← Κύπρος

Μιχάλη Βλασή ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8059/2012, 3/4/2015

Μιχάλη Βλασή ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8059/2012, 3/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8059/2012 Μεταξύ: Μιχάλη Βλασή Ενάγοντα και Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Marfin CLR (Financial Services) Ltd ..................

  1. Ανδρέας Βγενόπουλος ........................................................... Εναγομένων --------------------- Αίτηση του εναγομένου 5 ημερ. 20.11.2014 για αναστολή της διαδικασίας λόγω εκκρεμούσας έφεσης εναντίον ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 28.1.2014 Ημερομηνία: 3 Απριλίου, 2015 Για τον εναγόμενο 5 - αιτητή : κ. Α. Ευσταθίου για Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κα Ν. Νικολάου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας απόφασης, θεωρώ ορθό να παραθέσω το ιστορικό, όπως προκύπτει από τα ενώπιόν μου στοιχεία. Στις 14.1.2012 ο ενάγων καταχώρισε την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος ακύρωσης των ομολόγων και/ή του δανείου και/ή των αξιογράφων κεφαλαίου της εναγόμενης 1, τα οποία εκδόθηκαν κατά ή περί το 2008, λόγω απάτης και/ή δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή άσκησης πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης λόγω απειλής, εκβιασμού και οικονομικής πίεσης κατά ή περί τον Απρίλιο του 2008 και έπειτα, καθώς και αποζημιώσεις. H αγωγή εγείρεται εναντίον είκοσι ενός συνολικά προσώπων, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του τότε Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ελεγκτικά γραφεία. Στις 30.1.2013 ο ενάγων εξασφάλισε, κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερ. 17.1.2013, διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους εναγομένους που κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό. Ειδικότερα όσον αφορά τον εναγόμενο 5, διατάχθηκε η επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος με παράδοση στη διεύθυνσή του στην Ελλάδα, μέσω υπηρεσιών αγγελιαφόρων (courier). Μετά την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου στον εναγόμενο 5 με τον πιο πάνω τρόπο, αυτός καταχώρισε αίτηση ημερ. 25.6.2013 για ακύρωση της επίδοσης και του διατάγματος ημερ. 30.1.
  2. Το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) απέρριψε την εν λόγω αίτηση με ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 28.1.
  3. Ο εναγόμενος 5 καταχώρισε την έφεση αρ. Ε24/14 κατά της εν λόγω απόφασης, ενώ ο ενάγων καταχώρισε αντέφεση. Με την παρούσα αίτηση ο εναγόμενος 5 επιζητεί διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία της παρούσας αγωγής σε σχέση με τον ίδιο, μέχρι την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης στην έφεση αρ. Ε24/14 που στρέφεται εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 28.1.2014 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του εναγομένου 5 ημερ. 25.6.2013 για παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 30.1.2013 και της πραγματοποιηθείσας επίδοσης. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στις Δ.35, θ. 18 και 19, Δ.33 θ. 6, Δ.48 θ. 1-4 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στον φάκελο του Δικαστηρίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Αυγουστή, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων του εναγομένου 5, ο οποίος αναφέρει ότι εξουσιοδοτήθηκε από τον εναγόμενο 5 να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, εν όψει του ότι τυγχάνει Έλληνας υπήκοος που διαμένει και εργάζεται μόνιμα στην Ελλάδα. Ο κ. Αυγουστή αναφέρει ότι στις 29.4.2013 παραδόθηκε μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην Ελλάδα φάκελος ο οποίος ανοίχθηκε από πρόσωπο άλλο από τον εναγόμενο 5, και περιείχε επιστολή από τους δικηγόρους του ενάγοντα, στην οποία επισυναπτόταν πιστό αντίγραφο ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος και το Διάταγμα ημερ. 30.1.
  4. Καταχωρίστηκε αίτηση παραμερισμού του εν λόγω διατάγματος και της επίδοσης, για τους εξής λόγους: - Η νομική βάση της αίτησης ημερ. 17.1.2013 δεν ενεργοποιούσε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης αφού δεν περιελάμβανε τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς ΕΚ44/2001 και ΕΚ 1393/
  5. - Η αίτηση ημερ. 17.1.2013 στηρίχθηκε σε Θεσμούς οι οποίοι έχουν καταστεί ανενεργοί από την εφαρμογή του ΕΚ1393/
  6. - Δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο 5 το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο ως προβλέπεται από τον ΕΚ 1393/2007 - Δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο 5 η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 17.1.2013 και η επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση ως προβλέπουν οι Θεσμοί. - Το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας παραβιάζει τις πρόνοιες του ΕΚ 1393/2007 και του Νόμου 55/
  7. - Η επίδοση είναι άκυρη καθότι δεν επιτεύχθηκε με προβλεπόμενη στον ΕΚ 1393/2007 και στον Νόμο 55/84 διαδικασία. - Η επίδοση δεν έγινε στον εναγόμενο 5 αλλά σε άλλο πρόσωπο. - Η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση είναι παράτυπη και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο αφού δεν αποκαλύπτεται η πηγή της γνώσης του ενόρκως δηλούντα για ουσιώδη θέματα. Ο κ. Αυγουστή προσθέτει ότι η αίτηση του εναγομένου 5 απορρίφθηκε με την απόφαση ημερ. 28.1.2014, εναντίον της οποίας καταχωρίστηκε η έφεση αρ. Ε24/14, ενώ ο ενάγων καταχώρισε αντέφεση. Σύμφωνα με τον κ. Αυγουστή, υπάρχουν συζητήσιμοι λόγοι που θα προωθηθούν στα πλαίσια της έφεσης προς υποστήριξη της θέσης ότι η εκδοθείσα απόφαση θα πρέπει να ανατραπεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και η έφεση συγκεντρώνει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας. Θεωρεί, δε, μετά από νομική συμβουλή από άλλο δικηγόρο, ότι τα θέματα που εγείρονται στην αίτηση ημερ. 25.6.2013 είναι καινοφανή, εφόσον αφορούν, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία και εφαρμογή του Κανονισμού ΕΚ1393/2007 σε σχέση με τον οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε ουσιαστική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, ενώ σε άλλες χώρες Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης το θέμα φαίνεται να είναι επαρκώς ξεκαθαρισμένο στην κατεύθυνση που εισηγείται ο αιτητής, ο οποίος προσανατολίζεται στην υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προβάλλει επιπλέον ότι με την έγκριση της αίτησης θα εξοικονομηθούν δικαστικά έξοδα και χρόνος και θα αποφευχθεί η αχρείαστη ταλαιπωρία όλων των παραγόντων της δίκης να εμπλακούν σε ανταλλαγή δικογράφων και σε ακρόαση της αγωγής και αργότερα να προκύψει ότι δεν υπήρξε νομότυπη και έγκυρη επίδοση στον εναγόμενο
  8. Εισηγείται περαιτέρω ότι η αίτηση εξυπηρετεί την καλύτερη διαχείριση της υπόθεσης (case management) και του χρόνου του Δικαστηρίου και αποτρέπει το ενδεχόμενο της διεξαγωγής χρονοβόρων διαδικασιών, οι οποίες σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης να θεωρηθούν ως μη γενόμενες. Προβάλλει επίσης ότι τυχόν έκδοση του διατάγματος αναστολής ουδεμία ζημιά επιφέρει στα δικαιώματα των διαδίκων καθότι σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης η κυρίως αγωγή θα συνεχίσει κανονικά, ενώ υπάρχει η δυνατότητα να γίνουν διευθετήσεις για την άμεση εκδίκαση της έφεσης. Τέλος, εισηγείται ότι τα περιστατικά της υπόθεσης καταδεικνύουν το αναγκαίο της άσκησης της συμφυούς και διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς έγκριση της αίτησης αναστολής. Ο ενάγων-καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους: Η αίτηση είναι καταχρηστική και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα του ενάγοντα και να παραβιάζεται το συνταγματικό του δικαίωμα όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Με τη συνέχιση της διαδικασίας και τη μη παροχή αναστολής, δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στον αιτητή. Η αίτηση αποσκοπεί σε καθυστέρηση και εκτροχιασμό της διαδικασίας. Ο αιτητής δεν παρουσιάζει σοβαρούς και βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το γεγονός της καταχώρισης έφεσης αναφορικά με απόφαση του Δικαστηρίου για μη παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την αιτούμενη αναστολή της υπόθεσης και/ή των διαδικασιών. Δεν συντρέχουν λόγοι υπέρ της έκδοσης του διατάγματος αναστολής, το οποίο αποτελεί δικαιοδοτικό μέτρο εξαιρετικό που ασκείται με φειδώ. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ. 2 και 10, Δ.12, Δ.25 θ. 1 και 5, Δ.35 θ. 1-32, Δ.48 θ. 1-9 και Δ.64 θ. 1-2, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 35 θ. 18 και 19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία βασίζεται η παρούσα αίτηση, διαλαμβάνει τα εξής (σε μετάφραση): «
  9. Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη.
  10. Οποτεδήποτε μια αίτηση βασιζόμενη σ' αυτούς τους κανονισμούς μπορεί να γίνει είτε στο κατώτερο Δικαστήριο ή στο Εφετείο ή σε ένα Δικαστή των ανωτέρω Δικαστηρίων, πρέπει πρώτα να γίνεται στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή του κατωτέρου Δικαστηρίου.» Η εν λόγω διαταγή παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να αναστέλλει την εκτέλεση αυτής τούτης της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται και της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται (βλ. Caspi Shipping Ltd κ.α. ν. Του Πλοίου Sapphire Seas (Αρ. 3)

(1998)1 Α.Α.Δ. 994). Δύο είναι οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο θα πρέπει να εξισορροπηθούν με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Πρώτον, η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου δικαστηρίου και η παράλληλη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διάδικου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση και, δεύτερον, η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης (βλ. Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284). Η Δ.35 θ. 18, όμως, δεν παρέχει εξουσία αναστολής διαδικασίας γενικά. Περιορίζεται στα θέματα τα οποία ρητά ορίζονται στον συγκεκριμένο θεσμό (βλ. In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Δεν επεκτείνεται, δηλαδή, στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας μιας αγωγής που δεν έχει συμπληρωθεί, εκκρεμούσης έφεσης εναντίον ενδιάμεσης απόφασης στην αγωγή. Στην υπόθεση Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 692, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 693 και 694 σε σχέση με την εμβέλεια της Δ.35 Θ. 18 σε συνάρτηση με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60: «Κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ. 18 της Δ.35: βλ. Fotiou and another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708. In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε ". . stay of . . proceedings under the decision appealed from .'' δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση: παραδείγματα προσφέρονται από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην In re E.S. (an infant) (ανωτέρω). Αυτό είναι το ισοζύγιο που διατηρεί η θεσμική ρύθμιση κατά τη στάθμιση μεταξύ αφενός της δέσμευσης που επέρχεται με τη δικαστική απόφαση και αφετέρου τις περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή.» Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου που δύνανται να ανασταλούν δυνάμει της Δ.35 θ. 18 είναι αυτές που επιβάλλουν κάποια θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον στον αιτητή. Στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.ά. (αρ. 1)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384, όπου η πρωτόδικη εφεσιβαλλόμενη απόφαση αφορούσε την ακύρωση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε τα εξής σχετικά, στη σελίδα 1386: «Πρώτα, πρέπει να διευκρινιστεί το αντικείμενο της αναστολής. Αυτό είναι, η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η ειδοποίηση τριτοδιάδικου. Η αίτηση ουσιαστικά αποβλέπει στον παραμερισμό του διατάγματος, μέχρι την ακρόαση της έφεσης, ώστε να παρεμποδιστεί στο ενδιάμεσο, αν προκύψει τέτοια εξέλιξη, η ακρόαση της υπόθεσης στην απουσία των τριτοδιαδίκων. Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another v. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708 · In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119 · (βλ. επίσηςAftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524.) H Δ.35, θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισής της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ. 18. Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35 θ. 18.» (η υπογράμμιση δική μου) Παρομοίως, στην Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου, πιο πάνω, επισημάνθηκε ότι δε χωρεί αναστολή διαδικασίας, ούτε και ενώπιον κατώτερου δικαστηρίου, έξω από τα πλαίσια της πρωτογενούς δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάτω από το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος. Σχετικές με το όλο ζήτημα είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Re Γρηγόρη Θαλασσινού
(1995)1 Α.Α.Δ. 290 και Kadivari ν. Δημοκρατίας
(1992)4 Α.Α.Δ. 3420. Ως εκ των ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.35 θ. 18 εφόσον δεν επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης. Ούτε και επιβλήθηκε με την απόφαση ημερ. 28.1.2014 η οποία έχει εφεσιβληθεί κάποια ενέργεια ή υποχρέωση η οποία να μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής βάσει των προνοιών της προαναφερόμενης δικονομικής διάταξης. Αυτό που στην ουσία επιδιώκει ο αιτητής με την υπό κρίση αίτηση είναι τον (προσωρινό) παραμερισμό της απορριπτικής ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 28.1.2014 και την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης κατά της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης, κάτι που βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής του σχετικού θεσμού. Η αίτηση βασίζεται και στη Διαταγή 33 θ. 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εν τούτοις, ούτε η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ουδόλως αφορά την αναστολή της όλης διαδικασίας της αγωγής μέχρι την εκδίκαση έφεσης κατά ενδιάμεσης απόφασης. Η συγκεκριμένη διάταξη αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να μεταθέτει ή να αναβάλλει την ακρόαση αγωγής και ουδεμία σχέση έχει με το υπό εξέταση αίτημα αναστολής. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, σημειώνω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου 5 - αιτητή στη γραπτή αγόρευσή του επικεντρώνεται, για να αιτιολογήσει το υπό κρίση αίτημα, στις συμφυείς/εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης λόγω ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων, ήτοι το γεγονός ότι τα θέματα που θα κληθεί να αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην έφεση είναι βαρύνουσας σημασίας και αφορούν καινοφανή ζητήματα, αλλά και για σκοπούς ορθολογιστικής διαχείρισης και οικονομίας της υπόθεσης (case management). Η φύση και η έκταση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επεξηγείται μεταξύ άλλων στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β ΑΑΔ 736, όπου λέχθηκε ότι η σύμφυτη εξουσία (inherent power) του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της και ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από τους νόμους και τους θεσμούς. Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον νόμο ή στους θεσμούς. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου (βλ. επίσης Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1) 1994 1 ΑΑΔ 109, Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584, Αυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963, Διευθυντής Φυλακών ν. Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Παρομοίως, στην Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ. 3)
(2009)1 A.A.Δ. 529, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου τόνισε ότι η συμφυής εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ad libitum για να δημιουργεί, στην απουσία σχετικών δικονομικών κανονισμών, μηχανισμούς για να δώσει διέξοδο στο ζητούμενο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του [δικαστηρίου], εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας (σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122).» Αυτό που προκύπτει από τη νομολογία που αναλύει τη φύση και τις προεκτάσεις της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξή της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου, η επίκλησή της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ (βλ. Paul Kythreotis (Αρ. 2)
(2011)1Β Α.Α.Δ. 779). Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον η αναστολή αποτελεί θεμελιώδη και δραστική παρεμβολή στο δικαίωμα του διαδίκου να παρουσιάσει την υπόθεσή του επί της ουσίας ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ. 323). Όπως λέχθηκε στη Merck & Co Inc. κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2184, στη σελίδα 2187, με αναφορά στην The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus
(1981)1 C.L.R. 445, η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Επανερχόμενη στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, επαναλαμβάνω ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αναστολής απόφασης εναντίον της οποίας εκκρεμεί έφεση προσδιορίζονται ρητά στην Δ.35 θ. 18 και στη σχετική νομολογία, και είναι σαφές ότι δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση. Ούτε και υπάρχει περιθώριο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος στα πλαίσια της άσκησης της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου ή στα πλαίσια καλύτερης διαχείρισης της υπόθεσης (case management). Υπενθυμίζω ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον νόμο ή στους θεσμούς, και ότι η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή κατ' εξαίρεση και μόνο όπου τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, τυχόν έγκριση της αίτησης θα ενείχε σοβαρό κίνδυνο να επιφέρει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα, ήτοι την αποστέρηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσής του εντός ευλόγου χρόνου, εφόσον θα προκαλείτο καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσής του. Συναφώς, τονίζω ότι δεν έχω πεισθεί ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την αναστολή. Η θέση της πλευράς του αιτητή ότι τα ζητήματα που θα εξεταστούν και αποφασιστούν κατά την έφεση είναι βαρύνουσας σημασίας και αφορούν καινοφανή ζητήματα, δεν καταδεικνύει, κατά την κρίση μου, λόγο ο οποίος καθιστά πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αναγκαία την αναστολή. Άλλωστε, η θέση της ίδιας της πλευράς του αιτητή ότι «υπάρχει η δυνατότητα να γίνουν διευθετήσεις για την άμεση και γρήγορη εκδίκαση της έφεσης» (βλ. παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση), υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει σοβαρός και βάσιμος λόγος αναστολής της διαδικασίας της αγωγής, δεδομένου ότι η δικογραφία δεν έχει συμπληρωθεί και η αγωγή δεν έχει ακόμη οριστεί για ακρόαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 5 - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.