CAA Travel Media Ltd κ.α. ν. Pink Camel Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2879/2007, 4/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2879/2007 Μεταξύ: 1. CAA Travel Media Ltd 2. LRG Enterprises Ltd Εναγουσών v. 1. Pink Camel Ltd 2. Nikiforos Technologies Ltd 3. Φίλιππου Νικηφόρου Εναγομένων Και Δι΄ Ανταπαιτήσεως Μεταξύ: 1. Pink Camel Ltd Ενάγουσας v. 1. CAA Travel Media Ltd 2. Κώστα Αργυρίδη Εναγομένων Αίτηση ημ. 11 Μαρτίου 2014 για παραμερισμό διατάγματος για ακύρωση δόλιας μεταβίβασης Ημερομηνία: 4 Μαΐου 2015 Εμφανίσεις: Για την Αντωνίτσα Νικηφόρου - Αιτήτρια: κ. Κ. Καμένος Για τις Ενάγουσες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ν. Βαρωσιώτου για Γεωργιάδης & Μυλωνάς Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η αιτήτρια ζητά τον παραμερισμό του διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 26.4.13 με το οποίο ακυρώθηκε η μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/37497, Τμήμα/Φύλλο 0/45 Σχέδιο 09, Τεμάχιο 1199, στον Δήμο Πέγειας στην Πάφο (εφεξής καλούμενο 'το ακίνητο'), η οποία έγινε στις 20.7.10 επ΄ ονόματι της αιτήτριας δυνάμει δωρεάς από τον γιο της, εναγόμενο 3. Περαιτέρω η αιτήτρια ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για επανεγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματι της. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, το ιστορικό της διαδικασίας μέχρι και την έκδοση του διατάγματος ημ. 26.4.13 έχει ως εξής: 1) Στις 24.10.12 η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Εκείνη την ημερομηνία δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο για απόσυρση των δικηγόρων που εμφανίζονταν και εκπροσωπούσαν τους εναγόμενους. Ενώ δεν υπήρχε πλέον εμφάνιση εκ μέρους των εναγομένων, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση με την προσκόμιση ένορκης μαρτυρίας για την πλευρά των εναγουσών. Η ακροαματική διαδικασία συνεχίστηκε την επομένη, 25.10.12, όταν και ολοκληρώθηκε η προσκόμιση της μαρτυρίας των εναγουσών. Η υπόθεση ορίστηκε για την αγόρευση εκ μέρους των εναγουσών την 1.11.12, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του. 2) Στις 6.11.12, στην παρουσία των δικηγόρων των εναγουσών και χωρίς εμφάνιση για τους εναγόμενους, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ως ακολούθως: (
- i)υπέρ της ενάγουσας 1 και εναντίον των εναγομένων 1-3 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για το ποσό των €726.244,46σ με νόμιμο τόκο 8% ετησίως από 30.4.07 μέχρι 14.10.08 και νόμιμο τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως, (
- ii)υπέρ της ενάγουσας 2 και εναντίον των εναγομένων 1-3 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για το ποσό των €54.506,09σ με νόμιμο τόκο 8% ετησίως από 30.4.07 μέχρι 14.10.08 και νόμιμο τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως, και (iii) όπως οι εναγόμενοι 1-3 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα πληρώσουν στις ενάγουσες τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 3) Στις 12.2.13 οι ενάγουσες καταχώρησαν διά κλήσεως αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον του εναγομένου 3 για ακύρωση της μεταβίβασης του ακινήτου επ΄ ονόματι της μητέρας του τελευταίου, η οποία (μεταβίβαση) είχε γίνει δυνάμει δωρεάς στις 20.7.10, και επανεγγραφή του στο όνομα του εναγομένου 3. 4) Την ίδια ημερομηνία, 12.2.13, οι ενάγουσες καταχώρησαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε αυθημερόν από το Δικαστήριο προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν η πώληση, μεταβίβαση και ή αποξένωση του ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της διά κλήσεως αίτησης ημ. 12.2.13. 5) Ενώ το προσωρινό διάταγμα εκκρεμούσε για επίδοση, στις 8.3.13 οι ενάγουσες καταχώρησαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε αυθημερόν διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση του διατάγματος, της μονομερούς αίτησης και της διά κλήσεως αίτησης, ημ. 12.2.13, μέσω δημοσίευσης σε κυπριακή εφημερίδα. Η δημοσίευση έγινε στην εφημερίδα Χαραυγή στις 19.3.13. 6) Στις 28.3.13, το προσωρινό διάταγμα ημ. 12.2.13 έγινε απόλυτο και η διά κλήσεως αίτηση ημ. 12.2.13 ορίστηκε για απόδειξη στις 26.4.13. 7) Στις 26.4.13, το Δικαστήριο εξέδωσε το ακόλουθο διάταγμα: «ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12/12/13 υπό ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ - ΑΙΤΗΤΡΙΩΝ Της αίτησης των κ.κ. Γεωργιάδης και Μυλωνάς δικηγόρων εναγουσών 1+2 - αιτητριών και για τον εναγόμενο αρ. 3 καμία εμφάνιση παρόλο ότι του επιδόθηκε πιστό αντίγραφο της αίτησης ημερομηνίας 12/12/13 και αφού ηκούσθη παν ό,τι ελέχθη υπό ή εκ μέρους των πιο πάνω δικηγόρων. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ εναντίον του Εναγόμενου αρ. 3/Καθ' ου η Αίτηση την ακύρωση της μεταβίβασης και/ή πώλησης και/ή διάθεσης του πιο κάτω αναφερόμενου ακινήτου, υπό τον αριθμό εγγραφής 0/37497, Τμήμα/Φύλλο 0/45, Σχέδιο 09, Τεμάχιο 1199, Δήμος Πέγειας, στην Πάφο, επ' ονόματι της κας Αντωνίτσας Νικηφόρου, εκ Πάφου οδός Λεωφ. Ανδρέα Παπανδρέου 4, Δήμος Πέγειας, μητέρα του Εναγόμενου 3/Καθ' ου η Αίτηση, η οποία μεταβίβαση και/ή πώληση και/ή διάθεση και/ή αποξένωση έγινε δωρεάν κατά ή περί τις 14/5/2010 και ενεγράφη επ' ονόματι της μητέρας του στις 20/7/2010. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ το Κτηματολόγιο Πάφου, όπως προβεί στην ακύρωση και/ή επανεγγραφή του ακινήτου αρ. εγγραφής 0/37497 Τμήμα/Φύλλο 0/45, Σχέδιο 09, Τεμάχιο 1199, στην Πάφο, επ' ονόματι του Εναγόμενου αρ. 3/Καθ' ου η Αίτηση, ΦΙΛΙΠΠΟ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΚΑΖΕΙ έξοδα εναντίον του εναγόμενου αρ. 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης.» 8) Στις 18.6.13 οι ενάγουσες καταχώρησαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας στις 25.6.13 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο τροποποιήθηκε το εν λόγω διάταγμα με την προσθήκη της φράσης «η επανεγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματι του Φίλιππου Νικηφόρου να γίνει υποκείμενη στην Υ1889/09». Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός του διατάγματος ημ. 26.4.13 αναφέρονται στο σώμα της υπό κρίση Αίτησης και είναι οι ακόλουθοι: α) Η διαδικασία έκδοσης του διατάγματος και ή η υποβληθείσα αίτηση για την εξασφάλιση αυτού είναι παράνομη και ή εσφαλμένη και το εκδοθέν διάταγμα είναι προϊόν παράνομης και αντικανονικής διαδικασίας, β) Υπάρχει παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης και ή των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και ή του δικαιώματος της αιτήτριας, ως διαδίκου και ή ως ενδιαφερόμενου μέρους, να ακουστεί, και γ) Το διάταγμα πλήττει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της αιτήτριας της ατομικής της ιδιοκτησίας και είναι ζημιογόνο γι΄ αυτή. Η νομική βάση της Αίτησης είναι τα άρθρα 3 και 4 του περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62, τα άρθρα 29 και 32
(2)του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, τα άρθρα 4-6, 9 και 73-81 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, η Δ.1 Θθ.1 και 2, η Δ.5 Θθ.1 και 2, η Δ.9 Θθ.1, 4, 9 και 10, η Δ.26 Θθ.14 και 15, η Δ.40 Θ.11 και η Δ.48 Θθ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα άρθρα 23, 30.2 και 35 του Συντάγματος, το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η νομολογία και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας στην οποία αναφέρει ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 26.4.13 εκδόθηκε ερήμην και εν αγνοία της χωρίς να της έχει επιδοθεί η αίτηση δυνάμει της οποίας ζητείτο το διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασης του ακινήτου. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τυχαίως και πρόσφατα, περί τις 25.2.14, έλαβε γνώση του διατάγματος μέσω της επίδοσης στον γιο της, εναγόμενο 3, άλλων αιτήσεων που καταχωρήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, η οποία (επίδοση) έγινε διά της αναρτήσεως αυτών στα κάγκελα της οικίας της αιτήτριας. Ακολούθως η αιτήτρια επαναλαμβάνει τους λόγους που περιέχονται στην Αίτηση για τους οποίους θεωρεί ότι το διάταγμα ημ. 26.4.13 πρέπει να παραμεριστεί και προσθέτει ότι περί το 1999 μεταβίβασε το ακίνητο δυνάμει δωρεάς στον γιο της. Λόγω προσωπικών της και οικογενειακών οικονομικών δυσκολιών, ήτοι διανύει με τον σύζυγο της την τρίτη ηλικία και είναι και οι δύο άνεργοι από το 2010, στις 14.5.10 ο γιος της επέστρεψε σε αυτή το ακίνητο δυνάμει δωρεάς ως είχε ηθική υποχρέωση να πράξει. Η αιτήτρια ισχυρίζεται επίσης ότι η ακύρωση της μεταβίβασης επ΄ ονόματι της έγινε χωρίς αυτή να ακουστεί περί της καλοπιστίας της μεταβίβασης και της ζημιογόνας συνέπειας που η ακύρωση της μεταβίβασης συνεπάγεται στην περιουσία της, κάτι το οποίο συνιστά παραβίαση του δικαιώματος της για δίκαιη δίκη. Τέλος, η αιτήτρια θεωρεί ότι, εφόσον το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο στο Ελληνικό Ταμιευτήριο Πάφου (πρώην ΣΠΕ Πέγειας) αυτοί, ως ενυπόθηκοι δανειστές, είχαν επίσης λόγο στη διαδικασία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η αίτηση, με την προσθήκη των άρθρων 2 και 5 του Κεφ. 62, των άρθρων 14, 23, 53-55, 57, 60, 69, 82, 83, 91Α και 91Γ του Κεφ. 6, και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Στην ένσταση απαριθμούνται 15 λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: 1) H Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, 2) Οι ενάγουσες ενήργησαν με την ενδεδειγμένη πρακτική, 3) Τα αιτούμενα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν καθότι η μεταβίβαση έγινε με δόλιο τρόπο και ή σκόπιμα προς αποφυγή της εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου, 4) Η Αίτηση ενέχει το στοιχείο της περιφρόνησης του Δικαστηρίου και ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, 5) Η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και ή ενεργεί κακόπιστα και ο μοναδικός σκοπός της είναι η καθυστέρηση στην εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, 6) Η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια γιατί απέκρυψε ότι η ίδια είναι συνδεδεμένη με τους εναγόμενους (είναι προφανές ότι η αναφορά στις 'ενάγουσες' είναι λανθασμένη) και έχει συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης, 7) Η αιτήτρια αναφέρει παραπλανητικούς, ανυπόστατους και ψευδείς ισχυρισμούς, συμπεριλαμβανομένου και του ότι δεν ενημερώθηκε για την εν λόγω αίτηση, 8) Η Αίτηση υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και 9) Τυχόν επιτυχία της Αίτησης συνεπάγεται τη στέρηση του δικαιώματος των εναγουσών προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους και την καταπάτηση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της διασφάλισης εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Κώστα Αργυρίδη, διευθυντή των εναγουσών. Σε αυτή ο κ. Αργυρίδης ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε σε χρόνο που εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή και όχι καλή τη πίστει, καθότι αυτή έγινε σε συγγενικό πρόσωπο του εναγομένου 3 χωρίς χρηματικό ή άλλο αντάλλαγμα, κάτι το οποίο είναι ασύνηθες, ιδιαίτερα εν όψει του ότι επρόκειτο για ακίνητο τεράστιας χρηματικής αξίας. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, η εναγομένη 2, διευθυντής της οποίας είναι ο εναγόμενος 3, μεταβίβασε δύο αυτοκίνητα στο όνομα τρίτων προσώπων (άλλης συνδεδεμένης εταιρείας) με σκοπό την αποφυγή εκτέλεσης απόφασης εναντίον της. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, με απόφαση του ημ. 29.10.12, ακύρωσε την εν λόγω μεταβίβαση ως δόλια και διέταξε την επανεγγραφή τους επ΄ ονόματι της εναγομένης 2. Σύμφωνα πάντα με τον κ. Αργυρίδη, επειδή οι ενάγουσες είχαν εύλογη υποψία ότι η εναγομένη 2 θα μεταβίβαζε τα εν λόγω αυτοκίνητα σε άλλη εταιρεία προς αποφυγή εκτέλεσης της απόφασης στην παρούσα αγωγή, οι ενάγουσες καταχώρησαν μονομερή αίτηση ημ. 15.1.13. Δυνάμει αυτής την ίδια ημερομηνία το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν η πώληση, μεταβίβαση και ή αποξένωση των οχημάτων μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αίτησης. Δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους της εναγομένης 2 και το εν λόγω διάταγμα κατέστη απόλυτο στις 28.3.13. Δύο προσπάθειες εκτέλεσης εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας προέβησαν άκαρπες. Αυτά τα γεγονότα φαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου και επιμαρτυρούνται επίσης από τα Τεκμήρια 4 - 7(β) στην ένορκη δήλωση του κ. Αργυρίδη. Ο κ. Αργυρίδης ισχυρίζεται περαιτέρω ότι υπήρχαν βάσιμες υποψίες για προσπάθεια από τον εναγόμενο 3 αποξένωσης του ακινήτου με σκοπό και πάλι να καταστεί αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης, και γι΄ αυτό τελικώς εκδόθηκε το διάταγμα ημ. 26.4.13. Ο κ. Αργυρίδης αναφέρει ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια καθότι: (i) Tόσον η ίδια όσο και ο εναγόμενος 3 έλαβαν γνώση της αίτησης και επομένως είχαν τη δυνατότητα να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και προβάλουν τη θέση τους, (ii) H αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει ότι οι επαναλαμβανόμενες προσπάθειες του επιδότη να επιδώσει τόσο στην ίδια όσο και στον εναγόμενο 3 την αίτηση ημ. 12.2.13 για ακύρωση της μεταβίβασης του ακινήτου απέβησαν άκαρπες. Η δε επίδοση μέσω εφημερίδας είναι καθόλα έγκυρη και νομότυπη, και ο εναγόμενος 3 και η αιτήτρια επέλεξαν να μην εμφανιστούν στη διαδικασία, και (iii) Η αιτήτρια απέκρυψε ότι η ίδια σχετίζεται με τους εναγόμενους και έχει συμφέρον από τη μη εκτέλεση της απόφασης. Ειδικότερα, η αιτήτρια είναι γραμματέας εταιρείας συνδεδεμένης με τους εναγόμενους 2 και 3 και αυτό καταδεικνύει ότι η αιτήτρια είναι γνώστης των οφειλόμενων ποσών και άλλων εκκρεμοτήτων του εναγομένου 3 και των εταιρειών που είναι υπό τη διεύθυνση του. Ο κ. Αργυρίδης ισχυρίζεται ότι ο λόγος τον οποίο προβάλλει η αιτήτρια για να δικαιολογήσει τη μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι της δεν μπορεί να γίνει πιστευτός και παραμένει γενικός και αόριστος. Όσον αφορά τον ενυπόθηκο δανειστή, ο κ. Αργυρίδης αναφέρει ότι ακίνητο ήταν υποθηκευμένο πριν τη μεταβίβαση και η υποθήκη ακολουθεί το ακίνητο. Τέλος, ο κ. Αργυρίδης αναφέρει ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι μοναδικός σκοπός της αιτήτριας είναι η αποφυγή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου και η παρεμπόδιση των εναγουσών στην είσπραξη του λαβείν τους. Στον πρώτο λόγο ένστασης εμπίπτει η εισήγηση της δικηγόρου των εναγουσών ότι η απόφαση του Δικαστηρίου με την έκδοση του διατάγματος ημ. 26.4.13 είναι τελεσίδικη και δεν μπορεί να παραμεριστεί μέσω της οδού την οποία η αιτήτρια επέλεξε. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ιωακείμ κ.ά. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1)
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 198, «η αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ. 62 ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων με πρωτογενή χαρακτήρα» και, παρόλο που είναι ενταγμένη στο πλαίσιο της αγωγής, πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία. Ο ενδεδειγμένος τρόπος υποβολής τέτοιας αίτησης (για ακύρωση δόλιας μεταβίβασης) είναι στο πλαίσιο της αγωγής και αυτή μπορεί να στηριχθεί επίσης στο άρθρο 91Γ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ, 6, καθώς και στη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η αίτηση ημ. 12.2.13 στηρίχθηκε ακριβώς σε αυτή τη νομική βάση και επομένως θεωρώ ότι αποτελεί νομότυπο, έγκυρο και κατάλληλο διάβημα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Η ως άνω φύση τέτοιας αίτησης δεν αποτελεί εμπόδιο σε διάβημα ακύρωσης, και δη σε καταχώρηση μεταγενέστερης αίτησης για τον παραμερισμό εκδοθέντος διατάγματος για ακύρωση δόλιας μεταβίβασης, από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται από το εκδοθέν διάταγμα. Ειδικότερα, εφόσον στην υπό κρίση Αίτηση η αιτήτρια επικαλείται τη μη επίδοση της Αίτησης και μη γνώση της γι΄ αυτήν, θεωρώ ότι εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 Θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες της δίδουν τέτοιο δικαίωμα. Σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Πεδίου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1995 και Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου απαντά επίσης στη θέση της δικηγόρου των εναγουσών ότι η αιτήτρια ισχυρίζεται έλλειψη γνώσης για την ύπαρξη της Αίτησης αλλά δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα της επίδοσης. Θεωρώ ότι αυτή η θέση είναι παντελώς αβάσιμη καθότι ο βασικός λόγος για τον οποίο ζητείται ο παραμερισμός του διατάγματος ημ. 26.4.13 είναι η μη επίδοση της Αίτησης σε αυτήν και η συνεπακόλουθη άγνοια της αιτήτριας για την Αίτηση. Σχετική είναι η παρ. 3 της ένορκης της δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Θεωρώ πως αυτό είναι και το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης στην παρούσα περίπτωση. Με βάση τη Δ.48 Θ.2
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι δια κλήσεως αιτήσεις θα γίνονται σύμφωνα με τον Τύπο 46 και πρέπει να παραθέτουν στο κάτω μέρος τους το όνομα κάθε προσώπου στο οποίο θα γίνει επίδοση. Ο Τύπος 46 πράγματι περιλαμβάνει το κατάλληλο σημείο για τη σχετική καταγραφή δίπλα από τη λέξη «προς» και στις οδηγίες για τη συμπλήρωση του καταγράφεται η φράση «[Α]ναφέρατε όνομα και διεύθυνση προσώπου που θα επιδοθεί». Στην υπό κρίση περίπτωση διαπιστώνεται ότι στη διά κλήσεως αίτηση ημ. 12.2.13, στο τέλος της, καταγράφεται ότι απευθύνεται για επίδοση μόνο προς τον εναγόμενο 3 και συγκεκριμένα «κον Φίλιππο Νικηφόρου, Κόραλ Μπέι Πλαζ, Δ.23, 8575, Πάφος και/ή Ομήρου αρ.9, Πέγεια, 8560 Πάφος». Αναμφίβολα, με βάση τα πιο πάνω, αυτός είναι και ο μόνος καθ΄ ου στην εν λόγω αίτηση. Η μονομερής αίτηση ημ. 8.3.13 για υποκατάστατη επίδοση περιέχει το ακόλουθο αιτητικό: «A. Την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να επιτρέπεται η επίδοση της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 12/02/2013, του προσωρινού διατάγματος ημερ. 12/02/2013, και της διά κλήσεως αίτησης ημερομηνίας 12/02/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας:
(1)Μέσω της δημοσίευση τους σε κυπριακή εφημερίδα. Β. Την έκδοση διατάγματος με το οποίο να δηλώνεται ότι οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση και/ή δικόγραφο να θεωρείται ότι έχει επιδοθεί στον Εναγόμενο 3, αν αναρτηθεί στον πίνακα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για περίοδο 5 ημερών, ή για άλλη χρονική περίοδο την οποία το Δικαστήριο θεωρήσει ορθή και δίκαιη. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.» Αυτή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Έλενας Εμμανουήλ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τις ενάγουσες στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο των παραγράφων 4 και 5 της εν λόγω ένορκης δήλωσης: «
- Ο ιδιώτης δικαστικός επιδότης Ιωάννου Ιωάννης, έχει ενημερώσει προφορικά και γραπτώς τους δικηγόρους που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα υπόθεση πως δεν έγινε κατορθωτή η επίδοση των εν λόγω εγγράφων για τους κατωτέρω λόγους. Η μητέρα του Εναγόμενου 3, Καθ' ου η Αίτηση 3, Αντωνίτσα Νικηφόρου διαμένει στην διεύθυνση Ομήρου 9, στην Πέγεια, σε κατοικία η οποία είναι περιφραγμένη με ψηλά ηλεκτρικά κάγκελα, η κεντρική είσοδος του σπιτιού απέχει 30-35 μέτρα από το κεντρικό κάγκελο της εισόδου, επομένως δεν μπορούν να επιδοθούν τα εν λόγω έγγραφα με κανέναν τρόπο. Παρά το κάλεσμα του επιδότη δεν ανταποκρίνεται κανείς. Επισυνάπτεται αντίγραφο της Ένορκης Δήλωσης του επιδότη ημερομηνίας 05/03/2013 ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. Επιπλέον ο εν λόγω επιδότης προσπάθησε αρκετές φορές να επιδώσει τα εν λόγω έγγραφα στο γραφείο του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 3, επειδή η διεύθυνση της οικίας του δεν είναι γνωστή. Το γραφείο του βρίσκεται στο Coral Bay, αλλά δεν έγινε κατορθωτή ούτε εκεί η επίδοση. Το γραφείο του περιβάλλεται από εξωτερικές κάμερες, επομένως βλέπει ποιος τον καλεί και δεν του ανοίγει κανείς ώστε να γίνει κατορθωτή η επίδοση. Οι υπαλλήλοι του είναι επίσης ενημερωμένοι και όσες φορές τον ζήτησε του έλεγαν πως δεν είναι στο γραφείο, ενώ ο ίδιος ο επιδότης διαπίστωνε πως το αυτοκίνητο του ήταν εκεί. Επισυνάπτεται σχετική Ένορκη Δήλωση του Επιδότη ημερομηνίας 05/03/2013 ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β.
- Ως εκ τούτου, πιστεύω ειλικρινά, ότι συντρέχουν όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση διά μέσω της δημοσίευσης των εν λόγω αιτήσεων ημερομηνίας 12/02/2013 και του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 12/02/2013 σε καθημερινή εφημερίδα. Είναι φανερό πως δεν καθίσταται εφικτή η επίδοση ούτε καν με διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης διά θυροκόλλησης στην οικία της μητέρας του ή διά της παράδοσης των εν λόγω εγγράφων στο γραφείο του ιδίου, αφού η πρόσβαση του στους εν λόγω χώρους δεν είναι εφικτή και/ή δεν του επιτρέπεται.» Πράγματι το Τεκμήριο Α αναφέρεται στη μη επίδοση στην αιτήτρια και το Τεκμήριο Β στη μη επίδοση στον εναγόμενο 3 για τους λόγους που περιέχονται στην παρ. 4 ανωτέρω. Διευκρινίζεται όμως ότι τα Τεκμήρια Α και Β δεν είναι αντίγραφα ενόρκων δηλώσεων αλλά απλών ειδοποιήσεων του επιδότη. Όπως αναφέρεται στη Δ.5 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν διαφανεί ότι είναι αδύνατο να γίνει επίδοση σύμφωνα με τον Θ.2, ο Δικαστής δύναται να διατάξει υποκατάστατη επίδοση με άλλο τρόπο που θα θεωρήσει δίκαιον. Εκείνο που εξετάζεται όταν τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια αίτηση, είναι κατά πόσο ο τρόπος επίδοσης που θα επιλεγεί είναι ικανός να φέρει σε γνώση του προσώπου στο οποίο απευθύνεται το σχετικό δικόγραφο ή έγγραφο. Σχετική είναι η υπόθεση Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ.
- Είναι δε θέμα κοινής λογικής πως όποτε εγείρεται τέτοιο ζήτημα το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα σε σχέση με το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το σχετικό δικόγραφο ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Δεν είναι δηλαδή λογικό να υποτεθεί ότι το Δικαστήριο εξέτασε τέτοια αίτηση (για υποκατάστατη επίδοση) σε σχέση με πρόσωπο άλλο από αυτό προς το οποίο στρέφεται το σχετικό δικόγραφο ή έγγραφο. Είναι γεγονός πως στο αιτητικό Α της αίτησης ημ. 8.3.13 δεν γίνεται αναφορά σε ποιον αφορά η αιτούμενη υποκατάστατη επίδοση. Είναι όμως αυτονόητο ότι η επίδοση αφορούσε στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνετο η αίτηση ημ. 12.2.13, και αυτό ήταν μόνο ο εναγόμενος
- Το γεγονός δε ότι το αιτητικό Β της αίτησης ημ. 8.3.13 αναφέρεται ρητώς μόνο στον εναγόμενο 3 ενισχύει αυτή τη θέση του παρόντος Δικαστηρίου και δεν θεωρώ ότι μπορεί εξ αντιδιαστολής να εξαχθεί συμπέρασμα ότι το αιτητικό Α αφορά και την αιτήτρια. Στο πλαίσιο της αίτησης ημ. 8.3.13 το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα ως οι παρ. Α και Β αυτής, χωρίς να προσδιορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο σε ποια πρόσωπα αφορούσε η επίδοση. Όμως εξάγεται σαφώς ότι το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση μέσω της δημοσίευσης περιορίζετο στον εναγόμενο 3 και ουδόλως αφορούσε την αιτήτρια. Άλλωστε και η δημοσίευση της εν λόγω αίτησης με την οποία παρατίθεται, εκτός από την ένορκη δήλωση, ολόκληρο το κείμενο της αίτησης περιλαμβάνει στο τέλος της το όνομα και τη διεύθυνση του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται, ήτοι μόνο τον εναγόμενο 3, όπως παρατέθηκε ανωτέρω. Το ίδιο το συνταχθέν διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 26.4.13 δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία στο παρόν Δικαστήριο ότι η αίτηση ημ. 12.2.13 απευθύνετο μόνο στον εναγόμενο 3 και ότι η υποκατάστατη επίδοση αφορούσε μόνο αυτόν. Όπως φαίνεται από το λεκτικό του διατάγματος (το οποίο παρατίθεται αυτούσιο ανωτέρω) το Δικαστήριο αναζήτησε μόνο επίδοση στον εναγόμενο 3, η οποία έγινε σύμφωνα με τη σχετική διαταγή του Δικαστηρίου (μέσω της δημοσίευσης) και εμφάνιση εκ μέρους του εναγομένου 3, η οποία βεβαίως δεν υπήρχε. Με αυτή τη διαπίστωση του το Δικαστήριο προχώρησε στην απόδειξη της αίτησης και στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Είναι προφανές πως σε κανένα στάδιο δεν απασχόλησε το Δικαστήριο η τυχόν επίδοση προς την αιτήτρια ή η συμμετοχή της ή όχι στη διαδικασία που είχε ενώπιον του. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, είναι ξεκάθαρο ότι οι ενάγουσες απηύθυναν την αίτηση ημ. 12.2.13 μόνο στον εναγόμενο 3 και ότι το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση αυτής (της αίτησης) αφορούσε μόνο τον εναγόμενο
- Ακόμα και το ίδιο το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της αίτησης αφού ικανοποιήθηκε μόνο ότι η αίτηση επιδόθηκε δεόντως στον εναγόμενο
- Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, ο ισχυρισμός του κ. Αργυρίδη (στην παρ. 15 της ένορκης του δήλωσης) ότι η επίδοση της αίτησης μέσω της δημοσίευσης στην εφημερίδα αφορά και την αιτήτρια κρίνεται αβάσιμος. Επομένως, το παρόν Δικαστήριο καταλήγει ότι η αίτηση ουδέποτε επιδόθηκε στην αιτήτρια και η θέση της περί τούτου είναι απολύτως ορθή. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, στην παρ. 3 της ένορκης της δήλωσης η αιτήτρια αναφέρει ότι πρόσφατα, περί τις 25.2.14, για πρώτη φορά έλαβε γνώση για το διάταγμα ημ. 26.4.13 με την επίδοση στον εναγόμενο 3, γιο της, άλλων εγγράφων στην παρούσα αγωγή, ήτοι τριών αιτήσεων, η οποία (επίδοση) έγινε με ανάρτηση τους στα κάγκελα της οικίας της ίδιας. Η πλευρά των εναγουσών αμφισβητεί αυτή τη θέση της αιτήτριας επικαλούμενη γνώση της τελευταίας για την εν λόγω αίτηση και παράλειψη της να εμφανιστεί στο πλαίσιο αυτής. Ειδικότερα, ο κ. Αργυρίδης (στην παρ. 14 της ένορκης του δήλωσης) προβαίνει σε μίαν εντελώς γενική και αόριστη αναφορά περί της γνώσης της αιτήτριας για την αίτηση ημ. 12.2.13, χωρίς να προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο η αίτηση περιήλθε εις γνώσιν της. Τέτοιος γενικός ισχυρισμός δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε εξέτασης και αξιολόγησης από το Δικαστήριο και εν πάση περιπτώσει δεν γίνεται δεκτός δεδομένου ότι καμία θετική γνώση δεν έχει ο ίδιος για ένα τέτοιο γεγονός. Στην παρ. 15 της ένορκης του δήλωσης ο κ. Αργυρίδης αποδίδει γνώση της αίτησης ημ. 12.2.13 στην αιτήτρια μέσω της επίδοσης αυτής με τη δημοσίευση. Έχω ήδη καταλήξει ότι η επίδοση με αυτόν τον τρόπο δεν αφορούσε την αιτήτρια και επομένως η δημοσίευση δεν αποτελεί νομότυπη επίδοση της αίτησης σε αυτήν. Επίσης δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η δημοσίευση περιήλθε εις γνώση της αιτήτριας και έτσι η τελευταία να έλαβε γνώση της αίτησης μέσω της δημοσίευσης. Το γεγονός της δημοσίευσης αφ΄ εαυτού δεν είναι ικανό να αποδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (ακόμα και ενδιαφερόμενο) γνώση περί αυτής. Επισημαίνεται ότι στη δημοσίευση περιλαμβάνεται το προσωρινό διάταγμα ημ. 12.2.13, στο οποίο αναγράφεται ότι η «Αντωνίτσα Νικηφόρου ... δύναται να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 28/3/13 και ώρα 9.00 π.μ. και δείξουν λόγο γιατί το παρόν διάταγμα να μην συνεχίσει να ισχύει». Επίσης στη δημοσίευση, στο τέλος του διατάγματος περιέχεται οπισθογράφηση προς την αιτήτρια ονομαστικά. Προφανώς η οπισθογράφηση συμπεριλήφθηκε από τον Πρωτοκολλητή κατά τη σύνταξη του διατάγματος, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αυτό το γεγονός από μόνο του και πάλι δεν είναι ικανό να προσδώσει γνώση στην αιτήτρια για την αίτηση. Μάλιστα ο κ. Αργυρίδης προχωρεί και αποδίδει κακή πίστη στην αιτήτρια αποδίδοντας της προσπάθεια αποφυγής της επίδοσης τόσο της αίτησης ημ. 12.2.13 όσο και άλλων εγγράφων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Στην παρ. 15 ο κ. Αργυρίδης ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει πως οι επαναλαμβανόμενες προσπάθειες του επιδότη να επιδώσει την αίτηση ημ. 12.2.13 τόσο στην ίδια όσο και στον εναγόμενο 3 απέβησαν άκαρπες. Έχει ήδη αναφερθεί ότι η επίδοση δεν αφορούσε την αιτήτρια. Είναι όμως άξιον απορίας πώς η πλευρά των εναγουσών αποδίδει στην αιτήτρια γνώση περί του γεγονότος τούτου. Το Δικαστήριο αδυνατεί να αντιληφθεί πώς η αιτήτρια όφειλε να γνώριζε γι΄ αυτές τις ανεπιτυχείς προσπάθειες του επιδότη, από τη στιγμή που δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Τα αντίγραφα των ειδοποιήσεων του επιδότη ημ. 5.3.13, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του κ. Αργυρίδη και αποτελούν τα Τεκμήρια Α και Β στην ένορκη δήλωση της κας Εμμανουήλ ημ. 8.3.13 (στα οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω) ουδόλως καταδεικνύουν τέτοια γνώση εκ μέρους της αιτήτριας. Το μόνο που εξάγεται από το Τεκμήριο Α είναι ότι κατά τις επισκέψεις του επιδότη στην οικία της αιτήτριας, κανείς δεν ανταποκρίνετο στο κάλεσμα του και δεν υπήρχε η δυνατότητα πρόσβασης του στην οικία λόγω της ύπαρξης κλειστής ηλεκτρικής καγκελόπορτας. Αυτό από μόνο του δεν δείχνει ότι η αιτήτρια γνώριζε για τις επισκέψεις του επιδότη και αρνείτο να του επιτρέψει πρόσβαση. Όσον αφορά το Τεκμήριο Β, αυτό αναφέρεται στις προσπάθειες του επιδότη να επιδώσει στον εναγόμενο 3 στο γραφείο του, γεγονός το οποίο δεν συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με την αιτήτρια. Προς επιβεβαίωση της πιο πάνω θέσης του ο κ. Αργυρίδης αναφέρθηκε στην ίδια τάση αποφυγής παραλαβής σωρείας εγγράφων στην παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα, στην παρ. 16, γίνεται αναφορά σε τρεις αιτήσεις ημ. 22.10.13, οι οποίες αφορούν ακύρωση μεταβίβασης μετοχών από την εναγομένη 2 σε συνδεδεμένη της εταιρεία, έκδοση εντάλματος εις χείρας τρίτου και έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Λόγω αδυναμίας επίδοσης αυτών στους εναγόμενους 1-3 και σε άλλη ενδιαφερόμενη εταιρεία, οι ενάγουσες καταχώρησαν αίτηση ημ. 8.11.13, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση αυτών στον εναγόμενο 3 στην είσοδο του κτιρίου του χώρου εργασίας του στην Πέγεια, Πάφος, και διά της τοποθέτησης τους επί των καγκέλων της εισόδου της οικίας της μητέρας του στη διεύθυνση Ομήρου 9, στην Πέγεια, Πάφος. Η αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του κ. Αργυρίδη. Επίσης τόσο η αίτηση όσο και το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε δυνάμει αυτής στις 3.12.13, βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θεωρεί και πάλι ότι η πιο πάνω περιγραφόμενη διαδικασία δεν συνδέεται με την αιτήτρια και δεν αποκαλύπτει είτε γνώση της για την ύπαρξη των αιτήσεων είτε προσπάθεια εκ μέρους της για αποφυγή επίδοσης των εν λόγω εγγράφων. Η διαδικασία αφορά τους εναγόμενους και μάλιστα η υποκατάστατη επίδοση για τον εναγόμενο 3 διατάχθηκε να γίνει μέσω της τοποθέτησης τους στην καγκελόπορτα της οικίας της αιτήτριας. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η στενή συγγενική σχέση μεταξύ της αιτήτριας και του εναγομένου
- Ούτε αυτή όμως δεν είναι ικανή από μόνη της να αποδώσει στην αιτήτρια οποιαδήποτε τυχόν γνώση ή πρόθεση έχει ο εναγόμενος 3 σε σχέση με τη διαδικασία στην παρούσα αγωγή. Με άλλα λόγια, η επίδοση ή λήψη γνώσης από τον εναγόμενο 3 της αίτησης ημ. 12.2.13 δεν συνεπάγεται αυτόματα και ταυτόχρονη γνώση της αιτήτριας περί τούτης (της αίτησης). Επί τούτου συναφής είναι ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του κ. Αργυρίδη ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο καθότι απέκρυψε ότι η ίδια σχετίζεται με τους εναγόμενους και έχει συμφέρον στην εμπόδιση εκτέλεσης της απόφασης. Ειδικότερα ο κ. Αργυρίδης αναφέρει ότι η αιτήτρια ήταν γραμματέας εταιρείας συνδεόμενης με τους εναγόμενους 2 και 3 και επομένως «είναι γνώστης των οφειλόμενων ποσών και των άλλων εκκρεμοτήτων του Εναγόμενου 3 και των εταιρειών που είναι κάτω από τη διεύθυνση του και πως προσπαθεί με κάθε τρόπο να υποβοηθήσει τον Εναγόμενο 3». Το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι η ισχυριζόμενη σύνδεση της αιτήτριας με τους εναγόμενους 2 και 3 είναι ασαφής και αόριστη, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατο να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με τη συμπεριφορά της αιτήτριας όσον αφορά την παρούσα αίτηση. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η πλευρά των εναγουσών δεν κατάφερε να αντικρούσει τη θέση της αιτήτριας περί της μη ύπαρξης γνώσης εκ μέρους της για την αίτηση ημ. 12.2.13 και το εκδοθέν διάταγμα ημ. 26.4.
- Κατεδείχθη μόνο η επίδοση των τριών αιτήσεων στον γιο της μέσω της αναρτήσεως τους στα κάγκελα της οικίας της περί τις 25.2.
- Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η αίτηση ημ. 12.2.13 δεν επιδόθηκε στην αιτήτρια και ότι η αιτήτρια ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής και του εκδοθέντος διατάγματος, παρά μόνο περί τις 25.2.
- Ο δε χρόνος που μεσολάβησε από την ημέρα που η ίδια πληροφορήθηκε για την αίτηση και το διάταγμα μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, που είναι λιγότερος του μηνός, είναι πολύ σύντομος και ουδόλως καταδεικνύει καθυστέρηση αλλά αντιθέτως άμεση λήψη μέτρων από την πλευρά της για την ακύρωση του διατάγματος. Το άρθρο 3
(1)του περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62, προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε δωρεά ή άλλη μεταβίβαση οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του να ανακτήσουν από αυτόν τα χρέη του θα θεωρείται ότι είναι δόλια, και θα είναι άκυρη έναντι του πιστωτή. Τέτοια περιουσία δύναται να κατασχεθεί και να πωληθεί προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Η πρόθεση που συνοδεύει τη διάθεση της περιουσίας έχει ερμηνευτεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Τζιέπρα v. Σάββα κ.ά., Έφεση Οικ. Δικ. αρ. 4/12, ημ. 22.11.13, Pambos Zenios Trading Ltd κ.ά. v. Μιχάλη Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2322, Αργυρού κ.ά. v. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1255, Mailos v. Constantinides & others
(1979)1 J.S.C. 242 και Lymperopoulou v. Christodoulou a.o.
(1957)Vol. 22 C.L.R. 184. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Κεφ. 62, στην περίπτωση που η μεταβίβαση της περιουσίας έγινε σε γονιό χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα περιουσία ισοδύναμης αξίας ή με καλή αντιπαροχή, τότε το βάρος απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση έγινε καλή τη πίστει και όχι με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του, μετατίθεται στον δικαιοπάροχο και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση. Η παρούσα εμπίπτει εντός των προνοιών του εν λόγω εδαφίου, εφόσον η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε διά δωρεάς από τον εναγόμενο 3 προς τη μητέρα του, αιτήτρια. Προφανώς η εν λόγω μεταβίβαση θα θεωρείτο δόλια και το βάρος απόδειξης περί του αντιθέτου θα ευρίσκετο στους ώμους τόσο του εναγομένου 3 όσο και της αιτήτριας, η οποία θα έπρεπε να καταστεί μέρος της διαδικασίας. Η μη επίδοση της αίτησης ημ. 12.2.13 στην αιτήτρια έχει καταλυτικές συνέπειες όσον αφορά το εκδοθέν διάταγμα. Θεωρώ ότι η αίτηση έπρεπε απαραιτήτως να είχε επιδοθεί και σε αυτή, εφόσον είναι το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση και το οποίο (μαζί με τον εναγόμενο 3) έχει το βάρος απόδειξης ότι η μεταβίβαση έγινε καλή τη πίστει και χωρίς πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του εναγομένου 3. Από τη στιγμή που ο Νόμος θέτει σε αυτή το βάρος απόδειξης η επίδοση της αίτησης αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την εξέταση αυτής. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται επίσης και από τις πρόνοιες του άρθρου 91Γ των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία επίσης ήταν μέρος της νομικής βάσης της αίτησης ημ. 12.2.13. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 708, αίτημα για ακύρωση δόλιας μεταβίβασης δυνάμει του εν λόγω άρθρου πρέπει, μεταξύ άλλων, να απευθύνεται προς το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση ούτως ώστε αυτό να ακουστεί, ως πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα ευθέως τίθενται προς συζήτηση. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι ο σκοπός της επίδοσης οποιουδήποτε δικογράφου ή αίτησης είναι η γνωστοποίηση στο ενδιαφερόμενο μέρος της εκκρεμούσας διαδικασίας για να του παρέχεται έτσι η ευκαιρία να προβάλει τις δικές του θέσεις αν το επιθυμεί. Σχετικά παραπέμπω στo ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 43, στην οποία τα όσα λέχθηκαν για την επίδοση κλητηρίου σε αγωγή εφαρμόζονται κατ΄ αναλογίαν και στην επίδοση αίτησης: «.το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3(α) και (β) .. του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.» Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κανονική επίδοση εκεί όπου επιβάλλεται, τότε υφίσταται λόγος για παραμερισμό ex debito justitiae και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση ή το διάταγμα χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αντωνίου v. C. Poupakis Transport Limited
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 651, Γιωργαλλίδη v. Χρυσοστόμου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247 και White v. Weston
(1968)2 All E.R.842. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η αίτηση δεν επιδόθηκε στη αιτήτρια και ότι η αιτήτρια ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής υποχρεώνει το Δικαστήριο να παραμερίσει το εκδοθέν διάταγμα ex debito justitiae χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Θεωρώ ότι η αιτήτρια είχε το δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον της και να της παρείχετο η δυνατότητα να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς της - βλ. άρθρα 30.3(α) και (β) του Συντάγματος. Εν όψει της κατάληξης αυτής παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος που ηγέρθη στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. Εκτός από την ακύρωση της επανεγγραφής του ακινήτου επ΄ ονόματι του εναγομένου 3, με την παρούσα Αίτηση ζητείται επίσης η ακύρωση της διαταγής καταδίκης του εναγομένου 3 στα έξοδα της παλαιότερης διαδικασίας, ήτοι της αίτησης ημ. 12.2.13. Επί του θέματος θα πρέπει να παρατηρήσω τα ακόλουθα:
- i)Όπως έχει ήδη εξηγηθεί ανωτέρω η αιτήτρια δεν έχει λάβει μέρος στην παλαιότερη διαδικασία και είναι λογικό ότι η επίμαχη διαταγή εξόδων δεν αφορά την ίδια.
- ii)Το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι η αίτηση ημ. 12.2.13 είχε επιδοθεί δεόντως στον εναγόμενο 3, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης και το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα όπως αναφέρεται ανωτέρω. Είναι δε προφανές ότι ο εναγόμενος 3 καταδικάστηκε στα έξοδα κατ΄ εφαρμογή του κανόνα καταβολής των εξόδων από τον αποτυχόντα διάδικο. iii) Η επιτυχία της παρούσας Αίτησης οφείλεται σε λόγους που αφορούν αποκλειστικά την αιτήτρια και σε καμία περίπτωση σε οτιδήποτε αφορά τον ίδιο τον εναγόμενο 3. Επομένως η επιτυχία της παρούσας Αίτησης δεν είναι ικανοποιητικός λόγος αφ΄ εαυτού για να επωφεληθεί ο εναγόμενος 3 των εξόδων της παλαιότερης διαδικασίας. Με βάση τα πιο πάνω το σχετικό αίτημα απορρίπτεται. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο παραμερίζεται το διάταγμα ημ. 26.4.13 δυνάμει του οποίου ακυρώθηκε η μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/37497, Τμήμα/Φύλλο 0/45 Σχέδιο 09, Τεμάχιο 1199, στον Δήμο Πέγειας στην Πάφο, η οποία έγινε στις 20.7.10 επ΄ ονόματι της αιτήτριας από τον γιο της, εναγόμενο 3. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου διατάσσεται όπως ακυρώσει την εγγραφή του εν λόγω ακινήτου στο όνομα του εναγομένου 3 και επανεγγράψει αυτό επ΄ ονόματι της αιτήτριας. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο