St. Vincent European General Partner Ltd κ.α. ν. Bruce Robinson κ.α., Αρ. Αγωγής: 4964/2013, 3/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4964/2013 Μεταξύ: 1. St. Vincent European General Partner Ltd, Isle of Man 2. St. Vincent Capital Ltd, Isle of Man 3. St. Vincent Commercial Finance Ltd, Isle of Man Εναγουσών v. 1. Bruce Robinson, Ηνωμένο Βασίλειο 2. Winterbourne PTE Ltd, Σιγκαπούρη 3. Samiya Enterprises Ltd, Κύπρος 4. PPL Winterbourne Ltd, Ηνωμένο Βασίλειο 5. John Leonard Clarke, Ηνωμένο Βασίλειο 6. Polad Ltd, Ηνωμένο Βασίλειο 7. Molyneux Investments Ltd, Ηνωμένο Βασίλειο 8. Thistle Aviation Ltd, Ηνωμένο Βασίλειο 9. Jenifer Copeland και Stephen Copeland, Ηνωμένο Βασίλειο 10. James Hoseason, Ηνωμένο Βασίλειο 11. David Toms, Ηνωμένο Βασίλειο 12. Alastair Nicholson, αποβιώσαντος διά του Διαχειριστή της περιουσίας 13. Timothy John De Borde, Ηνωμένο Βασίλειο 14. Haussman Developments Polska S.P.Z00, Πολωνία 15. Haussman Holdings Ltd, Λευκωσία 16. Μάριου Λαζάρου, Λευκωσία 17. Φίλιππου Φιλίππου, Λευκωσία 18. Χαράλαμπου Χ΄΄Γιάγκου, Λευκωσία 19. Cross Point Management SP, Πολωνία Εναγομένων Αίτηση ημ. 14 Μαρτίου 2014 για παραμερισμό του κλητηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας Ημερομηνία: 3 Απριλίου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 7, 9-11 και 13-18 - Αιτητές: κ. Γ. Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τις Ενάγουσες - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Π. Φιλίππου για Πολύκαρπος Φιλίππου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ζητείται ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος και ή της ειδοποίησης αυτού και της επίδοσης της ειδοποίησης καθώς και της επίδοσης του προσωρινού διατάγματος λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή και ή λόγω του ότι η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Περαιτέρω ζητείται ο παραμερισμός των διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημ. 13.8.13 και 21.8.13 με τα οποία επιτράπηκε η επίδοση του κλητηρίου, της ειδοποίησης αυτού και του προσωρινού διατάγματος εκτός δικαιοδοσίας, όπως επίσης ο παραμερισμός του προσωρινού διατάγματος ημ. 5.8.13. Για να γίνει αντιληπτό το πλαίσιο της παρούσας Αίτησης, κρίνω σκόπιμο στο παρόν στάδιο να παραθέσω τη φύση της απαίτησης των εναγόντων και το ιστορικό της διαδικασίας μέχρι την καταχώρηση της παρούσας, όπως αυτά προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Με βάση το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, οι ενάγοντες ζητούν αποζημιώσεις λόγω απάτης και ή συνωμοσίας και ή υπεξαίρεσης και ή ψευδών παραστάσεων και ή παράβασης συμφωνίας και ή δυνάμει δανείου και ή εμπιστεύματος. Επίσης οι ενάγοντες ζητούν αναγνωριστική δήλωση του Δικαστηρίου με την οποίαν: (
- i)οι ενάγουσες να αναγνωρίζονται ως οι νόμιμες δικαιούχοι των μετοχών της εναγομένης 15, (
- ii)η εναγομένη 15 να αναγνωρίζεται ως η νόμιμη δικαιούχος των μετοχών των εναγομένων 14 και 19, (iii) η εναγομένη 20 Samiya Enterprises Ltd (είναι προφανές ότι η αναγραφή του αριθμού 20 πρόκειται για τυπογραφικό λάθος και αναφέρεται στην εναγομένη 3) να αναγνωρίζεται ότι κατέχει τις μετοχές της εναγομένης 15 ως εμπιστευματοδόχος της ενάγουσας 1 και (
- iv)η εναγομένη 4 να αναγνωρίζεται ότι κατέχει τις μετοχές της εναγομένης 14 ως εμπιστευματοδόχος της εναγομένης 15. Περαιτέρω ζητούνται διατάγματα για (
- i)απόδοση λογαριασμού στις ενάγουσες αναφορικά με τη διαχείριση των μετοχών των εναγομένων 14, 15 και 19, (
- ii)μεταβίβαση των μετοχών της εναγομένης 15 στο όνομα της ενάγουσας 1 και (iii) μεταβίβαση των μετοχών των εναγομένων 14 και 19 στο όνομα της εναγομένης 15. Στις 5.8.13 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν ουσιαστικά η μεταβίβαση και ή αποξένωση και ή επιβάρυνση των μετοχών των εναγομένων 14 και 15. Με βάση δύο αιτήσεις εκ μέρους των εναγουσών, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διατάγματα ημ. 13.8.13 και 21.8.13 για παροχή άδειας επανασφράγισης του κλητηρίου εντάλματος και ή ειδοποίησης του κλητηρίου και του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος καθώς επίσης της επίδοσης αυτών εκτός δικαιοδοσίας σε όλους τους εναγόμενους πλην των εναγομένων 15-18, μέσω DHL ή Datapost στις αναγραφόμενες επί της αίτησης διευθύνσεις. Στο πλαίσιο της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, υπήρξαν για πρώτη φορά εμφανίσεις εκ μέρους των εναγομένων στις 28.8.13, και ειδικότερα για την εναγομένη 15 εμφανίστηκε η κα Κυπριανού και για τους εναγόμενους 16-18 ο κ. Γ. Χριστοδούλου. Από την επόμενη δικάσιμο (13.9.13) υπήρχε πλέον εμφάνιση ενός δικηγόρου για τους εναγόμενους 15-18 (του κ. Χρστοδούλου) ενώ στην αμέσως επόμενη δικάσιμο (3.10.13) υπήρξε εμφάνιση του ίδιου δικηγόρου και για τους εναγόμενους 7 και 13. Εν τω μεταξύ εκκρεμούσε το θέμα της επίδοσης στους υπόλοιπους εναγόμενους και επίσης απασχολούσε τον δικηγόρο των εναγομένων η ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας στην Πολωνία η οποία, κατά την άποψη του, πιθανόν να επηρέαζε την παρούσα. Έτσι η αίτηση οριζόταν για οδηγίες για να ξεκαθαρίσουν αυτά τα δύο ζητήματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 5.11.13 ο δικηγόρος των εναγομένων δήλωσε ότι δέχεται μόνο τις επιδόσεις που έγιναν αναφορικά με τους εναγόμενους για τους οποίους εμφανίζεται (ήτοι τους 7, 13 και 15-18). Η αίτηση ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 10.12.13, 20.1.14 και 12.2.14. Κατά την τελευταία ημερομηνία ο δικηγόρος των εναγομένων δήλωσε ότι, κατόπιν οδηγιών από κάποιους των εναγομένων για τους οποίους υπήρξε ισχυρισμός του δικηγόρου των εναγουσών ότι έγινε επίδοση, ο δικηγόρος προέβη σε έρευνα του φακέλου και διαπίστωσε ότι ουδέποτε τους έγινε επίδοση και έτσι τον εξουσιοδότησαν να προβεί στα αναγκαία μέτρα για παραμερισμό του κλητηρίου και αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων αλλά και της επίδοσης. Ακολούθησε αίτηση εκ μέρους των εναγομένων 7, 9 και 10-18 ημ. 5.3.14, δυνάμει της οποίας την ίδια μέρα δόθηκε άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και υποβάλουν αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και ή της ειδοποίησης αυτού και ή του προσωρινού διατάγματος ημ. 5.8.13 και ή της επίδοσης τους. Με την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης καταχωρήθηκε και η παρούσα Αίτηση (η οποία δεν προωθήθηκε από τον εναγόμενο 12 λόγω μεταγενέστερης αλλαγής του δικηγόρου του). Αυτή βασίζεται, μεταξύ άλλων, στις Δ.1, 2, 5, 5Α, 6, 9, 16, 27, 39, 48, 51, 59 και 64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 2, 21, 22, 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Ν. 14/60, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 14, που τη συνοδεύει. Αυτή περιστρέφεται γύρω από δύο άξονες, την επίδοση και τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Αναφορικά με το θέμα της επίδοσης, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι το όνομα της εναγομένης 14 είναι λανθασμένο στον τίτλο της αγωγής και ότι δεν της έγινε επίδοση των εγγράφων της αγωγής είτε μέσω του εναγομένου 1, είτε μέσω οποιουδήποτε αξιωματούχου ή υπαλλήλου της εταιρείας. Επίσης ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι η εναγομένη 14 έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους Λ. Παπαφιλίππου να προβούν σε έρευνα του φακέλου του Δικαστηρίου. Αυτοί εφοδίασαν τον εναγόμενο 1 με αποδεικτικό των Datapost - International Courier Services που δείχνει αποστολή εγγράφων χωρίς περιγραφή τους στην εναγομένη 14 σε κάποιον κ. Marcin Ferdyn και έγγραφο που εκτυπώθηκε μέσω internet από τους IPS Web Tracking που δείχνει επίδοση έναντι της υπογραφής κάποιου κ. Marcin Tomalaoso. O εναγόμενος 1 δεν γνωρίζει κανέναν με το τελευταίο όνομα, ενώ ο κ. Marcin Ferdyn διορίστηκε από το Δικαστήριο της Πολωνίας για να επιβλέπει τη διαδικασία εκκαθάρισης της εταιρείας, όμως δεν έχει εξουσία να ενεργεί εκ μέρους της εταιρείας και να λαμβάνει έγγραφα εκ μέρους της. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την αγωγή καθότι (α) Οι ενάγουσες δεν επικαλούνται οποιαδήποτε παραβίαση της συμφωνίας ενεχυρίασης των μετοχών, και (β) Η συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών είναι δευτερεύουσα συμφωνία μεταξύ των μερών. Επίσης, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο 1, το Δικαστήριο Εκκαθαρίσεων του Gliwice της Πολωνίας είναι το μοναδικό Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει επί οποιουδήποτε θέματος αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 14 από την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας εκκαθάρισης της στις 10.6.2011. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) H Αίτηση στερείται πραγματικού και νομικού υπόβαθρου. 2) H Αίτηση είναι κακόπιστη και ή καταχρηστική και υποβάλλεται με υπερβολική καθυστέρηση. 3) Οι αιτητές κωλύονται να αμφισβητούν την επίδοση και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. 4) Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την αγωγή καθότι οι εναγόμενοι έχουν αποδεχθεί τη δικαιοδοσία και ή κάποιοι από τους εναγόμενους διαμένουν στην Κύπρο και η συνένωση των υπόλοιπων εναγομένων είναι αναγκαία για την εκδίκαση της αγωγής. Η απαίτηση των εναγουσών αφορά συμφωνία η οποία δίνει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια και αφορά απαιτήσεις χρέους έναντι κυπριακής εταιρείας. Οι αδικοπραξίες είτε έλαβαν χώρα στην Κύπρο είτε το ζημιογόνο γεγονός έλαβε χώρα εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στην Κύπρο. 5) Η επίδοση του κλητηρίου και του προσωρινού διατάγματος έγιναν καθόλα νομότυπα και σύμφωνα με τα διατάγματα του Δικαστηρίου ημ. 13.8.13 και 21.8.13. Οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση για την αγωγή, το κλητήριο και το προσωρινό διάταγμα. 6) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει αναληθή και ή παραπλανητικά γεγονότα και ο ενόρκως δηλών παραλείπει να αναφέρει ουσιώδη γεγονότα. 7) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι αντικανονική και ή παράτυπη καθότι η μετάφραση της στην Ελληνική δεν επιδόθηκε στους καθ΄ ων η αίτηση. Η ένσταση έχει ουσιαστικά την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση με την προσθήκη του άρθρου 30 του Συντάγματος, των ΕΚ 1393/07 και ΕΚ 44/2001 και των αρχών φυσικής δικαιοσύνης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Simon Lees, διευθυντή των εναγουσών. Αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας, ο κ. Lees επαναλαμβάνει όσα περιέχονται στον τέταρτο λόγο ένστασης και ισχυρίζεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής διότι: (α) Οι εναγόμενοι 15-18 αποδέχθηκαν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων καθότι εμφανίστηκαν και έλαβαν μέρος στη διαδικασία χωρίς διαμαρτυρία. (β) Η εμφάνιση υπό διαμαρτυρία των εναγομένων 15-18 καταχωρήθηκε αφότου ορισμένοι εξ αυτών έλαβαν μέρος στη διαδικασία χωρίς διαμαρτυρία και εν πάση περιπτώσει πολύ καθυστερημένα. (γ) Η κύρια βάση αγωγής αφορά παράβαση της συμφωνίας ενεχυρίασης των μετοχών της εναγομένης 15, η οποία (συμφωνία) δεν είναι δευτερεύουσα. (δ) Η αγωγή δεν αφορά ακίνητα στην Πολωνία αλλά παραβάσεις συμφωνιών, αδικοπραξίες και δόλιες μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων κυπριακής εταιρείας. (ε) Η αγωγή αφορά δάνεια και χρέη πέραν των €6 εκατ. τα οποία οφείλονται από τους εναγόμενους 14, 15 και 19 προς τις ενάγουσες. Ο κ. Lees ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο εναγόμενος 1 αποκρύβει σωρεία γεγονότων από το Δικαστήριο και ειδικότερα τη σχέση του με τις εναγόμενες 14 και 15, τη σχέση των εναγομένων 14 και 19 με την εναγομένη 15, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 16-18 είναι διευθυντές της εναγομένης 15, τη σχέση του με τους εναγόμενους 2 και 4-12, και κυρίως τη γνώση του για την αγωγή και το προσωρινό διάταγμα. Ο κ. Lees αναφέρει ότι η επίδοση των εγγράφων στην παρούσα διαδικασία διέπεται από τον ΕΚ1393/07 και παραθέτει λεπτομέρειες αναφορικά με τις ενέργειες που έγιναν εκ μέρους των εναγουσών για επίδοση. Είναι ισχυρισμός του κ. Lees ότι όσοι εναγόμενοι αρνήθηκαν να λάβουν τα έγγραφα έλαβαν γνώση της φύσης τους από τους υπόλοιπους εναγόμενους και ότι η επίδοση έγινε νομότυπα και σύμφωνα με τα διατάγματα του Δικαστηρίου. Η δε επίδοση στον κ. Ferdyn για την εναγομένη 14 είναι καθόλα νομότυπη καθότι, σύμφωνα με το δίκαιο της Πολωνίας, αυτός αναλαμβάνει καθήκοντα σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις της εταιρείας και αναλαμβάνει όλα τα καθήκοντα των διευθυντών. Επίσης ο εναγόμενος 1, ως ο μοναδικός διευθυντής της εναγομένης 14, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν έγινε επίδοση στην εταιρεία από τη στιγμή που ο ίδιος έχει γνώση. Μάλιστα ο εναγόμενος 1 προέβη σε αλλαγή της διεύθυνσης της εταιρείας χωρίς να πληροφορήσει τις ενάγουσες. Τέλος, ο κ. Lees αναφέρει ότι η αναγραφή του ονόματος της εναγομένης 14 είναι καθαρά τυπογραφικό λάθος το οποίο μπορεί να διορθωθεί. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους των αιτητών, ο κ. Ευστάθιος Χριστοφίδης, δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές, αναφέρει ότι τα στοιχεία τα οποία ο κ. Lees ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύφθηκαν από τον εναγόμενο 1 μπορούν να εξακριβωθούν από δημόσια μητρώα και εν πάση περιπτώσει ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα διαδικασία. Ο κ. Χριστοφίδης επαναλαμβάνει τη θέση ότι ο κ. Ferdyn δεν έχει εξουσία να λαμβάνει έγγραφα εκ μέρους της εναγομένης 14, ότι η αλλαγή της διεύθυνσης έγινε καθόλα νομότυπα δύο χρόνια πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και ότι η λανθασμένη αναγραφή του ονόματος της εναγομένης 14 είναι ουσιαστικό και όχι τυπικό λάθος. Λόγω της διαδικασίας πτώχευσης της εναγομένης 14, ο ΕΚ 44/01 δεν τυγχάνει εφαρμογής και οι ενάγουσες δεν δικαιούνται να εγείρουν παράπονο σε σχέση με τις απαιτήσεις της εναγομένης 15 στη διαδικασία πτώχευσης καθότι δεν είναι μέτοχοι της τελευταίας. Τέλος, ο κ. Χριστοφίδης ισχυρίζεται ότι οι ενάγουσες δεν στηρίζουν την υπόθεση τους σε παράβαση της συμφωνίας ενεχυρίασης μετοχών και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οποιαδήποτε αδικοπραξία έλαβε χώρα στην Κύπρο. Η κα Αφροδίτη Χαραλαμπίδου, δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί τις ενάγουσες, προέβη σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση, στην οποία ουσιαστικά αρνείται τις θέσεις του κ. Χριστοφίδη και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Lees προσθέτοντας ότι ο κ. Ferdyn παρέλαβε τα έγγραφα εκ μέρους της εναγομένης 14 και τα παρουσίασε στη συνέλευση των πιστωτών της ημ. 10.9.13 στην οποία παρών ήταν και ο εναγόμενος 1. Όπως φαίνεται από το αιτητικό της παρούσας Αίτησης, εκείνο που ζητείται πρώτον είναι η ακύρωση και ή ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος και ή της ειδοποίησης αυτού. Το δεύτερο αιτητικό αφορά την ακύρωση και ή τον παραμερισμό της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου και ή του προσωρινού διατάγματος λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή κατάχρησης της διαδικασίας. Ακολουθεί αιτητικό για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό των διαταγμάτων ημ. 13.8.13 και 21.8.13 και ξεχωριστό αιτητικό για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό του προσωρινού διατάγματος. Παρόλο που στο πρώτο αιτητικό δεν εξειδικεύεται ο λόγος για τον οποίον αυτό ζητείται, εντούτοις αυτός αναφέρεται ρητώς στο δεύτερο αιτητικό, ήτοι η έλλειψη δικαιοδοσίας και ή η κατάχρηση της διαδικασίας. Ούτε και στα αιτητικά που ακολουθούν προβάλλεται κάποιος λόγος. Είναι όμως πρόδηλο ότι ο λόγος που περιέχεται στο δεύτερο αιτητικό αφορά και το πρώτο αιτητικό και ότι τα υπόλοιπα αιτητικά, εκτός του πρώτου, ζητούνται ως απότοκο και συνέπεια του πρώτου. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, στην οποία ο βασικός ισχυρισμός του εναγομένου 1 είναι η έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σε περίπτωση που αυτός γίνει δεκτός από το Δικαστήριο, τότε το κλητήριο και η ειδοποίηση αυτού ακυρώνονται και παραμερίζονται από το Δικαστήριο αλλά και η υπόλοιπη μετέπειτα διαδικασία στην παρούσα αγωγή, ήτοι οι επιδόσεις και όλα τα διατάγματα Δικαστηρίου, ταυτόχρονα συμπαρασύρεται με την ίδια κατάληξη. Επιπλέον, στην ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος 1 αμφισβητεί την ορθότητα της επίδοσης μόνον αναφορικά με την εναγομένη 14 για τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει πρώτα αυτό το θέμα και ακολούθως το θέμα της δικαιοδοσίας, καθότι το θέμα της επίδοσης επηρεάζει το κατά πόσον η εναγομένη 14 δύναται να εμφανίζεται περαιτέρω στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης και να προβάλλει επιπρόσθετους ισχυρισμούς (π.χ. έλλειψη δικαιοδοσίας). Πριν την εξέταση της ουσίας των εν λόγω ζητημάτων όμως, καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τον λόγο ένστασης ότι οι αιτητές κωλύονται να αμφισβητούν τόσο την επίδοση όσο και τη δικαιοδοσία. Επί αυτού, αρχικά επισημαίνω ότι ο κ. Lees στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 15-18 έχουν αποδεχθεί τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων καθότι εμφανίστηκαν και έλαβαν μέρος στη διαδικασία χωρίς διαμαρτυρία. Επίσης αναφέρει ότι η εμφάνιση υπό διαμαρτυρία όλων των αιτητών καταχωρήθηκε μετά που κάποιοι εξ αυτών είχαν ήδη λάβει μέρος στη διαδικασία χωρίς διαμαρτυρία και εν πάση περιπτώσει καταχώρησαν εμφάνιση πολύ καθυστερημένα αφότου έλαβαν γνώση της διαδικασίας. Επί τούτου παρατηρώ ότι η θέση του κ. Lees περί αρχικής εκπροσώπησης της εναγομένης 15 από το δικηγορικό γραφείο του κ. Ιωάννη Κληρίδη αφορά μόνο μία εμφάνιση κατά τις 28.8.13, ενώ από την επόμενη δικάσιμο υπήρξε η συνεχής εκπροσώπηση της από τον δικηγόρο κ. Γ. Χριστοδούλου. Κατά την πρώτη εμφάνιση εκ μέρους των εναγομένων 15-18 (στις 28.8.18) μέσω των δύο δικηγόρων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα, οδηγίες οι οποίες επαναλήφθηκαν και κατά την επόμενη δικάσιμο (13.9.13) όταν εμφανίστηκε πλέον ένας δικηγόρος για τους εν λόγω εναγόμενους. Την επομένη δικάσιμο (3.10.13) υπήρξε εμφάνιση μόνο για τους ίδιους εναγόμενους ενώ από τη μετέπειτα δικάσιμο μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης ημ. 5.3.14 ο κ. Χριστοδούλου εμφανιζόταν και για τους εναγόμενους 7 και 13. Στις εν λόγω δικασίμους, η πλευρά των εν λόγω εναγομένων έθετε το ζήτημα της εκκρεμότητας επίδοσης στους υπόλοιπους εναγόμενους και της δικαστικής διαδικασίας στην Πολωνία η οποία πιθανόν να επηρέαζε την παρούσα πριν καθορίσει τη δική της θέση. Γι΄ αυτό, από τις 3.10.13 και μετά η αίτηση για προσωρινό διάταγμα οριζόταν πλέον για οδηγίες χωρίς να δίνονται οδηγίες από το Δικαστήριο για την καταχώρηση ένστασης, μέχρι και τις 12.2.14 όταν για πρώτη φορά τέθηκε ξεκάθαρα το ζήτημα αμφισβήτησης από τους εν λόγω εναγόμενους τόσο της δικαιοδοσίας όσο και της επίδοσης. Μόνο με την καταχώρηση της αίτησης ημ. 5.3.14, προστέθηκαν και οι εναγόμενοι 9-11 εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο δικηγόρο. Με αυτά τα δεδομένα είναι άξιον απορίας πώς ο κ. Lees αναφέρεται μόνο στους εναγόμενους 15-18 (ότι εμφανίστηκαν και έλαβαν μέρος στη διαδικασία χωρίς διαμαρτυρία) ενώ αυτό, σύμφωνα πάντα με τον ίδιον, έπρεπε να ισχύει και για τους εναγόμενους 7 και 13. Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι άνευ σημασίας. Όπως επίσης η αρχική εμφάνιση άλλου δικηγόρου για την εναγομένη 15 ουδόλως διαφοροποιεί την όλη κατάσταση. Κρίνεται ότι η εμφάνιση αρχικά των εναγομένων 15-18 στο πλαίσιο της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το οποίο και αμφισβήτησαν, και ακολούθως των εναγομένων 7 και 13, υπό τις συνθήκες που αναφέρονται ανωτέρω δεν συνεπάγεται αυτόματα την αποδοχή είτε της επίδοσης είτε της δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, εφόσον η συμπεριφορά τους και τα όσα λέγονταν από τον δικηγόρο τους στην κάθε δικάσιμο ουδόλως έδειχναν με οποιονδήποτε τρόπο τέτοια αποδοχή εκ μέρους τους και δεν έλαβαν οποιοδήποτε άλλο μέτρο στη διαδικασία πριν τη χορήγηση άδειας από το Δικαστήριο για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και αίτησης για παραμερισμό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. 13/09, ημ. 27.3.12, Κοινοπραξία και/ή Συνδικάτο Ασφαλιστών ν. G.N. Ellinas Imports-Exports Ltd)
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1327 και Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 995. Επομένως η θέση εκ μέρους των εναγουσών περί αποδοχής της επίδοσης και δικαιοδοσίας από κάποιους των εναγομένων κρίνεται αβάσιμη. Ούτε και η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους τους από μόνη της ενέχει οποιαδήποτε σημασία. Άλλωστε, το ιστορικό της όλης διαδικασίας από την πρώτη εμφάνιση εκ μέρους των εναγομένων 15-18 (στις 28.8.12) μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης ημ. 5.3.14 ουδόλως καταδεικνύει εσκεμμένη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και στην αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας και της επίδοσης. Και τούτο για τον λόγο ότι υπήρχαν ήδη σε εκκρεμότητα τα θέματα της επίδοσης στους υπόλοιπους εναγόμενους και της δικαστικής διαδικασίας στην Πολωνία, θέματα τα οποία απασχολούσαν τον δικηγόρο των εναγομένων (με δήλωση του στο Δικαστήριο) πριν καταλήξει στη θέση του, όπως αυτή αναφέρθηκε στις 12.2.14, περί αμφισβήτησης και της επίδοσης και της δικαιοδοσίας. Μάλιστα, όπως ήδη επισημαίνεται, οι εναγόμενοι δεν προέβησαν σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα στη διαδικασία παρά μόνο στην υποβολή της αίτησης ημ. 5.3.14 και στην άμεση καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και λήψη μέτρων για ακύρωση και παραμερισμό σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν θεωρώ ότι η συμπεριφορά των εναγομένων είναι τέτοια που να υποδηλώνει ότι η όποια καθυστέρηση είναι αδικαιολόγητη ή τέτοια που να τους αποδίδει κακοπιστία. Καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν οι υποθέσεις Κοινοπραξία και/ή Συνδικάτο Ασφαλιστών κ.ά v. G. N. Ellinas Imports-Exports Ltd (ανωτέρω) και G. J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1 (Γ) A.A.Δ.
- Στην ένορκη δήλωση του ο κ. Lees επικαλείται επίσης κώλυμα του εναγομένου 1 να αμφισβητεί την επίδοση σε αυτόν προσωπικά και τη δικαιοδοσία από τη στιγμή που ο ίδιος δεν είναι εκ των αιτητών στην παρούσα Αίτηση και δεν καταχώρησε εμφάνιση είτε υπό διαμαρτυρία είτε άλλως πως. Θεωρώ ότι ο εναγόμενος 1 προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά εκ μέρους και για λογαριασμό άλλου (νομικού) προσώπου υπό την ιδιότητα του ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου αυτού, ήτοι της εναγομένης 14 (όπως αναφέρει και ρητώς ο ίδιος) που είναι μία εκ των αιτητών. Η εναγομένη 14 έχει κάθε δικαίωμα να εκπροσωπείται από ένα εκ των αξιωματούχων αυτής, και για τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας, δηλαδή την προσκόμιση μαρτυρίας προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η μαρτυρία αυτή προέρχεται από πρόσωπο που τυγχάνει να είναι και ο ίδιος εναγόμενος στην παρούσα αγωγή. Οι δύο ιδιότητες του εναγομένου 1 παραμένουν ξεχωριστές και είναι ηλίου φαεινότερο ότι το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση και απόφαση του επί της Αίτησης μόνον αναφορικά με τους αιτητές αυτής και όχι άλλους εναγόμενους. Επομένως ο εν λόγω ισχυρισμός εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση κρίνεται αβάσιμος. Ένας από τους λόγους ένστασης είναι η αντικανονικότητα και το παράτυπο της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 1 για τον λόγο ότι αυτή δεν επιδόθηκε στους καθ΄ ων η αίτηση μεταφρασμένη στην Ελληνική. Επί τούτου σημειώνω ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε στην Αγγλική χωρίς να υπάρχει μετάφραση αυτής στην Ελληνική. Θεωρώ ότι αυτή η καταχώρηση της ένορκης δήλωσης στην Αγγλική είναι καθόλα επιτρεπτή σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Επισήμων Γλωσσών Νόμου 1988, όπως τροποποιήθηκε, και ειδικότερα το άρθρο 5, σύμφωνα με το οποίο σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα και για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου, «έγγραφο» περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση. Από τη στιγμή δε, που η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση δεν ήγειρε θέμα μη κατανόησης του περιεχόμενου αυτής αλλά αντιθέτως προέβη και στην καταχώρηση ένστασης συνοδευόμενης από ένορκη δήλωση προς απάντηση αυτής, θεωρώ ότι το θέμα δεν έχει οποιαδήποτε σημασία και ουδόλως επηρεάζει το νομότυπο της εν λόγω ένορκης δήλωσης. Σχετική είναι η υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussen Ali Nasrat Abdallah κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. 69/11, ημ. 25.6.
- Αναφορικά με τον λόγο ένστασης περί απόκρυψης γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου εκ μέρους των αιτητών, θεωρώ ότι το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται σε περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί. Ακριβώς επειδή οι μονομερείς αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Σχετική είναι η υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ.
- Στην προκειμένη περίπτωση όμως η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε διά κλήσεως και επομένως η πλευρά των εναγουσών - καθ΄ ων η αίτηση είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις της αναφορικά με τα γεγονότα που η ίδια θεωρεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπ΄ οψιν πριν αποφασίσει επί της Αίτησης. Ως εκ τούτου δεν θεωρώ ότι τίθεται θέμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου και καταλήγω ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου για τη μη ύπαρξη κωλύματος εκ μέρους των εναγομένων, προχωρώ στην εξέταση της επίδοσης στην εναγομένη
- Αποτελεί κοινό έδαφος ότι το όνομα της εν λόγω εταιρείας αναγράφεται λανθασμένα τόσο στο σώμα του κλητηρίου εντάλματος όσο και σε όλα τα υπόλοιπα έγγραφα, καθώς και ότι η επίδοση σε αυτήν έγινε κατόπιν αιτήσεων των εναγουσών για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με βάση τον ΕΚ 1393/2007 (ο οποίος αφορά αστικές και εμπορικές υποθέσεις), δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν σχετικά διατάγματα του Δικαστηρίου. Η πλευρά των εναγουσών ισχυρίζεται ότι ο ΕΚ 1393/07 τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση και ότι το λάθος στο όνομα της εταιρείας είναι καθαρά τυπογραφικό και μπορεί να διορθωθεί. Αντίθετη είναι η θέση της εναγομένης 14, ότι δηλαδή ο εν λόγω Κανονισμός δεν εφαρμόζεται καθότι η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και η οποιαδήποτε απαίτηση έναντι αυτής μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης (που δεν αποτελεί αστικής ή εμπορικής φύσης υπόθεση) και ότι η λανθασμένη αναγραφή του ονόματος είναι ουσιαστική. Ειδικότερα για το θέμα του ονόματος της εταιρείας, ο εναγόμενος 1 στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι το όνομα αυτής είναι "HAUSSMANN DEVELOPMENTS POLSKA" Sp. z.o.o. w upadlosci ukladowej, ul. Rybnicka 127, 44-240 Zory, στην Πολωνική, σύμφωνα με το επίσημο αρχείο των εταιρειών της Πολωνίας (Τεκμήριο 1Α) και "HAUSSMANN DEVELOPMENTS POLSKA" Limited Liability Company in Settlement Bankruptcy (μετάφραση στην Αγγλική - Τεκμήριο 1Β). Ο κ. Lees, στη δική του ένορκη δήλωση, ισχυρίζεται ότι η παράλειψη αναγραφής ενός ακόμη "N" στο τέλος του ονόματος "HAUSSMAN" είναι τυπογραφικό λάθος το οποίο μπορεί να διορθωθεί ενώ η φράση "w upadlosci ukladowej" σημαίνει διακανονισμός πτώχευσης και δεν αποτελεί μέρος του ονόματος της εταιρείας αλλά απλή περιγραφή της κατάστασης της, ότι δηλαδή μπήκε σε καθεστώς διακανονισμού πτώχευσης από το
- Η πλευρά της εναγομένης 14 επανέρχεται στο θέμα και απαντά στη θέση των εναγουσών, μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Χριστοφίδη, ότι η φράση "w upadlosci ukladowej" «προστέθηκε στο όνομα της Εναγομένης 14 άμα την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης της ήτοι τον Απρίλιο του 2011 και αποτελεί σύμφωνα με το Πολωνικό Δίκαιο αναπόσπαστο μέρος της επωνυμίας της». Παρόλο που η πλευρά των εναγουσών, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Χαραλαμπίδου, αρνείται τον εν λόγω ισχυρισμό, εντούτοις αυτή η άρνηση παραμένει γενική και όχι τεκμηριωμένη, εφόσον η ίδια δεν κάνει οποιαδήποτε παραπομπή στο Πολωνικό δίκαιο επί του θέματος για να αντικρούσει τη θέση της εναγομένης
- Ανεξαρτήτως του κατά πόσον εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ο ΕΚ 1393/07, είναι πρόδηλο ότι από τη στιγμή που η πλευρά των εναγουσών στηρίζεται σε αυτόν για να προβεί σε επίδοση στην εναγομένη 14, η επίδοση θα πρέπει να γίνει με τον τρόπο που αναφέρεται στα διατάγματα του Δικαστηρίου και να είναι νομότυπη με βάση το Πολωνικό δίκαιο. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Sehn Dau κ.ά, Πολ. Εφέσεις αρ. Ε23/13 - Ε29/13, ημ. 13.9.
- Όπως έχει αποφασιστεί, το αλλοδαπό δίκαιο αποτελεί θέμα πραγματικό το οποίο πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία, κυρίως με τη γνώμη νομομαθούς. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις TLAIS ENTERPRISES LTD v. HER MAJESTY´S REVENUE & CUSTOMS (EX HER MAJESTY'S CUSTOMS AND EXCISE, Πολ. Έφεση αρ. 109/2009, ημ. 18.3.15, Sat Vision Ltd v. Interamerican Property and Casualty Insurance Co
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1811 και Bank of Scotland Ltd v. Geodrill Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 753. Από τη στιγμή που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι με βάση το Πολωνικό δίκαιο η αναγραφή του ονόματος της εναγομένης 14 είναι λανθασμένη και μάλιστα πρόκειται περί ουσιαστικού λάθους, τότε το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι αυτή η λανθασμένη αναγραφή είναι τυπικής φύσης και θεραπεύσιμη με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και στην περίπτωση αποδοχής της επίδοσης εκ μέρους της εταιρείας. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η συζήτηση του θέματος της επίδοσης με βάση τον εν λόγω Κανονισμό στην υπόθεση Alpha Bank (ανωτέρω), με γνώμονα την ουσία του θέματος και όχι "τυπολατρικές εισηγήσεις". Στην εν λόγω απόφαση το Εφετείο καθοδηγήθηκε από τον σκοπό και το πνεύμα του ΕΚ 1393/1007 και απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι τα έγγραφα που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας περιήλθαν σε γνώση των εφεσιβλήτων - εναγομένων, παρακάμποντας κάποιες τυπικές παραλείψεις και αφού ικανοποιήθηκε ότι δεν προκλήθηκε παραπλάνηση και επηρεασμός των δικαιωμάτων των εναγομένων. Θεωρώ ότι το θέμα που προκύπτει στην παρούσα περίπτωση είναι εντελώς διαφορετικό, αφορά την ουσία του θέματος, δηλαδή την ύπαρξη και ορθή περιγραφή του διαδίκου που ενάγεται και εναντίον του οποίου ζητείται θεραπεία και, σε περίπτωση επιτυχίας, τη λήψη μέτρων για ικανοποίηση της απόφασης. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ο ισχυρισμός των εναγουσών περί ύπαρξης γνώσης της εταιρείας για τα έγγραφα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο επίδοσης, είτε μέσω του εναγομένου 1 είτε μέσω του κ. Ferdyn, ακόμα και αν γινόταν δεκτός, δεν είναι ικανοποιητικός για να υπερπηδήσει το ουσιαστικό θέμα της λανθασμένης αναγραφής του ονόματος της εταιρείας. Ως εκ τούτου για τον λόγο και μόνο της λανθασμένης αναγραφής του ονόματος της εταιρείας στο κλητήριο ένταλμα και στα συνακόλουθα έγγραφα, θεωρώ ότι δεν έγινε και δεν μπορεί να γίνει κανονική και νομότυπη επίδοση σε αυτήν. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να μην μπει στον πειρασμό να επισημάνει απλώς την αναφορά στην παρ. 135 της έκθεσης απαίτησης των εναγουσών, η οποία καταχωρήθηκε στις 2.2.15, ότι το Δικαστήριο της Πολωνίας απέρριψε την εγγραφή της προειδοποίησης (caution) επί των τίτλων ιδιοκτησίας του επίδικου έργου Cross Point (το οποίο αφορά το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ημ. 5.8.13) κατόπιν έφεσης της εναγομένης 14 για τεχνικό λόγο. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά «Το όνομα της Εναγομένης 15 ενεγράφη ως "HAUSMANN" αντί "HAUSSMANN". Δηλαδή αντί να γραφτεί με δύο "S", γράφτηκε με ένα "S". Στην Πολωνία δεν υπάρχει δυνατότητα διόρθωσης λανθασμένης περιγραφής ("misnomer").» Με δεδομένη αυτή την κατάληξη του παρόντος Δικαστηρίου, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων αμφισβήτησης της επίδοσης, π.χ. στον κ. Ferdyn ή μέσω της γνώσης του εναγομένου 1 για την εταιρεία. Αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι, παρόλο που αυτό μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις είναι ορθό να επιλύεται το συντομότερο δυνατόν. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 και Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 C.L.R. 566. Στην υπόθεση Μούρτζινος v. Global Cruises SA.
(1992)1 (Β) A.A.Δ. 1160 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το τι λαμβάνεται υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο κατά την εξέταση θέματος δικαιοδοσίας: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank ν. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD, v.United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059.» Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε το θέμα της δικαιοδοσίας με βάση μόνο τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ενώ η έκθεση απαίτησης δεν είχε ακόμη καταχωρηθεί. Το Εφετείο έκρινε λανθασμένο αυτόν τον χειρισμό για τον λόγο ότι η γενική οπισθογράφηση περιείχε περιορισμένο υλικό που καθιστούσε την εξέταση του ζητήματος σε εκείνο το στάδιο πρόωρη. Τονίστηκε ότι είναι ανάλογα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης που είτε οι εναγόμενοι είτε το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα θα κρίνουν κατά πόσο δημιουργείται ζήτημα ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Sevegep Ltd v.United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να εξετάζει το θέμα της δικαιοδοσίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και σε εκείνη την περίπτωση αποφασίστηκε με βάση την έκθεση απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε πριν την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των αιτητών στην επιχειρηματολογία του για το θέμα της δικαιοδοσίας περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις του κ. Lees που συνοδεύουν την αίτηση για προσωρινό διάταγμα και την ένσταση. Ουδεμία αναφορά έκανε στην έκθεση απαίτησης προφανώς για τον λόγο ότι αυτή δεν ήταν εις γνώση του. Ομολογουμένως οι ένορκες δηλώσεις του κ. Lees παρουσιάζουν κάποια δυσκολία ως προς την κατανόηση τους λόγω του τρόπου διατύπωσης τους, ήτοι τη μη χρονική παράθεση γεγονότων και τον ασαφή προσδιορισμό των ενεργειών των εναγομένων, όπως το από ποιους εναγόμενους προέρχονται και πώς αυτές οι ενέργειες σχετίζονται με τις αιτούμενες θεραπείες. Με βάση το περιεχόμενο των δύο αυτών ενόρκων δηλώσεων είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να αντιληφθεί κανείς με ακρίβεια ποια είναι εκείνη η συμπεριφορά των εναγομένων και σε ποιους εξ αυτών αποδίδεται ούτως ώστε να διαφανούν οι ισχυρισμοί των εναγουσών και κατ΄ επέκταση η φύση και η βάση της απαίτησης τους εναντίον των εναγομένων-αιτητών. Όμως κατά την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο οφείλει να ανατρέξει στην έκθεση απαίτησης, η οποία είναι κάπως πιο διαφωτιστική. Για τους σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, το Δικαστήριο θα περιοριστεί στα γεγονότα που αφορούν τους εναγόμενους-αιτητές, καθότι αυτή κρίνεται σε σχέση με αυτούς, και η οποιαδήποτε αναφορά σε άλλους εναγόμενους γίνεται μόνο όπου αυτό κρίνεται αναπόφευκτο και αναγκαίο για σκοπούς έκθεσης των γεγονότων. Αρχικά επισημαίνω ότι η υπογραφή της συμφωνίας ενεχυρίασης των μετοχών της εναγομένης 15 (στην οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω) αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Είναι επίσης παραδεκτό ότι αυτή η συμφωνία ακολούθησε μία σειρά συμφωνιών μεταξύ διαδίκων στην παρούσα αγωγή με σκοπό την απόκτηση των μετοχών της εναγομένης 15 από την ενάγουσα
- Ειδικότερα, με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση και την ένσταση αλλά και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Lees που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, προκύπτει το ακόλουθο κοινό υπόβαθρο γεγονότων: 1) Στις 8.8.06 υπεγράφη η πρώτη συμφωνία με την οποία η ενάγουσα 1 απέκτησε το 60% των μετοχών της εναγομένης 15 (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του κ. Lees που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος). 2) Στις 12.10.07 υπεγράφη δεύτερη συμφωνία με την οποία η ενάγουσα 1 θα αποκτούσε το υπόλοιπο 40% των μετοχών της εναγομένης 15 έναντι ανάληψης εξόφλησης των δανείων της τελευταίας (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1). 3) Την 1.2.08 υπεγράφη τρίτη συμφωνία (σύμβαση ανάληψης) με την οποία δόθηκε παράταση χρόνου αποπληρωμής στην ενάγουσα 1, η οποία ανέλαβε την αποπληρωμή συγκεκριμένων υποχρεώσεων των εναγομένων 14 και 15 με εξασφάλιση την υποθήκευση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 14 (Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του κ. Lees που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος). 4) Στις 13.4.10 υπεγράφη τέταρτη συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας 1 και των εναγομένων 1, 2, 6-12, 14, 15 και 19 η οποία προέβλεπε τη σύσταση ενεχύρου επί των μετοχών των εναγομένων 14, 15 και 19 (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1). 5) Στις 17.12.10 υπογράφηκε η προαναφερόμενη πέμπτη συμφωνία για την ενεχυρίαση των μετοχών της εναγομένης 15 (Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1). Όλες οι πιο πάνω συμφωνίες προέβλεπαν ότι αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Αγγλικά Δικαστήρια και ότι εφαρμόζεται το Αγγλικό δίκαιο, πλην της συμφωνίας για ενεχυρίαση των μετοχών η οποία προνοεί για αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια και για εφαρμογή του Κυπριακού δικαίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, οι ισχυρισμοί των εναγουσών είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η ενάγουσα 1 είναι θυγατρική της εταιρείας Minerve Ltd (η οποία είναι θυγατρική της εταιρείας St Vincent Group Ltd) και ιδρύθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως όχημα για επένδυση στη γη, Cross Point, στην οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω. 2) Οι ενάγουσες 2 και 3 είναι θυγατρικές εταιρείας της St Vincent Group Ltd. 3) Περαιτέρω ιδρύθηκε ο συνεταιρισμός St. Vincent (Cross Point) LP με την ενάγουσα 1 και αποτελεί συλλογικό επενδυτικό κεφάλαιο. 4) Ο εναγόμενος 1 είναι ο ιδιοκτήτης και ή διευθυντής των εναγομένων 2 και 4 και συμπεριφερόταν ως αντιπρόσωπος των εναγομένων 5-13 και ως ο ιδιοκτήτης και διευθυντής των εναγομένων 14 και
- Αυτός στην πραγματικότητα λάμβανε τις αποφάσεις και είναι ο ιθύνων νους της απάτης εις βάρος των εναγουσών. 5) Η εναγομένη 2 είναι μέτοχος της εναγομένης
- 6) Η εναγομένη 4 είναι η μόνη εγγεγραμμένη μέτοχος της εναγομένης
- 7) Η εναγομένη 7 είναι επενδυτής και ή πιστωτής των εναγομένων 14 και ή 15, ενώ οι εναγόμενοι 9-11 και 13 επενδυτές και ή πιστωτές της εναγομένης
- 8) Η εναγομένη 14 είναι δικαιούχος μεγάλης έκτασης γης για ανάπτυξη στην Πολωνία, γνωστό ως έργο ανάπτυξης "Cross Point" (εφεξής καλούμενο "CP"). 9) Η εναγομένη 19 παρείχε και οργάνωσε την επάνδρωση που απαιτείται για τη διαχείριση της εν λόγω περιουσίας της εναγομένης
- 10) Η εναγομένη 15 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν η μοναδική μέτοχος και ιδιοκτήτρια των εναγομένων 14 και
- 11) Οι εναγόμενοι 1 και16-18 είναι διευθυντές της εναγομένης
- 12) Το 2006 ο εναγόμενος 7 και ο κ. Colin Molineux εκ μέρους της εναγομένης 13 εξήγησαν στον κ. Lees την στρατηγική και τον τρόπο ανάπτυξης του CP το οποίο διηύθυναν οι εναγόμενοι 1 και
- Αφού οι ενάγουσες συμφώνησαν να επενδύσουν το ποσό των €4,300,000.00 στο εν λόγω έργο συνήφθη η πρώτη συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας 1 και των εναγομένων 2, 6, 13 και 15 δυνάμει της οποίας η ενάγουσα 1 θα πλήρωνε το εν λόγω ποσό σταδιακά και με την αποπληρωμή του θα αποκτούσε το 60% των μετοχών της εναγομένης
- 13) Δυνάμει της πρώτης συμφωνίας η ενάγουσα 2 παραχώρησε στην ενάγουσα 1 τα δικαιώματα της από το δάνειο προς την εναγομένη
- 14) Λόγω οικονομικής αδυναμίας ανάπτυξης του έργου, σε αντίθεση με τις παραστάσεις των εναγομένων 7 και 13, αποφασίστηκε όπως η ενάγουσα 1 αναλάβει τη διαχείριση του έργου, αποκτήσει το εναπομείναν 40% της εναγομένης 15 και αποπληρώσει τους πιστωτές της τελευταίας. 15) Έτσι υπεγράφη η δεύτερη συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας 1 και των εναγομένων 1,2 και 6-13, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα 1 ανέλαβε την υποχρέωση να ξοφλήσει τα ομόλογα δανείου της εναγομένης 15 τα οποία κατείχαν οι εναγόμενοι 1, 2, και 6-13, και τα οποία οι τελευταίοι εκχώρησαν προς την ενάγουσα 1 όπως επίσης εκχώρησαν και τις απαιτήσεις τους. 16) Με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας η ενάγουσα 1 ανέλαβε τη διαχείριση των εταιρειών και του έργου στην Πολωνία, προβαίνοντας σε πολλές εργασίες και έξοδα για το έργο. Επίσης αντικατέστησε τα διοικητικά συμβούλια των εναγομένων 14 και
- 17) Επειδή οι ενάγουσες δεν είχαν χρήματα να εξοφλήσουν το τίμημα αγοράς του 40%, ο εναγόμενος 1, ως αντιπρόσωπος των εναγομένων που κατείχαν αυτό το ποσοστό, πρότεινε στις ενάγουσες τη μεταβίβαση του 40% ώστε να ολοκληρωθεί η δεύτερη συμφωνία έναντι εξασφάλισης εξόφλησης των ομολόγων δανείων που είχαν ο ίδιος και οι εναγόμενοι συνεργάτες τους. Η εξόφληση του χρέους από τις ενάγουσες προς τους εναγόμενους θα αναβάλλετο μέχρι την εξασφάλιση χρημάτων. 18) Βασιζόμενη στις παραστάσεις του εναγομένου 1, η ενάγουσα συνήψε την τρίτη συμφωνία με τους εναγόμενους 1 και 6-12, έναντι ανάληψης από την ενάγουσα 1 εξόφλησης των δανείων και των ομολόγων δανείων των εν λόγω εναγομένων. 19) Παρά τα προβλήματα ρευστότητας οι ενάγουσες, βασιζόμενες στις παραστάσεις των εναγομένων, συνέχισαν να χρηματοδοτούν το έργο, ενώ οι εναγόμενοι 1, 2 και 6-12 υπόσχονταν ότι η ημερομηνία αποπληρωμής των ομολόγων και των δανείων θα αναβάλλετο μέχρι την κερδοφορία του έργου όταν και οι οφειλές των εναγομένων θα πληρώνονταν από τα κέρδη. Έτσι οι εναγόμενοι κωλύονται εξ υποσχέσεως να διεκδικούν τα συμβατικά τους δικαιώματα σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής. 20) Οι ενάγουσες συνέχισαν τη χρηματοδότηση του έργου και οι εναγόμενοι μετέθεταν την ημερομηνία αποπληρωμής των χρεών των εναγομένων. 21) Το 2009 οι ενάγουσες συμφώνησαν την ενοικίαση μέρους της ανάπτυξης στην κορεάτικη εταιρεία Korea Fuel-Tech Polska Spz00 (εφεξής καλουμένη "KFTP"), χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη των εναγομένων. 22) Τον Μάρτιο του 2010 ο εναγόμενος 1 πληροφόρησε τον κ. Lees ότι θα συμφωνούσε να παραχωρήσει τον απαραίτητο χρόνο στις ενάγουσες για εξόφληση έναντι της ενεχυρίασης από την ενάγουσα 1 των μετοχών της και αυτές των εταιρειών εναγομένων 14, 15 και 19 ως εξασφάλιση για την αγορά του 40% και την εξόφληση των ομολόγων δανείου των εναγομένων 1, 2 και 6-
- 23) Ο εναγόμενος 1 προσωπικά και εκ μέρους των εναγομένων 2 και 6-12 άσκησαν εκβιασμό και πίεση στις ενάγουσες και τις εξανάγκασαν να δεχθούν να ενεχυριάσουν τις μετοχές των εναγομένων 14, 15, και 19, απειλώντας τους ότι αν δεν δέχονταν θα εξασκούσαν τα δικαιώματα τους από την εξασφάλιση της υποθήκης επί της επίδικης ανάπτυξης. Λεπτομέρειες του εκβιασμού, του εξαναγκασμού και των απειλών παρατίθενται στην παρ.
- Έτσι υπεγράφη η πολυμερής τέταρτη συμφωνία, σε συνέχεια της οποίας υπεγράφη η πέμπτη συμφωνία. 24) Η ενάγουσα 1 διαπραγματεύτηκε με τρίτη εταιρεία για τη σύναψη κοινοπραξίας για την ανάπτυξη του έργου και τη συνακόλουθη εξόφληση των ομολόγων και των εμπορικών πιστωτών του έργου. Ο εναγόμενος 1 ξαφνικά διέκοψε τις διαπραγματεύσεις μεταξύ τους και τις συνέχισε ο ίδιος με την εν λόγω τρίτη εταιρεία. 25) Ενώ ο χρόνος εκπλήρωσης των χρηματικών υποχρεώσεων της ενάγουσας 1 παρατείνετο επανειλημμένα από τους εναγόμενους κατ΄ εφαρμογή της (δεύτερης) συμφωνίας για κυλιόμενη αποπληρωμή, η συμπεριφορά του εναγομένου 1 άλλαξε όταν αυτός διαπίστωσε ότι η ανάπτυξη του έργου είχε τεράστιες προοπτικές κερδοφορίας. 26) Έτσι το 2011 ο εναγόμενος 1 προχώρησε στη μεταβίβαση των μετοχών της εναγομένης 15 στο όνομα της εναγομένης 2 και αντικατέστησε τα διοικητικά συμβούλια των εναγομένων 14 και
- Με αυτόν τον τρόπο απέκτησε τον πλήρη έλεγχο τόσο της εναγομένης 15 όσο και των δύο θυγατρικών εταιρειών της, των εναγομένων 14 και
- 27) Εν τω μεταξύ οι ενάγουσες επιθυμούσαν την εξόφληση των εναγομένων και την απόκτηση του ελέγχου της εναγομένης 14 και του έργου και βρήκαν χρηματοδότη για το έργο, προτείνοντας στους εναγόμενους 1, 6, 7, 8 και 12 να τους ξοφλήσουν τα ποσά που οφείλονται δυνάμει των συμφωνιών μεταξύ τους. 28) Κατά παράβαση του νόμου και ή των υποχρεώσεων του δικαίου της επιείκειας και ή των ρητών και ή εξυπακουόμενων όρων της συμφωνίας ενεχυρίασης των μετοχών της εναγομένης 15, ο εναγόμενος 1 προσωπικά και ή εκ μέρους των υπόλοιπων εναγομένων στους οποίους οφείλοντο χρήματα και ή οι εναγόμενοι 6-8 και 12 αρνήθηκαν να εξοφληθούν για το χρέος που εξασφαλίστηκε διά της ενεχυρίασης των μετοχών και να επαναμεταβιβάσουν τις μετοχές στις ενάγουσες. Ως αποτέλεσμα αυτής της άρνησης τους οι εναγόμενοι ιδιοποιήθηκαν τις μετοχές της εναγομένης
- 29) Ο εναγόμενος 1 μεταβίβασε τις μετοχές της εναγομένης 14 στην εναγομένη 4 με μηδενικό τίμημα. Ο εναγόμενος 1 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εναγομένης 4 ώστε να εξαπατήσει τις ενάγουσες και να τις αποστερήσει παράνομα την περιουσία τους. 30) Πέραν της δόλιας μεταβίβασης των μετοχών της εναγομένης 15, ο εναγόμενος 1 προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη θέση του ως ενεχυρούχος δανειστής πουλώντας περιουσία της εναγομένης 14 παρά το γεγονός ότι οι ενάγουσες προσέφεραν τα οφειλόμενα χρήματα στους εναγόμενους προς εξόφληση τους. 31) Εν τω μεταξύ ο εναγόμενος 1 κατέθεσε Αίτηση Διάλυσης της εναγομένης 14 στο Δικαστήριο της Πολωνίας με τη διαδικασία διευθέτησης με τους πιστωτές. Σε αυτή τη διαδικασία απέκρυψε το γεγονός ότι η εναγομένη 15 και οι ενάγουσες είναι πιστωτές της εναγομένης 14 και δολίως υποτίμησε την αξία της περιουσίας της εναγομένης
- Λεπτομέρειες δόλου και παραπλάνησης παρατίθενται στην παρ.
- Επίσης η εναγομένη 2 εμφανίστηκε ως πιστωτής της εναγομένης 14 ενώ ουδέποτε η πρώτη δάνεισε στην τελευταία. 32) Τον Ιούλιο του 2013 οι ενάγουσες πληροφορήθηκαν ότι η KFTP συμφώνησε με την εναγομένη 14 να αγοράσει το έργο CP, χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση των εναγουσών. Προς πλήρη περιφρόνηση του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, στις 30.9.13 η πώληση εγκρίθηκε από τους πιστωτές της εναγομένης
- Εν τω μεταξύ, μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος οι ενάγουσες ενέγραψαν προειδοποίηση επί των τίτλων ιδιοκτησίας του έργου, αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο της Πολωνίας λόγω του λάθους της αναγραφής του ονόματος της εταιρείας (σχετική αναφορά γίνεται ανωτέρω), και αναμένεται το αποτέλεσμα της έφεσης που καταχώρησε η πλευρά των εναγουσών. 33) Στις 21.10.14 ανακοινώθηκε από το Πολωνικό Δικαστήριο ότι η εναγομένη 14 δεν είναι πλέον υπό εκκαθάριση αλλά λόγω του ότι εκκρεμεί η έφεση η εναγομένη 14 «δεν έχει διαλυθεί ως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις». 34) Από τη στιγμή που οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 και ή οποιοσδήποτε των εναγομένων ενεγράφησαν ως μέτοχοι και αρνήθηκαν να εξοφληθούν, τότε κατέχουν τις μετοχές ως επίτροποι εμπιστεύματος προς όφελος των εναγομένων. 35) Οι ενάγουσες επικαλούνται δόλο εκ μέρους του εναγομένου 1 και ή των εναγομένων και ή κάποιων εξ αυτών (συμπεριλαμβανομένης της εναγομένης 4) και έτσι δημιουργήθηκε εξ υπαγωγής ή άλλο εξυπακουόμενο εμπίστευμα επί των μετοχών. Λεπτομέρειες δόλου παρατίθενται στην παρ. 148 και περιλαμβάνουν: (i) την άρνηση των εναγομένων να ξοφληθούν από την ενάγουσα και τον εκβιασμό των εναγομένων προς τις ενάγουσες, (ii) τις απειλές τους προς τις ενάγουσες ότι θα ιδιοποιηθούν το έργο ή παράνομα κέρδη από αυτό, (iii) τη λήψη από τον εναγόμενο 1 μυστικών προμηθειών για να πωλήσει το έργο στην κορεάτικη εταιρεία, (iv) το ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 παρουσιάζονται ως οι νέοι ιδιοκτήτες του έργου, (v) και το ότι ο εναγόμενος 1 προβαίνει σε παραστάσεις ότι απέκτησε τον έλεγχο της ανάπτυξης του έργου για να προστατεύσει τα συμφέροντα εξασφαλισμένων πιστωτών. 36) Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι είχαν καθήκοντα και υποχρεώσεις ως επίτροποι εμπιστεύματος, τα οποία έχουν παραβεί. Αυτά αναφέρονται στην παρ. 150 και περιλαμβάνουν παράβαση υποχρεώσεων τους: (i) να δεχθούν να εξοφληθούν και μεταβιβάσουν τις μετοχές, (ii) να ενεργούν προς όφελος των εταιρειών των οποίων κρατούν τις μετοχές, (iii) να προστατεύσουν την περιουσία των εταιρειών των οποίων είναι μέτοχοι και των θυγατρικών αυτών, (iv) να μην λαμβάνουν προμήθειες και μυστικά κέρδη, (v) να μην βρεθούν σε θέση σύγκρουσης συμφερόντων, (vi) να χρησιμοποιούν τις εξουσίες τους μόνο για το νόμιμο σκοπό τους, δηλαδή την εξόφληση τους «χωρίς να ζημιώσουν την εταιρεία και/ή την περιουσία της», και (vii) να χρησιμοποιούν τη δέουσα επιμέλεια κατά τη διενέργεια οποιωνδήποτε πράξεων σε σχέση με τις μετοχές και τις εταιρείες των οποίων είχαν τον έλεγχο. 37) Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τις μυστικές προμήθειες και οποιαδήποτε άλλα χρήματα απέσπασε ο εναγόμενος 1 ή οποιοσδήποτε των εναγομένων τα κρατούν ως εμπιστευματοδόχοι, οφείλουν να τα επιστρέψουν στις ενάγουσες δυνάμει άδικου και ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και η εν λόγω περιουσία βαρύνεται με εξ επιείκειας δικαίωμα επίσχεσης (equitable lien) προς όφελος των εναγουσών. 38) Τέλος, οι ενάγουσες αναφέρουν ότι πλήρωσαν προς όφελος των εναγομένων 14, 15 και 19 το συνολικό ποσό των €7,194,817.40 από το οποίο οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €6,123,960.
- 39) Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι λόγω της συμπεριφοράς των εναγομένων έχουν υποστεί ζημιά ως ακολούθως: (α) €35.000.000 ως κέρδος που οι ενάγουσες θα πραγματοποιούσαν από την ολοκλήρωση του έργου αν οι εναγόμενοι δεν παραβίαζαν τις νόμιμες ή συμβατικές υποχρεώσεις τους, (β) €6,123,960.00 ως απώλεια δυνατότητας είσπραξης των δανείων, (γ) €12.500.000 ως απώλεια χρημάτων που αντιπροσωπεύει τα έξοδα τα οποία υπέστησαν για την ανάπτυξη του έργου, (δ) γενικότερη ζημιά στην υπόληψη των εναγουσών από τη συμπεριφορά των εναγομένων, τον χρόνο που σπατάλησαν και τα δικηγορικά έξοδα. 42) Γι΄ αυτό οι ενάγουσες με την αγωγή αξιώνουν την επιστροφή του έργου, την αποζημίωση τους από τους εναγόμενους και ως το αιτητικό στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Όπως διαφαίνεται ανωτέρω, οι δύο πλευρές εκφράζουν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις επί του θέματος της δικαιοδοσίας. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών, στην οποία η πλευρά των εναγουσών ισχυρίζεται ότι βασίζει την απαίτηση της, δίνει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει κατά κανόνα τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για επίλυση της διαφοράς τους στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που κατονομάζεται σε αυτήν, εκτός εάν το μέρος που επικαλείται τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εφαρμόσει τη ρήτρα της δικαιοδοσίας παρουσιάσει πειστικούς λόγους. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις P. T. Asuransi Tokyo Marine Indonesia v. Seascope Navigation Ltd κ.ά.
(2000)1 (B) Α.Α.Δ. 1142, Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd & another
(1991)1 Α.Α.Δ. 620, Mitsui & Co. v. Rockwell Marine
(1989)1 Α.Α.Δ. 112 και στη βασική επί του θέματος αγγλική υπόθεση The Eleftheria
(1969)2 All E. R. 641. Ο δικηγόρος των αιτητών παρέπεμψε το Δικαστήριο στην αγγλική υπόθεση Deutche Bank AG v. Sebastian Holdings Inc
(2009)EWHC 2132 (Comm) ως προσομοιάζουσα πλήρως με τα γεγονότα της παρούσας. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε σειρά συμφωνιών οι οποίες καθόριζαν ότι δικαιοδοσία είχαν τα Αγγλικά Δικαστήρια ενώ η συμφωνία ενεχυρίασης καθόριζε ότι δικαιοδοσία για όλες τις διαδικασίες σε σχέση με αυτή είχε η χώρα όπου ευρίσκετο το γραφείο της ενάγουσας (δηλαδή η Ελβετία). Αποφασίστηκε ότι η συμφωνία ενεχυρίασης αφορούσε μόνο την επίλυση τεχνικών ζητημάτων και ότι εφαρμόζονταν οι δικαιοδοτικοί όροι των υπόλοιπων συμφωνιών που ήταν στο επιχειρηματικό επίκεντρο των συναλλαγών. Η εν λόγω απόφαση είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική καθότι περιέχει λεπτομερή και χρήσιμη καθοδήγηση για το υπό εξέταση θέμα της δικαιοδοσίας. Εκεί γίνεται παραπομπή στην υπόθεση UBS AG v. HSH Nordbank AG
(2008)2 2 Lloyd's Rep 500, στην οποία το θέμα τέθηκε ως εξής: «51. As a matter of general principle the court must seek to identify the meaning which the document would convey to a reasonable person having all the background knowledge which would reasonably have been available to the parties in the situation in which they were at the time of the contract: Investors Compensation Scheme Lloyd v. West Bromwich Building Society
(1988)1 W.L.R. 896, 912-
- The relevant background knowledge in the present case would include knowledge of other contracts forming part of the transaction...
- The focus must be on the cause of action rather than the remedy flowing from that cause of action.» Επίσης γίνεται αναφορά στην υπόθεση Credit Suisse First Boston (Europe) Limited v. MLC (Bermuda) Limited
(1999)1 Lloyds Rep 767 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «83. But the essential task is to construe the jurisdiction agreement in the light of the transaction as a whole. As I suggested in Satyam Computer Services Ltd v Upaid systems Ltd
(2008)EWCA Civ 487..whether a dispute falls within one or more related agreements depends on the intention of the parties as revealed by the agreements.
- Plainly the parties did not actually contemplate at the time of the conclusion of the contracts that there would be litigation in two countries involving allegations of misrepresentation in the inception and performance of the agreements. But in my judgement sensible business people would not have intended that a dispute of this kind would have been within the scope of two inconsistent jurisdiction agreements. The agreements were all connected and part of one package, and it seems to me plain that the result for which UBS contends would be a wholly unreasonable result and one that sensible business people cannot have intended.» Η πρόσδοση εμπορικής αποτελεσματικότητας στην πρόθεση των μερών σε μία συμφωνία φαίνεται να είναι το βασικό κριτήριο για το θέμα της δικαιοδοσίας. Όπως λέχθηκε περαιτέρω στην προαναφερόμενη απόφαση, στις περιπτώσεις ύπαρξης πολλών συμφωνιών με ρήτρες για διαφορετική δικαιοδοσία, πρέπει να θεωρείται ότι τα μέρη ενεργούν εμπορικά (commercially) και χωρίς πρόθεση παρόμοιες απαιτήσεις να είναι αντικείμενο συγκρουόμενων και αντιφατικών ρητρών δικαιοδοσίας. H κατάληξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση Deutche Bank AG v. Sebastian Holdings Inc (ανωτέρω) είναι εξίσου διαφωτιστική: «
- If circumstances were to arise in England and Wales under which a clash between the Swiss Pledge agreement and one or more of the EIMA, AMA or FXPBA had to be resolved, then the court would begin by turning to paragraph 95 of the judgement of Lord Collins in UBS. Just as the Dealer's Confirmation in that case was a "boilerplate" jurisdiction clause primarily intended to deal with technical banking disputes, so as it seems to me the Swiss Pledge jurisdiction clause was primarily intended to deal with technical questions as to the extent and nature of the pledge. It would have to give way to the jurisdiction clauses in the agreements at the commercial centre of the transaction. Those clauses, however, in EIMA, AMA and FXPBA remain clauses which do not clash, each of them contemplating proceedings in more than one jurisdiction.» Η κυπριακή απόφαση Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.ά. (ανωτέρω), η οποία βασίστηκε στον ΕΚ 44/01, αφορούσε μία μόνο συμφωνία η οποία όμως προνοούσε για διαφορετικές δικαιοδοσίες ανάλογα με το κρινόμενο αντικείμενο. Η επίδικη εκεί συμφωνία προνοούσε για παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών έναντι καθορισμένου τιμήματος ($150.000) και για αγορά μετοχών. Δυνάμει της συμφωνίας, οποιαδήποτε διαφορά αναγόμενη στο πρώτο θέμα θα επιλύετο με βάση τον Βουλγαρικό Νόμο και στα Βουλγάρικα Δικαστήρια ενώ οποιαδήποτε διαφορά αναγόμενη στην επιλογή για την αγορά, εγγραφή και διατήρηση της τιμής των μετοχών θα επιλύετο με βάση τον Κυπριακό Νόμο και στα Κυπριακά Δικαστήρια. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αγγλική υπόθεση Union Transport Plc v. Continental Lines S.A.
(1992)1 W.L.R. 15, στην οποίαν η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων αποφάσισε ότι όπου προκύπτουν διάφορες υποχρεώσεις από μια συμφωνία, τότε η δικαιοδοσία με βάση τον Καν. 44/01αποφασίζεται με γνώμονα τον τόπο της κύριας υποχρέωσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, υιοθετώντας αυτή την προσέγγιση, είχε κρίνει ότι η μη παροχή των συμβουλευτικών υπηρεσιών ή η διαφορά ως προς αυτές προηγείτο της διαφοράς για τις μετοχές και αποτελούσε την κύρια υποχρέωση. Το Εφετείο έκρινε ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε διαχωρισμό μεταξύ πρωτεύουσας και δευτερεύουσας υποχρέωσης με αναφορά στη δικογραφία και συγκεκριμένα στην έκθεση απαίτησης. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι «δεν έχουν δίκαιο οι σύμβουλοι όταν διατείνονται ότι πρωτοδίκως παραγνωρίστηκε το γεγονός ότι με την αγωγή τους δεν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο επιδιώκοντας την απαίτηση του τιμήματος των $150.000, αλλά μόνο την εγγραφή των μετοχών. Ο εκ μέρους τους πλασματικός στην ουσία διαχωρισμός των αγωγίμων θεμάτων που προκύπτουν από τη συμφωνία, μαζί με τη συνένωση των εφεσιβλήτων 2-5, για να προσδώσουν δικαιοδοσία και στα Κυπριακά Δικαστήρια, σε παραγνώριση της δικαιοδοσίας που οι ίδιοι αποδέχθηκαν των Βουλγαρικών Δικαστηρίων, δεν είναι ούτε εύλογος ούτε νομικά βάσιμος.» Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Balkancarimpex FTO v. Leasco Ltd
(1994)1 A.A.Δ.
- Όσον αφορά την παρούσα περίπτωση, κατόπιν προσεκτικής μελέτης της έκθεσης απαίτησης και με βάση τα γεγονότα που συνθέτουν την αξίωση των εναγουσών, το Δικαστήριο προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις: (α) Οι απειλές, ο εκβιασμός, ο εξαναγκασμός και η πίεση που κατ΄ ισχυρισμόν των εναγουσών ο εναγόμενος 1 άσκησε σε αυτές ούτως ώστε να μην έχουν άλλη επιλογή από του να συμφωνήσουν στην ενεχυρίαση των μετοχών των εναγομένων 14, 15 και 19 προς εξασφάλιση του τιμήματος για την αγορά του 40% των μετοχών της εναγομένης 15 και την εξόφληση των ομολόγων δανείων, έλαβαν χώρα τον Μάρτιο του 2010, και συνεπεία αυτών υπεγράφη η συμφωνία ημ. 13.4.10 (παρ. 59-62). Επομένως, ο ισχυριζόμενος δόλος των εναγομένων σχετίζεται άμεσα και οδήγησε πρώτα στην υπογραφή της συμφωνίας ημ. 13.4.10 και ακολούθως της συμφωνίας 17.12.
- (β) Οι ενάγουσες αναγνωρίζουν ότι η συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών ημ. 17.12.10 υπεγράφη σε συνέχεια της συμφωνίας σύστασης εξασφάλισης επί των μετοχών ημ. 13.4.10 (παρ. 63). (γ) Η συμφωνία ημ. 13.4.10 περιείχε πρόνοιες για την παροχή επιβάρυνσης επί του μετοχικού κεφαλαίου των εναγομένων 14, 15 και 19 ως εξασφάλισης της αποπληρωμής των δόσεων, των δανείων και των ομολόγων δανείου, για την παράδοση υπογεγραμμένων μεταβιβάσεων μετοχών εν λευκώ, για τις υποχρεώσεις της ενάγουσας και της εναγομένης 1 αναφορικά με την ανάπτυξη του έργου CP, καθώς και όρους σύμφωνα με τους οποίους οι πιστωτές δεν θα ασκούσαν τα δικαιώματα τους για 90 μέρες από τις 30.4.10 (παρ. 62). Επομένως αυτή η συμφωνία περιείχε τις ουσιαστικές πρόνοιες ρύθμισης όλων των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων των μερών. (δ) Η συμφωνία ημ. 17.12.10 περιείχε πρόνοιες για παράδοση των απαραίτητων εγγράφων μεταβίβασης τόσο υπογεγραμμένων όσο και εν λευκώ, την εξουσιοδότηση των εναγομένων 1 και 6-12 ως ενεχυρούχων δανειστών από την ενάγουσα 1 για καταχώρηση του εξασφαλισμένου ενεργητικού στο όνομα τους και την άμεση εκτελεστότητα της εξασφάλισης με την επέλευση κάποιας αθέτησης. Η συμφωνία περιείχε πρόνοιες όπως με την επίδοση ειδοποίησης εκτέλεσης, οι δανειστές λάβουν όλα τα μερίσματα, τόκους κ.λπ. που θα είχαν προκύψει από τις ενεχυριασμένες μετοχές ως περαιτέρω εξασφάλιση τους, πωλήσουν τις εν λόγω μετοχές, απομακρύνουν τους συμβούλους και διορίσουν αντικαταστάτες, και ότι δεν υπέχουν ευθύνη (εκτός για αμέλεια και δόλο) για τυχόν απώλεια ή ζημιά που θα προέκυπτε από την άσκηση των δικαιωμάτων τους δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας (παρ.64). Από τα στοιχεία αυτά σαφώς φαίνεται ότι η εν λόγω επακολουθήσασα συμφωνία αφορούσε το τεχνικό, τυπικό και διαδικαστικό μέρος της προηγηθείσας συμφωνίας ενεχυρίασης των μετοχών της εναγομένης
- (ε) Οι ενάγουσες επικαλούνται εξυπακουόμενους όρους στην πέμπτη συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών (στις παρ. 65-71) και καθήκον εκ του νόμου και του δικαίου της επιείκειας των εναγομένων/ δανειστών στη συμφωνία ενεχυρίασης να ενεργήσουν προς το συμφέρον της περιουσίας της εναγομένης 15 (παρ. 72). Ταυτόχρονα οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι συνέχιζαν την ανάπτυξη και χρηματοδότηση του έργου CP, και αναφέρουν ότι ο χρόνος εκπλήρωσης των χρηματικών υποχρεώσεων της ενάγουσας 1 παρατείνετο επανειλημμένα από τους εναγόμενους κατ΄ εφαρμογή της συμφωνίας για κυλιόμενη αποπληρωμή (η δεύτερη συμφωνία) (παρ. 52 και 81). Ισχυρίζονται επίσης ότι κατά παράβαση των πιο πάνω όρων της συμφωνίας ενεχυρίασης και καθηκόντων ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε να αποδεχθεί την πρόταση των εναγουσών για εξόφληση του χρέους και επαναμεταβίβαση των μετοχών στις ενάγουσες (παρ. 91). Παρόλο που οι ενάγουσες συνδέουν την κατ΄ ισχυρισμόν παράβαση με τη συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών, εντούτοις προκύπτει (πάλι με βάση τους δικούς τους ισχυρισμούς) ότι αυτή η παράβαση απορρέει και από την παλαιότερη συμφωνία ημ. 1.2.08 η οποία αφορούσε την παραχώρηση περαιτέρω χρόνου αποπληρωμής από την ενάγουσα 1 έναντι εξασφαλίσεων. (στ) Μετά τη μεταβίβαση των μετοχών της εναγομένης 15, η όλη συμπεριφορά του εναγομένου 1 αλλά και των υπολοίπων εναγομένων η οποία αποτελεί, κατ΄ ισχυρισμόν των εναγουσών, δόλο και δημιουργεί εμπίστευμα επί των μετοχών προς όφελος των εναγουσών αφορά το σύνολο των γεγονότων και όχι αποκλειστικά τις μετοχές. Ειδικότερα αφορά τις υποχρεώσεις των εναγουσών για αποπληρωμή, τις απειλές και τους εκβιασμούς των εναγομένων και την ανάπτυξη του έργου (παρ. 148). Επομένως, αυτοί οι ισχυρισμοί δεν περιορίζονται στη συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών αλλά αντιθέτως επεκτείνονται και στις προγενέστερες συμφωνίες. (ζ) Οι ενάγουσες παραθέτουν αναλυτικά τα ποσά τα οποία ισχυρίζονται ότι πλήρωσαν προς όφελος των εναγομένων 14,15 και 19 για την ανάπτυξη του έργου και ή υπό μορφή δανείου (στην παρ. 161) και αφορούν πληρωμές τους από τις 2.8.2006 μέχρι και τις 12.6.
- Αυτές οι πληρωμές αποτελούν τη βάση αντίστοιχης απαίτησης των εναγουσών για επιστροφή τους (παρ. 164 (β) και (γ)). Με αυτόν τον τρόπο οι ενάγουσες εισαγάγουν απαίτηση για ενέργειες τους οι οποίες προέκυψαν στη βάση όλων των προγενέστερων συμφωνιών μεταξύ των μερών, ξεκινώντας από την πρώτη ημ. 8.8.
- Αναπόφευκτα λοιπόν δεν συνδέονται μόνο με τη συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών. Οι ενάγουσες ισχυρίζονται στην ένσταση ότι η κύρια βάση αγωγής αφορά παράβαση της τελευταίας συμφωνίας ενεχυρίασης των μετοχών της εναγομένης 15, ισχυρισμός όμως ο οποίος δεν επιβεβαιώνεται από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. Άλλωστε, όπως έχει καταδειχθεί, η ίδια η πλευρά των εναγουσών στην ένσταση επικαλείται επιπρόσθετα και παραβάσεις άλλων συμφωνιών. Επίσης ισχυρίζεται αδικοπραξίες και δόλιες μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων κυπριακής εταιρείας ενώ είναι προφανές ότι αυτές αφορούν και άλλες εταιρείες μη κυπριακές, ήτοι τις εναγόμενες 14 και
- Τέλος, σύμφωνα πάντα με τις ενάγουσες, όπως αυτές προσδιορίζουν τη βάση απαίτησης στην ένσταση, αυτή (η βάση απαίτησης) επεκτείνεται και σε δάνεια και χρέη τα οποία οφείλονται από τους εναγόμενους 14, 15 και 19 προς τις ενάγουσες. Σαφέστατα μία τέτοια βάση ξεφεύγει πλήρως από το πλαίσιο της συμφωνίας ενεχυρίασης. Υπό το φως των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου αναφορικά με τη φύση και βάση της απαίτησης των εναγουσών, όπως αυτή καθορίζεται στην έκθεση απαίτησης, είναι πρωτίστως καθοριστική η φύση της συμφωνίας ενεχυρίασης και κυρίως το γεγονός ότι αυτή είναι δευτερεύουσα και απορρέει ξεκάθαρα από την πρωταρχική γενεσιουργό ως προς την ενεχυρίαση συμφωνία ημ. 13.4.
- Η δευτερεύουσα αυτή συμφωνία αποσκοπούσε στην τυπική ρύθμιση της διαδικασίας ενεχυρίασης των μετοχών για την οποία οι ουσιαστικές πρόνοιες εμπεριέχονται στη βασική συμφωνία ημ. 13.4.
- Ως εκ τούτου είναι αδύνατον, όπως είναι διατυπωμένη η έκθεση απαίτησης, να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η παρούσα αγωγή αφορά αποκλειστικά και μόνο παράβαση της συμφωνίας ενεχυρίασης των μετοχών. Είναι η πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι η πλευρά των εναγουσών προσπάθησε να απομονώσει και περιορίσει τη βάση της απαίτησης της στη συμφωνία ενεχυρίασης για να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Απέτυχε όμως να το πράξει. Επίσης επικαλέστηκε την έδρα των εναγομένων 15-18 και την αναγκαιότητα προσθήκης των υπόλοιπων εναγομένων ως διαδίκων, ενώ στην πραγματικότητα οι ενάγουσες έχουν απαίτηση όχι μόνο εναντίον της εναγομένης 15 αλλά και των πλείστων υπολοίπων εναγομένων, και ειδικότερα των εναγομένων 1, 2 και 5-12 οι οποίοι είναι μέρος της πολυμερούς συμφωνίας ημ. 13.4.
- Είναι αξιοσημείωτο δε το ότι οι εναγόμενοι 16-18 ενάγονται μόνο υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της εταιρείας, χωρίς να τους αποδίδεται οποιαδήποτε ενέργεια σε όλο το φάσμα των γεγονότων. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω το Δικαστήριο έχει λάβει υπ΄ όψιν το ιστορικό και το σύνολο των συμφωνιών μεταξύ των μερών. Από αυτό προκύπτει ότι τα μέρη προέβησαν αρχικά σε συμφωνία απόκτησης του 60% της εναγομένης 15 (η πρώτη συμφωνία) και ακολούθως σε άλλες τρεις για την απόκτηση του υπόλοιπου 40% με απώτερο σκοπό την ανάπτυξη του έργου CP και τελικό όφελος από τις ενάγουσες έναντι της χρηματοδότησης του έργου από αυτές και την ανάληψη (από αυτές) αποπληρωμής των υποχρεώσεων κάποιων των εναγομένων. Όλες οι εν λόγω συμφωνίες περιείχαν ρήτρα για αποκλειστική δικαιοδοσία των Αγγλικών Δικαστηρίων σε σχέση με οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει αναφορικά με αυτές. Η συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών αποτελεί το τεχνικό μέρος της ουσιαστικής προγενέστερης συμφωνίας ημ. 13.4.10 και είναι η μόνη συμφωνία που δίνει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η πρόθεση των μερών είναι η ύπαρξη μίας δικαιοδοσίας στην οποία θα επιλύονται οι οποιεσδήποτε διαφορές τους στο πλαίσιο των εμπορικών τους συναλλαγών. Η συμφωνία ενεχυρίασης λόγω της φύσης της αλλά και των ισχυρισμών και της βάσης απαίτησης των εναγουσών αναμφίβολα υποχωρεί έναντι της πρόθεσης των μερών για υπαγωγή τους στη δικαιοδοσία των αγγλικών Δικαστηρίων. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω καταλήγω ότι οι αιτητές έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης να καταδείξουν πειστικό λόγο για τη μη εφαρμογή της ρήτρας της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων που περιέχεται στην τελευταία συμφωνία. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό (α) του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης αυτού, (β) των διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημ. 13.8.13 και 21.8.13 και του προσωρινού διατάγματος ημ. 5.8.13, και (γ) της επίδοσης του κλητηρίου, της ειδοποίησης αυτού καθώς και της επίδοσης του προσωρινού διατάγματος ημ. 5.8.13, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων αναφορικά με τους εναγόμενους 7, 9-11 και 13-
- Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, το Δικαστήριο ούτως ή άλλως θα εξέδιδε διάταγμα για τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου, της ειδοποίησης αυτού καθώς και της επίδοσης του προσωρινού διατάγματος ημ. 5.8.13 αναφορικά μόνο με την εναγομένη 14, καθότι αυτή δεν έγινε κανονικά και νομότυπα. Εν όψει όμως της προηγηθείσας κατάληξης κρίνεται ότι καθίσταται αχρείαστο τέτοιο διάταγμα. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 7, 9-11 και 13-18 - αιτητών και εναντίον των εναγουσών - καθ΄ων η αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο