← Κύπρος

Atlantic Insurance Co Public Ltd ν. Λάμπρου Παναγιωτίδη, Αρ. Αγωγής: 8416/2010, 28/4/2015

Atlantic Insurance Co Public Ltd ν. Λάμπρου Παναγιωτίδη, Αρ. Αγωγής: 8416/2010, 28/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8416/2010 Μεταξύ: Atlantic Insurance Co Public Ltd Εναγόντων και Λάμπρου Παναγιωτίδη Εναγομένου ----------------- 28 Απριλίου,

  1. Για την ενάγουσα: κ. Γ. Χριστοδούλου Για τον εναγόμενο: κα Α. Αθανασιάδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €245.526,03σ, πλέον τόκο 6% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 23.5.2002 μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, κατά ή περί την 23.5.2002 ο εναγόμενος υπέγραψε γραμμάτιο και ή συναλλαγματική και ή υποσχετική σημείωση και ή έγγραφη αναγνώριση χρέους προς όφελος της ενάγουσας έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Ο εναγόμενος υποχρεούτο να καταβάλει το πιο πάνω ποσό την 30.12.2003 μαζί με τόκο ίσο προς 6% ετησίως από 23.5.2002 μέχρι εξοφλήσεως. Ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση στην οποία εγείρει διάφορους λόγους για απόρριψη της αγωγής. Παραδέχεται ότι υπέγραψε κάποιο έγγραφο, ισχυρίζεται όμως ότι το έγγραφο αυτό δεν πληροί τα στοιχεία που πρέπει να πληροί το γραμμάτιο συνήθους τύπου και ή το γραμμάτιο και ή συναλλαγματική. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν υπέγραψε το έγγραφο υπό την προσωπική του ιδιότητα. Στην παράγραφο 3(γ) αναγράφει χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Ο Εναγόμενος υπόγραψε υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα έγγραφο με το οποίο ανέλαβε να πληρώσει στους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.143.700 ποσό το οποίο του εδόθη, ως αναγράφεται στο εν λόγω έγγραφο, ως δάνειο. Πλην όμως τα αληθινά γεγονότα είναι ότι ουδέποτε του εδόθη το εν λόγω ποσό και/ή οποιοδήποτε ποσό ως δάνειο από τους Ενάγοντες και/ή από οποιονδήποτε πρόσωπο. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπόγραψε το εν λόγω έγγραφο και/ή ανέλαβε υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα την υποχρέωση να πληρώσει στους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.143.700 χωρίς να του δοθεί ποτέ οποιαδήποτε αντιπαροχή και/ή οι Ενάγοντες απώλεσαν και/ή αποξένωσαν και/ή οικειοποιήθηκαν την εν λόγω αντιπαροχή.» Οποιαδήποτε οφειλή, δυνάμει του επιδίκου εγγράφου, τελούσε - σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες της Υπεράσπισης - υπό την «αίρεση καταβολής της αντιπαροχής», αίρεση που ουδέποτε υλοποιήθηκε από τους ενάγοντες. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι υπέγραψε το επίδικο έγγραφο υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής και ή μέτοχος και ή για λογαριασμό τρίτου προσώπου. Η ενάγουσα εγγράφως απάλλαξε και ή αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος δεν της οφείλει το πιο πάνω ποσό και ή ότι αυτός το υπέγραψε υπό την προσωπική του ιδιότητα. Η ενάγουσα, σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες της Υπεράσπισης, παράγραφο 6, εξώθησε τις εταιρείες CLR Asset Management Ltd και/ή CLR Stockbrokers Ltd και/ή CLR CAPITAL PUBLIC LTD και/ή SKR PARTNERS LTD στην υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 12/10/
  2. Με την πιο πάνω συμφωνία, οι εταιρείες CLR Asset Management Ltd και/ή CLR Stockbrockers Ltd και/ή CLR CAPΙTAL PUBLIC LTD και/ή SKR PARTNERS LTD συμφώνησαν να διευθετήσουν τις διαφορές τους με, ανάμεσα σε άλλα πρόσωπα, την ενάγουσα. Η τελευταία εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι οφείλεται σ΄ αυτή οποιοδήποτε ποσό από τον εναγόμενο δυνάμει του επίδικου εγγράφου. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η αντιπαροχή που έχει δοθεί είναι άκυρη και ή παράνομη καθότι η ενάγουσα ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασφαλιστική εταιρεία και με βάση την ισχύουσα νομοθεσία αυτή δεν δύναται να παρέχει δάνεια. Η παροχή «. όποιου δανείου ήθελε αποδειχτεί ότι εδόθη ή ότι έπρεπε να δοθεί, ήταν παράνομη». Η τελευταία θέση δεν προωθήθηκε καθόλου κατά την ακροαματική διαδικασία, θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να την εξετάσω. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν οι Γιώργος και Αιμίλιος Πυρίσιη, μέτοχοι και αξιωματούχοι της ενάγουσας εταιρείας, και ο εναγόμενος Λάμπρος Παναγιωτίδης. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Οι Αιμίλιος και Γιώργος Πυρίσιη κατέθεσαν και υιοθέτησαν γραπτές δηλώσεις ως μέρος της κυρίως εξέτασής τους, οι οποίες, σε μεγάλο μέρος, είναι ταυτόσημες. Είναι η θέση αμφοτέρων ότι την 23.5.2002 ο εναγόμενος, υπό την προσωπική του ιδιότητα, εξέδωσε και υπέγραψε στο όνομα, προς όφελος και εις διαταγή της ενάγουσας εταιρείας γραμμάτιο συνήθους τύπου (bond in customary form) για το ποσό των Λ.Κ.143.700 έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Ο εναγόμενος υπέγραψε το γραμμάτιο στην παρουσία τους και αυτοί υπέγραψαν σαν μάρτυρες. Η υπογραφή του γραμματίου έλαβε χώρα στο γραφείο του εναγομένου στη «CLR», ως ανάφεραν χαρακτηριστικά. Αμφότεροι ανέφεραν επίσης ότι ουδεμία διευθέτηση έγινε σε σχέση με το επίδικο γραμμάτιο. Αρνούνται τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην υπεράσπιση ότι η συμφωνία ημερομηνίας 12.10.2007 μεταξύ της ενάγουσας και των ιδίων από τη μια πλευρά, και των εταιρειών CLR Asset Management Ltd, CLR Stockbrockers Ltd, CLR Capital Public Ltd και SKR Partners Ltd από την άλλη, απάλλαξε τον εναγόμενο από την οφειλή του με οποιοδήποτε τρόπο. Η απαλλαγή αφορούσε μόνο τις συγκεκριμένες εταιρείες και ο εναγόμενος δεν ήταν καν μέρος εκείνης της συμφωνίας. Η ενάγουσα ουδέποτε απάλλαξε τον εναγόμενο από τις υποχρεώσεις που αυτός ανέλαβε υπό την προσωπική του ιδιότητα, δυνάμει του γραμματίου ημερομηνίας 23.5.2002, ούτε και αναγνώρισε γραπτώς ή προφορικώς ότι ο εναγόμενος δεν της οφείλει το πιο πάνω ποσό ή ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο υπό την αντιπροσωπευτική και όχι προσωπική του ιδιότητα. Ο εναγόμενος κανένα ποσό έχει καταβάλει μέχρι σήμερα έναντι της οφειλής του. Υποβλήθηκε και στους δύο μάρτυρες κατά την αντεξέτασή τους ότι το επίδικο έγγραφο δεν είχε υπογραφεί στην παρουσία τους και ότι οι ίδιοι, εφόσον ήταν αξιωματούχοι και μεγαλομέτοχοι της ενάγουσας εταιρείας δεν νομιμοποιούνταν να υπογράψουν ως μάρτυρες στο επίδικο έγγραφο. Οι πιο πάνω θέσεις απορρίφθηκαν και από τους δύο. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός ότι ο εναγόμενος υπέγραψε την ίδια μέρα, ήτοι την 23.5.2000, ακόμη δύο έγγραφα τα οποία φέρουν τον τίτλο "Bond in Customary Form". Το κείμενό τους είναι πανομοιότυπο με το επίδικο έγγραφο, διαφέρουν μόνο οι δικαιούχοι και τα ποσά. Και τα δύο έγγραφα φέρουν την υπογραφή του εναγομένου, δεν έχουν όμως υπογραφεί από μάρτυρες. Δικαιούχοι των πιο πάνω εγγράφων είναι οι ΜΕ1 και ΜΕ
  3. Ο Αιμίλιος Πυρίσιης, αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι το επίδικο ποσό των €245.526,03 δεν είχε δοθεί σε χρήματα από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο, αλλά αφορούσε εγγύηση για 68.500 μετοχές της δημόσιας εταιρείας Europrofit, στην οποία διευθυντής και κύριος μέτοχος ήταν ο πεθερός του εναγομένου, ο κ. Κιττής. Ο εναγόμενος, με την υπογραφή του επιδίκου γραμματίου, είχε εγγυηθεί την τιμή της μετοχής. Ως ανάφερε χαρακτηριστικά, «. αν η μετοχή ήταν κάτω από την τιμή που εγγυήθηκε θα κάλυπτε τη διαφορά». Η συμφωνία αυτή είχε αποτυπωθεί και γραπτώς, το πρωτότυπο είχε παραδοθεί στον εναγόμενο όταν υπέγραψε το γραμμάτιο. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι εκείνο που συμφωνήθηκε ήταν ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές που κατείχε στη Europrofit στον εναγόμενο σε συγκεκριμένη τιμή. Ο μάρτυρας συμφώνησε με την πιο πάνω θέση. Αποτελεί κοινή θέση και των δύο μερών ότι οι μετοχές αυτές στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία CLR Investment Fund Public Ltd. Η διαφωνία έγκειται στο κατά πόσο υπήρχε συνεννόηση μεταξύ τους για τη μεταβίβαση των μετοχών στη συγκεκριμένη εταιρεία. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η μεταβίβαση των μετοχών στην εν λόγω εταιρεία έγινε μετά από σχετικό αίτημα του εναγομένου, που υποβλήθηκε λίγες μέρες πριν τη μεταβίβαση των μετοχών αυτών. Η υπεράσπιση διαφώνησε με την πιο πάνω θέση. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι τη συγκεκριμένη περίοδο ο εναγόμενος βρισκόταν στο εξωτερικό καθότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και ουδέποτε ζήτησε όπως οι μετοχές μεταβιβαστούν στη συγκεκριμένη εταιρεία. Υποβλήθηκε επίσης στο μάρτυρα ότι ο λόγος που οι μετοχές μεταβιβάστηκαν στην εν λόγω εταιρεία ήταν γιατί η ενάγουσα και ο ίδιος ο μάρτυρας πίστευαν «. ότι την υποχρέωση ουσιαστικά για την αγορά των μετοχών της Europrofit δεν την είχε ο Λάμπρος Παναγιωτίδης, αλλά εταιρείες της CLR" και «τα λεφτά του επιδίκου γραμματίου δεν τα όφειλε προσωπικά ο εναγόμενος αλλά οι εταιρείες της CLR". Ο μάρτυρας απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις. Η θέση του σε σχέση με τις εν λόγω μετοχές συνοψίζεται ως ακολούθως. Ο εναγόμενος είχε εγγυηθεί ότι οι 68.500 μετοχές της Europrofit που κατείχε η ενάγουσα θα μπορούσαν να πωληθούν σε συγκεκριμένη τιμή. Όταν το 2002 υπογράφηκε το επίδικο έγγραφο, Τεκμήριο 3, η ενάγουσα όφειλε να μεταβιβάσει τις μετοχές, είτε στον εναγόμενο είτε σε κάποιο τρίτο πρόσωπο που θα τους υποδείκνυε ο τελευταίος, εφόσον «. είχε εξοφλήσει την εγγύηση με την υπογραφή του γραμματίου». Το 2006 ο εναγόμενος ζήτησε από την ενάγουσα όπως μεταβιβαστούν οι επίδικες μετοχές στη CLR Investment Fund. Η πράξη αυτή θα έπρεπε να γίνει μέσω χρηματιστηρίου και θα έπρεπε να προηγηθεί πράξη «κανονική πώλησης και αγοράς των μετοχών από τα συγκεκριμένα πρόσωπα». Η πράξη έγινε και η ενάγουσα εταιρεία έλαβε από την πώληση των μετοχών ένα ποσό το οποίο δεν της ανήκε καθότι οι μετοχές αυτές, μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 3, ήταν ιδιοκτησία του εναγομένου. Μετά από συνεννόηση με τον εναγόμενο, το ποσό που εισπράχθηκε πιστώθηκε στο λογαριασμό που διατηρούσε η CLR Asset Management με την ενάγουσα εταιρεία. Ο Γιώργος Πυρίσιη, ΜΕ2, αναφέρθηκε και αυτός στις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου
  4. Επέμενε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο υπογράφηκε στην παρουσία του αδελφού του, ΜΕ1, και του ιδίου, δεν ήταν όμως σε θέση να θυμηθεί γιατί δεν είχαν υπογραφεί και τα άλλα δύο γραμμάτια τη συγκεκριμένη μέρα. O εναγόμενος είναι εγκεκριμένος λογιστής ACA. Κατέχει πτυχίο οικονομικών από το City Polytechnic του Λονδίνου. Κατά την περίοδο 1980-1985 εργάστηκε στον ελεγκτικό οίκο Coopers & Lybrant στο Λονδίνο και το 1985 επέστρεψε στην Κύπρο όπου και εργάστηκε στον ελεγκτικό οίκο Coopers & Lybrant Κύπρου σαν διευθυντής του τμήματος συμβουλευτικών υπηρεσιών. Από το 1993 εντάχθηκε, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, στο δυναμικό της CLR Stockbrockers Ltd. Από τις αρχές του 2000 μέχρι το Μάιο του 2005 ήταν διοικητικός σύμβουλος της CLR Capital Public Ltd και πρώτος εκτελεστικός σύμβουλος. Η ως άνω εταιρεία, μαζί με τις θυγατρικές της και τις συνδεδεμένες με αυτή εταιρείες, απάρτιζαν τον όμιλο εταιρειών CLR. Την 29.12.2000 του τηλεφώνησε ο Αιμίλιος Πυρίσιη, ΜΕ1, και του ανάφερε ότι ο ίδιος, ο αδελφός του Γιώργος Πυρίσιη, ΜΕ2, η ενάγουσα και δύο άλλες εταιρείες επιθυμούσαν όπως πωλήσουν τις μετοχές που κατείχαν στην Europrofit Capital Investments Ltd. Ο εναγόμενος τους εισηγήθηκε «να μην δοκιμάσουν να τις πωλήσουν» καθότι δεν υπήρχαν διαθέσιμοι αγοραστές για ένα τόσο μεγάλο αριθμό μετοχών και αν οι μετοχές διατίθοντο στην αγορά η τιμή της μετοχής θα έπεφτε κατακόρυφα. Του πρότεινε όπως κάποια από τις εταιρείες του ομίλου CLR αγοράσει τις μετοχές στην τιμή των Λ.Κ.1,90 ανά μετοχή. Τελικά καμία εταιρεία του ομίλου CLR προσφέρθηκε να αγοράσει τις εν λόγω μετοχές και τα αδέλφια Πυρίσιη ζήτησαν να τους δοθεί κάποιο γραπτό κείμενο στο οποίο να καταγράφεται η συμφωνία για την υποχρέωση αγοράς από εταιρεία του ομίλου CLR των μετοχών της Europrofit. Την 23.5.2002 τα αδέλφια Πυρίσιη τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του, αντί όμως να προσκομίσουν έγγραφο στο οποίο να καταγράφεται η πιο πάνω συμφωνία, του προσκόμισαν το επίδικο έγγραφο μαζί με δύο άλλα έγγραφα. Αυτός τα υπέγραψε και τα δύο πιο πάνω πρόσωπα «τα πήραν και έφυγαν», ως ανάφερε χαρακτηριστικά. Ο ισχυρισμός ότι το επίδικο έγγραφο υπογράφηκε στην παρουσία των δύο αυτών προσώπων είναι, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο, ψευδής. Ισχυρίστηκε επίσης ότι υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο «αντιπροσωπεύοντας τον όμιλο CLR», ως εξασφάλιση της πληρωμής από τον όμιλο CLR του τιμήματος της αγοράς των μετοχών της Europrofit, ως αυτό είχε συμφωνηθεί μεταξύ του ιδίου, υπό την ιδιότητά του ως ανώτερου εκτελεστικού διευθυντή του ομίλου CLR και των δύο πιο πάνω προσώπων. Ο εναγόμενος αναγνώρισε ότι στο έγγραφο δεν αναγραφόταν ότι το υπέγραψε υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα, ισχυρίστηκε όμως ότι λόγω των στενών φιλικών σχέσεων που διατηρούσε με τους αδελφούς Πυρίσιη, δηλαδή τους ΜΕ1 και ΜΕ2, και λόγω του χαρακτήρα του έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ο ίδιος ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε ποσό ως δάνειο από την ενάγουσα εταιρεία. Σε κάποιο χρόνο, τον οποίο δεν καθόρισε, ξεκίνησε να αντιμετωπίζει προβλήματα με την υγεία του, τα οποία με την πάροδο του χρόνου επιδεινώθηκαν. Από το Μάιο του 2005 και εντεύθεν, λόγω της κατάστασης της υγείας του απείχε «ολοκληρωτικά» από τις εργασίες, καθήκοντα και αποφάσεις του ομίλου CLR. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι είχε υπογράψει το έγγραφο που τιτλοφορείται «εγγύηση», Τεκμήριο
  5. Με βάση το πιο πάνω έγγραφο, ανέλαβε να αγοράσει 68.500 μετοχές της Europrofit Capital Investors Ltd στην τιμή των Λ.Κ.2,17 ανά μετοχή, ιδιοκτησία της ενάγουσας. Στην παράγραφο Α του Τεκμηρίου 8 διαβάζουμε σχετικά τα ακόλουθα: «Ανέκκλητα και χωρίς όρους εγγυούμαι προς τον μέτοχο και αναλαμβάνω να αγοράσω τις μετοχές στην τιμή των £2.17 (ΔΥΟ ΛΙΡΕΣ ΚΑΙ ΔΕΚΑΕΠΤΑ ΣΕΝΤ) ανά μετοχή, εφόσον επιλέξει τούτο κατά την απόλυτη κρίση του ο μέτοχος και μέσα σε 10 μέρες από την ημερομηνία που θα με ειδοποιήσει εγγράφως. Σε περίπτωση που ο μέτοχος επιλέξει να μου πωλήσει τις μετοχές του μετά την πιο πάνω ημερομηνία τότε το ποσό στο οποίο υποχρεούμαι να τις αγοράσω θα είναι το ποσό των £2.17 ανά μετοχή πλέον 6% τόκο ετησίως από την 30/12/02 μέχρι την ημερομηνία που θα μου πωλήσει τις μετοχές.» Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι λόγοι υπεράσπισης που μπορούν να προβληθούν, σε περίπτωση που το έγγραφο θεωρηθεί ότι είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου, είναι περιορισμένοι, θεώρησα όμως σκόπιμο να αναφερθώ με συντομία στις θέσεις που προβλήθηκαν εκατέρωθεν και στη συνέχεια να τις αξιολογήσω, καθότι πρόκειται για θέματα που άπτονται και της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Οι ΜΕ1 και ΜΕ2 μου έκαναν γενικά καλή εντύπωση, η μαρτυρία τους ήταν θετική, απαλλαγμένη από υπερβολές και αντιφάσεις. Ο εναγόμενος αμφισβήτησε τα πάντα. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι «παρασύρθηκε» από τις φιλικές σχέσεις που διατηρούσε με τους ΜΕ1 και ΜΕ2 και υπέγραψε το επίδικο έγγραφο εκ μέρους ενός τρίτου προσώπου. Οι θέσεις που προέβαλε ως προς τα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής του επιδίκου εγγράφου δεν ήταν σταθερές. Η εικόνα που αποκόμισα ήταν ότι ήταν διατεθειμένος να καταθέσει ο,τιδήποτε προκειμένου να απαλλαγεί των ευθυνών του. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός ότι συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας και του εναγομένου, ότι η πρώτη θα είχε δικαίωμα να πωλήσει 68.500 μετοχές που κατείχε στη Europrofit, στον εναγόμενο. Αν αποφάσιζε να ασκήσει το δικαίωμα αυτό, τότε ο εναγόμενος θα είχε υποχρέωση να αγοράσει τις πιο πάνω μετοχές σε συγκεκριμένη τιμή. Το Τεκμήριο 3, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία, υπογράφηκε ως εγγύηση της τιμής των μετοχών αυτών. Η ουσιαστική διαφορά των δύο μερών αφορά τις συνθήκες υπογραφής του επιδίκου εγγράφου, Τεκμηρίου
  6. Ήταν η θέση του εναγομένου ότι υπέγραψε το έγγραφο ως αντιπρόσωπος του Ομίλου Εταιρειών CLR. Υπό την ίδια ιδιότητα είχε, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, υπογράψει και το έγγραφο που τιτλοφορείται «ΕΓΓΥΗΣΗ», Τεκμήριο
  7. Εν πρώτοις, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι πουθενά στα δύο πιο πάνω έγγραφα αναγράφεται ότι ο εναγόμενος υπέγραψε ως εκπρόσωπος οποιασδήποτε εταιρείας και καμία μνεία γίνεται στο όνομα οποιασδήποτε εταιρείας. Καμία εξήγηση δίδεται γιατί στο έγγραφο υπό τον τίτλο «ΕΓΓΥΗΣΗ» αναγράφεται το όνομα του εναγομένου και όχι το όνομα του τρίτου προσώπου που κατ΄ ισχυρισμό ανέλαβε να αγοράσει τις επίδικες μετοχές σε συγκεκριμένη τιμή. Ο εναγόμενος, ως ο ίδιος κατάθεσε στο Δικαστήριο, είναι οικονομολόγος, εγκεκριμένος λογιστής, εργάστηκε τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, υπήρξε διοικητικός σύμβουλος και πρώτος εκτελεστικός σύμβουλος σε μεγάλες εταιρείες. Πρόκειται για άτομο οξυδερκή, με τεράστια πείρα στον τομέα των επιχειρήσεων και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι υπόγραψε τα συγκεκριμένα έγγραφα ως εκπρόσωπος κάποιου τρίτου προσώπου και παρέλειψε να καταγράψει την ιδιότητα κάτω από την οποία υπέγραψε τα έγγραφα αυτά. Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι η θέση της ιδίας της Υπεράσπισης ήταν ότι εκείνο που συμφωνήθηκε ήταν ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές που κατείχε στον εναγόμενο και όχι σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ε. Αυτό που είχε συμφωνήσει ήταν να έχετε το δικαίωμα, η Atlantic να έχει το δικαίωμα εάν ήθελε να πουλήσει αυτές τις μετοχές που κατέχει η Atlantic, ιδιοκτησία της Atlantic στον εναγόμενο σε συγκεκριμένη τιμή. Α. Θα συμφωνήσω μαζί σας ότι αυτό έγινε. Έτσι και αλλιώς υπογράφοντας το γραμμάτιο εξοφλούσε την εγγύηση αυτή. Δηλαδή ήταν σαν να τις αγόραζε τις μετοχές από εμάς στη συγκεκριμένη τιμή.» Καταλήγω ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το επίδικο έγγραφο, Τεκμήριο 3, υπό την προσωπική ιδιότητά του και όχι ως εκπρόσωπος κάποιου τρίτου προσώπου. Τα ό,σα ανάφερε αποτελούν, κατά την άποψή μου, εκ των υστέρων σκέψεις. Εκ των υστέρων σκέψεις αποτελούν και οι ισχυρισμοί του ότι η ενάγουσα εταιρεία τον απάλλαξε από τις υποχρεώσεις του. Πρόκειται για θέση ανυπόστατη και αβάσιμη. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε και τον τρόπο κατάρτισης του επιδίκου εγγράφου. Ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο δεν υπογράφηκε από τον εναγόμενο στην παρουσία των ΜΕ1 και ΜΕ
  8. Είναι κοινή θέση και των δύο μερών ότι την 23.5.2002 οι ΜΕ1 και ΜΕ2 πήγαν στο γραφείο του εναγομένου και ζήτησαν από αυτόν όπως υπογράψει το επίδικο έγγραφο, ως επίσης και δύο άλλα γραμμάτια, το ένα προς όφελος του ΜΕ1 και το άλλο προς όφελος του ΜΕ
  9. Είναι παραδεκτό ότι τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΕ2 ήταν παρόντες κατά την υπογραφή του επιδίκου εγγράφου. Η εν λόγω υπογραφή από τα δύο πιο πάνω πρόσωπα θα ήταν η λογική εξέλιξη της συγκεκριμένης συνάντησης. Η υπεράσπιση προβάλλει το επιχείρημα ότι την ημέρα που υπογράφηκε το επίδικο έγγραφο ο εναγόμενος είχε υπογράψει και άλλα έγγραφα στα οποία δεν υπέγραψαν τα δύο πιο πάνω πρόσωπα ως μάρτυρες. Αν είχαν υπογράψει στο Τεκμήριο 3 ως μάρτυρες, δεν υπήρχε λόγος, σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση, να μην υπογράψουν και στα υπόλοιπα έγγραφα ως μάρτυρες. Το γεγονός ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν υπέγραψαν και στα υπόλοιπα έγγραφα ως μάρτυρες, δεν ενισχύει την πιο πάνω θέση της υπεράσπισης. Ως εξήγησε ο ΜΕ1, ο λόγος που δεν υπέγραψαν τα άλλα δύο γραμμάτια ήταν γιατί δικαιούχοι σε αυτά ήταν οι ίδιοι. Επισημαίνω ότι αυτή είναι και η θέση της υπεράσπισης ότι ο δικαιούχος του γραμματίου δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και μάρτυρας της υπογραφής. Αν η θέση της υπεράσπισης γινόταν δεκτή ότι το επίδικο έγγραφο υπογράφηκε εκ των υστέρων, τότε κάποιος λογικά θα ανέμενε ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 θα υπέγραφαν και τα άλλα δύο γραμμάτια εκ των υστέρων. Είτε θα υπέγραφαν οι ίδιοι, είτε θα ζητούσαν από κάποιους άλλους να υπογράψουν ως μάρτυρες, πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, καταλήγω ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ήταν παρόντες κατά την υπογραφή του επιδίκου εγγράφου και υπέγραψαν ως μάρτυρες της υπογραφής του εναγομένου. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται τέλος ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν νομιμοποιούνταν να υπογράψουν το επίδικο έγγραφο καθότι ήταν διευθυντές και μεγαλομέτοχοι της ενάγουσας εταιρείας και κατ΄ επέκταση το Τεκμήριο 3 δεν εμπίπτει στην έννοια του «γραμματίου συνήθους τύπου». Ο νομοθέτης, σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση, έθεσε αυστηρά κριτήρια για τη συνομολόγηση του εν λόγω εγγράφου, δεν θα μπορούσαν οι μεγαλομέτοχοι και διευθυντές της ενάγουσας εταιρείας, που ήταν η δικαιούχος του γραμματίου, να είναι παράλληλα και μάρτυρες προς επιβεβαίωση της υπογραφής της οφειλής. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, έγινε επίκληση της απόφασης Πανίκος Λεωνίδου και Δώρα Βόλου ως διαχειριστές της περιουσίας της Σωτηρούλας Βόλου και Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη[1]. Οι ενάγοντες διαφώνησαν με την πιο πάνω θέση. Είναι η εισήγησή τους ότι η πιο πάνω απόφαση δεν υποστηρίζει την πιο πάνω θέση, ανεξαρτήτως τούτου όμως, η ενάγουσα, που είναι εταιρεία και είναι η δικαιούχος του γραμματίου, δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τους ΜΕ1 και ΜΕ
  10. Στην απόφαση Πανίκου Λεωνίδου κ.ά. και Δρ. Θρασυβούλου Σπυριδάκη (ανωτέρω) αποφασίστηκε πρωτόδικα, και στη συνέχεια επικυρώθηκε από το Εφετείο, ότι ο δικαιούχος του γραμματίου δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και μάρτυρας προς επιβεβαίωση της υπογραφής της οφειλής. Στην υπό κρίση υπόθεση, δικαιούχος είναι η Atlantic Insurance Co. Public Ltd, μια δημόσια εταιρεία. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο οι ΜΕ1 και ΜΕ2, που υπέγραψαν στο επίδικο έγγραφο ως μάρτυρες, ήταν δύο εκ των διευθυντών της εν λόγω εταιρείας και παράλληλα κατείχαν κάποιο ποσοστό του μετοχικού της κεφαλαίου. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν καθιστούν τα δύο αυτά πρόσωπα δικαιούχους του γραμματίου. Η εταιρεία είναι διαφορετικό πρόσωπο κατά νόμο, τόσο από τους μετόχους όσο και από τους διευθυντές της και τα μέλη αυτής κανένα δικαίωμα έχουν σε σχέση με την περιουσία της. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Pennington's Company Law[2]: «. A company is a corporation, and is therefore a person in the eyes of the law quite distinct from the individuals who are its members. As a distinct person the company can own property have rights and be subject to liabilities, and it does not hold its property merely as an agent or trustee for its members, and they cannot sue to enforce its rights, nor can they be sued in respect of its liabilities». Και στη σελίδα 42 του ιδίου συγγράμματος: «.. A company is the beneficial owner of its own property; it does not hold it as a trustee for its members, and they have no interest therein». Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης διαφέρουν από τα γεγονότα της Πανίκος Λεωνίδου και Δώρα Βόλου ως διαχειριστές της περιουσίας της Σωτηρούλας Βόλου και Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη (ανωτέρω). Αναγνωρίζω ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 είναι άτομα που σχετίζονται με την ενάγουσα εταιρεία, αυτό όμως δεν τους καθιστά πρόσωπα μη κατάλληλα ή μη ικανά να υπογράψουν ως μάρτυρες στο εν λόγω έγγραφο. Οι σύζυγοι, παρά τη μεταξύ τους σχέση, θεωρούνται ότι ο ένας δύναται να υπογράψει ως μάρτυρας της υπογραφής του άλλου[3], ενώ ο διευθυντής τράπεζας θεωρήθηκε από Αγγλικό Δικαστήριο ικανό πρόσωπο για να υπογράψει ως μάρτυρας σε σχέση με έγγραφο υποθήκης που είχε καταρτιστεί προς όφελος της τράπεζας[4]. Αν αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη, ήτοι να απαγορεύσει σε άτομα που συνδέονται με το δικαιούχο να υπογράφουν ως επιβεβαιούντες μάρτυρες, τότε κάποιος λογικά θα ανέμενε ότι θα υπήρχε ρητή περί τούτου πρόνοια στο νόμο, Κεφ. 149, όπως υπάρχει για παράδειγμα ανάλογη πρόνοια στον περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο, Κεφ.
  11. Το άρθρο 78 του Κεφ. 149 προνοεί ότι: «Γραμμάτιο συνήθους τύπου είναι γραπτή υπόσχεση που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο». Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, καταλήγω ότι το επίδικο έγγραφο πληροί όλες τις προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο και αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου. Στην περίπτωση που το αντικείμενο της διαφοράς είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου, οι υπερασπίσεις που μπορούν να προβληθούν από το πρόσωπο που υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο, είναι πολύ περιορισμένες. Το περιεχόμενο του γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό και υπεράσπιση συνιστά μόνο το ότι η υπογραφή του οφειλέτη δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε κατόπιν εξαναγκασμού ή απάτης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει και να εξετάσει άλλα θέματα πέραν των πιο πάνω, όπως για παράδειγμα το θέμα της αντιπαροχής που προβάλλεται στην υπό κρίση υπόθεση[5]. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η αξίωση της ενάγουσας θα πρέπει να πετύχει. Καταληκτικά, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €245.526,03σ, πλέον τόκο 6% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 23.5.2002 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] Πολιτική Έφεση 64/2009, ημερομηνίας 19.7.
  12. [2] 4η έκδοση, σελ.
  13. Βλέπετε επίσης σχετικά Salomon v. Salomon & Co. Ltd. [1897] AC 22 [3] Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, τόμος 13, παράγραφος
  14. [4] The Bank of Victoria v. M. Michael

(1882)YLV VICT. Volume VIII, p.11. [5] Βλέπετε σχετικά Raif v. Dervish
(1971)1 C.L.R. 158 και Α. Χαραλάμπους και Χρηματοδοτήσεις Πάνθηρας Λτδ.
(2000)1 ΑΑΔ 733. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.