← Κύπρος

Saven Enterprises Ltd ν. OAO Tomusinsky Open Pit Mine κ.α., Αρ. Αγωγής: 2680/2014, 30/4/2015

Saven Enterprises Ltd ν. OAO Tomusinsky Open Pit Mine κ.α., Αρ. Αγωγής: 2680/2014, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A175 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2680/2014 Μεταξύ: Saven Enterprises Ltd, British Virgin Isalnds Ενάγουσας v. 1. OAO Tomusinsky Open Pit Mine, Russian Federation 2. Calridge Ltd, Λευκωσία 3. Armolink Ltd, Λευκωσία 4. Bellasis Holdings Ltd, Λευκωσία 5. Igor Zyuzin, Russian Federation 6. Methol OOO, Russian Federation 7. Mechel OAO, Russian Federation 8. Mechel Mining OAO, Russian Federation 9. Management Company Mechel Mining OOO, Russian Federation 10. Southern Kuzbass Coal Company OAO, Russian Federation Εναγομένων Αίτηση εναγομένης 1 ημ. 26 Σεπτεμβρίου 2014 για παραμερισμό διατάγματος σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και για παραμερισμό αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 1 - Αιτήτρια: κ. Σ. Πίττας για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης για Άντης Τριανταφυλλίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει από τους εναγόμενους τα ακόλουθα:
  2. i)781.400.000 Δολάρια Αμερικής για συνωμοσία προς καταδολίευση της ενάγουσας και ή για εξαπάτηση και ή για δόλο και ή για ψευδείς παραστάσεις και ή ως χρήματα τα οποία οι εναγόμενοι οικειοποιήθηκαν παράνομα και ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό,
  3. ii)Επιπρόσθετα και ή διαζευκτικά, αποζημιώσεις και ή παραδειγματικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για συνωμοσία και ή δόλο και ή απάτη και ή ψευδείς παραστάσεις, iii) Επιπρόσθετα και ή διαζευκτικά, αποζημιώσεις για ζημιές και ή απώλεια κερδών που υπέστη η ενάγουσα συνεπεία των παράνομων πράξεων των εναγομένων,
  4. iv)Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το ποσό των 781.400.000 Δολαρίων Αμερικής έτυχε ιδιοποίησης και ή παράνομης κατακράτησης και ή παράνομης κατάσχεσης από τους εναγόμενους,
  5. v)Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα συνωμότησαν για να προκαλέσουν χρηματοπιστωτική και ή οικονομική δυσχέρεια και ή απώλεια στην ενάγουσα,
  6. vi)Διάταγμα και ή απόφαση του Δικαστηρίου για επιστροφή του ποσού των 781.400.000 Δολαρίων Αμερικής στην ενάγουσα, vii) Διάταγμα του Δικαστηρίου για απόδοση λογαριασμών από τους εναγόμενους για όλα τα χρήματα και ή κέρδη τα οποία έχουν παράνομα οικειοποιηθεί, viii) Διάταγμα του Δικαστηρίου για επιστροφή των εν λόγω ποσών,
  7. ix)Διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκάλυψη από τους εναγόμενους όλων των περιουσιακών τους στοιχείων,
  8. x)Διάταγμα και ή απόφαση του Δικαστηρίου για παγοποίηση και ή απαγόρευση αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων μέχρι ποσού 781.400.000 Δολαρίων Αμερικής μέχρι την έκδοση απόφασης και την καταβολή του εν λόγω ποσού στην ενάγουσα, και
  9. xi)Διάταγμα και ή απόφαση του Δικαστηρίου για απόδοση λογαριασμών αναφορικά με το ποσό των 781.400.000 Δολαρίων Αμερικής. Με την παρούσα Αίτηση η εναγομένη 1 ζητά διατάγματα του Δικαστηρίου ως ακολούθως: α) Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται το διάταγμα ημ. 23.5.14 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας, β) Άνευ βλάβης και ή διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται η αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, γ) Άνευ βλάβης και ή διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η αγωγή καθότι τα Ρωσικά Δικαστήρια είναι τα κατάλληλα να εκδικάσουν αυτή, δ) Άνευ βλάβης και ή διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η αγωγή λόγω κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας και ή λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου. Οι λόγοι ένστασης είναι: 1) H Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι, μεταξύ άλλων, περιέχει εκτενή νομική επιχειρηματολογία αντί να περιορίζεται σε γεγονότα, 2) Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, 3) Η αγωγή ορθώς έχει εγερθεί εναντίον των εναγομένων 2-4, 4) Οι αλλοδαποί εναγόμενοι είναι αναγκαίοι και απαραίτητοι διάδικοι στην αγωγή εναντίον των εναγομένων 2-4, 5) Τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι πλέον κατάλληλα να εκδικάσουν την επίδικη διαφορά, 6) Οι αγωγές στη Ρωσία αφορούν διαφορετικά αγώγιμα δικαιώματα άσχετα με το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα της παρούσας αγωγής και είναι μεταξύ διαφορετικών και ή άλλων διαδίκων, 7) Πλείστοι από τους αλλοδαπούς εναγόμενους δεν είναι καν διάδικοι στις Ρωσικές δικαστικές διαδικασίες, 8) Στις Ρωσικές δικαστικές διαδικασίες δεν απαιτούνται αποζημιώσεις για συνωμοσία εξ ου και οι πλείστοι των εναγομένων δεν είναι διάδικοι σε αυτές, 9) Στην παρούσα αγωγή δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου και ή lis alibi pendens, 10) Η ενάγουσα έχει καλή εκ πρώτης όψεως και συζητήσιμη υπόθεση, 11) Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα επίδικα αγώγιμα δικαιώματα είναι «διεθνή» και έλαβαν χώρα στην Κύπρο, 12) Η ενάγουσα δεν εμποδίζεται από του να καταχωρεί και να προωθεί την παρούσα αγωγή στην Κύπρο, 13) Στις Ρωσικές διαδικασίες επιζητείται η ακύρωση εταιρικών αποφάσεων, συμφωνιών προμηθειών άνθρακα και συμφωνιών δανείων, κάτι το οποίο δεν επιδιώκεται με την παρούσα αγωγή, 14) Η ενάγουσα δεν είναι ένοχη forum shopping, και 15) Οι εναγόμενοι έχουν αποδεχθεί ανεπιφύλακτα τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και δη του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόμοιες αιτήσεις καταχωρήθηκαν από τις εναγόμενες 2-4 και από τις εναγόμενες 6-10 αντίστοιχα. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών συμφώνησαν και ζήτησαν από το Δικαστήριο όπως εκδικαστεί πρώτη η Αίτηση που καταχωρήθηκε από την εναγομένη 1. Έτσι πρώτη ακούστηκε η παρούσα με γραπτές αγορεύσεις από τους δικηγόρους των δύο πλευρών. Στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του ο δικηγόρος της εναγομένης 1 ανέπτυξε με λεπτομέρεια όλα τα θέματα που αφορούν την παρούσα Αίτηση, διαδικαστικά και ουσιαστικά, με παραπομπή και σε σχετική νομολογία. Τα θέματα αυτά μπορούν να συνοψιστούν σε τίτλους ως εξής: (α) Πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων όπως προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, (β) Αγωγές και δικαστικά διαβήματα στα Ρωσικά Δικαστήρια για τα ίδια επίδικα θέματα και ή απαιτήσεις και ή ισχυριζόμενες αδικοπραξίες, (γ) Ισχυριζόμενη υποβολή εναγομένης 1 (όπως και των υπολοίπων εναγομένων) στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, (δ) Αίτημα για έκδοση διατάγματος ακύρωσης και ή παραμερισμού του διατάγματος ημ. 23.5.14 με το οποίο παραχωρήθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας: · Κανονικότητα ένορκης δήλωσης που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημ. 23.5.14 για άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας · Μη αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως καλού αγώγιμου δικαιώματος · Αγώγιμα δικαιώματα και ή απαιτήσεις εναντίον εναγομένων - Ανάλυση και βάρος απόδειξης τους · Αρχή αμφοτερόπλευρης αγωγιμότητας · Μη τήρηση προϋποθέσεων για έγερση παράγωγης αγωγής · Κανόνας αντανακλώμενης ζημιάς (ε) Έλλειψη δικαιοδοσίας Κυπριακών Δικαστηρίων · Μη απόδειξη του κανόνα της αμφοτερόπλευρης αγωγιμότητας για αστικά αδικήματα που έλαβαν χώρα στο εξωτερικό · Δικαιοδοσία εκδίκασης αστικών αδικημάτων με βάση το άρθρο 5.3 του ΕΚ 44/01 · Η αμφισβήτηση αποφάσεων των οργάνων της ενάγουσας 1 με βάση το άρθρο 22 του ΕΚ 44/01 εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Ρωσικών Δικαστηρίων (στ) Διάταγμα αναστολής δικαστικής διαδικασίας λόγω του ότι η Ρωσία είναι το κατάλληλο βήμα για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης (ζ) Έγερση παράγωγης αγωγής στην Κύπρο εκ μέρους αλλοδαπής εταιρείας (η) Κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας (θ) Δεδικασμένο (ι) Εκκρεμοδικία (Lis alibi pendens) Η αγόρευση του δικηγόρου της ενάγουσας ήταν πολύ πιο συνοπτική καθότι αυτή επικεντρώθηκε μόνο σε κάποια από τα θέματα που ήγειρε η πλευρά της εναγομένης 1. Ο κ. Τριανταφυλλίδης επεσήμανε ότι η παρούσα είναι παράγωγη αγωγή η οποία εγείρεται προς όφελος της εναγομένης 1 και επομένως δεν υφίσταται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Λόγω δε της φύσης της αγωγής η ενάγουσα είχε υποχρέωση να συνενώσει την εναγομένη 1. Ήταν επίσης η θέση του δικηγόρου της ενάγουσας ότι, κατ΄ επέκταση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, όλη η επιχειρηματολογία της αιτήτριας για έλλειψη δικαιοδοσίας, μη καταλληλότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων, κατάχρηση διαδικασίας, δεδικασμένο και lis alibi pendens είναι άσχετη με την αιτήτρια, εναντίον της οποίας δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα και αυτή (η επιχειρηματολογία) ενδεχομένως να μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο των αιτήσεων που καταχώρησαν οι εναγόμενες 2-4 και 6-10. Ο κ. Τριανταφυλλίδης εισηγήθηκε ότι εφόσον η Αίτηση αφορά μόνο την εναγομένη 1, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το ζήτημα της ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο αποτελεί αντικείμενο των αιτήσεων που αφορούν τις υπόλοιπες εναγόμενες και οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως διαφαίνεται από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης η πλευρά της αιτήτριας ήγειρε σωρεία ζητημάτων προς εξέταση, ενώ η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση θεωρεί ότι τα θέματα τα οποία μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτής είναι πολύ πιο περιορισμένα. Εν όψει αυτής της αντίθεσης των θέσεων των δύο πλευρών, το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο να ασχοληθεί με καθένα των θεμάτων κατά τη δέουσα σειρά όπως αυτά εγείρονται και πρέπει να εξεταστούν. Γι΄ αυτόν τον λόγο δεν κρίθηκε σκόπιμη η απαρχής παράθεση της νομικής βάσης της Αίτησης και της ένστασης και της μαρτυρίας που υποστηρίζει την καθεμιά αντίστοιχα. Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο και ορθότερο όπως κατά την εξέταση του κάθε θέματος παραθέτει και όλα τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του και αποτελούν τη βάση για την κατάληξη του. Αρχικά το Δικαστήριο οφείλει να αναφέρει ότι της παρούσας Αίτησης προηγήθηκε η καταχώρηση μονομερούς αίτησης από την εναγομένη 1 ημ. 17.9.14, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε αυθημερόν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο της επιτράπηκε να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και να λάβει δικαστικά διαβήματα για τον παραμερισμό του διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 23.5.14 και για τον παραμερισμό και ή την αναστολή της αγωγής. Πράγματι η εναγομένη 1 καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στις 17.9.14 και προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας λίγες μέρες αργότερα. Το πρώτο αιτητικό της υπό κρίση Αίτησης αφορά τον παραμερισμό του διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 23.5.14 με το οποίο δόθηκε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η άδεια δόθηκε στο πλαίσιο μονομερούς αίτησης της ενάγουσας ημ. 23.5.14 η οποία αφορούσε τους εναγόμενους 1 και 5-10. Η εν λόγω αίτηση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Λούκα Πασχαλίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την ενάγουσα. Η παρούσα Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Oleg Buiko, δικηγόρου στο Ρωσικό δικηγορικό γραφείο Egorov Puginsky Afanasiev & Partners, το οποίο εκπροσωπεί την εναγομένη 1 και τον όμιλο εταιρειών Mechel. Ο κ. Buiko είναι ένας από τους δικηγόρους του γραφείου που ανέλαβαν την εκπροσώπηση του ομίλου εταιρειών Mechel στις αγωγές τις οποίες η ενάγουσα καταχώρησε εναντίον τους στα Ρωσικά Δικαστήρια. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ο κ. Buiko υιοθετεί επίσης την ένορκη δήλωση στην οποία προέβη στο πλαίσιο της ένστασης των εναγομένων 2-5 ημ. 11.7.14 στην αίτηση της ενάγουσας ημ. 14.5.14 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ο κ. Buiko αναφέρεται στις ένορκες δηλώσεις του κ. Λ. Πασχαλίδη, του κ. Denis Rybakov και της κας Nadeshda Romanova ημ. 14.5.14, οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, καθώς επίσης στην ένορκη δήλωση του κ. Λ. Πασχαλίδη ημ. 23.5.14 που υποστηρίζει την αίτηση για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Ο κ. Buiko κάνει ειδική παραπομπή στις παρ. 6 και 7 της ένορκης δήλωσης του κ. Πασχαλίδη που συνοδεύει την αίτηση ημ. 23.5.14, στις οποίες ο τελευταίος συνοψίζει την απαίτηση της ενάγουσας προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί ύπαρξης καλού αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των εναγομένων και δη αναφορικά με τη συνωμοσία. Εδώ είναι το κατάλληλο στάδιο, εξ αφορμής αυτής της παραπομπής του κ. Buiko, να γίνει μία συνοπτική παράθεση της φύσης της απαίτησης της ενάγουσας, όπως βεβαίως εξάγεται μέσα από τις προαναφερόμενες παραγράφους της ένορκης δήλωσης του κ. Πασχαλίδη:

(1)Ολόκληρη η ποσότητα άνθρακα που παράγεται από την εναγομένη 1 πωλείται στην εναγομένη 10. Η εναγομένη 1 αγοράζει όλες τις υπηρεσίες της από την εναγομένη 10 χωρίς ανταγωνιστικές προσφορές. Παρόλο που η εναγομένη 10 είναι υπερχρεωμένη στην εναγομένη 1, εντούτοις η τελευταία δεν ασκεί οποιοδήποτε δικαίωμα συμψηφισμού των χρεών.
(2)Τέσσερις από τους πέντε συμβούλους της εναγομένης 1 έχουν διοριστεί από την εναγομένη 10 και πάντοτε ψηφίζουν υπέρ των συμφερόντων της τελευταίας. Τρεις από τους συμβούλους της εναγομένης 10 κατέχουν αξιώματα σε διαχειριστικά όργανα της εναγομένης 10.
(3)Οι συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 10 δεν διεξάγονται με τη δέουσα διαδικασία, αλλά αποτελούν μία τυπική διαδικασία αποδοχής αποφάσεων που προκαθορίζονται από την εναγομένη 10 και τον τελικό μέτοχο που την ελέγχει, τον εναγόμενο 5.
(4)Όλη η ποσότητα άνθρακα που πωλείται από την εναγομένη 1 στην εναγομένη 10 πωλείται σε τιμές πολύ χαμηλότερες των τιμών της αγοράς, με όρους και προϋποθέσεις που είναι δυσμενείς για την εναγομένη 1.
(5)Εδώ και δύο έτη η εναγομένη 10 δεν έχει πληρώσει την εναγομένη 1 για την προμήθεια άνθρακα. Η τελευταία δεν άσκησε το δικαίωμα που της παρέχει η Ρωσική νομοθεσία για επιβολή τόκου για μη εξοφληθέντα χρέη, και σύντομα εκπνέει η περίοδος δυνατότητας άσκησης τέτοιου δικαιώματος.
(6)Η εναγομένη 1 έχει παραχωρήσει πολυάριθμα χαμηλότοκα δάνεια εντός του ομίλου Mechel με επιτόκιο χαμηλότερο της αγοράς και χωρίς εξασφάλιση, χωρίς την έγκριση των μετόχων όπως απαιτείται από τη Ρωσική νομοθεσία.
(7)Το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης 1 υιοθέτησε ψήφισμα για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, κατόπιν οδηγίας της εναγομένης 10, το οποίο κρίθηκε από τα Ρωσικά Δικαστήρια ως παράνομο και οικονομικά μη δικαιολογημένο.
(8)Η εναγομένη 1 δεν έχει πληρώσει μερίσματα στους μετόχους της από το 2007.
(9)Η εναγομένη 1 έχει παραβιάσει τις υποχρεώσεις της για αποκάλυψη εταιρικών πληροφοριών δυνάμει της Ρωσικής νομοθεσίας.
(10)Η εναγομένη 1 διευθύνεται προς όφελος του ομίλου Mechel χωρίς να λαμβάνονται υπ΄ όψιν τα δικά της καλύτερα οικονομικά συμφέροντα. Η ιδιότητα εκάστου των εναγομένων και η σχέση μεταξύ τους αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Αυτή απεικονίζεται σε σχεδιάγραμμα το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Πασχαλίδη που συνοδεύει την ένσταση στην παρούσα Αίτηση, και το οποίο υιοθέτησε και η πλευρά της εναγομένης 1 στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. Συγκεκριμένα: (α) Η ενάγουσα κατέχει το 12,77% των μετοχών της εναγομένης 1 και το 10,19% μέσω κατ΄ ονομασία (nominee) εταιρείας. Η εναγομένη 10 κατέχει το υπόλοιπο 74,72% των μετοχών της εναγομένης
  1. (β) Η εναγομένη 8 κατέχει το 96.6% των μετοχών της εναγομένης
  2. Η εναγομένη 8 ανήκει εξ ολοκλήρου στην εναγομένη
  3. (γ) Η εναγομένη 7 κατέχει το 98,69% των μετοχών της εναγομένης
  4. Οι εναγόμενες 2,3 και 4 κατέχουν το 12,78%, 29,02% και 25,57% των μετοχών της εναγομένης 8 αντίστοιχα. Το υπόλοιπο 33,74% κατέχεται από άλλη εταιρεία (που δεν είναι εναγομένη). (δ) Η εναγομένη 3 ανήκει εξ ολοκλήρου στην εναγομένη
  5. (ε) Η εναγομένη 4 κατέχεται κατά 10% από την εναγομένη 2 και κατά 90% από την εναγομένη
  6. (στ) Η εναγομένη 2 ανήκει εξ ολοκλήρου στον εναγόμενο
  7. Είναι η θέση του κ. Buiko στην ένορκη του δήλωση ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της αίτησης ημ. 23.5.14 δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των εναγομένων 2-4, και επομένως αυτοί προστέθηκαν για να 'δημιουργήσουν' δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Η δε εναγομένη 1 δεν είναι απαραίτητο μέρος στην παρούσα αγωγή. Ο κ. Buiko ισχυρίζεται ακόμα ότι η έδρα των εναγομένων 2-4 στην Κύπρο και ο έλεγχος τους από τον εναγόμενο 5 δεν αποτελεί επαρκή μαρτυρία η οποία δείχνει συμμετοχή των εναγομένων 2-4 στη συνωμοσία εναντίον της ενάγουσας και της εναγομένης 1 και στα όσα καταλογίζονται στους εναγόμενους μέσω της παρ. 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Πασχαλίδη. Η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση απαντά στους πιο πάνω ισχυρισμούς της εναγομένης 1 μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Πασχαλίδη που συνοδεύει την ένσταση. Ο κ. Πασχαλίδης υιοθετεί επίσης προγενέστερη ένορκη του δήλωση και τις ένορκες δηλώσεις του κ. Denis Rybakov και της κας Nadeshda Romanova ημ. 14.5.14, οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, καθώς επίσης την ένορκη δήλωση του Andrey Zharsky ημ. 27.8.
  8. Ο κ. Πασχαλίδης αναφέρει ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται από την ενάγουσα υπό την προσωπική της ιδιότητα ως μέτοχος μειοψηφίας όσο και ως παράγωγη αγωγή εκ μέρους της εναγομένης 1 εναντίον των υπολοίπων εναγομένων συμπεριλαμβανομένης της εναγομένης
  9. Η τελευταία ανήκει στον όμιλο εταιρειών Mechel, του οποίου τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης είναι ο εναγόμενος
  10. Αυτός ελέγχει την εναγομένη 10 μέσω των εναγομένων εταιρειών 2, 3, 4, 6, 7, 8 και
  11. Ο κ. Πασχαλίδης ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το βασικό αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων 2-10 είναι συνωμοσία προς καταδολίευση τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγομένης
  12. Επομένως, είναι η θέση του ότι οι εναγόμενες 2-4 είτε ρητά είτε με τη συμπεριφορά τους συμφώνησαν με τις ενέργειες του εναγομένου 5 και της εναγομένης 10 για τις οποίες η ενάγουσα παραπονείται και ενήργησαν μαζί με τον εναγόμενο 5 για την υλοποίηση των κατ΄ ισχυρισμό παρανόμων αποφάσεων και ενεργειών. Συμπερασματικά ο κ. Πασχαλίδης καταλήγει ότι επειδή η εναγομένη 1 ελέγχεται μέσω Ρωσικών εταιρειών των οποίων οι ιδιοκτήτριες είναι οι εναγόμενες 2-4 οι οποίες ανήκουν στον εναγόμενο 5, οι εναγόμενες Κυπριακές εταιρείες είναι αναμεμειγμένες στις παράνομες ενέργειες των υπόλοιπων εναγομένων και αναπόσπαστο μέρος στη συνωμοσία και πρόκληση της ζημιάς των 781.400.000 Δολαρίων Αμερικής. Η Δ.2 Θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από τη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες των Θθ.1 και
  13. Η Δ.2 αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της Αίτησης και η Δ.6 Θθ.1 και 4 τόσο της Αίτησης όσο και της ένστασης. Στην υπόθεση S.P.P. Project Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 A.A.Δ. 762 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η Διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κατοίκου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος.» Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία επί του θέματος της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, εκείνο το οποίο πρέπει να καταδειχθεί είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1 (B) A.A.Δ. 995. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sekavin S.A. v. Ship Platon Ch'
(1987)1 C.L.R. 297: «.the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie case or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction.» Στο πλαίσιο αιτήσεων παραμερισμού της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το βάρος εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους του ενάγοντα να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση. Αυτό λέχθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1584. Κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd (ανωτέρω), Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.Α.Δ.
  1. Όπως ήδη αναφέρεται ανωτέρω η πλευρά της εναγομένης 1, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Buiko, παραπέμπει στις ένορκες δηλώσεις του κ. Λ. Πασχαλίδη, του κ. Denis Rybakov και της κας Nadeshda Romanova ημ. 14.5.14, οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, καθώς επίσης στην ένορκη δήλωση του κ. Λ. Πασχαλίδη ημ. 23.5.14 που υποστηρίζει την αίτηση για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Μάλιστα ο κ. Buiko, παραθέτει και στηρίζεται στο περιεχόμενο του συνόλου των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων για να προβάλει τις δικές του διαπιστώσεις αναφορικά με τη φύση της παρούσας αγωγής (παράγωγη και προσωπική), την ύπαρξη διάφορων δικαστικών διαδικασιών στη Ρωσία εναντίον κάποιων των εναγομένων για τα ίδια ή παρόμοια θέματα, ως επίσης και για το ότι τα επίδικα θέματα αφορούν διαφορές που προέκυψαν στη Ρωσία μεταξύ Ρώσων (των εναγομένων 1 και 10) και της ενάγουσας (με έδρα τα BVI). Με δεδομένη την αναφορά και στήριξη του κ. Buiko στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις εκ μέρους της ενάγουσας, είναι άξιο απορίας πώς στην αγόρευση του ο δικηγόρος της εναγομένης 1 εισηγήθηκε ότι ο κ. Πασχαλίδης δεν μπορεί να υιοθετεί τις ένορκες δηλώσεις τρίτων προσώπων παρά μόνο δικές του. Ο κ. Πίττας προέκτεινε το επιχείρημα του για να ισχυριστεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ΄ όψιν μόνο τα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις του κ. Πασχαλίδη ημ. 23.5.14 και 14.5.
  2. Η εισήγηση του δικηγόρου έρχεται σε αντίθεση με τη θέση της ίδιας της εναγομένης 1, η οποία επικαλείται και στηρίζει τα επιχειρήματα της σε όλες τις προαναφερόμενες ένορκες δηλώσεις. Από τη στιγμή που η εναγομένη 1 επέλεξε να περιλάβει τις εν λόγω ένορκες δηλώσεις στη μαρτυρία που αυτή παρουσίασε στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης την οποίαν αυτή υπέβαλε, τότε ο δικηγόρος της δεν μπορεί εκ των υστέρων να ζητά από το Δικαστήριο να μην ληφθούν υπ΄ όψιν. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, επί της ουσίας της η εν λόγω εισήγηση του δικηγόρου της εναγομένης 1 κρίνεται αβάσιμη. Είναι καθόλα επιτρεπτό και νομότυπο για έναν ενόρκως δηλούντα να υιοθετήσει προηγούμενη δική του ένορκη δήλωση. Επίσης δεν υπάρχει οτιδήποτε που να απαγορεύει σε ενόρκως δηλούντα να υιοθετήσει ως μέρος της δικής του ένορκης δήλωσης προγενέστερες ένορκες δηλώσεις άλλων προσώπων. Η Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιέχουν γεγονότα για τα οποία ο ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις από πληροφορίες για τις οποίες ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Στην υπόθεση C. T. Tobacco ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 853 τονίστηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.39 Θ.2 παρέχουν τη δυνατότητα παράθεσης εξ ακοής μαρτυρίας στις ένορκες δηλώσεις (σε ενδιάμεσες αιτήσεις) όχι μόνο σε αυτές που καταχωρούνται εκ μέρους τους αιτητή αλλά και σε εκείνες που καταχωρούνται εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση. Από τη στιγμή που σε ένορκη δήλωση ενδιάμεσης αίτησης ο ενόρκως δηλών μπορεί να αναφέρει γεγονότα από πληροφορίες αποκαλύπτοντας την πηγή αυτών, συμπεριλαμβανομένων δηλώσεων τρίτων προσώπων, τότε δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε διαφοροποίηση στην περίπτωση υιοθέτησης ένορκης δήλωσης άλλου προσώπου ως μέρος της δικής του. Η ένορκη δήλωση άλλου προσώπου η οποία, με την υιοθέτηση της, ενσωματώνεται και αποτελεί μέρος της δικής του ένορκης δήλωσης, βασικά καθίσταται εξ ακοής δήλωση που προέρχεται από τρίτο πρόσωπο με ταυτόχρονη αποκάλυψη της προέλευσης της. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τη μονομερή αίτηση ημ. 23.5.14 είναι αυτή του κ. Πασχαλίδη που τη συνοδεύει και οι προγενέστερες ένορκες δηλώσεις, τις οποίες ο κ. Πασχαλίδης ρητώς υιοθετεί, ήτοι τη δική του και αυτές του κ. Denis Rybakov και της κας Nadeshda Romanova (όλες ημ. 14.5.14), οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Όλες αυτές θα ληφθούν υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο στο πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος της εναγομένης 1 για παραμερισμό του διατάγματος για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, καθότι παραθέτουν το φάσμα των γεγονότων επί των οποίων η αίτηση ημ. 23.5.14 βασίζεται. Οι ισχυρισμοί του κ. Πασχαλίδη στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημ. 23.5.14 εκτίθενται ανωτέρω. Στην ένορκη του δήλωση ημ. 14.5.14 ο κ. Πασχαλίδης, μεταξύ άλλων, δίνει περιγραφή των διαδίκων, παραθέτει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και επεξηγεί τη φύση της απαίτησης της ενάγουσας. Στην παρ. 26, σελ. 10 της ένορκης του δήλωσης δηλώνει ρητώς ότι η ενάγουσα καταχωρεί την παρούσα αγωγή προσωπικά αλλά και ως παράγωγη αγωγή «για και εκ μέρους της ΤΟΡΜ για ανάκτηση των χρημάτων που της οφείλει και παρεμπόδιση της περαιτέρω μείωσης της αξίας της ΤΟΡΜ, δεδομένου ότι η ΤΟΡΜ δεν δύναται να ενεργήσει από μόνη της, εφόσον βρίσκεται υπό τον έλεγχο της SK και των άλλων Καθ΄ ων η Αίτηση για τους λόγους που επεξηγούνται στις ένορκες δηλώσεις της κας Romanova και του κου Rybakov.» Η κα Romanova, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 1, στη δική της ένορκη δήλωση προβαίνει σε εκτενή αναφορά στα γεγονότα που στοιχειοθετούν την επίδικη διαφορά και την απαίτηση της ενάγουσας. Ο κ. Rybakov, με τη σειρά του, είναι ο πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου 'Regionservice' και εκπροσωπεί την ενάγουσα σε διάφορες διαδικασίες ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων. Ο κ. Rybakov προβαίνει σε λεπτομερή παράθεση των γεγονότων από το 2007 τα οποία κατ΄ ισχυρισμόν καταδεικνύουν τη συνωμοσία προς εξαπάτηση της ενάγουσας, με ειδική αναφορά στις συναντήσεις του με τον όμιλο εταιρειών Mechel με σκοπό τη διευθέτηση των απαιτήσεων της ενάγουσας και με κατάληξη την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Στην παρ. 6, σελ. 3 της ένορκης του δήλωσης, ο κ. Rybakov αναφέρει ότι «Πέραν από τις άμεσες ενέργειες στις οποίες έχει προβεί η Αιτήτρια εναντίον των διαφόρων Καθ΄ ων η Αίτηση για συνωμοσία προς εξαπάτηση, η παρούσα αγωγή αποτελεί παράγωγη αγωγή που εγείρεται προς όφελος και εκ μέρους της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 - την εταιρεία OAO Tomusinsky Open Pit Mine ('TOPM') - από την Αιτήτρια - την Saven Enterprises Limited ('Saven') - που είναι μειοψηφούσα μέτοχος της ΤΟΡΜ και δεν έχει έλεγχο επί του Διοικητικού Συμβουλίου ('Συμβούλιο') της ΤΟΡΜ, τον τελικό έλεγχο του οποίου έχει ο κ. Igor Zyuzin, Καθ΄ ου η Αίτηση 5.» Είναι διάχυτο μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση ημ. 23.5.14 ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται από την ενάγουσα υπό την προσωπική της ιδιότητα, καθώς και ότι ταυτόχρονα αποτελεί παράγωγη αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Mammous κ.ά. v. Willstrop κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 90: «... παράγωγη είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικoπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)67 E. R. 189, λέγει ότι αν μία εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψεως είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Εντούτοις η εξαίρεση στον γενικό κανόνα επιτρέπει σε ένα μέτοχο να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας, εάν υπάρχει δόλος εναντίον της μειοψηφίας και οι υπεύθυνοι του δόλου ελέγχουν την εταιρεία. Σχετικές με τους κανόνες που διέπουν το θέμα στην Κύπρο είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θωμά κ.ά. v. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263 και Πιριλλής κ.ά. v. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136.» Στην υπόθεση Ανδρέας Χρίστου v. Zήνας Μήλλιου κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. 255/10, ημ. 13.6.13, γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Gower's Principles of Modern Company Law, 4η έκδοση, σελ. 651, όπου σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρονται τα εξής: «Η εταιρεία πρέπει να προστεθεί ως εναγόμενη στην αγωγή. Όπως, ήδη έχει υποδειχθεί, η εταιρεία είναι ο πραγματικός ενάγων και εάν απόφαση εις χρήμα επιτύχει εναντίον των πραγματικών εναγομένων - των αδικοπραγούντων διευθυντών ή των άλλων που έχουν τον έλεγχο της - αυτή θα είναι προς όφελος της εταιρείας και όχι προς όφελος του μετόχου που είναι κατ΄ όνομα ενάγων. Η εταιρεία δεν μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ενάγων καθ΄ ότι κανένα από τα όργανα της - το Διοικητικό Συμβούλιο και Γενική Συνέλευση - θα επέτρεπαν έγερση της αγωγής. Ως το επόμενο καλύτερο, το Δικαστήριο επιμένει όπως προστεθεί ως εναγόμενη. Εφ΄ όσον η εταιρία είναι διάδικος, απόφαση μπορεί να δοθεί προς όφελος της και οποιαδήποτε απόφαση στην υπόθεση γίνεται δεδικασμένο κατά το μέρος που αφορά την εταιρεία, εμποδίζοντας την να επαναφέρει νέα αγωγή για την ίδια αιτία, εάν στο μέλλον υπάρξει αλλαγή στον έλεγχο της.» Αναφορά γίνεται και στην αγγλική υπόθεση Spokes v. Grosvenor Hotel Co. Ltd. & others
(1897)2 Q.B. 124, στην οποία αποφασίστηκε ότι σε αυτής της φύσης αγωγές εάν η εταιρεία δεν προστεθεί ως εναγόμενη, η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει. Ο δικηγόρος της εναγομένης 1 στην αγόρευση του ισχυρίστηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έγερση παράγωγης αγωγής λόγω του ότι οι διευθυντές της εναγομένης 1 δεν είναι εναγόμενοι. Ήταν η θέση του ότι η ενάγουσα όφειλε να συνενώσει τους διευθυντές της εναγομένης 1 καθότι είναι μέσω αυτών που οι αδικοπραγήσαντες ελέγχουν την εναγομένη 1. Ο κ. Πίττας στηρίχθηκε στην υπόθεση Ιάκωβος Χειμωνίδης v. Investylia Public Co Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 1117. Η ερμηνεία την οποία δίδει όμως δεν με βρίσκει σύμφωνη. Στην εν λόγω υπόθεση δεν αποφασίστηκε ότι σε μία παράγωγη αγωγή πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι οι διευθυντές αυτής. Απλώς το Εφετείο επεσήμανε ότι για την έγερση παράγωγης αγωγής «θα πρέπει να γίνει κάποια πράξη εκ μέρους της εφεσίβλητης, εκ μέρους, δηλαδή, οποιουδήποτε οργάνου της εφεσίβλητης, π.χ. των διευθυντών της». Απέρριψε την έφεση καθότι στην εν λόγω υπόθεση δεν υπήρξε τέτοιος ισχυρισμός και αυτό ήταν «πρόδηλο και από το γεγονός ότι η αγωγή έχει εγερθεί εναντίον της εφεσίβλητης, μόνο, και όχι εναντίον π.χ. και των διευθυντών της ως συνεναγομένων.» Από την εν λόγω υπόθεση εξάγεται το συμπέρασμα ότι εν όψει της φύσης της παράγωγης αγωγής αυτή δεν μπορεί να στρέφεται εναντίον της εταιρείας μόνο, καθότι η όποια έκδοση απόφασης θα είναι προς το δικό της όφελος. Εναγόμενοι πρέπει να είναι και αυτοί οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τις ισχυριζόμενες ενέργειες της εταιρείας, και οι οποίοι μπορεί να είναι οι διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα που την ελέγχουν. Αυτή η ερμηνεία επιβεβαιώνεται και από το προαναφερόμενο απόσπασμα από το σύγγραμμα Gower's Principles of Modern Company Law (ανωτέρω) στο οποίο αναφέρεται ότι η παράγωγη αγωγή μπορεί να στραφεί εναντίον των αδικοπραγούντων διευθυντών ή ακόμα και «των άλλων που έχουν τον έλεγχο τους». Επιπρόσθετα ο δικηγόρος της εναγομένης 1 στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι για να επιτρέπεται η καταχώρηση παράγωγης αγωγής πρέπει το δίκαιο της χώρας ίδρυσης της αλλοδαπής (εναγομένης) εταιρείας να επιτρέπει την καταχώρηση αυτής. Ο κ. Πίττας ισχυρίστηκε ότι η πλευρά της ενάγουσας παρέλειψε να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία επί τούτου, και έτσι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει. Ο δικηγόρος της ενάγουσας στη δική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι αυτή η θέση έπρεπε να περιέχετο στην Αίτηση και η παράλειψη συμπερίληψης της εμποδίζει την εξέταση αυτής από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Αίτηση ορθώς περιέχει τις αιτούμενες θεραπείες, οι οποίες περιλαμβάνουν αιτητικό για παραμερισμό του διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 23.5.14 για το οποίο (διάταγμα) η ενάγουσα φέρει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης του. Η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη παράλειψη της ενάγουσας να πράξει τούτο δεν δημιουργεί υποχρέωση στην άλλη πλευρά (της αιτήτριας) να περιλάβει κάθε νομικό της ισχυρισμό στην Αίτηση ο οποίος μπορεί να αναφερθεί στο στάδιο της αγόρευσης του δικηγόρου της. Εκείνο το οποίο η πλευρά της αιτήτριας οφείλει να πράξει είναι να παραθέσει το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο βασίζει την Αίτηση και τις αιτούμενες θεραπείες, μέσω ένορκης δήλωσης, αναφορικά μόνο με γεγονότα για τα οποία φέρει το βάρος απόδειξης. Σχετική είναι η υπόθεση Λευκίδου v. Κανναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 528. Με άλλα λόγια κρίνεται ότι η εναγομένη 1 έχει κάθε δικαίωμα να προβάλει επιχειρήματα που αφορούν κενά τα οποία κατά τη γνώμη της παρατηρούνται στην Αίτηση από νομικής πλευράς. Ο κ. Πίττας επικαλέστηκε την υπόθεση Komanameni & Others v. Rolls Royce Industrial Power (India) Ltd & Others
(2002)1 W.L.R. 1269. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε παράγωγη αγωγή από τέσσερεις ενάγοντες, τρία φυσικά πρόσωπα (τα δύο με διαμονή την Ινδία και το ένα με διαμονή τις Η.Π.Α.) και μία εταιρεία ιδρυθείσα στον Μαυρίκιο. Αυτοί ήγειραν την αγωγή ως μέλη της Spectrum Power Generation Ltd, Ινδικής εταιρείας, την οποία πρόσθεσαν ως εναγομένη. Οι ενάγοντες είχαν εκ μέρους της εταιρείας απαίτηση εναντίον δύο Αγγλικών εταιρείων του ομίλου Rolls Royce, οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό δωροδόκησαν, μέσω μίας εταιρείας στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους, τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, Ινδό υπήκοο που διέμενε στην Ινδία, για την εξασφάλιση συμβολαίων ανέγερσης και συντήρησης ηλεκτρικού σταθμού στην Ινδία. Οι εναγόμενες υπέβαλαν αίτηση για παραμερισμό της διαταγής του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, για δήλωση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Αγγλικού Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή και για αναστολή της διαδικασίας λόγω του ότι το Αγγλικό Δικαστήριο δεν ήταν η κατάλληλη δικαιοδοσία (forum non conveniens) για την εκδίκαση αυτής. Η απόφαση είναι πρωτόδικου Δικαστηρίου (Chancery Division). Σύμφωνα με αυτή, το Δικαστήριο όφειλε να αποφασίσει επί των ακόλουθων τριών θεμάτων: «(
  1. a)Does the English court have jurisdiction in a derivative claim on behalf of a foreign company? (
  2. b)If so, what law applies to determine whether a derivative claim can be brought? (
  3. c)If there is jurisdiction, and the applicable law permits a derivative claim, how do forum non conveniens rules apply in the context of applications to stay proceedings or to set aside service outside the jurisdiction?» Το πρώτο θέμα αποφασίστηκε θετικά, κρίθηκε δηλαδή ότι το Αγγλικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάζει μία παράγωγη αγωγή η οποία εγείρεται από μετόχους εκ μέρους και για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας. Αναφορικά με το δεύτερο θέμα, αυτό τελικώς δεν αποτέλεσε αντικείμενο τελικής ετυμηγορίας από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην απόφαση: «In the present case, the important question of choice of law does not arise for decision, because there is no material difference between English law and Indian law. It is clear from the evidence, and the texts on Indian company law - see Ramalya, Guide to the Companies Act, 15th ed
(2001), pp 165 et seq- that the Indian courts follow English case law on the point and permit derivative actions based on the exceptions to the rule on Foss v Harbottle 2 Hare
  1. If it had arisen for decision I would have held that the law of the place of incorporation governs. The question of the applicable law is therefore not decisive for present purposes.» Με βάση το πιο πάνω απόσπασμα, το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση του δικηγόρου της ενάγουσας ότι το θέμα του εφαρμοστέου δικαίου δεν αποφασίστηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση και ότι η αναφορά στην επιλογή του δικαίου της χώρας ίδρυσης της αλλοδαπής (εναγομένης) εταιρείας αποτελεί obiter χωρίς δεσμευτική ισχύ. Αυτό άλλωστε αναγνωρίζεται και στο σύγγραμμα στο οποίο ο ίδιος ο δικηγόρος της εναγομένης 1 παρέπεμψε, Minority Shareholders Law, Practice and Procedure, 4η έκδοση, σελ. 81, παρ. 3.
  2. Όσον αφορά το τρίτο θέμα είναι αρκετό να λεχθεί ότι αποφασίστηκε πως η ορθή προσέγγιση είναι όπως τα Δικαστήρια της χώρας ίδρυσης είναι παρά πολύ πιθανόν να αποτελούν το κατάλληλο βήμα ('the appropriate forum'), όχι όμως σε τέτοιο βαθμό που να αποτελούν απαραίτητα το αποκλειστικό βήμα. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι «the courts of the place of incorporation will most invariably be the most appropriate forum for the resolution of the issues which relate to the existence of the right of shareholders to sue on behalf of the company». Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι η υπόθεση Komanameni & Others v. Rolls Royce Industrial Power (India) Ltd & Others (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην υπόθεση Craig Reeves v. Peter Allen Spercher and others
(2007)ΕWHC 117 (Ch), στην οποίαν επίσης παρέπεμψε ο κ. Πίττας. Πέραν του ότι πρόκειται και πάλι για πρωτόδικη απόφαση, σημειώνεται ότι το Δικαστήριο εκεί αναγνώρισε παρεμφερώς ότι το δίκαιο της χώρας ίδρυσης της αλλοδαπής (εναγομένης) εταιρείας (Nevis) επέτρεπε την καταχώρηση παράγωγων αγωγών, όμως βασικά υιοθέτησε την υπόθεση Komanameni όσον αφορά τη σημασία του δικαίου της χώρας ίδρυσης στον καθορισμό του κατάλληλου βήματος για την εκδίκαση της αγωγής. To Δικαστήριο θεωρεί ότι η υπόθεση Komanameni δεν αποτελεί αυθεντία ως προς το ότι για την έγερση παράγωγης αγωγής εκ μέρους αλλοδαπής εταιρείας θα πρέπει το δίκαιο της χώρας ίδρυσης να επιτρέπει την έγερση τέτοιας φύσης αγωγής. Η ουσία της πρωτόδικης αυτής απόφασης είναι η δικαιοδοσία εκδίκασης παράγωγης αγωγής που αφορά αλλοδαπή εταιρεία. Ο δικηγόρος της ενάγουσας επικαλέστηκε δύο υποθέσεις, μία του Αγγλικού και μία του Καναδέζικου Εφετείου, στις οποίες αποφασίστηκε ότι το θέμα της παράγωγης αγωγής κρίνεται και αποφασίζεται με βάση τον τόπο έγερσης της αγωγής και όχι με βάση το δίκαιο της χώρας ίδρυσης της αλλοδαπής (εναγομένης) εταιρείας. Η Αγγλική υπόθεση είναι η Heyting v. Dupont
(1964)2 All E. R. 273 την οποία υιοθέτησε η Καναδική υπόθεση Everest Canadian Properties Ltd v. CIBC World Markets Inc.
(2008)BCCA 276. H υπόθεση Heyting v. Dupont (ανωτέρω) αφορούσε αγωγή η οποία ηγέρθη από ένα μέτοχο ενεργώντας και εκ μέρους άλλων μετόχων εναντίον του ισχυριζόμενου μοναδικού διευθυντή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης του New Jersey, ο οποίος ήταν και ο μέτοχος πλειοψηφίας, για αποζημιώσεις για αδικοπραγία (misfeasance). Το ερώτημα το οποίο το Εφετείο κλήθηκε να αποφασίσει ήταν κατά πόσο η περίπτωση ενέπιπτε στις εξαιρέσεις του κανόνα της υπόθεσης Foss v. Harbottle. Το σχετικό απόσπασμα προέρχεται από τον Δικαστή Russell ο οποίος ανέφερε μόνο τα εξής: «I dare say that the rule in Foss v. Harbottle
(2)is a conception as unfamiliar in the Channel Islands as is the Clameur de Haro in the jurisdiction of England and Wales; but clearly this is a matter of procedure to be decided according to the law of this forum.» Το εν λόγω απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο στην υπόθεση Everest Canadian Properties Ltd v. CIBC World Markets Inc. (ανωτέρω). Η τελευταία υπόθεση και πάλι αφορούσε το θέμα του κατά πόσον η υπό κρίση αγωγή (ήτοι η φύση της επίδικης διαφοράς και της απαίτησης) ενέπιπτε εντός της εξαίρεσης του κανόνα της υπόθεσης Foss v. Harbottle. Μετά την παράθεση του πιο πάνω αποσπάσματος στην υπόθεση Heyting v. Dupont, η Δικαστής Newbury του Εφετείου της British Columbia προχώρησε να αναφέρει τα πιο κάτω: «Although this reasoning was questioned by one writer (see Anthony Boyle, 'A Liberal Approach to Foss v. Harbottle'
(1964)27 Mod. L. Rev. 603), the same author in later article ('The Shareholders' Derivative Action in the English Conflict of Laws'
(2000)Eur. Bus. L. Rev. 130) retreated from his previous position and agreed that '.. The principle of the company as the proper plaintiff (even if it rests upon the concept of corporate personality) should probably be regarded as procedural. Certainly the conditions that govern the rule of the derivative actions are procedural.' (At 131.) In Canada, although the matter is not free from doubt, the better view would appear to accord with Heyting v. Dupont. (See, e.g., Baniuk v. Carpenter (No. 2)
(1987)85 N.B.R.
(2d)385, at 393-4, 217 A.P.R. 385 (C.A.) and Teck Corp v. Millar [1973] 2 W.W.R. 385 at 388-9, 33 D.L.R.
(3d)288 (B.C.S.C.), at para. 13; cf. King v. On-Stream Natural Gas Management Inc. [1993] B.C.J. No. 1302 (S.C.) (QL) at para. 67.) Accordingly, the lex fori rather than the law of Maryland was properly applied to the question of whether Everest had standing to make its claims. This principle is not affected by the International Trusts Act, R.S.B.C. 1996, C. 237, Article 6 of which confirms that the law applicable to substantive questions concerning a trust, such as its validity, construction and administration, is the law chosen by the settlor, or failing a choice in the trust document with which the trust has the closest connection.» Αξίζει να σημειωθεί ότι η υπόθεση Heyting v. Dupont αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς στην υπόθεση Komanameni, όπου ο Δικαστής Collins είπε ότι «the application of English law as the lex fori is supported by a decision of the Court of Appeal, albeit a decision in which the point does not appear to have been taken, still less arisen in this decision». Ο Δικαστής μάλιστα αναφέρθηκε στο πιο πάνω απόσπασμα της Heyting v. Dupont επισημαίνοντας ότι στην εν λόγω υπόθεση δεν ηγέρθη θέμα δικαιοδοσίας ή επιλογής δικαίου (εξ ου και στην απουσία αυθεντίας στην Αγγλία παρέπεμψε σε σχετική νομολογία των Ηνωμένων Πολιτειών με βάση την οποία το δικαίωμα έγερσης παράγωγης αγωγής διέπεται από το δίκαιο της χώρας ίδρυσης της αλλοδαπής εταιρείας). Με κάθε σεβασμό προς την πιο πάνω απόφαση, το παρόν Δικαστήριο έχει διαφορετική άποψη. Πράγματι τόσο η υπόθεση Heyting v. Dupont όσο και η υπόθεση Everest Canadian Properties Ltd v. CIBC World Markets Inc. δεν ασχολήθηκαν άμεσα με το θέμα της δικαιοδοσίας, όμως ασχολήθηκαν με το θέμα του εφαρμοστέου δικαίου ως προς την εξέταση του κατά πόσον αλλοδαπή εταιρεία δύναται να καταστεί εναγομένη σε παράγωγη αγωγή. Και στις δύο υποθέσεις το Δικαστήριο προέβη στη διαπίστωση ότι οι προϋποθέσεις που διέπουν την έγερση παράγωγης αγωγής θεωρούνται καθαρά διαδικαστικές, και στη βάση αυτή εφάρμοσε το εθνικό δίκαιο (lex fori) για να αποφασιστεί το κατά πόσο οι ίδιοι οι ενάγοντες δικαιούνταν να εγείρουν τις απαιτήσεις τους σε παράγωγη αγωγή. Η θέση αυτή ενισχύεται και από την εξής παρατήρηση της Δικαστή Newbury στην υπόθεση Everest Canadian Properties Ltd v. CIBC World Markets Inc. πριν ακριβώς την αναφορά της στην υπόθεση Heyting v. Dupont: «Although the characterization of the rule in Foss v. Harbottle for conflicts of law purposes was not discussed by the court below, it is implicit in Ross J.΄s reasons and in counsel΄s arguments that the rule is a procedural one and that therefore the lex fori applies to determine a shareholder΄s standing to sue. This was the view taken in Heyting v. Dupont..» Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω και λαμβάνοντας υπ΄ όψιν το γεγονός ότι οι δύο τελευταίες υποθέσεις αφορούν αποφάσεις Εφετείου και προσφέρουν καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του κανόνα στην υπόθεση Foss v. Harbottle για σκοπούς επιλογής εφαρμοστέου δικαίου, το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί επίσης αυτή την προσέγγιση. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την εξαίρεση του κανόνα της υπόθεσης Foss v. Harbottle, ο οποίος αναγνωρίζεται και εφαρμόζεται στην Κύπρο, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει δικαίωμα να εγείρει την παρούσα παράγωγη αγωγή προς όφελος της εναγομένης 1 δεδομένου ότι εγείρει θέμα συνωμοσίας εξαπάτησης και δόλου εναντίον της μειοψηφίας με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στην εναγομένη 1 ύψους 781.400.000 Δολαρίων Αμερικής στην εναγομένη 1. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ανδρέας Χρίστου v. Zήνας Μήλλιου κ.ά. (ανωτέρω) και Burland v. Earle
(1902)AC
  1. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ακόμα και αν εφαρμοζόταν η εκφρασθείσα (στην υπόθεση Komanameni) θέση του Δικαστή Collins, στην προκειμένη περίπτωση τέθηκε μαρτυρία αναφορικά με την υπαρκτή δυνατότητα έγερσης παράγωγης αγωγής σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο. Αυτή προέρχεται από τον κ. Rybakov, στην ένορκη του δήλωση ημ. 14.5.14, στην οποία αναφέρεται στην ισχυριζόμενη συνωμοσία προς εξαπάτηση της ενάγουσας και στη φύση της παρούσας αγωγής ως παράγωγης η οποία εγείρεται προς όφελος και εκ μέρους της εναγομένης 1 από την ενάγουσα ως μέτοχος μειοψηφίας. Ο κ. Rybakov ρητώς αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του στον βαθμό που δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ζητημάτων που περιέχονται σε αυτή. Αναφορικά με την περιγραφή της φύσης της παρούσας (παράγωγης) αγωγής, ο κ. Rybakov δεν προβαίνει σε αναφορά στην πηγή της γνώσης του και επομένως τεκμαίρεται ότι αυτά προέρχονται από την προσωπική του γνώση. Εν όψει δε της επαγγελματικής ιδιότητας του, είναι αυτονόητο ότι τα όσα αναφέρει αφορούν το Ρωσικό δίκαιο και ως τέτοια παρέμειναν αναντίλεκτα. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης ημ. 23.5.14 ικανή να καταδείξει ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση άδειας του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας αναφορικά με την εναγομένη
  2. Η παρούσα αγωγή είναι παράγωγη αγωγή, η φύση και ο σκοπός της οποίας επεξηγούνται αναλυτικά πιο πάνω, και επομένως δεν τίθεται θέμα ύπαρξης ούτε αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της εναγομένης 1 ούτε και καλής εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης, πάντοτε αναφορικά με την εναγομένη
  3. Η προσθήκη της εναγομένης 1 καθίσταται επιβεβλημένη σε παράγωγη αγωγή και έτσι το θέμα της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης στην πραγματικότητα προκύπτει και αφορά τους υπόλοιπους εναγόμενους. Η πλευρά της αιτήτριας ήγειρε θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, μη καταλληλότητας αυτών να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, κατάχρησης της διαδικασίας, δεδικασμένου και lis alibi pendens. Εν όψει της φύσης της αγωγής εναντίον της εναγομένης 1, η οποία πρέπει απαραιτήτως να είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή, θεωρώ ότι και τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται ουσιαστικά δεν αφορούν την εναγομένη 1 αλλά τους υπόλοιπους εναγόμενους. Αυτοί μάλιστα έχουν ήδη καταχωρήσει παρόμοιας φύσης αιτήσεις, οι οποίες εκκρεμούν προς εκδίκαση στο πλαίσιο των οποίων θα εξεταστούν οι θέσεις τους. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι η έγερση παράγωγης αγωγής προϋποθέτει ενέργειες άλλων προσώπων (όπως δόλο) οι οποίες εμπίπτουν στις κατηγορίες που δικαιολογούν την απόκλιση από τον κανόνα της υπόθεσης Foss v. Harbottle. Θεωρώ όμως ότι η παρούσα Αίτηση αφορά μόνο την εναγομένη 1 και επομένως το πλαίσιο εξέτασης της (Αίτησης) περιορίζεται στην ίδια. Δεν θεωρώ ορθό όπως στο πλαίσιο της παρούσας ασχοληθώ με θέματα τα οποία βασικά αφορούν άλλους εναγόμενους, ιδιαίτερα πριν τους δοθεί το δικαίωμα να ακουστούν από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των αιτήσεων που τους αφορούν. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση του δικηγόρου της ενάγουσας ότι η θέση της εναγομένης 1 για έλλειψη δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της εναγομένης 1 - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της παρούσας αγωγής. (Υπ.) Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.