← Κύπρος

Φώτου Φωτιάδη και Σία Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αίτησης Παραπομπής: 7/11, 30/4/2015

Φώτου Φωτιάδη και Σία Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αίτησης Παραπομπής: 7/11, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A174 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Παραπομπής: 7/11 Μεταξύ: Φώτου Φωτιάδη και Σία Λτδ Απαιτητών Και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Αποζημιούσα Αρχή Ημερομηνία: 30.4.15 Εμφανίσεις: Για τους Aπαιτητές: κα Α. Γιαλλούρη για Μάρκος Π. Σπανός και Σία. Για Αποζημιούσα Αρχή : Μαρία Κοτσώνη για Γενικό Εισαγγελέα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Δυνάμει γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης η Δημοκρατία απαλλοτρίωσε μέρος του ακινήτου των απαιτητών για την δημιουργία εσωτερικού οδικού δικτύου στην βιομηχανική περιοχή Δαλίου. Σύμφωνα με τον φάκελο του δικαστηρίου, ειδοποίηση Παραπομπής καταχωρήθηκε υπό της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην βάση εκτίμησης του κτηματολογίου η κλίμακα καθορίστηκε μεταξύ €2.000 και €10.

  1. Στην συνέχεια κατατέθηκε έκθεση απαιτήσεως εκ μέρους των απαιτητών απαιτώντας από την Δημοκρατία, στην βάση δικής τους εκτίμησης, το συνολικό ποσό των €109.738,34, ήτοι ποσό €48.228.69 για επιζήμια επίδραση επί της υπολοίπου αξίας του ακινήτου, πλέον ποσό €61.509.65 για την αξία του υπό απαλλοτρίωση μέρους του ακινήτου. Αναπόφευκτα και υπό αυτά τα δεδομένα η κλίμακα της αγωγής αυξήθηκε στο ποσό των €100.000 - €500.000 καταβάλλοντας οι απαιτητές τα σχετικά τέλη στην αντίστοιχη κλίμακα της απαίτησης τους. Η υπόθεση με την συμπλήρωση των δικογράφων και κατόπιν αιτήσεως ορισμού εκ μέρους των δικηγόρων των απαιτητών προς τον Πρωτοκολλητή αιτήθηκαν τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση στην κλίμακα €100.000-€500.
  2. Κατ' ακολουθία ο Πρωτοκολλητής όρισε την υπόθεση την 21.6.11 ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή. Στην συνέχεια μετά από διάφορες εμφανίσεις ενώπιον του δικαστηρίου, στις 12.12.14 το διάταγμα απαλλοτρίωσης, δια δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ανακλήθηκε με αποτέλεσμα η διαδικασία παραπομπής να καταστεί άνευ αντικειμένου. Στις 24.4.15 η διαδικασία παραπομπής αποσύρθηκε και απορρίφθηκε και παρέμεινε το θέμα των εξόδων. Η διχογνωμία που προέκυψε μεταξύ των δυο πλευρών δεν ήταν ως προς το κατά πόσο δικαιούνται έξοδα οι δικηγόροι των απαιτητών, αλλά σε ποια κλίμακα θα πρέπει να επιδικαστούν. Προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις ως προς το ζητούμενο με την προβολή αντιστοίχως των εκατέρωθεν θέσεων. Η κα Κοτσώνη για την Δημοκρατία βασιζόμενη στους σχετικούς Κανονισμούς του 1956 αναφέρει ότι το θέμα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και είναι η θέση της ότι θα πρέπει τα έξοδα να επιδικαστούν στην αρχική και χαμηλότερη κλίμακα που καταχωρήθηκε η ειδοποίηση παραπομπής. Αντίθετα η κα Γιαλλούρη για τους Απαιτητές εισηγείται ότι τα έξοδα θα πρέπει να επιδικαστούν στην αναθεωρημένη και αυξημένη κλίμακα επί της οποίας η Δημοκρατία αποδέχθηκε και συναίνεσε όπως η υπόθεση εκδικαστεί με βάση την κλίμακα αυτή. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει διατάγματα σχετικά με τα έξοδα. Στο Annual Practice του 1960 κάτω από το Order 65, r.1, στη σελ. 1822 αναφέρεται το εξής.: «Wide though the discretion is, it is a judicial discretion, and must be exercised on fixed principles, that is according to rules of reason and justice, not according to private opinion . or even benevolence ., or sympathy ., and the exercise of discretion even by a Judge sitting alone must be justifiable .; for instance, where a party successfully enforces a legal right, and in no way misconducts himself, then he is entitled to costs as of right .». Στη συνέχεια στις σελ. 1823 και 1824 αναφέρονται τα πιο κάτω: «In many classes of cases the Courts award costs on settled principles, but it is always in the discretion of the Court to depart from the rule where the circumstances of the particular case require it. The distinction between costs awarded according to a general rule and costs awarded in the exercise of discretion on particular facts is important. . This discretion must be exercised judicially, and the Judge ought not to exercise his discretion against a successful party on grounds wholly unconnected with the cause of action». Οι πιο πάνω αρχές έχουν αναγνωριστεί σε σειρά αποφάσεων της Κυπριακής νομολογίας. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd

(1993)1 Α.Α.Δ.12 και Φιλίππου ν. Φιλίππου,
(1990)1 Α.Α.Δ. 890. Στην Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι «η δικαίωση δεν συνεπάγεται δαπάνη» και επαναλαμβάνεται ότι το αποτέλεσμα αποτελεί τον κύριο καθοδηγητικό παράγοντα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα (βλέπε επίσης, Δοξούλλα Κυριάκου ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 416). Στην Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ 477, το ζήτημα τέθηκε ως εξής: « Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός, που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται». Ο Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμος Ν.15/62στο Άρθρο 7
(3)υπό τον τίτλο Ανάκλησης και Εγκατάλειψης Απαλλοτριώσεως, προνοεί ότι: «
(3)Εις περιπτώσεις καθ' ας η απαλλοτρίωσις ιδιοκτησίας ή μέρους ιδιοκτησίας λογίζεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)ή
(2)ως εγκαταλειφθείσα, η απαλλοτριούσα αρχή καταβάλλει εις παν πρόσωπον ενδιαφερόμενον περί την τοιαύτην ιδιοκτησίαν άπαντα τα έξοδα, άτινα ούτος υπέστη ευλόγως από της δημοσιεύσεως της γνωστοποιήσεως απαλλοτριώσεως και συνεπεία της τοιαύτης γνωστοποιήσεως, ή του τυχόν δημοσιευθέντος οικείου διατάγματος απαλλοτριώσεως. Εν περιπτώσει διαφωνίας ως προς το ως ανωτέρω καταβλητέον ποσόν, το τοιούτον ποσόν καθορίζεται υπό του δικαστηρίου». Περαιτέρω στο Άρθρο 9 προνοείται ότι: « Άνευ βλάβης ή επηρεασμού των διατάξεων του άρθρου 8, εάν μέχρι της δημοσιεύσεως του διατάγματος απαλλοτριώσεως δεν επέλθη συμφωνία ως εν τω άρθρω 8 προβλέπεται, η απαλλοτριούσα αρχή ή παν ενδιαφερόμενον πρόσωπον δύναται δι' αιτήσεως να ζητήση από το Δικαστήριον όπως προβή εις τον καθορισμόν της καταβλητέας διά την απαλλοτρίωσιν αποζημιώσεως ή οσάκις τούτο ενδείκνυται, εις τον καταμερισμόν της τοιαύτης αποζημιώσεως μεταξύ των εις ταύτην ενδιαφερομένων προσώπων». Τέλος και σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «ενδιαφερόμενος» περιλαμβάνει πάντα όστις προβάλλει οιανδήποτε αξίωσιν επί της λόγω της κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως δυνάμει του παρόντος Νόμου οφειλομένης αποζημιώσεως ως και πάντα όστις δυνάμει του άρθρου 11 του παρόντος Νόμου δικαιούται εις τοιαύτην αποζημίωσιν». Οι Κανονισμοί που τυγχάνουν εφαρμογής δυνάμει του Άρθρου 20 του Νόμου, είναι οι Περί Καθορισμού Αποζημίωσης Δικαστηρίου Κανονισμοί του 1956. Πριν γίνει αναφορά στους Κανονισμούς 30
(1)και
(2)που παραπέμπει η κα Κοτσώνη, είναι χρήσιμο να γίνει μια γενικότερη αναφορά στην διαδικασία και τον τρόπο έναρξης του καθορισμού της αποζημίωσης. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3
(1)η διαδικασία μπορεί να αρχίσει από οποιοδήποτε μέρος που επιζητεί η διαφορά να αποφασιστεί από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση η διαδικασία άρχισε εκ μέρους της Δημοκρατίας ως Αποζημιούσης Αρχής, σύμφωνα με τον Καν.3
(1)με Ειδοποίηση Αναφοράς και την σχετική ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή σύμφωνα με τους τύπους 1 και 2 του παραρτήματος Α. Εντός 10 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης του Πρωτοκολλητή, σύμφωνα με τον Καν.5
(1)το ενδιαφερόμενο μέρος καταχωρεί εμφάνιση. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι οι Κανονισμοί διακρίνουν μεταξύ της Αποζημιούσης Αρχής (Acquiring Authority) και του Απαιτητή (claimant). Και ο λόγος είναι γιατί ανεξάρτητα ποιος εκ των δυο αποτάθηκε στο δικαστήριο προς έναρξη της διαδικασίας, είναι ο Απαιτητής που σύμφωνα με τον Κανονισμό 6
(1)που καταχωρεί την γραπτή απαίτηση, καταδεικνύοντας (showing) το απαιτούμενο ποσό εκ μέρους του ως αποζημίωση με πλήρεις υποστηρικτικές λεπτομέρειες. Στην συνέχεια και σύμφωνα με τον Καν.6
(2)η Αποζημιούσα Αρχή καταχωρεί γραπτή έκθεση με την δική της εκτίμηση και τα υποστηρικτικά στοιχεία. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Καν.13 είναι ο Απαιτητής που αρχίζει πρώτος την υπόθεση του. Εκ των ήδη παρατεθέντων ευθέως εξάγεται ότι η διαδικασία προς καθορισμό οποιουδήποτε θέματος ή διαφοράς, σύμφωνα με τον Καν.6
(1)αρχίζει μεν από την Απαιτητή ή την Αποζημιούσα Αρχή, ή από οποιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο, αλλά η γραπτή έκθεση της απαίτησης και το αξιούμενο ποσό είναι από τον Απαιτητή (claimant) που καθορίζεται και όχι από την Αποζημιούσα Αρχή. Κατά συνέπεια κατά τον χρόνο καταχωρίσεως της ειδοποίησης (notice of reference) εκ μέρους της Δημοκρατίας δεν μπορούσε ακόμα να καθοριστεί επίδικο θέμα της διαδικασίας, αφού αυτό καθορίζεται με την γραπτή έκθεση του Απαιτητή. Μετά την επίδοση της ειδοποίησης αρχίζει ουσιαστικά η διαδικασία με την καταχώριση εμφανίσεως εκ μέρους του ενδιαφερόμενου μέρους και στην συνέχεια δια της καταχωρίσεως της γραπτής εκθέσεως εκ μέρους του Απαιτητή. Στην προκειμένη περίπτωση οι Απαιτητές καθόρισαν ως επίδικο θέμα την ρηθείσα κλίμακα αξιώνοντας το πιο πάνω ποσό ως αποζημίωση. Η εισήγηση συνεπώς της κας Κοτσώνη για την χαμηλότερη κλίμακα δεν έχει πραγματικό έρεισμα στους Κανονισμούς, αποτελεί απλώς την κλίμακα εντός της οποίας η Δημοκρατία καθόρισε την εκ μέρους της καταβλητέα αποζημίωση και όχι ως καθορίζουσα την κλίμακα της διαδικασίας, ή ως συνέπεια της έκθεσης των Απαιτητών. Εκ των Κανονισμών εξάγεται ότι η κλίμακα καθορίζεται ως αποτέλεσμα της απαίτησης του Απαιτητή και όχι από την Αποζημιούσα Αρχή, ανεξάρτητα αν ήταν με δική της πρωτοβουλία που άρχισε η σχετική διαδικασία. Επί τούτου και πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, έρεισμα προς τούτο παρέχει και ο Καν.4 σύμφωνα με τον οποίο, μετά την ειδοποίηση παραπομπής (notice of Reference) και την συνεπεία αυτής ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή, προνοείται ότι το δικαστήριο, οι διάδικοι και ο αριθμός της υπόθεσης θα αποτελούν στην συνέχεια (shall thereafter constitute) τον τίτλο της διαδικασίας. Επομένως, δια της αποστολής προς τον Πρωτοκολλητή της ειδοποίησης εκ μέρους της Αποζημιούσης Αρχής δεν θα μπορούσε να καθοριστεί η κλίμακα της διαδικασίας. Αυτή καθορίζεται στην συνέχεια στον τίτλο της διαδικασίας δια της γραπτής εκθέσεως των Απαιτητών. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι στην παράγραφο 2 του Κανονισμού 31
(1)που παραπέμπει η κα Κοτσώνη προνοείται ότι ο Απαιτητής (claimant), εκεί όπου το δικαστήριο δεν εκδίδει απόφαση αλλά η διαδικασία αποσύρεται ή διευθετείται, το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να διατάξει όπως τα έξοδα να μην καταβληθούν από αυτόν (shall not be paid by the claimant). Και ο Κανονισμός αυτός θα πρέπει να διαβάζεται σε συνάρτηση και με Άρθρο 7
(3)του Νόμου. Υπό αυτή συνεπώς την σκοπιά και με δεδομένο ότι δεν υπάρχει δικαστική κρίση ως προς τον επιτυχόντα διάδικο, οι πιο πάνω αρχές που έχουν αναφερθεί καθόλου δεν ατονούν, αφού και πάλι το δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του εξουσία δικαστικά. Σχετικός είναι και ο Καν.30
(1)των ρηθέντων Κανονισμών. Το ζητούμενο βέβαια εδώ δεν είναι αν η πλευρά του απαιτητή δικαιούται τα έξοδα, αλλά επί ποίας κλίμακας αυτά θα πρέπει να υπολογιστούν. Στην υπόθεση Χριστοφόρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1041, σελ.1046-1047 υποδεικνύεται ότι: « η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί μέρος της γραπτής πρότασης αλλά συνέπεια της.. Με γνωστή την αξίωση των εφεσειόντων η κλίμακα θα προκύψει ως ζήτημα αριθμητικού υπολογισμού και θα εναπόκειται στους εφεσείοντες αλλά και στο Πρωτοκολλητείο να βεβαιωθούν ότι θα έχουν καταβληθεί τα προβλεπόμενα τέλη». Σημειώνεται πως στην παρούσα υπόθεση οι Απαιτητές δια της εκθέσεως απαιτήσεως τους καθόρισαν την κλίμακα της αγωγής δια της καταβολής εκ μέρους τους των νενομισμένων τελών. Ουσιαστικά δεν επρόκειτο περί αύξησης της κλίμακας, αφού κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει από την Αποζημιούσα Αρχή, αλλά για εξ υπαρχής καθορισμό της κλίμακας από τους Απαιτητές. Και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δια της ειδοποιήσεως προς τον Πρωτοκολλητή έθεσαν ή και καθόρισαν επί της ειδοποίησης κλίμακα της διαδικασίας. Επεξηγείται περαιτέρω στην πιο πάνω υπόθεση ότι: «Ο άλλος λόγος ο οποίος δικαιολογεί την πρακτική καθορισμού της κλίμακας της αγωγής συναρτάται με τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 (Ν.14/60), και ειδικά την πολιτική δικαιοδοσία των Δικαστών του Επαρχιακού δικαστηρίου. Συναφείς επίσης είναι και οι πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν το καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής (Δ.59)». Η διαδικασία της παραπομπής τέθηκε εξ αρχής ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή επί τη βάση της κλίμακας που τέθηκε και καθορίστηκε εκ μέρους των Απαιτητών και έκτοτε όλες οι εμφανίσεις έγιναν ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή. Με δεδομένο συνεπώς ότι η κλίμακα της αγωγής είναι συνέπεια της εκθέσεως απαιτήσεως, εδώ της γραπτής εκθέσεως των Απαιτητών, και ως εξ αυτού του λόγου τέθηκε ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, το δικαστήριο έχοντας υπόψη του όλα όσα έχουν εκτεθεί και αναλυθεί, τόσο σε σχέση με τις πρόνοιες του Νόμου, όσο και των σχετικών Κανονισμών, κρίνει ότι οι Απαιτητές δικαιούνται τα έξοδα της διαδικασίας, κάτι που βεβαίως δεν έχει αμφισβητηθεί από την κα Κοτσώνη. Κρίνεται περαιτέρω στην βάση όσων έχουν εκτεθεί ότι τα έξοδα των Απαιτητών και αυτή είναι η κατάληξη του δικαστηρίου, θα πρέπει να είναι στην κλίμακα της διαδικασίας. Εκδίδεται συνεπώς ανάλογη διαταγή. Σύμφωνα με τον Καν.30
(2)τα έξοδα θα ψηφιστούν (taxed) από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της διαδικασίας, ήτοι €100.000-€500.000 και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.