διατάχθηκε ο διορισμός του Παραλήπτη έχει ικανοποιηθεί ή αν ο λόγος του διορισμού του έχει με οποιονδήποτε τρόπο παύσει να υφίσταται, τότε το Δικαστήριο θα απαλλάξει τον Παραλήπτη. Αυτά αναφέρονται στα συγγράμματα The Law relating to Receivers, Managers and Administrators (ανωτέρω) σελ. 533-534 και Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) σελ. 267-268, παρ.
- Η υποβολή αίτησης για την απαλλαγή του Παραλήπτη γίνεται συνήθως από διαδίκους στην αγωγή, όπως έχει συμβεί και στην υπό κρίση περίπτωση - βλ. The Law relating to Receivers, Managers and Administrators (ανωτέρω) σελ.
- Αίτηση μπορεί να γίνει ακόμα και από τρίτο πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται δυσμενώς από την συνέχιση της ύπαρξης Παραλήπτη - βλ. Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) σελ. 269, παρ.
- Τέτοια αίτηση επιδίδεται και στον Παραλήπτη για να λάβει και ο ίδιος γνώση αυτής. Ως λειτουργός του Δικαστηρίου όμως ο Παραλήπτης δεν πρέπει να λαμβάνει μέρος στη διαδικασία. Μόνο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ισχυρισμός για αντικανονική συμπεριφορά εκ μέρους του, τότε αυτός δικαιούται να εμφανιστεί. Σχετική είναι η υπόθεση Herman v. Dunbar
(1857)23 Beav. 312. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, ήταν καθόλα επιτρεπτό για την εναγομένη να υποβάλει την παρούσα Αίτηση με την οποία βασικά ζητά την παύση του Παραλήπτη. Η εναγομένη νομιμοποιείται στην υποβολή αυτής καθότι επικαλείται, πρώτον, τη μη συμμόρφωση του Παραλήπτη με το διάταγμα διορισμού του και, δεύτερον, τη μη αναγκαιότητα ύπαρξης του εν όψει του ελέγχου της εναγομένης από πρόσωπα ικανά να προστατεύσουν την περιουσία των Εμπιστευμάτων. Επίσης η εναγομένη είναι η εμπιστευματοδόχος των επίδικων Εμπιστευμάτων και υπό αυτή την ιδιότητα της ισχυρίζεται ότι έχει επηρεαστεί από την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Παραλήπτη, καθότι η εναγομένη αδυνατεί να λογοδοτήσει και δώσει λογαριασμούς προς τους δικαιούχους των Εμπιστευμάτων (παρ. 8 της ένορκης δήλωσης του κ. Χατζηευθυβούλου). Με αυτή τη διαπίστωση του Δικαστηρίου, ο λόγος ένστασης ότι η εναγομένη δεν νομιμοποιείται να ζητά παύση του Παραλήπτη δεν ευσταθεί και η θέση του δικηγόρου των εναγουσών ότι η εναγομένη δεν δικαιούται να προωθεί τέτοια αίτηση καθότι δεν έχει υποστεί βλάβη από τις ενέργειες του Παραλήπτη κρίνεται αβάσιμη. Εφόσον δε στην Αίτηση η εναγομένη θέτει και θέμα παρακοής από τον Παραλήπτη του διατάγματος διορισμού του και ζητά την τιμωρία του, τότε ο Παραλήπτης δικαιούται να λάβει μέρος στη διαδικασία, όπως και έπραξε (υιοθετώντας τη θέση των εναγουσών - καθ΄ ων η αίτηση). Στο σώμα της Αίτησης, και ειδικότερα στα αιτητικά αυτής που σχετίζονται με την παύση του Παραλήπτη, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στους λόγους για τους οποίους ζητείται η παύση αυτού. Βεβαίως μπορεί να εξαχθεί ότι η παύση του ζητείται λόγω της παράλειψης του να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 5.5.05, κάτι το οποίο ρητώς αναφέρεται στο αιτητικό που αφορά την τιμωρία του λόγω παρακοής του εν λόγω διατάγματος. Άλλωστε και μία ανάγνωση της ένορκης δήλωσης του κ. Γιορδαμλή που συνοδεύει την αίτηση καταδεικνύει ότι ο βασικός λόγος για τον οποίο ζητείται η παύση του Παραλήπτη είναι η παράλειψη εκ μέρους του εκτέλεσης των καθηκόντων του δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου. Με αυτά τα δεδομένα, καθίσταται πρωτίστως αναγκαία η αναφορά στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 5.5.05, το οποίο αποτελεί την εντολή του Δικαστηρίου και παρέχει τις εξουσίες στον Παραλήπτη, για να γίνει πλήρως αντιληπτό τι ακριβώς ο Παραλήπτης όφειλε να πράξει δυνάμει τούτου. Για ευκολότερη κατανόηση του περιεχόμενου του διατάγματος κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αυτούσιου του ακόλουθου βασικού μέρους αυτού: «... ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ο Δημήτρης Ιωαννίδης από τη Λεμεσό .. διοριστεί ως παραλήπτης («ο Παραλήπτης») εκάστου των ακολούθων εμπιστευμάτων: .. για να εισέλθει και παραλάβει και προστατεύει όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε έκαστον από τα ως άνω Εμπιστεύματα (είτε η ιδιοκτησία είναι νομότυπη και/ή ωφέλιμη) και όλα ή οποιαδήποτε μερίσματα και εισόδημα αυτών και εφόσον τούτο είναι δυνατόν να τα μεταφέρει και φυλάττει στην Κύπρο. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ο Παραλήπτης έχει όλες τις εξουσίες που εκτίθενται στο συνημμένο Πίνακα Α που δύναται να ασκήσει ως θα κρίνει πρέπον για την προστασία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων ή οποιουδήποτε ενός ή περισσοτέρων από αυτά ή οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων που πιστεύει ότι αποτελούν μέρος των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων (μαζί «τα Περιουσιακά Στοιχεία»). ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ο Παραλήπτης είναι ελεύθερος να υποβάλει αιτήσεις προς τα δικαστήρια οποιασδήποτε δικαιοδοσίας ή δικαιοδοσιών για να διοριστεί .. για να καταστεί ο Παραλήπτης της περιουσίας που βρίσκεται στο μέρος εκείνο που πιστεύει ότι ανήκει στα Περιουσιακά Στοιχεία και ειδικώς στα Cayman Islands: (i)σχετικά με τον τραπεζικό λογαριασμό .. ... ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ο Παραλήπτης υποβάλλει τους λογαριασμούς του στις Ενάγουσες και την Εναγομένη σε μηνιαία διαστήματα αρχίζοντας ένα μήνα από τον διορισμό του ως Παραλήπτη. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως το θέμα της αμοιβής του Παραλήπτη αφεθεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως η Εναγομένη παραδώσει αμέσως προς τον Παραλήπτη την κατοχή και τον έλεγχο των Περιουσιακών Στοιχείων. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως η Εναγομένη διενεργήσει όλες τις πράξεις και καταρτίσει και υπογράψει όλα τα έγγραφα και άλλες διατυπώσεις που είναι αναγκαία ή που μπορεί να απαιτηθούν από τον Παραλήπτη ώστε:
(1)να εκχωρήσει, μεταβιβάσει ή άλλως πως μεταφέρει στον Παραλήπτη.. ....... ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως οι εξουσίες της Εναγομένης ως Εμπιστευματοδόχου του Εμπιστεύματος 1 και Εμπιστέυματος 2 να προβαίνει σε διανομές από τα Εμπιστεύματα, ανασταλούν. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως τα ρητά καθήκοντα της Εναγομένης που επιβάλλονται σ΄ αυτή από τους όρους του Εμπιστεύματος 1 και του Εμπιστεύματος 2 να προβαίνει σε διανομές από τα Εμπιστεύματα, ανασταλούν. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως οι διάδικοι και ο Παραλήπτης είναι ελεύθεροι να αιτηθούν από το Δικαστήριο περαιτέρω οδηγίες, συμπεριλαμβανομένων οδηγιών για την επέκταση των εξουσιών και/ή της αμοιβής του Παραλήπτη. .. Οπισθογράφηση: Αν εσείς η πιο πάνω αναφερόμενη εναγόμενη εταιρεία παραλείψετε να συμμορφωθείτε με το παρόν διάταγμα, εσείς μεν οι κατά νόμον υπεύθυνοι υπόκεισθε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση.» Ο Πίνακας Α περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, πρόνοιες για την παραλαβή και προστασία των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων, το άνοιγμα και τη λειτουργία τραπεζικών λογαριασμών, την επένδυση περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων, την πληρωμή χρεών, τη διενέργεια ερευνών για τον προσδιορισμό των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων, την κατοχή των λογιστικών βιβλίων που σχετίζονται με τα Εμπιστεύματα, την άσκηση όλων των εξουσιών και δικαιωμάτων του μετόχου των εταιρειών οι οποίες αποτελούν μέρος των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων και τη διενέργεια πληρωμών οι οποίες είναι αναγκαίες ή συναφείς με την εκτέλεση των λειτουργιών του Παραλήπτη. Είναι προφανές από το ίδιο το λεκτικό του διατάγματος ότι αυτό περιέχει διάφορες πρόνοιες οι οποίες καθορίζουν και ανάλογα τη φύση των καθηκόντων του Παραλήπτη. Συγκεκριμένα, ο Παραλήπτης έχει τις εξουσίες οι οποίες περιέχονται στον Πίνακα Α, ήτοι έχει την ευχέρεια και τη δυνατότητα να τις ασκήσει όπως ο ίδιος κρίνει πρέπον. Την ίδια ευχέρεια έχει και αναφορικά με την υποβολή αιτήσεων αφενός σε άλλες δικαιοδοσίες, συμπεριλαμβανομένων των Cayman Islands, και αφετέρου στο παρόν Δικαστήριο για οδηγίες. Αυτό προκύπτει σαφώς από την 'ελευθερία' που παρέχεται ρητώς σε αυτόν αναφορικά με τα συγκεκριμένα θέματα, νοουμένου βεβαίως ότι πάντοτε ενεργεί προς επίτευξη του σκοπού για τον οποίον διορίστηκε (ήτοι την προστασία των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων). Από την άλλη πλευρά, το διάταγμα του Δικαστηρίου θέτει σε αυτόν και κάποια υποχρέωση, ήτοι την υποβολή λογαριασμών, ενώ υποχρεώσεις τίθενται και στην εναγομένη, ήτοι την παράδοση από αυτή στον Παραλήπτη της κατοχής και του ελέγχου των περιουσιακών στοιχείων και τη διενέργεια των πράξεων που απαριθμούνται σε αυτό (το διάταγμα). Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου εξάγεται από το επιτακτικό λεκτικό των συγκεκριμένων προνοιών με την επιβολή διαταγής του Δικαστηρίου χωρίς τη δυνατότητα οποιασδήποτε επιλογής ή ευχέρειας μη συμμόρφωσης προς αυτές. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, είναι πρόδηλο ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 5.5.05 παρέχει διάφορες εξουσίες στον Παραλήπτη και επιβάλλει σε αυτόν την υποχρέωση υποβολής λογαριασμών στους διαδίκους επί μηνιαίας βάσης. Επί τούτου το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση του δικηγόρου των εναγουσών ότι το διάταγμα δεν περιέχει διαταγές προς τον Παραλήπτη παρά μόνο δικαιώματα σε αυτόν δίδοντας του έτσι διακριτική ευχέρεια για τον τρόπο άσκησης των εξουσιών του, χωρίς να τίθεται θέμα παράβασης του διατάγματος. Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, η αιτήτρια επικαλείται τη μη εκτέλεση των καθηκόντων του Παραλήπτη όπως αυτά καθορίζονται στο διάταγμα του Δικαστηρίου και γι΄ αυτό ζητείται η παύση του. Στην ένορκη δήλωση του κ. Γιορδαμλή που συνοδεύει την Αίτηση γίνεται μία γενική και αόριστη αναφορά στη μη εκτέλεση των καθηκόντων του Παραλήπτη, χωρίς να παρατίθενται λεπτομέρειες ή να εξειδικεύεται και επεξηγείται ο τρόπος της μη εκτέλεσης των καθηκόντων του. Συγκεκριμένα, στην παρ. 5 αναφέρεται πως «. προκύπτει ότι ο κ. Ιωαννίδης, σε καταφανή αντίθεση με τα καθήκοντα και/ή τις εξουσίες και/ή υποχρεώσεις που του ανατέθηκαν δυνάμει του διατάγματος - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1, παρέλειψε να προβεί στις δέουσες ενέργειες και στα απαραίτητα μέτρα προς προστασία των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων εντός των καθοριζομένων καθηκόντων του ..». Στην παρ. 6 αναφέρεται ότι «. ο κ. Ιωαννίδης δεν εκτελεί τα καθήκοντα του κατά τον προσήκοντα τρόπο και δεν λαμβάνει τα δέοντα μέτρα και διαβήματα υπό την ιδιότητα του ως εντεταλμένος του Δικαστηρίου, για προστασία των περιουσιακών στοιχείων των δύο Εμπιστευμάτων.» Αυτές οι αναφορές δεν καταδεικνύουν με οποιονδήποτε εξειδικευμένο τρόπο ποιες είναι οι ισχυριζόμενες παραλείψεις του Παραλήπτη για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον οι ισχυρισμοί της εναγομένης ευσταθούν. Έτσι το Δικαστήριο θεωρεί ότι η εναγομένη δεν έχει θέσει οποιαδήποτε μαρτυρία με συγκεκριμένα στοιχεία και δεδομένα επί του θέματος ούτως ώστε αυτή να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Μόνο στο στάδιο της αγόρευσης τους οι δικηγόροι της εναγομένης παραθέτουν αναλυτικά και συγκεκριμένα τα καθήκοντα του Παραλήπτη αφήνοντας να νοηθεί ότι είναι αυτά τα οποία ο ίδιος δεν έπραξε (σελ. 5 και 6 γραπτής αγόρευσης). Πλην όμως οι θέσεις των δικηγόρων σε αγόρευση ουδόλως αποτελούν μαρτυρία στο πλαίσιο ακρόασης της Αίτησης και έτσι δεν μπορούν να ληφθούν υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο. Επί τούτου η θέση του κ. Χατζηευθυβούλου στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η οποία υιοθετήθηκε και από τον δικηγόρο της εναγομένης κατά την αγόρευση του, ότι η αιτήτρια δεν επεξηγεί ως όφειλε ποιες είναι οι ενέργειες και τα απαραίτητα μέτρα που έπρεπε να λάμβανε ο Παραλήπτης, με βρίσκει σύμφωνη. Το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι η μόνη σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του για το θέμα είναι ο ισχυρισμός του κ. Γιορδαμλή στην παρ. 7 της ένορκης του δήλωσης, σύμφωνα με την οποίαν «Επιπρόσθετα, ο κ. Ιωαννίδης δεν υπέβαλε στην Εναγομένη-Αιτήτρια, εκτός από μόνο μία φορά, περί τις αρχές Ιουνίου 2005, μέχρι σήμερα, λογαριασμούς σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων, σε καταφανή παράβαση της υποχρέωσης που είχε δυνάμει του Διατάγματος -ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 να πράττει κάτι τέτοιο σε μηνιαία βάση.» Σε αντίθεση με την υποχρέωση για σαφήνεια και αποφυγή διαζευκτικών ισχυρισμών σε ένορκη δήλωση, ακολουθεί η γενική αναφορά (στην παρ. 8) ότι ο Παραλήπτης παραλείπει να εκπληρώνει τα καθήκοντα και τις εξουσίες του «κατά τον προσήκοντα τρόπο και/ή επαρκώς και/ή καθόλου» με αποτέλεσμα ο σκοπός διορισμού Παραλήπτη να μην επιτελείται, τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων να παραμένουν απροστάτευτα και η εναγομένη να αδυνατεί να δώσει λογαριασμούς και λογοδοτήσει στους δικαιούχους των Εμπιστευμάτων γι΄ αυτά σύμφωνα με τους όρους τους. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η μόνη συγκεκριμένη μαρτυρία η οποία προσάχθηκε από την πλευρά της εναγομένης-αιτήτριας προς υποστήριξη της θέσης της για τη μη εκτέλεση των καθηκόντων και εξουσιών του Παραλήπτη είναι η αναφερόμενη στην παράλειψη υποβολής λογαριασμών. Επομένως, σε αυτή θα επικεντρωθεί και η εξέταση του όλου ζητήματος. Οι ενάγουσες προέβαλαν τη δική τους απάντηση και θέση στον εν λόγω ισχυρισμό της εναγομένης περί μη υποβολής λογαριασμών. Συγκεκριμένα ο κ. Χατζηευθυβούλου απορρίπτει αυτόν τον ισχυρισμό ως αναληθή λέγοντας ότι ο Παραλήπτης ετοίμασε και καταχώρησε στο Δικαστήριο πέντε Εκθέσεις, αντίγραφα των οποίων παραδόθηκαν στους δικηγόρους τόσο των εναγουσών όσο και της εναγομένης. Είναι αξιοσημείωτο ότι η πλευρά της αιτήτριας κάνει λόγο για «λογαριασμούς σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων» (θέση την οποία υποστήριξε και ο δικηγόρος της κατά την αγόρευση του), ενώ η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση αναφέρεται γενικά στις Εκθέσεις. Με δεδομένη τη διαφορετική τοποθέτηση των δύο πλευρών επί του θέματος των λογαριασμών, το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει και πάλι στις πρόνοιες του διατάγματος για να καταλήξει σε ποιους λογαριασμούς αφορά η υποχρέωση του Παραλήπτη. Θεωρώ ότι το ίδιο το λεκτικό του διατάγματος δίδει χωρίς δυσκολία την απάντηση εφόσον διατάττει τον Παραλήπτη όπως «υποβάλλει τους λογαριασμούς του». Αυτό παραπέμπει σε λογαριασμούς του ίδιου του Παραλήπτη. Είναι γεγονός ότι οι πέντε Εκθέσεις ετοιμάστηκαν από τον Παραλήπτη και επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του κ. Χατζηευθυβούλου ως Τεκμήρια 1-5. Σύμφωνα με τον κ. Χατζηευθυβούλου, οι Εκθέσεις καταχωρήθηκαν στο Δικαστήριο και αντίγραφα αυτών δόθηκαν στους δικηγόρους των διαδίκων. Παρόλο που αυτές δεν εντοπίζονται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου, εντούτοις ο ισχυρισμός για παράδοση τους στους δικηγόρους της εναγομένης δεν έτυχε οποιασδήποτε αντίκρουσης από την πλευρά αυτής. Επίσης προκύπτει ότι οι πέντε Εκθέσεις περιήλθαν στην κατοχή και γνώση των εναγουσών εφόσον παρουσιάζονται από την πλευρά τους ως Τεκμήρια. Όλες οι Εκθέσεις είναι πολυσέλιδες και αποτελούνται από πέντε όμοια μέρη η καθεμιά ως εξής:
- i)Μέρος Ι - Λογαριασμοί Παραλήπτη
- ii)Μέρος ΙΙ - Κύρια Ευρήματα iii) Μέρος ΙΙΙ - Έκθεση Παραλήπτη
- iv)Μέρος ΙV - Σημειώσεις από τα πρακτικά συναντήσεων και αλληλογραφίας (στην πρώτη Έκθεση) και Περιληπτικές σημειώσεις από τη σημαντικότερη αλληλογραφία (στις υπόλοιπες τέσσερις Εκθέσεις)
- v)Παραρτήματα Με την παράθεση των πιο πάνω στοιχείων, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι στην κάθε Έκθεση περιλαμβάνεται η υποβολή λογαριασμών Παραλήπτη. Οι λογαριασμοί στην καθεμιά εξ αυτών αφορούν την περίοδο μέχρι και την ημερομηνία της κάθε Έκθεσης. Οι λογαριασμοί στις τέσσερις πρώτες Εκθέσεις δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε κίνηση εφόσον δεν έγιναν ούτε εισπράξεις αλλά ούτε και πληρωμές. Μόνον οι λογαριασμοί στην πέμπτη Έκθεση παρουσιάζουν κίνηση, και συγκεκριμένα εισπράξεις Δολ. ΗΠΑ 51,220,48 και έξοδα τράπεζας Δολ. ΗΠΑ 21.07, ενώ δεν έγιναν πληρωμές. Για να δοθεί πληρέστερη εικόνα σημειώνεται ότι στο Παράρτημα της κάθε Έκθεσης περιέχονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 1) Έκθεση ημ. 5.6.05 - Τεκμήριο 1 Αναλυτική Κατάσταση Επενδύσεων Αναλυτική Κατάσταση μετρητών και αντίστοιχα μετρητών Πίνακας πληρωμών σε δικαιούχους σε excel μορφή Μη εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις 31 Δεκεμβρίου 2004 Μη εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις 31 Δεκεμβρίου 2003 2) Έκθεση ημ. 7.7.05 - Τεκμήριο 2 Τραπεζικές καταστάσεις τεσσάρων λογαριασμών στην Τράπεζα Κύπρου και στη Raiffeisen Bank Καταθέσεις σε RBC Dominion Securities Global LTd Καταθέσεις σε Franklin Templeton Investment Funds Γραμμάτια Druha (Druha Bills of Exchange) 3) Έκθεση ημ. 5.8.05 - Τεκμήριο 3 Αλληλογραφία μεταξύ Παραλήπτη και Εμπιστευματοδόχων Αλληλογραφία με τράπεζες 4) Έκθεση ημ. 5.9.05 - Τεκμήριο 4 Αλληλογραφία μεταξύ τραπεζών Αλληλογραφία μεταξύ Παραλήπτη και Εμπιστευματοδόχων 5) Έκθεση ημ. 5.3.06 - Τεκμήριο 5 Διάταγμα Ανωτάτου Δικαστηρίου στα Cayman Islands Αλληλογραφία μεταξύ Παραλήπτη και τραπεζών Αλληλογραφία μεταξύ Παραλήπτη και Εμπιστευματοδόχων Αλληλογραφία σχετικά με την αγωγή στα Cayman Islands Τραπεζικός λογαριασμός στη Λαϊκή Τράπεζα Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι στις δύο πρώτες Εκθέσεις όπως και στην πέμπτη περιλαμβάνονται καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών και άλλα στοιχεία, όπως μετρητά, καταθέσεις και γραμμάτια, από τα οποία διαφαίνεται η κατάσταση των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων. Εφόσον όμως το Δικαστήριο κατέληξε ότι η υποχρέωση του Παραλήπτη αφορά την υποβολή των λογαριασμών του, τα πιο πάνω σχετικά στοιχεία αντικρούουν τον ισχυρισμό της εναγομένης περί παράλειψης του Παραλήπτη να υποβάλει λογαριασμούς εκτός από μία φορά τον Ιούνιο του 2005. Μέσω των Εκθέσεων, προκύπτει ότι ο Παραλήπτης υπέβαλε συνολικά λογαριασμούς σε πέντε ημερομηνίες. Όμως δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε δεδομένα από τα οποία να προκύπτει η υποβολή λογαριασμών σε μεταγενέστερο στάδιο, ήτοι μετά την τελευταία ημερομηνία 5.3.06. Επομένως, μετά τις 5.3.06 ο Παραλήπτης δεν έχει υποβάλει λογαριασμούς, κάτι το οποίο εμμέσως αναγνωρίζει και η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση. Σαφέστατα αυτό έγινε κατά παράβαση ρητής υποχρέωσης του προς τούτο με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 5.5.05. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση, και κατ΄ επέκταση του Παραλήπτη, προβάλλει λόγους για τη μη συνέχιση υποβολής λογαριασμών, οι οποίοι είναι οι λόγοι ένστασης υπ΄ αρ. 1 και 3. Για να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτές τις θέσεις των καθ΄ ων η αίτηση, όπως και τη γενικότερη συμπεριφορά του Παραλήπτη, κρίνεται χρήσιμη μία ανασκόπηση αναφορικά με την όλη εξέλιξη της διαδικασίας που ο Παραλήπτης ακολούθησε από την ημερομηνία διορισμού του μέχρι και την καταχώρηση της ένστασης στην παρούσα Αίτηση. Αυτή η εξέλιξη φαίνεται κυρίως μέσω των Εκθέσεων του, καθώς επίσης και από κάποιους ισχυρισμούς του κ. Χατζηευθυβούλου, οι οποίοι δεν έτυχαν αντίκρουσης από την πλευρά της αιτήτριας. Συγκεκριμένα προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Στην πρώτη Έκθεση ημ. 5.6.05 ο Παραλήπτης καταγράφει αναλυτικά και επισυνάπτει το σύνολο των επιστολών που απέστειλε προς την κα Χριστίνα Σαρρή, τότε διευθύντρια της εναγομένης, και σε τράπεζες, στην προσπάθεια του να εντοπίσει αλλά και να θέσει υπό την κατοχή του όλα τα βιβλία και περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων. Έλαβε τα λογιστικά βιβλία των Εμπιστευμάτων και προέβη σε εξέταση των καταστάσεων και άλλων αρχείων που του είχαν παραδοθεί. Έλαβε επίσης από τους ελεγκτές της εταιρείας τις μη ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2003 και 2004. Σε αυτήν ο Παραλήπτης προβαίνει σε διάφορες διαπιστώσεις, όπως ότι το ενεργητικό του Εμπιστεύματος 1 δεν αποτελείται από Δολ. ΗΠΑ 114.500.000 αλλά από Δολ. ΗΠΑ 73 εκ., ότι από αυτά μόνο τα 23 εκ. είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της εναγομένης, ότι κάποια ποσά φαίνεται να επενδύθηκαν σε γραμμάτια για τα οποία δεν έχουν δοθεί στοιχεία στον Παραλήπτη και δεν αποφέρουν τόκους, ότι έγιναν διανομές σε δικαιούχους συνολικού ποσού Δολ. ΗΠΑ 39,4 εκ. χωρίς να του έχουν παραδοθεί οι αιτήσεις αυτών και χωρίς την έγκριση του λογιστή, ότι η εναγομένη προέβη σε διάφορες χρεώσεις και αμοιβές που ξεπερνούν τα Δολ. ΗΠΑ 5 εκ., και ότι ποσό Δολ. ΗΠΑ 22 εκ. από το Εμπίστευμα 1 επενδύθηκε σε διάφορες εταιρείες της Σλοβακίας οι οποίες ανήκουν στον προστάτη αυτών, ήτοι τον κ. Siroky. 2) Στη δεύτερη Έκθεση ημ. 7.7.05 ο Παραλήπτης παραθέτει ουσιαστικά τις δυσκολίες και την αδυναμία του να λάβει τις απαραίτητες εξηγήσεις, πληροφόρηση ή στοιχεία αναφορικά με τα γραμμάτια, τα αμοιβαία κεφάλαια και την ετοιμασία λογαριασμών αναφορικά με το Εμπίστευμα 2 όπως προνοούν οι όροι αυτού. Προβαίνει επίσης σε μίαν αναλυτική παράθεση και επεξήγηση των καταστάσεων που αφορούν τις Τράπεζες και οι οποίες επισυνάπτονται στα Παραρτήματα της Έκθεσης. Στην Έκθεση περιέχεται επίσης αλληλογραφία του με την κα Σαρρή, από την οποία (αλληλογραφία) διαφαίνεται ότι ενώ σε επιστολή της κας Σαρρή ημ. 3.6.05 αυτή αναφέρει ότι παρέδωσε στον Παραλήπτη όλα τα στοιχεία και αρχεία, σε μεταγενέστερη επιστολή της ημ. 30.6.05 αναφέρει ότι τα πρωτότυπα έγγραφα και οι τίτλοι του Εμπιστεύματος 2 κατέχονται από τον κ. Sevcik. Στην εν λόγω επιστολή εκφράζεται η δυσαρέσκεια της κας Σαρρή αναφορικά με τη συμπεριφορά του Παραλήπτη σε σχέση με ισχυρισμούς του εναντίον της ίδιας και του πατέρα της. 3) Στην τρίτη Έκθεση ημ. 5.8.05 ο Παραλήπτης βασικά αναφέρει ότι κατά την περίοδο που διέρρευσε από τη δεύτερη Έκθεση του δεν κατέστη δυνατό να προχωρήσει σε ουσιαστικές ενέργειες για τις υποθέσεις των Εμπιστευμάτων κυρίως λόγω της άρνησης της εμπιστευματοδόχου να συνεργαστεί μαζί του. Επιβεβαίωση αυτής της δήλωσης του προσφέρει η επιστολή της κας Σαρρή ημ. 15.7.05, στην οποία η τελευταία ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να συνεργαστεί με τον Παραλήπτη λόγω της συμπεριφοράς του και ότι δεν προτίθεται να απαντήσει ξανά σε επιστολές, τηλεομοιότυπα, ηλεκτρονικά μηνύματα και τηλεφωνήματα του. Παρέπεμψε δε τον Παραλήπτη να επικοινωνεί με τους δικηγόρους της εναγομένης, πλην όμως ο Παραλήπτης, με επιστολή του ημ. 3.8.05, αναφέρει ότι με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου αυτός οφείλει να απευθύνεται μόνο στην εναγομένη. Επίσης στην ίδια Έκθεση ο Παραλήπτης αναφέρει τις επαφές του με τους ελεγκτές της εναγομένης και την αδυναμία τους να ολοκληρώσουν τον έλεγχο τους και έτσι να τον εφοδιάσουν με περαιτέρω στοιχεία. 4) Στην τέταρτη Έκθεση ημ. 5.9.05 ο Παραλήπτης αναφέρεται σε στοιχεία τα οποία έλαβε από Τράπεζες εις απάντηση των δικών του επιστολών (ημ. 28.7.05) αναφορικά με αμοιβαία κεφάλαια και καταθέσεις χρημάτων σε λογαριασμούς, ενώ για τα γραμμάτια και άλλες καταθέσεις δεν του δόθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία. Όσον αφορά το Εμπίστευμα 2 καταγράφεται ότι ο Παραλήπτης απέστειλε επιστολή ημ. 2.9.05 προς τον κ. Sevcik ζητώντας να πληροφορηθεί κατά πόσον αυτός κατέχει τα έγγραφα και τους τίτλους αυτού και, σε τέτοια περίπτωση, να του τα παραδώσει. Ο Παραλήπτης έστειλε επιστολή με ίδια ημερομηνία και στην κα Σαρρή ζητώντας και πάλι στοιχεία τα οποία, όπως αναφέρει, είναι απαραίτητα για να μπορέσει να διαπιστώσει κατά πόσο συγκεκριμένα κεφάλαια σε τράπεζες αποτελούν περιουσία των Εμπιστευμάτων. 5) Στην πέμπτη Έκθεση ημ. 5.3.06 ο Παραλήπτης αναφέρεται στην έκδοση του διατάγματος στα Cayman Islands ημ. 9.9.05, δυνάμει του οποίου αυτός διορίστηκε να παραλάβει και να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων που βρίσκονται εκεί, έχοντας τις ίδιες εξουσίες που του παραχωρήθηκαν δυνάμει του διατάγματος που εκδόθηκε στις 5.5.05 στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Το εν λόγω αλλοδαπό διάταγμα ισχύει μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου των Cayman Islands. Ο Παραλήπτης αναφέρεται επίσης στην καταχώρηση της αγωγής 11217/04 στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα ημ. 23.9.05 με το οποίο απαγορευόταν αφενός στην εναγομένη να διαθέσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της ανήκει υπό την ιδιότητα της ως επιτρόπου των Εμπιστευμάτων και αφετέρου στον Παραλήπτη να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες ούτως ώστε να λάβει κατοχή των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης ως εμπιστευματοδόχου των Εμπιστευμάτων. Κατόπιν αίτησης του Παραλήπτη επιτράπηκε σ΄ αυτόν να λάβει μέρος στην εν λόγω αγωγή, οπότε και καταχώρησε ένσταση στο διάταγμα. Ο Παραλήπτης αναφέρει ότι εν όψει της ισχύος του διατάγματος όλες οι ενέργειες του έχουν παγοποιηθεί και έτσι δεν έχει κάτι σοβαρό να προσθέσει. Αφού έλαβε απάντηση από μία τράπεζα ενώ δεν έλαβε απάντηση στις προαναφερόμενες επιστολές του ημ. 2.9.05, ο Παραλήπτης παραθέτει κατάσταση με τα περιουσιακά στοιχεία των δύο Εμπιστευμάτων, σύμφωνα με τα ευρήματα του. 6) Σύμφωνα με τον κ. Χατζηευθυβούλου, το προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο της 23ης Δεκεμβρίου 2005. Σημειώνεται εδώ και η αναφορά του δικηγόρου των εναγουσών ότι καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της απόφασης για ακύρωση του διατάγματος και ότι το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στις 10.7.08, θέμα για το οποίο ούτως ή άλλως δύναται να ληφθεί και δικαστική γνώση βάσει της υπόθεσης Bondar v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά.
(2005)4(Α) Α.Α.Δ.
- 7) Ο κ. Χατζηευθυβούλου ισχυρίζεται επίσης ότι στο ένα έτος κατά το οποίο ο κ. Ιωαννίδης ασκούσε τα καθήκοντα του ως Παραλήπτης παρέλαβε μόνο το ποσό των Δολ. ΗΠΑ 51.22,
- Με βάση το πιο πάνω ιστορικό το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αμέσως με τον διορισμό του ο Παραλήπτης επέδειξε ενεργή δράση στην προσπάθεια του να λάβει όλα τα στοιχεία και αρχεία που σχετίζονται με τα Εμπιστεύματα, καθώς επίσης να λάβει κατοχή των περιουσιακών στοιχείων αυτών. Αποτάθηκε πρωτίστως στην εναγομένη, μέσω της τότε διευθύντριας αυτής, στους ελεγκτές της εταιρείας και σε τράπεζες. Ετοίμασε λεπτομερείς Εκθέσεις, δεικνύοντας έτσι την ετοιμότητα αλλά και την ικανότητα του να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που του ανατέθηκαν με τον διορισμό του ως Παραλήπτη. Εν καιρώ όμως και σχετικά νωρίς διαφάνηκε η απροθυμία από πλευράς εναγομένης να συνεργαστεί με τον Παραλήπτη, η οποία κατέληξε σε παντελή άρνηση της τόσο στο να συνεργαστεί όσο και στο να επικοινωνεί με τον Παραλήπτη. Η θέση του Παραλήπτη ότι η ίδια η εναγομένη έχει την υποχρέωση συμμόρφωσης προς το διάταγμα του Δικαστηρίου (και όχι οι δικηγόροι της) είναι ορθή. Η δε επιμονή του να συνεχίζει να της απευθύνει επιστολές στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών και καθηκόντων του δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου αποτελεί ένδειξη της υπευθυνότητας του και της απρόσκοπτης προθυμίας και προσπάθειας συνέχισης εκτέλεσης του έργου που του ανατέθηκε από το Δικαστήριο. Αρχές Σεπτεμβρίου του 2005 εξασφάλισε και την έκδοση του διατάγματος στα Cayman Islands, ασκώντας έτσι με συνέπεια τις εξουσίες που του δόθηκαν με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 5.5.
- Σε διάστημα ενός έτους από την άσκηση των εξουσιών του ο Παραλήπτης κατάφερε να παραλάβει ένα μικρό ποσό που αποτελεί περιουσία των Εμπιστευμάτων. Είναι γεγονός ότι ο Παραλήπτης ξεκίνησε να υποβάλλει τους λογαριασμούς του (και τις Εκθέσεις του) επί μηνιαίας βάσης, από τον Ιούνιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2005, και ακολούθησε ακόμα μία Έκθεση τον Μάρτιο του
- Είναι επίσης γεγονός ότι από τα μέσα Ιουλίου του 2005 ο Παραλήπτης αντιμετώπισε την άρνηση της εναγομένης να συνεργαστεί μαζί του ενώ τον Σεπτέμβριο του 2005 το προσωρινό δικαστικό διάταγμα που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 11217/04 ουσιαστικά εμπόδισε και ανέστειλε τη συνέχιση εκτέλεσης των καθηκόντων του Παραλήπτη όσον αφορά τη λήψη κατοχής από αυτόν των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων. Θεωρώ ότι υπό αυτές τις περιστάσεις ο Παραλήπτης δεν είχε περιθώριο ή δυνατότητα συνέχισης της οποιασδήποτε και ή αποτελεσματικής εκτέλεσης των καθηκόντων του με αποτέλεσμα το έργο του ουσιαστικά να παρέμεινε πολύ περιορισμένο, ήτοι η διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων που είχαν ήδη περιέλθει στην κατοχή του. Ειδικότερα η έκδοση του εν λόγω διατάγματος στην αγωγή 11217/04 καθιστούσε την υλοποίηση του διατάγματος που εκδόθηκε στα Cayman Islands αδύνατη και ανέφικτη. Μάλιστα, ο ίδιος αξιολογώντας τις συνέπειες του διατάγματος στην αγωγή 11217/04, χαρακτηρίζει τη διαδικασία Παραλήπτη ως παγοποιημένη και πλέον στάσιμη. Αυτό αναφέρεται τόσο από τον ίδιο στην τέταρτη Έκθεση του όσο και από τον κ. Χατζηευθυβούλου στην ένορκη δήλωση του, ο ισχυρισμός του οποίου δεν έχει αντικρουστεί με οποιονδήποτε τρόπο από την άλλη πλευρά, ούτε και υπάρχει άλλη μαρτυρία από την οποία το παρόν Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει ότι δεν ευσταθεί η θέση αυτή. Με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, ήτοι αυτού στην αγωγή 11217/04, ο Παραλήπτης δεν παρέμεινε αδρανής. Διόρισε δικηγόρο και συμμετείχε στη διαδικασία στην αγωγή με σκοπό να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του διατάγματος. Πράγματι, τελικώς το διάταγμα ακυρώθηκε και μάλιστα η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Με αυτά τα δεδομένα είναι άξιον απορίας πώς η εναγομένη παραπονείται για παράλειψη εκπλήρωσης των καθηκόντων του Παραλήπτη καθ΄ ον χρόνο το διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ από τη στιγμή που η ίδια (ως εναγομένη στην αγωγή 11217/04) είχε ιδίαν γνώση του διατάγματος το οποίο μάλιστα την αφορούσε άμεσα. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτά τα γεγονότα αποτελούν επαρκή δικαιολογία και εξήγηση για την αδυναμία του Παραλήπτη στη συνέχιση εκπλήρωσης των καθηκόντων του και κυρίως της ενεργής προσπάθειας του για τον εντοπισμό και την περισυλλογή των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων. Είναι προφανές όμως πως αυτό δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση του να υποβάλλει λογαριασμούς, με τους οποίους ενδεχομένως θα ενημέρωνε το Δικαστήριο και τους διαδίκους για την όποια υφιστάμενη κατάσταση συμπεριλαμβανομένης και αυτής ακόμα της εξ αντικειμένου αδυναμίας του. Ίσως αυτή η υποχρέωση να καθίστατο πλέον θεωρητικής και τυπικής μορφής όμως εξακολουθούσε να ισχύει. Είναι προφανές ότι η άρνηση συνεργασίας της εναγομένης με τον Παραλήπτη και η έκδοση του διατάγματος στην αγωγή 11217/04 ήταν το έναυσμα για τον Παραλήπτη να σταματήσει την υποβολή λογαριασμών εφόσον δεν υπήρχε και δεν μπορούσε να υπάρχει σημαντική εξέλιξη στην όλη διαδικασία. Βεβαίως η διαδικασία αναφορικά με το διάταγμα τερματίστηκε σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο, πλην όμως η άρνηση της εναγομένης για συνεργασία μαζί του συνεχίστηκε. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι μετά από αυτό το στάδιο ο Παραλήπτης δεν φαίνεται να έλαβε οποιοδήποτε διάβημα προς τον σκοπό συνέχισης των καθηκόντων του. Αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να το πετύχει ή με τη λήψη άλλων μέτρων εναντίον της εναγομένης για την παράλειψη συνεργασίας της μαζί του ή, εάν ευρισκόταν σε πλήρη άγνοια, με την καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο για οδηγίες, εφόσον το διάταγμα του έδινε ρητώς τέτοια εξουσία. Με δεδομένη την όλη στάση και συμπεριφορά του Παραλήπτη, όπως αυτή διαγράφεται ανωτέρω, το Δικαστήριο καλείται να την αξιολογήσει για να καταλήξει κατά πόσον αυτή δικαιολογεί την παύση του, ως ζητείται με το κύριο αιτητικό της παρούσας Αίτησης. Σε περίπτωση που Παραλήπτης παραλείπει να παρουσιαστεί για την εξέταση λογαριασμών ή να υποβάλει λογαριασμούς, να παρέχει πρόσβαση σε βιβλία ή έγγραφα ή να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια την οποία έχει υποχρέωση να πράξει, τότε μπορεί να κληθεί να παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου και δείξει λόγο για την παράλειψη του αυτή. Σε οποιοδήποτε στάδιο το Δικαστήριο μπορεί να δώσει τέτοιες οδηγίες τις οποίες κρίνει κατάλληλες, συμπεριλαμβανομένης της απαλλαγής του Παραλήπτη, της πληρωμής των εξόδων υπ΄ αυτού και του διορισμού άλλου Παραλήπτη. Επιπλέον, χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, σε περίπτωση που Παραλήπτης παραλείπει να παρουσιαστεί για εξέταση των λογαριασμών ή να πληρώσει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε ποσό που πρέπει να πληρωθεί μέχρι την ημέρα που καθορίζει το Δικαστήριο, τότε μπορεί να μην λάβει αμοιβή ή ακόμη και να πληρώσει τόκο σε ποσό απόφασης το οποίο βρίσκεται στην κατοχή του. Αυτά αναφέρονται στα συγγράμματα The Law relating to Receivers, Managers and Administrators, (ανωτέρω) σελ. 526 και Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) σελ. 264, παρ.
- Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι συνθήκες παράλειψης του Παραλήπτη να υποβάλει λογαριασμούς στην υπό κρίση περίπτωση δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν αυτόματα την απαλλαγή του. Ο Παραλήπτης είχε αρχικώς επιδείξει κάθε πρόθεση και ικανότητα να ανταποκριθεί σε αυτή του την υποχρέωση πλην όμως παράγοντες πέραν του δικού του ελέγχου κατέστησαν το έργο του δυσχερέστερο αλλά και την αποτελεσματική συνέχιση των καθηκόντων του αδύνατη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτή η πορεία προδιέγραψε και τη στάση του Παραλήπτη στη μη τήρηση της υποχρέωσης του για υποβολή λογαριασμών από τη στιγμή που κατέστη σαφές ότι αυτοί δεν θα προσέφεραν οτιδήποτε το ουσιαστικό και χρήσιμο στην όλη διαδικασία. Η συμπεριφορά του Παραλήπτη όμως έχει ακόμα μίαν παράμετρο, η οποία πρέπει να συνεκτιμηθεί. Αυτή συνίσταται στην ανενεργό του δράση για τα τελευταία χρόνια. Η πλευρά της αιτήτριας ισχυρίζεται ότι αυτή η στάση του τον καθιστά ανίκανο να συνεχίσει να είναι Παραλήπτης. Το Δικαστήριο ήδη αναφέρθηκε στις συνθήκες (παράλειψης ή αντικανονικής συμπεριφοράς) οι οποίες γενικά θα μπορούσαν σε κατάλληλη περίπτωση να δικαιολογήσουν την απαλλαγή Παραλήπτη. Αυτές πρέπει να είναι ιδιαίτερα σοβαρές και να άπτονται κυρίως της εντιμότητας και της συστηματικής άρνησης εκτέλεσης των καθηκόντων εκ μέρους του Παραλήπτη. Τέτοια παραδείγματα είναι όπου ο Παραλήπτης είναι ένοχος σοβαρής παραβίασης καθήκοντος, όπως παράλειψης συλλογής ενοικίων, σπατάλης ή κατάχρησης και κακής διαχείρισης. Αυτά αναφέρονται με παραπομπή και σε αντίστοιχη νομολογία και πάλι στα συγγράμματα The Law relating to Receivers, Managers and Administrators, Hubert Picarda (ανωτέρω) σελ. 533-534 και Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) σελ. 267-268, παρ.
- Η συμπεριφορά του Παραλήπτη στην προκειμένη περίπτωση δεν ισοδυναμεί ούτε συνιστά τέτοια σοβαρής μορφής παράλειψη. Ο Παραλήπτης ουδόλως επέδειξε παντελή άρνηση ή έλλειψη ενδιαφέροντος στην εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά αντιθέτως καλή πίστη, ετοιμότητα, υπευθυνότητα και επιμονή σε αυτό, και αναμφίβολα δεν υπάρχει έστω και η παραμικρή ένδειξη για κακοδιαχείριση ή ανεντιμότητα. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα The Law relating to Receivers, Managers and Administrators, Hubert Picarda (ανωτέρω) σελ. 534, όπου ο Παραλήπτης παραβαίνει μεν το καθήκον του αλλά όμως ενεργώντας με καλή πίστη, προς το συμφέρον όλων των διαδίκων, τότε δεν είναι απαραίτητο να απαλλαγεί λόγω αυτής της παράβασης. Θεωρώ ότι ο Παραλήπτης από την ημερομηνία διορισμού του μέχρι και σήμερα δεν έχει επιδείξει τέτοια συμπεριφορά που να κλονίζει την πεποίθηση και εμπιστοσύνη του Δικαστηρίου αναφορικά με την ικανότητα και εντιμότητα του στη συνέχιση εκτέλεσης των καθηκόντων του. Η παύση του Παραλήπτη ζητείται επίσης και για τον λόγο ότι η ύπαρξη του καθίσταται αχρείαστη καθότι, στο πλαίσιο του συμβιβασμού στην αγωγή 11217/04, ο έλεγχος της εναγομένης έχει περιέλθει στα χέρια δικηγόρων, προσώπων ικανών να διαχειρίζονται και προστατεύουν τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης. Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται με οποιονδήποτε τρόπο στην ικανότητα των προσώπων που έλαβαν τον έλεγχο της εναγομένης, κρίνεται ότι αυτό το γεγονός από μόνο του δεν αποτελεί επαρκή λόγο που να καθιστά την ύπαρξη του Παραλήπτη αχρείαστη, ιδιαίτερα αν συνεκτιμηθούν τα πιο κάτω: (α) Ο συμβιβασμός και η συμφωνία που οδήγησε σε αυτόν βρίσκεται υπό αμφισβήτηση με την αγωγή αρ. 4414/12, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του κ. Χατζηευθυβούλου. (β) Στην αγωγή 11217/04, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημ. 23.9.05, δικηγόρος της εκεί ενάγουσας ήταν ο κ. Π. Νεοκλέους, ο οποίος τώρα εκπροσωπεί την εναγομένη. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του κ. Γιορδαμλή. Επιπλέον, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κ. Χατζηευθυβούλου στην ένορκη του δήλωση, ο οποίος δεν αντικρούστηκε από την άλλη πλευρά, ενώ στις 30.6.05 η κα Σαρρή ανέφερε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε κίνηση αναφορικά με το Εμπίστευμα 2, το 2011 οι ενάγουσες ανακάλυψαν ότι το 2005 η εταιρεία Daventree Resources, Beliz προχώρησε σε εκούσια εκκαθάριση. Οι μετοχές της εν λόγω εταιρείας είναι αντικείμενο του Εμπιστέυματος
- Όπως αναφέρει ο κ. Χαζτηευθυβούλου, αυτό το γεγονός δεν αποκαλύφθηκε στον Παραλήπτη και παραμένει άγνωστο τι ποσό έλαβε η εναγομένη από τη διάλυση και γιατί αυτό δεν αποδόθηκε στον Παραλήπτη ως μέρος των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι ο σκοπός διορισμού και ύπαρξης του Παραλήπτη, που είναι η προστασία και διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων, εκκρεμούσης της επίδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων στην παρούσαν αγωγή και της ύπαρξης απαίτησης των εναγουσών σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων, εξακολουθεί να υφίσταται και δεν έχει καταδειχθεί από την πλευρά της εναγομένης ικανοποιητικός λόγος που να δικαιολογεί τη μη αναγκαιότητα ύπαρξης Παραλήπτη. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα The Law relating to Receivers, Managers and Administrators (ανωτέρω) σελ. 534, στο οποίο αναφέρεται ότι «.a receiver will not be discharged so long as any relevant claim remains unsatisfied or unadjudicated or any question of title to the property in the receivership remains outstanding». Εδώ είναι κατάλληλο το στάδιο εξέτασης ενός θέματος το οποίο δεν εγείρεται στην ένσταση αλλά αναφέρθηκε από τον δικηγόρο των καθ΄ ων η αίτηση κατά την αγόρευση του. Αυτό ομολογουμένως προβλημάτισε το Δικαστήριο καθότι είναι στοιχείο το οποίο εύκολα και γρήγορα διαπιστώνεται μέσα από το όλο ιστορικό της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή και πρόκειται για τη μεγάλη καθυστέρηση η οποία όντως παρατηρείται στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η καθυστέρηση που παρατηρείται δεν εμποδίζει αφ΄ εαυτής την εναγομένη στην υποβολή αίτησης για απαλλαγή του Παραλήπτη, λαμβανομένου υπ΄ όψιν ότι ο Παραλήπτης είναι λειτουργός του Δικαστηρίου και ενεργεί και προς όφελος και για την προστασία όλων των μερών στην αγωγή - The Law relating to Receivers, Managers and Administrators (ανωτέρω) σελ.
- Παρόλο που δεν δόθηκε συγκεκριμένος λόγος για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης εντούτοις εύλογα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πλευρά της εναγομένης προχώρησε σε αυτή σε κάποιο χρονικό διάστημα μετά την απόκτηση του ελέγχου της εταιρείας από άλλα πρόσωπα, και δη δικηγορικά γραφεία, τα οποία, μεταξύ άλλων, είχαν την άποψη ότι η ύπαρξη Παραλήπτη δεν εξυπηρετούσε πλέον οποιονδήποτε σκοπό. Με δεδομένη τη διαπίστωση του Δικαστηρίου για την παράλειψη του Παραλήπτη υποβολής λογαριασμών, κατά παράβαση της υποχρέωσης του προς τούτο δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 5.5.05, το Δικαστήριο καλείται με την Αίτηση να εξετάσει την επιβολή τυχόν τιμωρίας του λόγω παρακοής του διατάγματος. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Halin v. Timour κ.ά.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 424, η αίτηση για τιμωρία για παρακοή διατάγματος βασίζεται στο άρθρο 42 του Ν.14/60, το οποίο συνάδει με το άρθρο 162 του Συντάγματος. Η διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοια αίτηση είναι ταυτόσημη με τη διαδικασία σε ποινική δίκη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κώστα v. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269 είναι αρκετά διαφωτιστικό: «. Και, ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης του κρινομένου συναρτάτο ευθέως προς την ίδια τη φύση της διαδικασίας ως οιονεί ποινικής, ώστε να ήταν τονισμένη η ανάγκη αυστηρής απόδειξης των καταλογιζομένων. Όπως ελέχθη από τον Πική, Δ. (ως ήτο τότε), δίδοντας την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, υπόθεση με έντονες αναλογίες προς την προκειμένη, στη σ. 314: «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Το άρθρο 42 του Ν.14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την αντίκρυση του υπό εξέταση θέματος. Για την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου πρέπει απαρέγκλιτα και με αυστηρότητα να τηρηθούν οι προϋποθέσεις της Δ.42Α των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως επαναβεβαιώθηκε στην υπόθεση Πετράκη v. Petraki
(2002)1(B) A.A.Δ. 911. Οι πρόνοιες της Δ.42Α συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν.14/60 - βλ. Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 750. Η επίδοση συντεταγμένου διατάγματος Δικαστηρίου, οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή του υπό κρίση διατάγματος του Δικαστηρίου. Αυτό τονίστηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1085. Όπως επισημάνθηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση η διαπίστωση της ευθύνης ενός ατόμου που κατηγορείται για παρακοή διατάγματος είναι ιδιόμορφη γιατί, ενώ εντάσσεται στο πεδίο αστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτάται με τα θέματα και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 5.5.05, το οποίο παρατίθεται ανωτέρω, το διάταγμα περιλαμβάνει οπισθογράφηση, δηλαδή τη γνωστοποίηση των ενδεχόμενων συνεπειών και την προειδοποίηση σε περίπτωση παράβασης αυτού, πλην όμως αυτή απευθύνεται μόνο στην εναγομένη. Το διάταγμα δεν περιέχει οπισθογράφηση προς τον Παραλήπτη. Η συμπερίληψη οπισθογράφησης είναι επιβεβλημένη, σύμφωνα με την υπόθεση Krashias Shoe Factory v. Adidas (ανωτέρω). Η απουσία της όσον αφορά τον Παραλήπτη στην παρούσα δεν ικανοποιεί αυτή τη βασική προϋπόθεση και προδιαγράφει την αποτυχία της εν λόγω διαδικασίας. Πέραν της μη νομότυπης σύνταξης του διατάγματος με την αναγκαία οπισθογράφηση, δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει την προσωπική επίδοση του διατάγματος στον Παραλήπτη. Και αυτό επιβάλλεται σύμφωνα με τις υποθέσεις Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd.
(1977)1 C.L.R. 287 και Photiou v. Haagjiforados
(1988)1 C.L.R. 384. Είναι πρόδηλο ότι κάποια στιγμή και με κάποιο τρόπο, ο Παραλήπτης έλαβε γνώση του διατάγματος του Δικαστηρίου, εξ ου και ενήργησε δυνάμει αυτού, όμως αυτό δεν είναι αρκετό για σκοπούς της διαδικασίας παρακοής διατάγματος. Η αυστηρή τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων (οπισθογράφησης και προσωπικής επίδοσης) είναι απαιτούμενο για την περαιτέρω εξέταση αυτής. Με τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει το μέρος της Αίτησης που αφορά παρακοή διατάγματος εκ μέρους του Παραλήπτη. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, θεωρώ ότι η κατάλληλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις είναι η διαταγή του Δικαστηρίου για την υποβολή των λογαριασμών του (με τις συνέπειες που τυχόν μη συμμόρφωση του συνεπάγεται) και την προώθηση της συνέχισης εκτέλεσης των καθηκόντων του με τον τρόπο που αυτός θεωρεί κατάλληλο. Αυτό άλλωστε είναι και μέρος του αιτητικού της Αίτησης (έστω και αν αυτό ζητείται ως συνέπεια της αιτούμενης παύσης του Παραλήπτη). Στο σημείο αυτό παρεμφερώς και μόνο επιθυμώ να σχολιάσω τη θέση του δικηγόρου των εναγουσών κατά την προφορική του αγόρευση στο πλαίσιο ακρόασης της Αίτησης, περί της οικονομικής αδυναμίας του Παραλήπτη για την εκπροσώπηση του στην παρούσα διαδικασία με την καταχώρηση ξεχωριστής ένστασης. Υπενθυμίζεται ότι παρόλο που με βάση το διάταγμα ημ. 5.5.05 το Δικαστήριο άφησε το θέμα της αμοιβής του Παραλήπτη να αποφασιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, εντούτοις οι όροι του διατάγματος επιτρέπουν στον Παραλήπτη την υποβολή αίτησης προς το Δικαστήριο για οδηγίες και για το θέμα της αμοιβής του. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο Παραλήπτης διατάσσεται όπως εντός 60 ημερών από σήμερα καταθέσει στο Δικαστήριο ενιαίους λογαριασμούς του για όλη την περίοδο από τις 5.3.06 μέχρι σήμερα, και παραδώσει αυτούς στις ενάγουσες και στην εναγομένη. Κατά τα λοιπά όμως εξακολουθούν να ισχύουν οι πρόνοιες του διατάγματος διορισμού του. Εν όψει του αποτελέσματος της Αίτησης, και ειδικότερα της επιτυχίας της Αίτησης μόνο όσον αφορά την αιτούμενη θεραπεία για υποβολή λογαριασμών, τα 2/3 των εξόδων αυτής επιδικάζονται υπέρ των εναγουσών - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της εναγομένης - αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με βάση τη συμμετοχή του Παραλήπτη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ο οποίος ακολουθούσε την πλευρά των εναγουσών - καθ΄ ων η αίτηση, κρίνεται ορθόν και δίκαιον όπως μην εκδοθεί διαταγή για έξοδα σε σχέση με αυτόν. (Υπ.) ......... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο