← Κύπρος

ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ-ΛΑΚΗ ΓΡΑΦΙΑ ν. ΠΑΝΤΕΛΗ ΠΙΕΡΗ, Αρ. Αγωγής: 8143/10, 30/4/2015

ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ-ΛΑΚΗ ΓΡΑΦΙΑ ν. ΠΑΝΤΕΛΗ ΠΙΕΡΗ, Αρ. Αγωγής: 8143/10, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A176 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8143/10 Μεταξύ: ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ-ΛΑΚΗ ΓΡΑΦΙΑ Ενάγοντα και ΠΑΝΤΕΛΗ ΠΙΕΡΗ Εναγομένου Ημερομηνία: 30/4/15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Κύρου Για τον Εναγόμενο: κα Χαραλαμπίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με αυτή την αγωγή ο ενάγοντας ζητά από τον εναγόμενο €1710 (£1000) «βάσει επιταγής και/ή συναλλαγματικής και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή γραμματίου» πλέον τόκο και έξοδα. Στις 10/5/00 ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα να του δανείσει £1000. Ο ενάγοντας του δάνεισε το ποσό εκδίδοντας την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών Κύπρου Λτδ για £1000 με αρ. 01656451. Στην Έκθεση Υπεράσπισης του ο εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση για αδικαιολόγητη καθυστέρηση εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την γένεση του κατ' ισχυρισμό αγώγιμου δικαιώματος. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης ο εναγόμενος απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης πλην του ότι έκδωσε την επιταγή. Ισχυρίζεται δε ότι ζήτησε από τον ενάγοντα να του εξοφλήσει ποσά £650 που του όφειλε για είδη καντίνας που έπαιρνε επί πιστώσει και για δανεικά και ο ενάγοντας του ζήτησε ακόμη £350. Τις £350 της έδωσε μόνο αφού ο ενάγων του έδωσε την επιταγή των £1000. Ο ΜΕ1 ήταν ο ενάγοντας ο οποίος κατέθεσε ότι ο εναγόμενος ήταν γείτονας της αποβιωσάσης μητέρας του και είχαν αναπτύξει φιλικές σχέσεις. Ο εναγόμενος διαχειριζόταν το κυλικείο στο Αρχηγείο Αστυνομίας και βρίσκονταν καθημερινά αφού ο ενάγοντας ήταν αστυνομικός. Γύρω στις 10/5/00 ο εναγόμενος τον παρακάλεσε να του δανείσει £1000 (€1700) γιατί τότε αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα με την υγεία της γυναίκας του. (Αυτό το γνώριζε λόγω των φιλικών σχέσεων τους). Ο εναγόμενος του είχε υποσχεθεί πως θα διευθετούσε σύντομα την οφειλή του και ο ΜΕ1 αποδέχθηκε «λόγω των σχέσεων τους» και εξέδωσε την επιταγή, Τεκμήριο 3, την οποία εξαργύρωσε την ίδια μέρα σε μετρητά. Λόγω του ότι πέρασε καιρός και δεν του επέστρεφε τα χρήματα του τα ζήτησε αρκετές φορές και ο εναγόμενος πάντα του ανέφερε τα προβλήματα του και ότι με την πρώτη ευκαιρία θα του τα επέστρεφε. Το 2008 αποτάθηκε στη φίλη του ΜΕ2 για να μιλήσει σχετικά στον εναγόμενο. Η ΜΕ2 του ανέφερε ότι μίλησε με τον εναγόμενο ο οποίος τη διαβεβαίωσε πως σύντομα θα του επέστρεφε τα δανεικά. Με το πέρασμα του χρόνου ο ΜΕ1 τον ενόχλησε και στο σωματείο Κυριάκος Μάτσης, στη νέα καντίνα που ανέλαβε, όπου τον διαβεβαίωσε πως σίγουρα θα τον εξοφλούσε «γιατί είχε πιο καλή δουλειά». Το ίδιο έγινε και έξω από υπεραγορά. Τότε ο εναγόμενος φορούσε κολάρο και βρήκε τη δικαιολογία ότι είχε κτυπήσει σε τροχαίο και θα τον εξοφλούσε όταν θα έπαιρνε λεφτά από την ασφάλεια. Το 2003 του τηλεφώνησε ξανά και ο εναγόμενος του έκλεισε το τηλέφωνο ενώ του ζήτησε να τον εγγυηθεί για να του επιστρέψει τα οφειλόμενα. Ουδέποτε του δάνεισε ο εναγόμενος οποιοδήποτε ποσό και οι ισχυρισμοί του περί δανείων £650 και £350 είναι ψευδής. Ο ΜΕ1 έστειλε και έδωσε επιστολές, το τεκμήριο 2. Από το κυλικείο του Αρχηγείου Αστυνομίας ο ίδιος ουδέποτε αγόρασε πράγματα επί πιστώσει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η σύζυγος του εναγομένου και η μικρή του κόρη ήταν συνεχώς στο σπίτι του με τη μητέρα του καθώς και ότι ο εναγόμενος του «ενεπιστεύετο» τη σύζυγο του και την έφερνε στο σπίτι από το κυλικείο. Του υπεβλήθη ότι δεν είχε μαζί του φιλική σχέση ο εναγόμενος και απάντησε «με κατονόμαζε γεια σου γείτο», καθημερινά. Δεν γνωρίζει τι προβλήματα υγείας είχε η γυναίκα του, δεν είναι γιατρός, είναι προσωπικά θέματα. Σε υποβολή ότι δεν τα γνώριζε γιατί δεν υπήρχαν απάντησε πως δεν ανακατωνόταν στα προβλήματα τους στις 1-2 επισκέψεις που έκαναν στη μητέρα του. Σε υποβολή ότι αυτές οι δύο επισκέψεις διαφέρουν από τη φιλική σχέση που περίγραψε απάντησε ότι δεν ήταν πάντα παρών όμως οι σχέσεις ήταν και μαζί του. Διάβαζε και στη μικρή τους κόρη. Αρνήθηκε υποβολή ότι λέει ψέματα. Αρνήθηκε επίσης ότι ο εναγόμενος διατηρούσε βιβλίο «βερεσιέ». Ουδέποτε έδινε βερεσιέ. Αρνήθηκε ότι έπαιρνε και κερνούσε αξίας £650 εμπορεύματα και ότι τις £350 τις δάνεισε στον ίδιο. Δεν είχε ανάγκη να πάρει ούτε σεντ. Δέχθηκε ότι ο μισθός του ήταν £1000 μηνιαίως. Και σε ερώτηση πως γίνεται να τον δάνεισε στον εναγόμενο απάντησε ότι δεν δάνεισε το μισθό του αλλά άλλα λεφτά στην τράπεζα. Αρνήθηκε υποβολή πως η επιταγή τεκμήριο 3 ήταν προς εξόφληση των £650 που χρωστούσε στον εναγόμενο και £350 που ο εναγόμενος του έδωσε μετρητά. Είναι ψέματα. Δεν υπήρχε λόγος να τον παρακαλά ο εναγόμενος να μην «ανακατώσει την οικογένεια του». Αρνήθηκε υποβολή ότι η πάροδος 10 ετών αποδεικνύει ότι κανένα ποσό δεν του όφειλε. Αρνήθηκε ότι δεν δόθηκαν οι επιστολές του τεκμηρίου 2. Τις έδωσε στο χέρι, δεν χρειαζόταν ταχυδρομείο αφού «έπιναν καφέ μαζί». Η ΜΕ2 ήταν η δικηγόρος Σπυρούλα Χριστοδούλου η οποία υιοθέτησε δήλωση της στην οποία ανέφερε ότι γύρω στο 2008 την επισκέφθηκε ο ενάγοντας ο οποίος της ζήτησε να επικοινωνήσει με τον εναγόμενο που του χρωστούσε £1000. Επικοινώνησε με τον τελευταίο, ο οποίος «δεν της αρνήθηκε την οφειλή» προς τον ενάγοντα. Της ανέφερε ότι θα μιλούσε με τον ενάγοντα και θα τα τακτοποιούσε όλα γιατί ήταν φίλοι και γείτονες. Ήταν με την εντύπωση ότι το θέμα είχε λήξει. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο εναγόμενος της είπε πως θα επικοινωνούσε με τον ενάγοντα και θα τα κανόνιζε. Δεν της είπε αν αναγνωρίζει την οφειλή ούτε ότι την απορρίπτει. Της υπεβλήθη ότι ουδέποτε της είπε ότι θα κανόνιζε το χρέος και ότι ουδέποτε επικοινώνησε με τον εναγόμενο. Ο ΜΕ3 ήταν ο Φαίδων Δημητριάδης ο οποίος γνωρίζει εδώ και πάρα πολλά χρόνια τον ενάγοντα. Ένα απόγευμα ο τελευταίος εισηγήθηκε να πάνε για καφέ και εισηγήθηκε το σωματείο «Κυριάκος Μάτσης» για να ζητήσει από τον καντινιέρη (εναγόμενο) κάτι χρήματα που του χρωστούσε. Γνώριζε και τον καντινιέρη. Όταν μπήκαν στο σωματείο ο ενάγοντας ρώτησε τον εναγόμενο πότε θα του επιστρέψει τα χρήματα που του χρωστούσε και ο εναγόμενος του είπε να μην κάνει φασαρία και ότι τα χρήματα θα του τα επιστρέψει και δεν θα του τα φάει. Αλλά να περιμένει λίγο για να πάρει χρήματα από τη νέα του δουλειά. Όταν έφευγαν ο καντινιέρης από μόνος του είπε στον ενάγοντα «μεν φοάσε τζιαι εννά σου κανονίσω τα ριάλια σου». Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε υποβολή ότι ο λόγος που βρίσκεται στο Δικαστήριο είναι για να βοηθήσει τον ενάγοντα. Γνωρίζει τον ενάγοντα 30 χρόνια. Πήγαν στην καντίνα αυτή το 2008-2009. Αρνήθηκε υποβολή ότι ουδέποτε λέχθηκαν από τους διαδίκους αυτά που ισχυρίζεται. Ο ΜΥ1 ήταν ο εναγόμενος. Γνώρισε τον ενάγοντα το 1999 όταν ανέλαβε την διαχείριση του κυλικείου που εξυπηρετούσε μεταξύ άλλων διάφορα τμήματα της Αστυνομίας στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Ο ενάγοντας τότε υπηρετούσε ως Αστυνομικός. Είχε τη διαχείριση του κυλικείου της Αστυνομίας από το 1999 μέχρι το 2003. Κατέθεσε ως τεκμήριο σχετική βεβαίωση που του έδωσε το Αρχηγείο Αστυνομίας όταν συμπληρώθηκαν τα τέσσερα χρόνια που είχε την διαχείριση. Μεγάλη βοήθεια στην διαχείριση του κυλικείου της Αστυνομίας είχε από τη σύζυγο του Χρυστάλλα (ΜΥ2). Στο κυλικείο πωλούσαν διάφορα ποτά, ζεστά και κρύα, διάφορα αλμυρά, σάντουιτς, τσιγάρα και το μεσημέρι της Πέμπτης σέρβιραν φαγητό. Στο κυλικείο η σύζυγος του ετοίμαζε τα σάντουιτς και το φαγητό την Πέμπτη, μία υπάλληλος που είχε έφτιαχνε τους καφέδες και τα άλλα ροφήματα και είχε επίσης τρία γκαρσόνια. Ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για το ταμείο του κυλικείου και σέρβιρε μόνο το Γραφείο του Αρχηγού της Αστυνομίας, του Υπαρχηγού και του υπεύθυνου του προσωπικού του Αρχηγείου και όταν γίνονταν συσκέψεις. Όταν απουσίαζε από το Ταμείο το αναλάμβανε η σύζυγος του. Ο ενάγοντας αγόραζε και παραλάμβανε από το κυλικείο διάφορα είδη δηλαδή ποτά και τρόφιμα με πίστωση για τον ίδιο αλλά και για άλλα πρόσωπα, συναδέλφους του και άλλους που τους κερνούσε και διατηρούσε λογαριασμό για αυτόν. Κατέγραψε σε δεφτέρι που κρατούσε το τι αγόραζε και αρχικά τον πλήρωνε τέλος του μήνα. Αυτό έκανε και με άλλους εργαζομένους στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Στην πορεία ο ενάγοντας του ζητούσε και δανεικά χρήματα με την υπόσχεση πάντα ότι θα του τα επέστρεφε σύντομα. Αρχικά όταν τον δάνειζε χρήματα του τα πλήρωνε χωρίς πρόβλημα συνήθως τέλος του μήνα που πλήρωνε και τα ποτά που χρωστούσε. Ο ενάγοντας ζητούσε δανεικά χρήματα και από την γυναίκα του όταν βρισκόταν στο ταμείο γιατί ο ίδιος σέρβιρε ποτά και δεν ήταν εκεί. Κατέγραφε σε δεφτέρι που κρατούσε και τα ποσά που δανείζαν στον ενάγοντα τα οποία διέγραφε όταν τα πλήρωνε όπως και τα ποσά για οτιδήποτε άλλο χρωστούσε. Δυστυχώς δεν φύλαξε το δεφτέρι που τότε κρατούσε γιατί μετά που συμπληρώθηκαν τα τέσσερα χρόνια διαχείρισης του κυλικείου θεώρησε ότι δεν το χρειαζόταν πια. Στις 10 Μαΐου του 2000 το ποσό που του όφειλε ο ενάγοντας ήταν £650,00 και του ζήτησε να του το εξοφλήσει αφού συνέχιζε να παίρνει ποτά και τρόφιμα και να κερνά και τους συναδέλφους του και άλλα πρόσωπα, χωρίς όμως να πληρώνει από τον Μάρτιο του 2000 ότι παραλάμβανε από το κυλικείο ή κερνούσε και τα δανεικά που έπαιρνε από τον ΜΥ1 και τη σύζυγο του. Ο ενάγοντας τότε του ζήτησε να του δώσει δανεικά το ποσό των £350,00 και του είπε ότι αυτός θα του έδινε μία επιταγή προς εξόφληση και του ποσού που του όφειλε των £650,00 και του ποσού των £350,00 που θα του έδινε μετρητά. Του έδωσε το ποσό των £350,00 μετρητά και του παρέδωσε την επιταγή του με αριθμό 01656451 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών Κύπρου ΛΤΔ για το ποσό των £1000,00 η οποία ήταν πληρωτέα την ίδια ημέρα. Όταν παρέλαβε την προαναφερόμενη επιταγή πήγε αμέσως στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών Κύπρου για να την εξαργυρώσει τον πληροφόρησαν όμως όταν την παρουσίασε στο Ταμείο ότι μόνο να την καταθέσει μπορούσε σε λογαριασμό αφού δεν υπήρχαν χρήματα για να εξαργυρωθεί πλην όμως δεν διατηρούσε λογαριασμό στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών Κύπρου για να την καταθέσει. Ανησύχησε πολύ για το γεγονός ότι δεν υπήρχαν χρήματα για να εξαργυρώσει την επιταγή και όταν επέστρεψε στο κυλικείο μίλησε με συνάδελφο του ενάγοντα, τον κ. Δώρο Κωνσταντινίδη και τον πληροφόρησε σχετικά ο οποίος του υποσχέθηκε ότι μόλις γνώριζε ότι θα υπήρχαν χρήματα στον λογαριασμό του ενάγοντα θα τον πληροφορούσε σχετικά για να πάει αμέσως στην Τράπεζα. Ο Δώρος Κωνσταντινίδης μεταξύ άλλων έκανε εξωτερικές δουλειές για την υπηρεσία του και εξυπηρετούσε συναδέλφους του Γραφείου του πηγαίνοντας στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών Κύπρου για αυτούς. Ο κ. Δώρος Κωνσταντινίδης τον πληροφόρησε δύο ημέρες μετά ότι μπορούσε να εξαργυρώσει την προαναφερόμενη επιταγή πράγμα που έκανε στις 12.5.2000. Ουδέποτε ζήτησε από τον ενάγοντα να του δανείσει χρήματα για οποιοδήποτε σκοπό. Οι ισχυρισμοί του ότι του ζήτησε να του δανείσει χρήματα γιατί αρρώστησε η γυναίκα του ή για τα σχολικά της κόρης του είναι αναληθείς. Η σύζυγος του δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας και δούλεψε στο πλευρό του όλα τα χρόνια που ανέλαβε την διαχείριση του κυλικείου. Η μικρότερη κόρη του φοιτούσε σε δημόσιο σχολείο και δεν είχε ανάγκη από ιδιαίτερα μαθήματα για εισαγωγικές εξετάσεις αφού δεν είχε σκοπό να σπουδάσει και δεν σπούδασε. Περαιτέρω το παιδί του δεν έκανε άλλα ιδιαίτερα μαθήματα και ο ενάγοντας δεν της έκανε ποτέ ιδιαίτερα μαθήματα. Δεν υπήρξαν φίλοι με τον ενάγοντα ως ισχυρίζεται και ουδέποτε ο ίδιος, η σύζυγος του και τα παιδιά του επισκεφθήκαν το σπίτι του. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι επανειλημμένα τον κάλεσε να τον πληρώσει είναι αναληθείς όπως και τα όσα ανέφεραν στην μαρτυρία τους η ΜΕ 2 και ΜΕ3. Επίσης δεν παρέλαβε επιστολές από τον ενάγοντα. Για πρώτη φορά είδε τις επιστολές που κατέθεσε στο Δικαστήριο την ημέρα που άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης αυτής. Με την ΜΕ2 δεν μίλησε ποτέ στο τηλέφωνο. Δεν ζήτησε ποτέ να τον εγγυηθεί ο ενάγοντας για να συνάψει δάνειο. Ανέλαβε την διαχείριση του κυλικείου του Σωματείου Κυριάκος Μάτσης στην Λακατάμια την 1.9.04. Δυνάμει του συμβολαίου που υπέγραψε θα είχε την διαχείριση του κυλικείου μέχρι τις 30.8.06. Υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την διαχείριση του προαναφερόμενου κυλικείου αφού είχε εργατικό ατύχημα στις 17.8.06 κατά το οποίο τραυματίστηκε στην σπονδυλική του στήλη πολύ σοβαρά. Έκανε εγχείριση το Σεπτέμβριο του 2006 και για μεγάλο χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα. Ο τραυματισμός αυτός τον άφησε ανίκανο για εργασία κατά 75% και μέχρι σήμερα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και δεν είναι σε θέση να εργαστεί. Το κυλικείο διαχειρίστηκε η σύζυγος του μόνη της μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του 2006. Την διαχείριση του κυλικείου του Σωματείου Κυριάκος Μάτσης ανέλαβε ο Ανδρέας Αρέστη κατά/ή περί την 1.11.06. Κατέθεσε αντίγραφο του σχετικού συμβολαίου και σχετικής βεβαίωσης από τον Πρόεδρο του Σωματείου Κυριάκος Μάτσης ως Τεκμήριο. Μετά την χειρουργική επέμβαση στην σπονδυλική στήλη και την σπονδυλοδαισία που έκανε υποχρεώθηκε να φορεί ειδική ζώνη στη μέση. Δεν φόρεσε ποτέ κολάρο στο λαιμό και δεν είχε τροχαίο ατύχημα ως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας. Κατέθεσε την Ιατρική Έκθεση του Απολλωνείου Ιδιωτικού Νοσοκομείου του Δρος Περδίου ημερ. 11.12.06, το Ιατρικό Πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερ.19.10.06 και την ιατρική έκθεση του νευροχειρουργού Δρος Βάκη Παπαναστασίου ημερ. 11.3.07. Επίσης κατέθεσε την επιστολή ημερ. 15.11.07 του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων με την οποία τον πληροφόρησαν ότι η αίτηση του για σύνταξη ανικανότητας από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων εγκρίθηκε από 17.8.07 για ποσοστό 75%, ως τεκμήριο 7. Ουδέν ποσό οφείλει στον ενάγοντα και η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του . Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι σημείωνε το εμπόρευμα και τα δανεικά. Αρνήθηκε ότι δεν έδινε «βερεσιέ». Κρατούσε λογαριασμό σε «δεφτέρι». Σε υποβολή ότι ο ενάγοντας ουδέποτε είχε οικονομικό πρόβλημα απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αλλά η επιταγή «δεν αλλάσσετο». Αρνήθηκε ότι το 2008 συναντήθηκε με τον ενάγοντα και φορούσε κολάρο και του είπε πως θα έπαιρνε λεφτά από την ασφάλεια. Και ότι συναντήθηκαν στο σωματείο Κ. Μάτση το 2008 στην παρουσία του Φαίδωνα και του υποσχέθηκε ότι θα του έδινε τα λεφτά. Είχε φύγει το 2006 από το Σωματείο. Δεν αντέδρασε στην επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα γιατί δεν θεώρησε ότι του χρωστούσε. Αρνήθηκε υποβολή ότι αν δεν χρωστούσε δεν θα του κινούσε αγωγή. Εκπλάγηκε και ο ίδιος αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει τη σκέψη του. Αρνήθηκε ότι χρωστούσε στον ενάγοντα λεφτά. Δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο ενάγοντας είχε ή όχι ανάγκη. Η ΜΥ2 ήταν η σύζυγος του εναγομένου, Χρυστάλλα Πιερή. Γνώρισε τον ενάγοντα το 1999 όταν ο σύζυγος της ανέλαβε τη διαχείριση του κυλικείου που εξυπηρετούσε μεταξύ άλλων διάφορα τμήματα της Αστυνομίας στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Ο Λάκης Γραφιάς υπηρετούσε ως Αστυνομικός. Την διαχείριση του κυλικείου στο Αρχηγείο της Αστυνομίας είχε ο σύζυγος της από το Μάιο του 1999 μέχρι το Μάιο του 2003. Από την πρώτη ημέρα που ο σύζυγος της ανέλαβε την διαχείριση του κυλικείου στο Αρχηγείο της Αστυνομίας τον βοηθούσε. Στο κυλικείο πωλούσαν διάφορα ποτά, ζεστά και κρύα, διάφορα αλμυρά, σάντουιτς, τσιγάρα και το μεσημέρι της Πέμπτης σέρβιραν φαγητό. Ετοίμαζε τα σάντουιτς και το φαγητό την Πέμπτη και αναλάμβανε το Ταμείο του Κυλικείου όταν ο σύζυγος της απουσίαζε από το Ταμείο. Στο κυλικείο εργάζονταν επίσης τέσσερα ακόμη πρόσωπα, μία γυναίκα που έφτιαχνε τους καφέδες και τα άλλα ροφήματα και τρία γκαρσόνια. Ο σύζυγος της ήταν υπεύθυνος για το ταμείο του κυλικείου και σέρβιρε μόνο το Γραφείο του Αρχηγού της Αστυνομίας, του Υπαρχηγού της Αστυνομίας και του υπεύθυνου του προσωπικού του Αρχηγείου και όταν γίνονταν συσκέψεις. Ο ενάγοντας αγόραζε και παραλάμβανε από το κυλικείο διάφορα είδη δηλαδή ποτά και τρόφιμα με πίστωση για τον ίδιο αλλά και για άλλα πρόσωπα, συναδέλφους του και άλλους που τους κερνούσε και ο σύζυγος της διατηρούσε λογαριασμό για αυτόν. Ο σύζυγος της κατέγραφε σε δεφτέρι που κρατούσε το τι αγόραζε ο Λάκης Γραφιάς και αρχικά τον πλήρωνε τέλος του μήνα. Αυτό γινόταν και με άλλους εργαζομένους στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Στην πορεία ο ενάγοντας ζητούσε δανεικά χρήματα από τον σύζυγο της και από την ίδια όταν βρισκόταν στο Ταμείο, με την υπόσχεση πάντα ότι θα επέστρεφε τα χρήματα σύντομα. Συνήθως της ζητούσε δανεικά με την δικαιολογία ότι ξέχασε το πορτοφόλι του, ότι δεν είχε χρήματα μαζί του ή ότι περίμενε χρήματα από κάπου που δεν διευκρίνιζε. Αρχικά όταν τον δάνειζαν χρήματα τα πλήρωνε χωρίς πρόβλημα συνήθως τέλος του μήνα που πλήρωνε και τα ποτά και ότι άλλο χρωστούσε. Ο σύζυγος της κατέγραφε σε δεφτέρι που κρατούσε και τα ποσά που δάνεισαν στον Ενάγοντα τα οποία διέγραφε όταν τα πλήρωνε όπως και τα ποσά για οτιδήποτε άλλο χρωστούσε. Από τον Μάρτιο του 2000 μέχρι και τις αρχές Μαΐου του 2000 το ποσό που ο ενάγοντας όφειλε ήταν £650,00 και ο σύζυγος της του ζήτησε να του εξοφλήσει το ποσό που όφειλε αφού συνέχιζε να παίρνει ποτά και τρόφιμα και να κερνά και τους συναδέλφους του και άλλα πρόσωπα, χωρίς όμως να πληρώνει ότι παραλάμβανε από το κυλικείο ή κερνούσε και εξακολουθούσε να ζητά δανεικά από την ίδια και τον σύζυγο της και να τα παίρνει. Ο σύζυγος της την πληροφόρησε τον Μάιο του 2000 ότι ο ενάγοντας του έδωσε επιταγή για να πληρωθεί το ποσό που του όφειλε και ότι η επιταγή εκείνη πληρώθηκε. Δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας κατά την διάρκεια που ο σύζυγος της είχε την διαχείριση του κυλικείου της Αστυνομίας και δούλεψε στο πλευρό του όλα εκείνα τα χρόνια. Η μικρότερη κόρη της φοιτούσε σε δημόσιο σχολείο και δεν είχε ανάγκη από ιδιαίτερα για εισαγωγικές εξετάσεις αφού δεν είχε σκοπό να σπουδάσει και δεν σπούδασε. Περαιτέρω το παιδί της δεν έκανε άλλα ιδιαίτερα μαθήματα και ο ενάγοντας δεν της έκανε ποτέ ιδιαίτερα μαθήματα. Δεν υπήρξαν φίλοι με τον ενάγοντα και ουδέποτε η ίδια, ο σύζυγος της και τα παιδιά της επισκεφθήκαν το σπίτι του. Έτυχε να γνωρίσει την μητέρα του ενάγοντα η οποία έμενε μαζί με αυτόν στο διπλανό σπίτι μίας φίλης και την χαιρετούσε όποτε την έβλεπε. Ο ενάγοντας την πήρε στο σπίτι της με το αυτοκίνητο του μόνο δύο φορές κατά την διάρκεια των τεσσάρων ετών που ο σύζυγος της είχε την διαχείριση του κυλικείου όταν ο σύζυγος της δεν μπορούσε να φύγει από το κυλικείο στις 14.30 και έπρεπε να επιστρέψει στο σπίτι. Ο σύζυγος της ανέλαβε την διαχείριση του κυλικείου του Σωματείου Κυριάκος Μάτσης στην Λακατάμια την 1.9.2004. Το συμβόλαιο που υπέγραψε σχετικά ήταν για δύο χρόνια δηλαδή μέχρι τις 30.8.2006. Ο σύζυγος της υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την διαχείριση του κυλικείου αφού είχε εργατικό ατύχημα στις 17.8.06 κατά το οποίο τραυματίστηκε στην σπονδυλική του στήλη πολύ σοβαρά. Ο σύζυγος της έκανε εγχείριση τον Σεπτέμβριο του 2006 και για μεγάλο χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα. Ο τραυματισμός αυτός τον άφησε ανίκανο για εργασία κατά 75% και μέχρι σήμερα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και δεν είναι σε θέση να εργαστεί. Συνέχισε να διαχειρίζεται μόνη της την καντίνα στο Σωματείο Κυριάκος Μάτσης μέχρι τα τέλη του Οκτώβρη του 2006. Έκτοτε δεν είχαν και δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την διαχείριση του προαναφερόμενου κυλικείου. Μετά τη χειρουργική επέμβαση στην σπονδυλική στήλη και την σπονδυλοδαισία που έκανε ο σύζυγος της υποχρεώθηκε να φορεί ειδική ζώνη στην μέση. Δεν φόρεσε ποτέ κολάρο στο λαιμό ο σύζυγος της και δεν είχε τροχαίο ατύχημα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι γνώρισε τον ενάγοντα στο κυλικείο. Προηγουμένως δεν μιλούσαν. Όταν πήγαινε στη φίλη της έβλεπε τη μητέρα του ενάγοντα αλλά απλώς τη χαιρετούσε, δεν πήγε στο σπίτι της. Κάποιοι στο Αρχηγείο πλήρωναν, άλλοι όχι, δεν ήταν όλα βερεσιέ. Αρνήθηκε ότι εργάζονταν μόνο με μετρητά. Δεν θυμόταν αναλυτικά το τι χρωστούσε ο ενάγοντας στο κυλικείο. Θυμάται μόνο το συνολικό ποσό. Σχέσεις δεν είχαν με τον ενάγοντα. Κάθε μια και μια ο ενάγοντας ζητούσε λεφτά τόσο από την ίδια όσο και από το σύζυγο της. Σε υποβολή ότι η μνήμη της χωλαίνει για κάποια πράγματα απάντησε επί λέξει «μια χαρά είναι η μνήμη μου και όσες φορές να με ρωτήσεις τα ίδια θα σου πω γιατί είναι η αλήθεια». Η ΜΥ3 ήταν η Μαρία Βαλανίδου η οποία εργάστηκε ως γκαρσόνι στο κυλικείο του Αρχηγείου Αστυνομίας όταν το διαχειριζόταν ο εναγόμενος. Τον ενάγοντα τον γνώρισε τον Μάρτιο 2000. Το κυλικείο πωλούσε ποτά, αλμυρά, σάντουιτς, τσιγάρα και το μεσημέρι της Πέμπτης φαγητό. Ο εναγόμενος ήταν υπεύθυνος για το ταμείο. Η ίδια σέρβιρε ποτά και πολλές φορές έπαιρνε ποτά στον ενάγοντα καθώς και στα άτομα που ο ίδιος κερνούσε. Τις πλείστες φορές ο ενάγοντας της ζητούσε να πει στον εναγόμενο να γράφει τα ποτά στο λογαριασμό του. Πολύ λίγες ήταν οι φορές που την πλήρωσε. Ο εναγόμενος κρατούσε λογαριασμούς σε δεφτέρι. Η σύζυγος του εναγομένου δεν αντιμετώπισε οποιαδήποτε προβλήματα υγείας και ήταν πάντα στο πλευρό του συζύγου της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο εναγόμενος είχε ένα δεφτέρι που έγραφε τα οφειλόμενα. Γνωρίζει τον ενάγοντα, μιλούσαν. Σε υποβολή ότι δεν έπαιρνε πράγματα «βερεσιέ» απάντησε χαρακτηριστικά «και αν καμιά φορά με πλήρωνε ήμαρτον μου ο θεός μου έβκαλλε μια λίρα και κάποτε ήταν και τσαλακωμένη, τι να σου πω άλλο». Μετά το τέλος της μαρτυρίας οι συνήγοροι των 2 πλευρών αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους. Τις έχω θέσει υπόψη και θα σταθώ σ' αυτές στη συνέχεια, όπου κρίνω αναγκαίο. Πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι η προδικαστική ένσταση δεν προωθήθηκε μέσω της αγόρευσης του εναγομένου και θεωρώ συνεπώς ότι έχει εγκαταληφθεί. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και έχοντας προσεκτικά εξετάσει τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΕ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του διέπετο από γενικότητα και ασάφεια και κατ' επέκταση στερείτο πειστικότητας, παρουσίασε δε αντιφάσεις που την αποδυνάμωσαν. Επεξηγώ με ενδεικτική αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του. Κατ' αρχήν στερείτο πειστικότητας η θέση του κατά την κυρίως εξέταση του περί φιλικών του σχέσεων με την οικογένεια του εναγομένου. Πέραν του ότι από μόνη της η θέση ότι είχαν αναπτύξει φιλικές σχέσεις τέθηκε γενικά και μόνο με αναφορά στη μητέρα του και όχι στον ίδιο, κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ανέτρεψε τη θέση ότι η κόρη του εναγομένου και η ΜΥ2 ήταν «συνεχώς στο σπίτι του με τη μητέρα του» κάνοντας αναφορά σε 1-2 επισκέψεις τους, μόνο. Προσθέτω εδώ ότι τα όσα ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 περί φιλικών σχέσεων δεν υποβλήθηκαν στη ΜΕ2. Ξενίζει δε το γεγονός ότι όχι μόνο η θέση του περί ασθενείας της ΜΕ2 δεν υπεβλήθη στην ίδια αλλά ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τη φύση της ασθένειας παρά την κατά τη θέση του φιλική του σχέση αλλά και το ότι κατά τον ισχυρισμό του η εν λόγω ασθένεια αποτέλεσε το λόγο της αναγκαιότητας του δανείου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί εδώ ότι στερείτο πειστικότητας αφού δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική η θέση του ενάγοντα ότι (i)δάνεισε στον εναγόμενο ποσό ισάξιο του μισθού του (
  2. ii)ότι δεν διεκδίκησε το κατά τον ισχυρισμό του οφειλόμενο ποσό για 10 χρόνια, χωρίς λογική εξήγηση (iii) ότι ουδέποτε ο εναγόμενος «έδινε βερεσιέ». Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1. Η ΜΕ2 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Στη μαρτυρία της όμως δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα αφού από αυτήν δεν προκύπτει σαφώς ή καθόλου τι της ανέφερε ο εναγόμενος σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό χρέος του. Όσον αφορά το ΜΕ3 οφείλω να αναφέρω ότι η θέση του ότι επισκέφθηκε το σωματείο «Κυριάκος Μάτσης» το 2008-2009 ανατρέπεται από τη βεβαίωση του τεκμηρίου 7 η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι το συμβόλαιο του εναγομένου με το εν λόγω σωματείο έληξε το 2006. Πέραν τούτου η θέση του ότι γνώριζε τον εναγόμενο δεν συνάδει με τις αναφορές του σε καντινιέρη αντί στο όνομα του εναγομένου. Προσθέτω ότι θεωρώ άκρως απίθανο ο ΜΕ3 να θυμόταν επί λέξει τη συνομιλία στην οποία αναφέρθηκε με την πάροδο πολλών ετών. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο εναγόμενος που έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν συγκροτημένη και σαφής και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά την αντεξέταση του. Το ίδιο θεωρώ ισχύει και σε σχέση με τη μαρτυρία της ΜΥ2. Κρίνω σκόπιμο εδώ να σημειώσω ότι η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος δανείστηκε λεφτά λόγω προβλήματος υγείας της γυναίκας του δεν υπεβλήθη είτε στον εναγόμενο είτε στη σύζυγο του. Ούτε και τους υπεβλήθη η φιλική τους σχέση ή αντικρούστηκε η θέση τους ότι η σχέση τους δεν ήταν φιλική. Πέραν τούτου η υποβολή στον ΜΥ1 ότι το 2008 υποσχέθηκε στον ενάγοντα ότι θα του επέστρεφε τα λεφτά δεν συνάδει με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον μου. Και κάτι άλλο. Η θέση των ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι τηρείτο λογαριασμός σε δεφτέρι για τα εμπορεύματα που πωλούσε επί πιστώσει συνάδει πλήρως με τη λογική και την ανθρώπινη πείρα. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία τους. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία της ΜΥ3, η οποία μου έκανε εξαιρετική εντύπωση, χωρίς κανένα ενδοιασμό. Ήταν συνεπής και σαφής και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω σε ανάλογα ευρήματα. Στην ουσία προκύπτει ότι ο ενάγοντας έκδωσε επιταγή £1000 προς τον εναγόμενο για να καλύψει £650 που του όφειλε ο ενάγοντας για είδη καντίνας και £350 που ο ενάγοντας του ζήτησε και του έδωσε σε μετρητά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τι συνιστά δανεισμό είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, τον τύπο και την ουσία της συναλλαγής καθώς και τη θέση και σχέση των διαδίκων στο πλαίσιο της όλης εικόνας των γεγονότων (βλ. μεταξύ άλλων Donald McArthy Trading Pte Ltd and others v Pankaj

(2007)2 SLR 321). Δεν αμφισβητείται εδώ ότι τα λεφτά λήφθηκαν από τον εναγόμενο, αλλά το γεγονός ότι επρόκειτο για δάνειο. Στην παράγραφο 36-207 του συγγράμματος «Chitty on Contracts» 27th Ed. Volume II αναφέρεται: "If money is proved, or admitted, to have been paid by A to B, then in the absence of any circumstances suggesting a presumption of advancement, there is prima facie an obligation to repay the money; accordingly if B claims that the money was intended as a gift, the onus is on him to prove this fact". Στην αγγλική απόφαση Seldon v Davidson
(1968)2 All E.R 755 o L.J Willmer στην απόφαση του ανέφερε τα ακόλουθα: "Payment of the money having been admitted, prima facie that payment imported an obligation to repay in the absence of any circumstances tending to show anything in the nature of a presumption of advancement. This is not a case of farther and child, or husband and wife, or any other such blood relationship which could have given rise to a presumption of advancement. ......... In the absence of any such circumstances, money paid by the plaintiff in circumstances such as these is prima facie repayable on demand. If the defendant seeks to evade repayment of the money which was paid to him, it seems to me that the learned judge was right in placing the onus on him to prove the facts which he alleges show that the money was not repayable". Σ' ελεύθερη μετάφραση: «Όταν η καταβολή λεφτών είναι παραδεκτή, εκ πρώτης όψεως η συγκεκριμένη πληρωμή εισάγει την υποχρέωση της αποπληρωμής στην απουσία οποιονδήποτε περιστάσεων που να καταδεικνύουν το τεκμήριο της δωρεάς. Αυτή δεν είναι η περίπτωση πατέρα με τέκνου ή συζύγων ή οποιασδήποτε εξ αίματος συγγένειας που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει το τεκμήριο της δωρεάς. ............ Στην απουσία οποιονδήποτε τέτοιων περιστάσεων, λεφτά τα οποία πληρώθηκαν από τον ενάγοντα υπό περιστάσεις όπως αυτές είναι εκ πρώτης όψεως πληρωτέα με την ζήτηση. Εάν ο εναγόμενος σκοπεύει ν' αποφύγει την πληρωμή των λεφτών που του δόθηκαν, μου φαίνεται ότι ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής ορθά εναπόθεσε το βάρος απάνω του ν' αποδείξει τα γεγονότα που επικαλείται για να δείξει ότι τα λεφτά δεν ήταν αποπληρωτέα». Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι δάνεισε το επίδικο ποσό στον εναγόμενο ενώ ο εναγόμενος έχει αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι το ποσό των £1000 που πήρε από τον ενάγοντα δεν ήταν αποπληρωτέο αφού αφορούσε λεφτά που ο ενάγοντας του όφειλε. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).......... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.