← Κύπρος

Αναφορικά με τον Djemil Cufi Suleyman, Αρ. Αίτησης: 348/14, 14/5/2015

Αναφορικά με τον Djemil Cufi Suleyman, Αρ. Αίτησης: 348/14, 14/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών Ενώπιον: Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 348/14 Αναφορικά με τον Djemil Cufi Suleyman, αποβιώσαντα και Αναφορικά με την περιουσία του πιο πάνω αποβιώσαντα και σύμφωνα με το άρθρο 53 του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189 και αναφορικά με την αίτηση της συνδιαχειρίστριας της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα, Raziye Cemil ...................................................... Αίτηση της συνδιαχειρίστριας Raziye Cemil ημερ. 7.5.2014 14 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για συνδιαχειρίστρια - αιτήτρια: κ. Μ. Βλαδιμήρου. Για καθ' ου η αίτηση: κα Ε. Φλωρέντζου, δικηγόρος της Δημοκρατίας. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση - η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση συνταγμένη στα ελληνικά - η αιτήτρια, η οποία, ως διατείνεται, είναι η μοναδική κληρονόμος και συνδιαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της, ζητά, υπό την εν λόγω ιδιότητα της, την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τη μεταβίβαση και εγγραφή των κτημάτων (κατοικιών) με αρ. εγγ. 6586 Φ/Σχ. 51/6010V01 τεμάχιο 799 και αρ. εγγ. 6912 Φ/Σχ. 51/6010V01 στη Γεροσκήπου, στο όνομα του εκ μητρογονίας αδελφού της Osman Mulla Rasif. Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκη δήλωση, ο Υπουργός Εσωτερικών που είναι παράλληλα και κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών, δεν επιτρέπει να γίνει η επιθυμητή μεταβίβαση και εγγραφή, επειδή ο πατέρας της, ο αδελφός της και η ίδια η αιτήτρια, είναι Τουρκοκύπριοι. Η απαγόρευση αυτή, πάντα κατά την ένορκη δήλωση, παραβιάζει τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2000/43/ΕΚ και ειδικά το άρθρο 3

(1)(η) ως επίσης και τους εναρμονιστικούς Νόμους 42
(1)/2004 και 59
(1)/
  1. Ο καθ΄ου η αίτηση, δια της Ειδοποίησης περί Προθέσεως Ενστάσεως ημερ. 9.10.2014 (εφεξής η Ένσταση), διαφωνεί με τις θέσεις της αιτήτριας, παραθέτοντας τους εξής ειδικούς λόγους ένστασης: «
  2. Το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της δικαιοδοσίας διαχείρισης, στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αίτησης ή και κωλύεται από του να επιληφθεί της παρούσας αίτησης για το λόγο ότι η συγκεκριμένη περιουσία βρίσκεται υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας.
  3. Η περιουσία του κάθε τουρκοκύπριου αποβιώσαντα μπορεί να διανεμηθεί στους κληρονόμους, οι οποίοι μπορούν να αποκτήσουν την κυριότητά της, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, όμως η κατοχή, έλεγχος και διαχείριση της περιουσίας διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης θα παραμείνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών.
  4. Δεν προσέρχονται ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια ούτε αποκαλύπτουν τα περιστατικά και στοιχεία της υπόθεσης. Στην αίτησή του δεν παρουσιάζονται οποιαδήποτε στοιχεία που αφορούν την κληρονομούμενη περιουσία και ποια είναι η σημερινή της κατάσταση και η εκτιμημένη αξία της.
  5. Η αιτήτρια δεν εξηγεί στην αίτηση ή και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει τους λόγους για τους οποίους επέλεξε την παρούσα διαδικασία. Οι εξουσίες των προσώπων που διορίστηκαν ως συνδιαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, βάσει του Κεφ 189, δεν πρέπει να ασκούνται κατά τρόπο που να καταστρατηγούν ή να αντίκεινται προς τον ειδικό Νόμο, ήτοι τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμο.
  6. Το ζήτημα κατά πόσο θα επιτραπεί η μεταβίβαση μέρους της κληρονομούμενης περιουσίας, ενόψει του ότι αυτή βρίσκεται στα χέρια του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, είναι ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί από το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο στα πλαίσια εξέτασης σχετικού αιτήματος και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελεί ζήτημα προς εκδίκαση από Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αίτησης διαχείρισης, διότι κάτι τέτοιο παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
  7. Η επίκληση από την αιτήτρια της οδηγίας 2000/43/ΕΚ της 29ης Ιουνίου 2000 περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής των καταγωγής και της υιοθέτησης της από το κυπριακό δίκαιο δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην παρούσα. Δυνάμει της περί Τ/Κ Περιουσιών Νομοθεσίας Ν 139/91 έως 68(Ι) 2012, ο Κηδεμόνας Τ/Κ Περιουσιών μπορεί μόνο να δώσει την συγκατάθεση του για τη διαδικασία διανομής προς όφελος των νόμιμων κληρονόμων. Επειδή πρόκειται για εκ μητρογονίας αδελφό της αιτήτριας και όχι νόμιμο κληρονόμο του αποβιώσαντα το αίτημα απορρίφθηκε και όχι επειδή η αιτήτρια είναι τουρκοκύπρια.
  8. Επίσης η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική αφού το αίτημα αποξένωσης της κληρονομούμενης περιουσίας στοχεύει στην ικανοποίηση του κληρονόμου και όχι στην διανομή και μεταβίβαση των κληρονομιών μεριδίων στους νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντα». Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της δικηγόρου που εμφανίστηκε και κατά την ακρόαση. Στην ένορκη αυτή δήλωση, γίνεται αναφορά στα επιμέρους γεγονότα στα οποία εδράζεται η Ένσταση. Συγκεκριμένα και μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ο Djemil Cufi Suleyman, απεβίωσε στην κατεχόμενη Λευκωσία στις 30.7.2002 και η επίδικη κληρονομούμενη τουρκοκυπριακή περιουσία, θεωρήθηκε εγκαταλειφθείσα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές λόγω της τουρκικής εισβολής και κατοχής, με αποτέλεσμα να περιέλθει υπό την προστασία του κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών. Ως εκ τούτου, από συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189 και του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα Νόμου 139/91), απαγορεύεται η διανομή και μεταβίβαση κληρονομικών μεριδίων, σε μη νόμιμους κληρονόμους αποβιώσαντα. Για σκοπούς διαχειρίσεων κληρονομιών, επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η μεταβίβαση σε νόμιμους κληρονόμους, όχι όμως σε μη νόμιμους κληρονόμους. Οι συνδιαχειριστές, καταλήγει η ενόρκως δηλούσα, δύναται να προβούν σε διαδικασία έκδοσης εγγράφων διαχείρισης για καταγραφή της κληρονομούμενης περιουσίας για σκοπούς διανομής και μεταβίβασης των κληρονομικών τους μεριδίων, αλλά δεν έχουν δικαίωμα πώλησης ή και αποξένωσης αυτής χωρίς την προηγούμενη προς τούτο αναγκαία άδεια του Κηδεμόνα. Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι εμφανισθέντες δικηγόροι, κατέθεσαν και υιοθέτησαν γραπτές αγορεύσεις. Στις αγορεύσεις αυτές περιλαμβάνονται αναφορές και γεγονότα που δεν προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα. Συγκεκριμένα στην αγόρευση του συνηγόρου της αιτήτριας, γίνεται αναφορά στους λόγους, για τους οποίους η αιτήτρια επιθυμεί να μεταβιβάσει τα κτήματα στον εκ μητρογονίας αδελφό της και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για να το πετύχει. Στην ένορκη της δήλωση όμως, δεν αναφέρεται το παραμικρό σε σχέση με τα θέματα αυτά. Ως γνωστό η αγόρευση, δεν προσφέρεται για την παράθεση ή τη διεύρυνση του πλαισίου των γεγονότων (βλ. Federal Bank of Lebanon v. Shiakolas
(2002)1 Α.Α.Δ.223). Ως εκ τούτου, στο αποδεκτό πλαίσιο των γεγονότων, θεωρώ ότι δεν προβάλλεται κανένας λόγος για τη σκοπούμενη μεταβίβαση, ούτε και υπάρχει αναφορά στην ακολουθητέα διαδικασία προς επίτευξη τούτου. Παρομοίως στην αγόρευση της συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση, γίνεται εκτενής παράθεση γεγονότων που δημιουργούν υπόβαθρο για απόρριψη της Αίτησης λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Γίνεται αναφορά σε προηγούμενες, παράλληλες και άλλες διαδικασίες που έχουν χρησιμοποιηθεί από την αιτήτρια προς επίτευξη όμοιων ή παρόμοιων σκοπών. Μάλιστα επισυνάπτεται και το κείμενο της απόφασης στην αγωγή 4078/10, όπου το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της αιτήτριας, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση του δικαιώματος περιουσίας και την άρση της κηδεμονίας από τον Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών κ.α. Αίτημα για απόρριψη Αίτησης, λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, πέραν της νομικής επιχειρηματολογίας, προϋποθέτει την παράθεση των γεγονότων, στα οποία εδράζεται. Αυτά τα γεγονότα θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, με συνημμένα ως τεκμήρια, τα πλαισιωτικά δικόγραφα, αποφάσεις, πρακτικά και άλλα έγγραφα. Δεν νοείται, αυτά τα γεγονότα να εκτίθενται στην αγόρευση και να προσκομίζεται απλά το κείμενο της απόφασης μιας άλλης υπόθεσης. Συνεπώς και παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ισχυρότατες ενδείξεις για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, με τον τρόπο που ετέθη το θέμα, δεν μπορώ να καταλήξω σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ως εκ των ανωτέρω, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Η αιτήτρια ως κληρονόμος και συνδιαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της, διαμαρτύρεται ότι υπάρχει διάκριση σε βάρος της λόγω της τουρκοκυπριακής καταγωγής της ίδιας, του αποβιώσαντος πατέρα της και του εκ μητρογονίας αδελφού της, προς τον οποίο επιθυμεί να δωρίσει τα κτήματα. Στην Αίτηση, επιμελώς, δεν αναφέρεται που διέμενε ο αποβιώσας προ του θανάτου του, ούτε και που διαμένει η αιτήτρια. Ωστόσο το ότι η επίδικη περιουσία είναι "τουρκοκυπριακή περιουσία" υπό την έννοια του άρθρου 2 του Νόμου 139/91 και ως τέτοια έχει περιέλθει στην προστασία του Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών δεν έχει αμφισβητηθεί και το αναγάγω έτσι σε εύρημα μου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Bahchecioglou
(1998)1 Α.Α.Δ. 426). Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει εξάλλου και από την υπόθεση Raziye Cemil και Επι Τοις Αφωρόσι των Cemil Cufi Suleyman, αποβιώσαντα
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 987. Στην υπόθεση αυτή, η ίδια αιτήτρια, ισχυριζόμενη και πάλι διάκριση λόγω της καταγωγής της και επικαλούμενη την ίδια Ευρωπαϊκή Οδηγία και τους ίδιους ημεδαπούς Νόμους, ζητούσε την έγκριση του Δικαστηρίου για πώληση κτήματος στη Γεροσκήπου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την απορριπτική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Σκοπός του Ν.139/91, όπως προκύπτει από το προοίμιό του, είναι η διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν από τους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες τους. Με τον πιο πάνω Νόμο, δε σκοπείται η, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, στέρηση της περιουσίας τους, στη βάση εθνοτικής καταγωγής, αλλά η προστασία της και η προσωρινή διαχείρισή της από τον Κηδεμόνα μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε από την τουρκική εισβολή. Κριτήριο δεν είναι η καταγωγή του ιδιοκτήτη, αλλά εάν η περιουσία του εγκαταλείφθηκε. Το Κράτος, το 1974, βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κατάσταση καταστροφής, που δημιούργησε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συνεπώς, είχε καθήκον να λάβει μέτρα, έστω και αν αυτά περιέχουν περιορισμούς. Η μαζική μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων και η εγκατάλειψη από αυτούς των περιουσιών τους στις περιοχές οι οποίες ελέγχονται από το Κράτος επέβαλλε την ανάγκη αυτές να προστατευθούν, προς όφελος των ιδιοκτητών τους, όπως, άλλωστε, αναφέρεται στο προοίμιο του Ν. 139/91, το οποίο, συνήθως, δηλώνει τα γεγονότα ή την κατάσταση για την οποία ο νομοθέτης προτίθεται να θεσπίσει το νόμο που ακολουθεί - (βλ. Δημητρίου v. Δημητρίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1153). Το ίδιο ζήτημα εξετάστηκε στην Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., (πιο πάνω), στην οποία το Εφετείο κατέληξε ότι το Άρθρο 2 του Ν. 139/91 δεν καταστρατηγεί το Άρθρο 23 του Συντάγματος και ότι συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες δικαιολογούνται στη βάση του δικαίου της ανάγκης. Τα περί διακρίσεως, επειδή η αιτήτρια είναι Τουρκοκύπρια, δεν έχουν έρεισμα, αφού ο Κηδεμόνας δε διαχειρίζεται όλες τις περιουσίες που ανήκουν στα μέλη της τουρκικής κοινότητας αλλά μόνο εκείνες των οποίων οι ιδιοκτήτες, τον Ιούλιο του 1991, δεν βρίσκονταν στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας. .......Από τις πιο πάνω διατάξεις, είναι φανερό ότι ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του, η οποία εξακολουθεί να του ανήκει, υπό τους προσωρινούς περιορισμούς του Ν. 139/91, οι οποίοι θα αρθούν με τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης, που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής. Ο Κηδεμόνας, στον οποίο έχει περιέλθει η κατοχή και διαχείριση κάθε τουρκοκυπριακής περιουσίας που έχει εγκαταλειφθεί, είναι το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται στη διαχείρισή της και δεν μπορεί να παρακάμπτεται - (βλ. Korkut Perihan v. Γεωργίου, διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου
(2008)1 Α.Α.Δ. 905)». (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Ως εκ των ανωτέρω, βρίσκω πως καμία διάκριση δεν υπήρξε σε βάρος της αιτήτριας λόγω της καταγωγής της. Οι περιορισμοί στην ελεύθερη διάθεση της περιουσίας, άπτονται αποκλειστικά και μόνο του γεγονότος ότι η περιουσία έχει εγκαταλειφθεί στις ελεύθερες περιοχές, λογίζεται ως "τουρκοκυπριακή" υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν139/91 και τυγχάνει έτσι (προσωρινής) προστασίας από τον Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών. Έτσι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για ακόμα ένα λόγο - σχετικό με την εν γένει διαχείριση της περιουσίας αποβιωσάντων προσώπων. Η αιτήτρια ως συνδιαχειρίστρια και μοναδική, ως διατείνεται, κληρονόμος του αποβιώσαντος, επιθυμεί και επιχειρεί να μεταβιβάσει κληρονομούμενη περιουσία σε μη κληρονόμο. Με τον τρόπο αυτό θα αποξενωθεί κληρονομούμενη περιουσία, κάτι που αντιστρατεύεται της αυστηρής υποχρέωσης της ως συνδιαχειρίστρια, να διανέμει την κληρονομιά στους νόμιμους κληρονόμους. Η υποχρέωση αυτή δεν ατονεί, έστω και αν είναι η μοναδική πλέον κληρονόμος του αποβιώσαντος. Απόκλιση από την πιο πάνω υποχρέωση, επιτρέπεται μόνο συμφώνως του άρθρου 33
(1)του Κεφ.189, το οποίο, στον βαθμό που ενδιαφέρει, προβλέπει τα εξής.- "Για σκοπούς διευκόλυνσης της διανομής της κληρονομιάς αποθανόντος προσώπου μεταξύ των δικαιούχων σύμφωνα με το νόμο, το Δικαστήριο δύναται σχετικά με οποιοδήποτε μέρος της κληρονομιάς να διατάξει την πώληση, εκμίσθωση, υποθήκευση εγκατάλειψη ή απαλλαγή, διαίρεση ή άλλη διάθεση του, όπως το Δικαστήριο θα κρίνει σκόπιμο, αν η πράξη αυτή δεν δύναται να διενεργηθεί από τον προσωπικό αντιπρόσωπο επειδή αυτός στερείται οποιασδήποτε εξουσίας για το σκοπό αυτό...». Στην εδώ περίπτωση, κανένας λόγος δεν έχει δοθεί που να καταδεικνύει ότι η σκοπούμενη δωρεά της περιουσίας του αποβιώσαντος, θα διευκολύνει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη διανομή της κληρονομιάς μεταξύ των δικαιούχων (βλ. Mehmet Ahmet v. Δημοκρατία
(2009)1 Α.Α.Δ. 20). Επομένως και γι' αυτό το λόγο, απορρίπτω την Αίτηση. Κλείνοντας - υπάρχει ένα σημαντικό θέμα που αφορά τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα, το οποίο, θα πρέπει να θίξω. Η ένορκη δήλωση της αιτήτριας που συνοδεύει την Αίτηση είναι συνταγμένη στα Ελληνικά, χωρίς πουθενά στο σώμα της, να αναφέρεται ότι κατανοεί την ελληνική γλώσσα. Αντίθετα προκύπτει ότι δεν την κατανοεί, αφού επί της ενόρκου δηλώσεως, υπάρχει η εξής χειρόγραφη σημείωση της πρωτοκολλητού του Δικαστηρίου.- "αφού μου είπε ότι της έχει επεξηγηθεί στην τουρκική το πιο πάνω περιεχόμενο." Η ιδιότητα, ταυτότητα και ικανότητα να μεταφράζει, του προσώπου που της εξήγησε όμως το περιεχόμενο, δεν αποκαλύπτεται. Όπως εύκολα πιστεύω γίνεται αντιληπτό, η πρόχειρη και ανεπίδεκτη ελέγχου αυτή διαβεβαίωση, είναι ανεπαρκής. Η ένορκη δήλωση συνιστά τη μαρτυρία επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση. Έτσι θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα καταληπτή στον ενόρκως δηλούντα. Εδώ, η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να ήταν συνταγμένη στην τουρκική γλώσσα (η οποία είναι και μια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας με βάση το Σύνταγμα και τον περί Επισήμων Γλωσσών Νόμο 67
(1)/88), και για σκοπούς κατανόησης από το Δικαστήριο, να συνοδεύετο με μετάφρασή της στα ελληνικά, καθώς και από ένορκη δήλωση μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321 και Annual Practice 1956, σελ.683). Η μετάφραση σε μια τέτοια περίπτωση έχει ως αποδέκτη το Δικαστήριο, υπό την έννοια ότι γίνεται για να βεβαιωθεί το ίδιο το Δικαστήριο ότι το ελληνικό κείμενο που έχει ενώπιον του και καλείται να λάβει υπόψη, αντικατοπτρίζει με απόλυτη ακρίβεια τη μαρτυρική βούληση του τουρκόφωνου ομνύοντα ως καταγράφεται στην ένορκη δήλωση στην οποία προέβη στα τουρκικά. Δεν είναι δεκτό αυτό που έγινε εδώ, δηλαδή η ενόρκως δηλούσα, να υπογράφει απευθείας μια ένορκη δήλωση συνταγμένη σε γλώσσα μη καταληπτή από την ίδια, με μόνη διαβεβαίωση, αυτό που παρέθεσα πιο πάνω. Το γεγονός τούτο από μόνο του, εξουδετερώνει το μαρτυρικό υπόβαθρο της Αίτησης και την αφήνει χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Όσον απαράδεκτη όμως είναι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, άλλο τόσο είναι και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, για διαφορετικό όμως λόγο. Η ένορκη αυτή δήλωση έγινε από τη δικηγόρο της Δημοκρατίας κα Έλλη Φλωρέντζου. Η κα Φλωρέντζου εμφανίστηκε και κατά την ακροαματική διαδικασία και χειρίστηκε την υπόθεση ως δικηγόρος. Κατά την ακρόαση βέβαια, κατατέθηκαν απλώς γραπτές αγορεύσεις. Τούτο όμως δεν αλλάζει τα πράγματα. Διαδραμάτισε διπλό ρόλο - αυτό του μάρτυρα και αυτό του συνηγόρου. Κάτι τέτοιο απαγορεύεται και δεν έπρεπε να γίνει (βλ. (Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου, Πολ.Έφεση 236/10, ημερ. 13.6.2013). Το Δικαστήριο, ενόψει της συνοπτικής και ταχείας τροπής που πήρε η ακρόαση, δεν είχε την ευκαιρία να το αντιληφθεί και να απαγορεύσει στη συνήγορο να εμφανιστεί. Η ίδια όμως θα έπρεπε να το γνωρίζει και να μην εμφανιζόταν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.