← Κύπρος

Στέλιος Γρούτας και Υιός Λτδ ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δαλιού Λτδ, Αρ. Αγωγής 3600/11, 12/5/2015

Στέλιος Γρούτας και Υιός Λτδ ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δαλιού Λτδ, Αρ. Αγωγής 3600/11, 12/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A187 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3600/11 Μεταξύ:- Στέλιος Γρούτας και Υιός Λτδ Εναγόντων Και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δαλιού Λτδ Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου ημερ.12.4.13 Μεταξύ:- Στέλιος Γρούτας και Υιός Λτδ, Εναγόντων Και Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 24.10.14 προς ακύρωση της εκδοθείσης δικαστικής απόφασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.5.15 Εμφανίσεις: Για τους εναγομένους - Αιτητές κ. Π. Παπαγεωργίου Για τους ενάγοντες Καθ ων η Αίτηση : κ. Παπαχριστοδούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές υπέβαλαν αίτηση για ακύρωση της εκδοθείσης εναντίον τους δικαστικής αποφάσεως, δυνάμει των Δ.17, θ.10, Δ.25, Θ.1-6, Δ.26, Θ.1-

  1. Η αίτηση υποστηρίζεται από δυο ένορκες δηλώσεις. Η μια προέρχεται από δικηγόρο του γραφείου των αιτητών και η άλλη από κάποιον Ανδρέα Αντωνίου που κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην ΣΠΕ Δαλιού και είχε την ευθύνη διοίκησης εργοστασίου ζωοτροφών που ανήκε στην ΣΠΕ Δαλιού. Οι ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του διευθυντή τους, κάποιου Ανδρέα Χατζηκωστή κτηνίατρου και του λειτουργού γεωργίας Παναγιώτη Χριστοφόρου. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση συνοδεύονται από διάφορα έγγραφα και με βάση το διαμορφωμένο τοπίο οι δυο πλευρές προχώρησαν στην ακρόαση της αίτησης με γραπτές αγορεύσεις. Χάριν του ιστορικού να λεχθεί ότι προηγηθείσα αίτηση των εναγόντων - καθ ων η αίτηση για την αντεξέταση του Αντωνίου απερρίφθη κατόπιν ακρόασης και εκδόσεως ενδιαμέσου αποφάσεως του δικαστηρίου την 10.3.
  2. Με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των δυο πλευρών αναφέρονται σε νομολογία που πραγματεύεται το θέμα καθώς και σε επί μέρους γεγονότα που εξάγονται από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαιτερότητα τέτοια που καθίσταται αναγκαία η αναφορά στο ιστορικό της, όπως αυτό αποτυπώνεται εκ του φακέλου του δικαστηρίου. Οι ενάγοντες την 23.5.11 καταχώρισαν την εν τίτλω αγωγή εναντίον της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Δαλιού Λτδ. Την 21.6.11 οι εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και την 21.12.11 οι ενάγοντες καταχώρισαν την έκθεση απαιτήσεως. Στην συνέχεια την 15.3.12 οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση για την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων γιατί δεν καταχώρισαν υπεράσπιση. Ακολούθησε την 7.5.12 αίτηση εκ μέρους των εναγομένων για την διαγραφή και/ή αναστολή της αγωγής γιατί ηγέρθη εναντίον λανθασμένων ή ανυπάρκτων προσώπων. Πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης ήταν ότι η εν τίτλω εναγομένη δεν είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ότι άλλαξε και/ή συγχωνεύτηκε με άλλη Συνεργατική Πιστωτική εταιρεία. Στην συνέχεια την 1.6.12 η αίτηση των εναγόντων απεσύρθη και την 12.6.12 υπεβλήθη εκ μέρους τους νέα αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής για την αντικατάσταση του ονόματος της εναγομένης δια του νέου ονόματος με την ταυτόχρονη τροποποίηση παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως. Ο λόγος ήταν γιατί συγχωνεύτηκαν μεταξύ τους η ΣΠΕ Δαλιού και η Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας και όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού μεταφέρθηκαν στην Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας (τεκμ.1 στην αίτηση). Η αίτηση έτυχε της ένστασης της εναγομένης και αντιστοίχως, η αίτηση της εναγομένης για διαγραφή και/ή αναστολή της αγωγής έτυχε της ένστασης των εναγόντων. Και οι δύο αιτήσεις οδηγήθηκαν σε ακρόαση και την 24.1.13 εκδόθηκε μια ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου δυνάμει της οποίας εκδόθηκε διάταγμα αναστολής της διαδικασίας μέχρι την καταχώριση αίτησης διόρθωσης της παρατυπίας (εν σχέση με τον ορθό εναγόμενο). Ως αποτέλεσμα της απόφασης του δικαστηρίου οι ενάγοντες την 27.2.13 επανήλθαν με νέα αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της εκθέσεως απαιτήσεως για την αντικατάσταση της εναγομένης δια του ονόματος της νέας οντότητας που δημιουργήθηκε λόγω της ρηθείσας συγχωνεύσεως. Δεν υπήρξε αυτή την φορά ένσταση εκ μέρους των δικηγόρων της εναγομένης και την 12.4.13 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση. Στο συνταχθέν διάταγμα αναγράφεται. « όπως ως άνω τίτλος και η έκθεση απαιτήσεως τροποποιηθεί και δη δια του παρόντος τροποποιείται ως το επισυνημμένο παράρτημα (σημείωση του δικαστηρίου, πρόκειται για την αίτηση των εναγόντων). Επίσης, «Περαιτέρω διατάττει όπως το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρηθεί στο δικαστήριο εντός 15 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Κατά τα λοιπά θα ακολουθηθούν οι θεσμοί». Συνάγεται ότι την 25.4.13 οι ενάγοντες καταχώρισαν τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2 r.1). Περαιτέρω εκ του φακέλου εξάγεται ότι την 10.5.13 οι ενάγοντες επέδωσαν στην ως άνω Περιφερειακή Σ.Π.Ε. Λευκωσίας το ρηθέν διάταγμα του δικαστηρίου μαζί με την πρώτη και δεύτερη σελίδα της αιτήσεως προς αντικατάσταση των εναγομένων και την τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως. Την ίδια επίσης ημερομηνία επέδωσαν στην ρηθείσα Σ.Π.Ε και το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα. Την 28.1.14 στάληκε ειδοποίηση από τον Πρωτοκολλητή προς τον δικηγόρο των εναγόντων όσο και στους ίδιους του ενάγοντες σύμφωνα με τον Θεσμό 13

(1)της Διατάξεως 26. Σύμφωνα με την ειδοποίηση αν οι ενάγοντες παρέλειπαν να παραδώσουν έκθεση απαιτήσεως εντός 14 ημερών η αγωγή θα υπόκειται σε απόρριψη. Ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες την 3.2.14 καταχώρισαν τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως μαζί με μονομερή αίτηση προς έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων λόγω παράλειψης εκ μέρους τους καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως. Το δικαστήριο έδωσε οδηγίες να επιδοθεί η έκθεση απαιτήσεως, όπως και έγινε την 17.2.14 και στις 15.4.14 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €79.843,04 πλέον τόκους και έξοδα. Η αίτηση προς ακύρωση της πιο πάνω αποφάσεως υπεβλήθη την 24.10.14, γιατί σύμφωνα με όσα προκύπτουν εκ των αντιστοίχων ενόρκων δηλώσεων και κυρίως του τεκμ.Α της ένστασης που ορκίζεται ο Στέλιος Γρούτας, η απόφαση επιδόθηκε στους εναγομένους την 16.7.14, ότε και σύμφωνα με τους αιτητές έλαβαν γνώση για πρώτη φορά για την έκδοση της δικαστικής απόφασης εναντίον τους. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων, συνημμένη στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου που ορκίζεται εκ μέρους των αιτητών. Ένας εκ των λόγων που προβάλλονται εκ μέρους των αιτητών είναι ότι η δικαστική απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί δικαιωματικά (ex debitio justitiae), σε αντίθεση με την πλευρά των εναγόντων που είναι η θέση τους ότι η εναγομένη δεν έλαβε οποιοδήποτε διάβημα για να εμπλακεί στην διαδικασία επιδεικνύοντας αδιαφορία προς την δικαστική διαδικασία. Σύμφωνα με την νομολογία η απόφαση του δικαστηρίου δεν είναι το συντεταγμένο διάταγμα (drawn up order) αλλά η πλήρης απόφαση περιλαμβανομένου και του σκεπτικού της (Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 761, και Ο Φιλελεύθερος Λτδ κ.ά
(2003)1 Α.Α.Δ. 1729). Έχει παρατεθεί το συντεταγμένο διάταγμα του δικαστηρίου που εκδόθηκε την 12.4.13. Το δικαστήριο έχει διεξέλθει εκ του φακέλου της υπόθεσης το αντίστοιχο πρακτικό του δικαστηρίου όπως αυτό τηρήθηκε και είναι καταγραμμένο χειρόγραφα. Καταγράφεται το εξής: « Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση με έξοδα της αίτησης και όλα τα καταστραφέντα έξοδα προς όφελος των καθ ων η αίτηση. Οδηγίες για καταχώριση Ε/Α (σημείωση του δικαστηρίου εκθέσεως απαιτήσεως) σε 15 ημέρες από τη σύνταξη του διατάγματος. Μετά να ακολουθηθούν οι θεσμοί και η υπόθεση να επαναοριστεί με αίτηση οποιουδήποτε των συνηγόρων αφού συμπληρωθούν τα δικόγραφα». Ότι βεβαίως πόρρω απέχει το συνταχθέν διάταγμα από το πρακτικό του δικαστηρίου είναι αυτόδηλο και προφανές. Να σημειωθεί ότι στην αίτηση για τροποποίηση επιδιώχθηκε η αντικατάσταση των εναγομένων και η τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως που είχε καταχωρηθεί. Το διάταγμα του δικαστηρίου φέρει ως λέχθηκε ημερομηνία 12.4.13 ενώ η έκθεση απαιτήσεως καταχωρήθηκε την 3.2.14, ήτοι 10 περίπου μήνες μετά από τον χρόνο εντός του οποίου διέταξε το δικαστήριο να καταχωρηθεί η τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως, και χωρίς να ληφθεί προηγουμένως και εμπρόθεσμα οποιοδήποτε διάταγμα για παράταση του χρόνου. Σχετική προς τούτο είναι η Δ.25, Θ.2 σύμφωνα με την οποία το διάταγμα τροποποίησης αφού εκπνεύσει ο χρόνος που καθορίζεται θα καθίσταται άκυρο, εκτός αν ο χρόνος παραταθεί από το δικαστήριο. Μάλιστα ως υποδεικνύει η νομολογία ο χρόνος μπορεί να παραταθεί πριν την εκπνοή της προθεσμίας που έταξε το δικαστήριο και όχι μετά την εκπνοή της (Lysandrou v. Schiza and another
(1979)1 C.L.R. 267, Σακκούλα ν. Αρέστη
(1989)1 Α.Α.Δ. 355, Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945 και Βασιλείου ν. Αντωνίου κ.ά, Πολ. Έφεση 6/14, ημερομ.9.12.14). Ακόμα η παράλειψη των εναγόντων και να ήθελε κριθεί ως παρατυπία δυνητικά θεραπεύσιμη κάτω από τις πρόνοιες της Δ.64, σύμφωνα με την υπόθεση Dasaki Ent. Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης (Αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356 η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς όφελος του. Στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες ούτε εμπρόθεσμα, ούτε και εκπρόθεσμα αποτάθηκαν στο δικαστήριο για διόρθωση ή παράταση του χρόνου και κανένα μέτρο έλαβαν προς διόρθωση της παρατυπίας, η οποία και παρέμεινε μέχρι τέλους. Ούτε και βεβαίως τίθεται θέμα ή είναι δυνατόν, ακόμα και να εγειρόταν, θεραπείας της παρατυπίας στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Κατά συνέπεια η έκθεση απαιτήσεως που καταχωρήθηκε και επιδόθηκε στους εναγόμενους ήταν και παρέμεινε εξ υπαρχής άκυρη (ipso facto void), όπως και κατ΄ επέκταση η εκδοθείσα δυνάμει αυτής δικαστική απόφαση. Υπάρχει όμως ακόμα μια συναφής πτυχή. Οι δικηγόροι των εναγομένων εμφανίστηκαν και δεν έφεραν ένσταση στο αίτημα για την αντικατάσταση των εναγομένων και το δικαστήριο, δια του ως άνω πρακτικού, αποφάσισε όπως μετά την τροποποίηση και αφού ακολουθηθούν οι θεσμοί, η υπόθεση να επαναοριστεί με αίτηση οποιουδήποτε των συνηγόρων αφού συμπληρωθούν τα δικόγραφα (ο τονισμός είναι του δικαστηρίου). Εξάγεται ότι ευθέως το δικαστήριο θεώρησε ότι οι δικηγόροι των εναγομένων πριν την αντικατάσταση τους και την τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως, εξακολουθούσαν να εμφανίζονται και να είναι δικηγόροι των νέων εναγομένων, αφού παρουσιάστηκαν γι' αυτούς και δεν έφεραν ένσταση στην αιτηθείσα αντικατάσταση. Με αυτή συνεπώς την έννοια και υπό αυτή την οπτική, η έκθεση απαιτήσεως θα έπρεπε τουλάχιστον να επιδιδόταν και στους δικηγόρους των εναγομένων. Άλλωστε και σύμφωνα με την Δ.12, Θ.4 και 5 που αφορά την αλλαγή των διαδίκων όταν, μεταξύ άλλων λόγων, επήλθε αλλαγή ή μεταφορά του συμφέροντος ή ευθύνης (change or transmission of interest or liability) και είναι αναγκαίο το οποιοδήποτε αυτό πρόσωπο να καταστεί διάδικος, όπως ουσιαστικά ήταν η παρούσα περίπτωση, πέραν της επίδοσης στον νέο διάδικο, επιδίδεται και στους δικηγόρους του. Όμως οι ενάγοντες αιτήθηκαν ταυτοχρόνως και την τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως, πέραν της αντικατάστασης των εναγομένων και στηρίχθηκαν σε μια σειρά Κανονισμών που καθόλου δεν βοηθούσαν, με την έννοια της εξειδίκευσης, την υπόθεση τους. Στηρίχθηκαν σωρηδόν στις Δ.9, 12, 16, 25, 27, 48, 57 και 64, που είχε όμως ως αποτέλεσμα να εκδοθεί το ρηθέν διάταγμα του δικαστηρίου για την τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως, οπότε τίθετο σε εφαρμογή η Δ.25. Το δικαστήριο κρίνει ότι δεν απαιτείται να υπεισέλθει περαιτέρω στο θέμα αυτό, ούτε και αν ορθώς η αίτηση για απόφαση έγινε μονομερώς, αφού δεν πρόκειται ούτε και έχει εξουσία να αναθεωρήσει απόφαση άλλου ομόβαθμου δικαστηρίου. Καταγράφονται όμως τα πιο πάνω ως μέρος του ιστορικού της υπόθεσης αλλά και της πορείας που έλαβε, πλην όμως δεν μπορεί να μπορεί να παραγνωριστεί ότι οι δικηγόροι των εναγομένων, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι νέοι εναγόμενοι δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφανίσεως, θα έπρεπε να λάβουν γνώση της διαδικασίας. Στο τέλος της ημέρας εκείνο που το δικαστήριο ενέκρινε ήταν η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και η καταχώριση της τροποποιημένης εκθέσεως απαιτήσεως και όχι το κλητήριο ένταλμα. Η διατύπωση του διατάγματος ήταν τέτοια ώστε η τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως θα έπρεπε τουλάχιστον να επιδιδόταν και στους δικηγόρους της άλλης πλευράς, αφού το δικαστήριο διέταξε όπως η αγωγή οριστεί εκ νέου δια της αιτήσεως οποιουδήποτε των συνηγόρων. Από όποια σκοπιά και αν αντικριστεί το ζήτημα, η εισήγηση του κ. Παπαγεωργίου για την ακυρότητα της διαδικασίας κρίνεται ορθή. Οι πιο πάνω λόγοι κρίνονται ως αρκετοί για ακύρωση της εκδοθείσης δικαστικής αποφάσεως. Παρά την πιο πάνω κρίση και αν αυτή ήθελε κριθεί εσφαλμένη, το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει το αίτημα υπό το πρίσμα των καθιερωμένων αρχών που διέπουν την ακύρωση δικαστικής απόφασης. Αντί άλλης αναφοράς το δικαστήριο παραπέμπει στα υποδειχθέντα στην υπόθεση Γιάγκου κ.ά ν. Φωτίου, Πολ. Έφεση 233/09, ημερομ.24.1.14 στην οποία συμπυκνώνονται οι αρχές και η νομολογία που διέπουν το θέμα κάτω από τις πρόνοιες της Δ.17, Θ.10 και δεδομένου ότι η εκδοθείσα απόφαση είναι νομότυπη και κανονική: «Αιτήσεις παραµερισµού απόφασης ληφθείσας ερήµην δυνάµει της ∆.17 θ.10, εξετάζονται µε βάση τη νοµολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω από το θέµα των ακυρώσεων νοµότυπων αποφάσεων. Η ∆.17 θ.10 αντιστοιχεί µε την παλαιά Αγγλική διαταγή Ο.33 r.10 (δέστε το Annual Practice 1970 σελ. 116-119), και δίνει εξουσία στο ∆ικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση να ασκήσει την ευρεία διακριτική του ευχέρεια ακυρώνοντας απόφαση που λήφθηκε λόγω µη καταχώρησης εµφάνισης από τον εναγόµενο. Η νοµολογία έχει εδραιώσει ορισµένα κριτήρια µε τα οποία τα ∆ικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί µια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εµφαίνεται ότι ο αιτητής έχει µια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιµης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.∆. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαµβάνεται υπόψη από το ∆ικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράµετρος λαµβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ηµέρα έκδοσης της απόφασης µέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραµερισµού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήµην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εµφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραµερισµός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιµος και εµφανέστατα τέτοια χρησιµότητα δεν υπάρχει εάν δεν µπορεί να διαφανεί µέσα από τη µαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεµελιακή απόφαση στο ζήτηµα παραµερισµού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειληµµένα από τα Κυπριακά ∆ικαστήρια και µάλιστα από ενωρίς στη διαµόρφωση της νοµολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε µεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεµελιακή στο θέµα ακύρωσης στην Κυπριακή νοµολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.∆. 204, επεξηγήθηκε ότι το ∆ικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεµελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονοµής της δικαιοσύνης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το ∆ικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις µε τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιµετωπίζεται η σχετική ενώπιον του ∆ικαστηρίου µαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινοµικό εκ µέρους του πρωτόδικου ∆ικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγµα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραµερισµό ερήµην απόφασης πίπτει επί των ώµων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αµφισβητούµενων γεγονότων ή τη θεµελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτηµα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της µαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή µια καλή τη πίστει συζητήσιµη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -«. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά την έκδοση της απόφασης εναντίον τους δια της επιδόσεως σε αυτούς της δικαστικής απόφασης, ως το συνημμένο τεκμ.5 της ενόρκου δηλώσεως της δικηγόρου που ορκίστηκε εκ μέρους των αιτητών, την 16.7.14. Σχετική ως λέχθηκε είναι και η ένορκη δήλωση του Στέλιου Γρούτα εκ μέρους των εναγόντων. Εξάγεται περαιτέρω εκ της συνημμένης αλληλογραφίας στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου, αλλά και εκ του φακέλου της υπόθεσης ότι οι δικηγόροι των εναγομένων, όταν πληροφορήθηκαν από τους πελάτες τους την ύπαρξη της δικαστικής απόφασης, την 22.7.14 έκαμαν έρευνα στον φάκελο και στην συνέχεια στις 6.8.14 και 2.9.14 ζήτησαν αντίγραφα των πρακτικών του δικαστηρίου. Παρενθετικά να αναφερθεί ότι τα πρακτικά δεν φέρουν την ημερομηνία σύνταξης τους. Η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης καταχωρήθηκε την 24.10.14, ήτοι εντός 3 μηνών και 10 ημερών αφότου οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση της δικαστικής απόφασης. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω ενέργειες που προέβησαν οι δικηγόροι των εναγομένων, ο χρόνος που διέρρευσε δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αδικαιολόγητος σε βαθμό μάλιστα που να ισοδυναμεί με περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών ή των δικαιωμάτων των αντιδίκων τους. Συνάγεται πως τόσο οι εναγόμενοι όσο και οι δικηγόροι τους ενέργησαν άμεσα για να επιθεωρήσουν τον φάκελο του δικαστηρίου και να διαπιστώσουν τα γεγονότα. Άλλωστε δεν υπάρχει επακριβής χρονικός προσδιορισμός ή χρονικά πλαίσια, ούτε και άκαμπτος κανόνας ως προς το πότε θα πρέπει να καταχωρηθεί η αίτηση για παραμερισμό. Η ταχύτητα που ως κανόνας θα πρέπει να υποβληθεί η αίτηση εξαρτάται και από τα γεγονότα που την περιβάλλουν και την υποστηρίζουν κάθε φορά. Στην Γιάγκου ανωτέρω, με παραπομπή σε νομολογία υποδεικνύεται επί του συγκεκριμένου θέματος ότι: «Στην Ανδρέου ν. Blue Green Wave Frozen Food Ltd
(2010)1 Α.Α.∆. 119, η αίτηση για παραµερισµό καταχωρήθηκε σχεδόν πέντε µήνες µετά την έκδοση της απόφασης και µετά την έκδοση εντάλµατος κατάσχεσης κινητών. Το ζήτηµα της καθυστέρησης δεν αποτέλεσε αντικείµενο εξέτασης εφόσον η πρωτόδικη απόφαση παραµερίστηκε διότι δεν δόθηκε το δικαίωµα εµφανούς υπεράσπισης, αλλά δείχνει ότι και µεγαλύτερος του παρόντος χρόνου καταχώρησης της αίτησης παραµερισµού, µπορεί να δικαιολογηθεί». Στην θεμελιακή επίσης επί του θέματος υπόθεση Phylactou ανωτέρω, λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Εκείνο συνεπώς που ενέχει καθοριστική σημασία δεν είναι ο χρόνος που διέρρευσε για να καταχωρηθεί η αίτηση παραμερισμού απομονωμένος από οτιδήποτε άλλο, αλλά είναι στάση, η συμπεριφορά και οι ενέργειες του εναγομένου αφότου έλαβε γνώση της εναντίον του δικαστικής απόφασης και αν η διαγωγή που επέδειξε και η στάση που τήρησε είναι τέτοια, που θα ήταν τόσο ασυγχώρητη αγγίζουσα τα όρια της περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Και υπό το φως των όσων διαγραφεί ως εξέλιξη στην διαδικασία και στο πότε οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση της έκδοσης της δικαστικής απόφασης εναντίον τους, οι ενέργειες που έλαβαν και η στάση που τήρησαν αλλά και η καθόλου διαγωγή τους εν σχέση με αυτό, δεν θα μπορούσε να κριθεί ως αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να την καθιστά τόσο ασυγχώρητη πλήττουσα το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Το επόμενο που χρήζει εξέτασης είναι αν οι εναγόμενοι αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων για την πώληση εκ μέρους τους αραβόσιτου. Ειδικότερα οι ενάγοντες διαχειρίζονταν κτηνοτροφική μονάδα στο Δάλι και αγόρασαν από τους εναγόμενους 13.970 κιλά αραβόσιτο από τους εναγομένους. Όταν αργότερα έγινε δειγματοληψία από το Υπουργείο Γεωργίας στις εγκαταστάσεις των εναγόντων ανακαλύφθηκε ότι οι συγκεκριμένες ζωοτροφές είχαν αυξημένα επίπεδα της χημικής ουσίας αφλατοξίνης Β.1, η οποία είναι καρκινογόνος και σε αυξημένες ποσότητες είναι επικίνδυνη τόσο για τα ζώα όσο και για την υγεία των ανθρώπων. Ως αποτέλεσμα της ανάλυσης ανακλήθηκε η ποσότητα που αγοράστηκε από τους εναγόμενους. Είναι η θέση των εναγόντων ότι συνεπεία της παραβάσεως των νομοθετικών και συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων και του καθήκοντος επιμέλειας υπέστηκαν ζημιές, καθότι οι αγελάδες και τα ζώα τους μολύνθηκαν από την ακατάλληλη τροφή και κατά συνέπεια τα παράγωγα προϊόντα τους, γάλα και κρέας, μολύνθηκαν και επηρεάστηκε η αναπαραγωγικότητα τους. Η υπεράσπιση των εναγομένων προβάλλεται δια της ενόρκου δηλώσεως του Ανδρέα Αντωνίου που το 2008 εργαζόταν στους εναγομένους. Σύμφωνα με την θέση του η εναγόμενη τον Απρίλιο του 2008 προμηθεύτηκε μικρή ποσότητα, 236 Μ.Τ. Ινδικού αραβόσιτου για την οποία το αρμόδιο Υπουργείο Γεωργίας εξέδωσε πιστοποιητικό καταλληλότητας και οι εναγόμενοι τον χρησιμοποίησαν ως πρώτη ύλη ζωοτροφών. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι από κανένα πελάτη τους δεν καταστράφηκε οποιαδήποτε ποσότητα γάλακτος. Όταν το 2008 ξέσπασε η κρίση με τις αφλατοξίνες καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του και εναντίον άλλων προσώπων, καθόσον αφορά τον ίδιο ότι πώλησε αραβόσιτο στον Στέλιο Γρούτα για χρήση υπό των ζώων ο οποίος περιείχε αφλατοξίνη Β.1 εκτός των μέγιστων επιτρεπτών ορίων (τεκμ.1 και 2). Τελικά την 9.5.12 η υπόθεση εναντίον του ανεστάλη και απαλλάχθηκε των κατηγοριών. Κατά τον επίδικο χρόνο διετάχθη διοικητική έρευνα σε σχέση με τους απαιτούμενους ελέγχους από την είσοδο των ζωοτροφών στην Κύπρο μέχρι την τελική διάθεση τους και κατά πόσο λήφθηκαν μέτρα για αποτροπή διάθεσης του γάλακτος με αφλατοξίνες πέρα του επιτρεπόμενου ορίου. Το πόρισμα δεν αποδίδει και δεν καταμερίζει ευθύνη είτε στον ίδιο είτε στους εναγόμενους. Διατάχθηκαν επίσης νέοι έλεγχοι και δειγματοληψίες από ανεξάρτητο λειτουργό. Ούτε και σε αυτή την περίπτωση αποδόθηκε ευθύνη στους εναγόμενους ή τον ίδιο. Οι ενάγοντες έχουν δικό τους μύλο και σιλό όπου φυλάσσουν τις ζωοτροφές και τις πρώτες ύλες και αναμειγνύουν ζωοτροφές με τις οποίες τρέφουν τα ζώα τους. Οι ενάγοντες την 22.5.08 αγόρασαν από κάποια τρίτη εταιρεία 22.340 κιλά αραβόσιτου ινδικής προέλευσης από την οποία κατανάλωσαν 4.310 κιλά γιατί η υπόλοιπη ποσότητα ανακλήθηκε από την προμηθεύτρια εταιρεία. Λόγω της χρήσης του αραβόσιτου αυτού εντοπίστηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες ψηλό ποσοστό αφλατοξινών και καταστράφηκε ποσότητα γάλακτος των εναγόντων. Επισυνάπτει έκθεση τιτλοφορούμενη Σχόλια για την έκθεση Χατζηκωστή για τις απώλειες από την χρήση μολυσμένου αραβόσιτου καθώς και εργαστηριακή αναφορά από την χημική ανάλυση δειγμάτων συμπληρωματικής ζωοτροφής για βοοειδή και αιγοπρόβατα. Πρόκειται καθώς γίνεται αντιληπτό, για απάντηση επί ενόρκου δηλώσεως που έγινε προς απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων. Είναι η θέση του στην βάση των πιο πάνω αναλύσεων ότι ακόμα και αν οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν αραβόσιτο που προμηθεύτηκαν από τους εναγόμενους δεν μπορεί να οδηγήσει στις ισχυριζόμενες ζημιές των εναγόντων. Η ένσταση των εναγόντων υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντού τους καθώς και από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Χατζηκωστή και του Παναγιώτη Χριστοφόρου, στις οποίες επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Θα γίνει όσο το δυνατόν περιληπτική αναφορά στους διάφορους ισχυρισμούς των ομνυόντων. Είναι η θέση του Στέλιου Γρούτα, διευθυντή των εναγόντων ότι παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι εναγόμενοι τους προμήθευσαν ακατάλληλη ζωοτροφή, αφού προμηθεύτηκαν από αυτούς 14 περίπου τόνους ζωοτροφής που διοχετεύτηκε πρώτη στα ζώα τους. Η καθημερινή εκ μέρους τους παραγωγή σιτηρεσίου για τα ζώα τους είναι 3-4 τόνους και ο αραβόσιτος που καθημερινά χορηγείται στα ζώα είναι 250-300 κιλά ανά σιτηρέσιο, ήτοι απαιτούνται περίπου 1000 κιλά αραβόσιτου ημερησίως και καταναλώθηκαν περίπου 18 τόνοι αραβόσιτου για μια περίοδο 18 ημερών. Στην αποθήκη τους αποθηκεύτηκαν και άλλες ζωοτροφές ώστε ήταν αδύνατο να γίνει διαχωρισμός και έτσι ανακλήθηκαν όλες οι ζωοτροφές. Ο Ανδρέας Χατζηκωστής κτηνίατρος προβαίνει σε σχολιασμό της ένορκης δήλωσης του Αντωνίου και είναι η θέση του ότι η δική του εμπλοκή στην υπόθεση είναι ως κτηνίατρος καθώς και τα κτηνιατρικά του ευρήματα. Επαναλαμβάνει ουσιαστικά και αναλύει ότι η κατανάλωση αραβόσιτου από τα ζώα των εναγόντων είναι 18 τόνοι και προβαίνει σε ανάλυση των εκατέρωθεν γνωματεύσεων. Η χορήγηση μολυσμένων τροφίμων έγινε τον Αύγουστο και η ποσότητα των 18 τόνων ήταν αρκετά μεγάλη με αποτέλεσμα την επιμόλυνση άλλων τροφίμων αλλά και των αποθηκευτικών χώρων. Είναι η θέση του ότι οι εμπειρογνώμονες των εναγομένων δεν ζήτησαν τις διατροφικές φόρμουλες των εναγόντων και οδηγήθηκαν σε εσφαλμένες εκτιμήσεις. Κρίνεται για τους λόγους που θα εξηγηθούν στην συνέχεια ότι λεπτομερής αναφορά στην ένορκη του δήλωση δεν απαιτείται. Τέλος ο Παναγιώτης Χριστοφόρου είναι λειτουργός γεωργίας στην ομάδα ελέγχου ζωοτροφών και κατά τον επίδικο χρόνο ασκούσε τα καθήκοντα του συντονιστή της ομάδας. Μετά από καταγγελία των εναγόντων και ως αρμόδια αρχή διενέργησε έρευνα για εντοπισμό μολυσμένης τροφής που προκάλεσε την μόλυνση. Διαπίστωσε ότι αρκετά ζώα των εναγόντων έδειχναν τροφική τοξίνωση με ισχυρή υποψία για αφλατοξίνωση. Από την πείρα του ο αραβόσιτος είναι ένας εκ των κύριων πηγών πρώτων υλών που φαίνεται να προσβάλλονται σε ψηλότερο ποσοστό σε μυκοτιξίνες και ιδιαίτερα στην αφλατοξίνη Β.1. Με βάση τα σχετικά στοιχεία η φάρμα των εναγόντων είχε καθημερινές ανάγκες σε σιτηρέσιο 1 τόνο περίπου. Για τους σκοπούς της έρευνας του ετοίμασε χειρόγραφη έκθεση που την έδωσε και στους εναγομένους, σύμφωνα με την οποία ο αραβόσιτος στα υποστατικά των εναγόντων ήταν μολυσμένος με αφλατοξίνες. Σύστησε στους ενάγοντες την άμεση απόσυρση της ποσότητας αραβοσίτου από την αποθήκη τους και να ακολουθήσουν τις οδηγίες του κτηνιάτρου της φάρμας. Μετά από έλεγχο και στα υποστατικά των εναγομένων η εργαστηριακή εξέταση έδειξε θετική ανεύρεση μόλυνσης με αφλατοξίνη Β1 πέραν των επιτρεπτών ορίων. Βεβαιώνει ότι η εναγόμενη την επίδικη περίοδο είχε στην φύλαξη της και διέθεσε μολυσμένες ποσότητες αραβόσιτου. Αντιπαραβολή των ενόρκων δηλώσεων αποκαλύπτει ότι η εναγόμενη δεν αμφισβητεί το γεγονός της ύπαρξης αφλατοξινών, αλλά στο κατά πόσο έφερε η ίδια οποιαδήποτε ευθύνη, επικαλούμενη προς τούτο δυο απαλλαχτικά πορίσματα που δεν της καταλόγισαν ευθύνη. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι οι ενάγοντες αγόρασαν και από άλλο εισαγωγέα αραβόσιτο, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου ανακλήθηκε λόγω του προβλήματος των αφλατοξινών και από εκεί εντοπίστηκε το πρόβλημα. Είναι επίσης η θέση τους ότι εκ των 14 τόνων (13.970 κιλών) αραβόσιτου που πώλησαν στους ενάγοντες, τα 12.610 κιλά ανακλήθηκαν ώστε με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν τις ισχυριζόμενες ζημιές των εναγόντων. Το στοιχείο αυτό φαίνεται να το αρνούνται οι ενάγοντες και όπως αναφέρει ο Γρούτας στην ένορκη του δήλωση η ημερήσια κατανάλωση στην φάρμα του ήταν περί τον ένα τόνο, η δε ανάκληση των 12.610 κιλών δεν αφορούσε μόνο την επίδικη ποσότητα των εναγομένων αλλά όλη την ποσότητα που είχαν αποθηκευμένη, αφού ήταν αδύνατο να διαχωριστούν μόνο τα προϊόντα των εναγομένων. Είναι βέβαιο σύμφωνα με την θέση του ότι η αγορασθείσα ποσότητα από τους εναγόμενους καταναλώθηκε ολόκληρη από τα ζώα των εναγόντων. Από όσα έχουν παρατεθεί εκ των ενόρκων δηλώσεων και όσα συνοπτικά συνοψίζονται ανωτέρω, εγείρεται το ερώτημα αν οι εναγόμενοι προβάλλουν τέτοια υπεράσπιση που θα μπορούσε στην όψη της και άνευ αξιολογήσεως να κριθεί ως καλόπιστη ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Πέραν της αντικρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας που επικαλούνται και οι δύο πλευρές που προφανώς δεν είναι το παρόν το κατάλληλο στάδιο να εξεταστεί, εγείρονται και υπάρχουν εκ μέρους των εναγομένων διάφορα θέματα. Αφορούν όχι μόνο το κατά πόσο φέρουν ευθύνη ή όχι για την δημιουργηθείσα κατάσταση, αλλά και για το ποσοστό κατανάλωσης του πωληθέντος μολυσμένου αραβοσίτου εκ μέρους των ζώων των εναγόντων, σε συνάρτηση με την κατανάλωση μολυσμένου αραβόσιτου που αγόρασαν οι ενάγοντες από τρίτους, καθώς και αμφισβήτηση ως προς το ύψος των ισχυριζόμενων ζημιών τους. Δεν παραγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες στους διάφορους ισχυρισμούς των εναγομένων προβάλλουν διαφορετική εκδοχή, αλλά το ζητούμενο σε τέτοιες διαδικασίες είναι αν ο εναγόμενος που φέρει και το βάρος του παραμερισμού της απόφασης, παρουσιάζει τέτοια στοιχεία που αντικειμενικά κρινόμενα υποδεικνύουν ότι πραγματικά υπάρχει υπεράσπιση εκ μέρους του. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς όμως να υπεισέρχεται στην ουσία της (Χρυσάνθου ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 A.A.Δ 1129). Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd Αίτηση για αναθεώρηση στην Αγ. Ναυτοδικείου 55/97 ημερ. 21.7.99 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας που δίδεται με ένορκες δηλώσεις, αλλά το κριτήριο είναι αντικειμενικό και ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να περιέχει πλήρεις λεπτομέρειες των γεγονότων. Ομοίως στην υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R 317, υποδεικνύεται ότι ο αιτητής πρέπει να δείξει λόγους (grounds), για τους οποίους η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραμερισμό μιας απόφασης να ασκηθεί προς όφελος του, γιατί η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκείται επί ματαίω. Και τούτο γιατί είναι καλά γνωστή η αρχή ότι αν ο διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία επιφέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στην διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. (Βλπ Phylactou ανωτέρω, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Και το ερώτημα που τίθεται στην βάση όσων έχουν εκτεθεί είναι αν οι εναγόμενοι προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος τους. Το γεγονός και μόνο ότι προβάλλονται σωρεία λεπτομερών ισχυρισμών υποστηριζόμενων από επιστημονική μαρτυρία, αντικρουόμενοι βέβαια από τους ενάγοντες, υποδεικνύουν αφενός ότι δεν πρόκειται περί μιας επινοημένης ή σκιώδους υπεράσπισης άνευ ουσίας και αντικειμενικής υποστάσεως, και αφετέρου υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια καλόπιστη επί της ουσίας υπεράσπιση, η εμβέλεια της οποίας, το εύρος και η δυναμική της θα διαφανεί στο κατάλληλο στάδιο που δεν είναι άλλο από την ακροαματική διαδικασία. Στην υπόθεση Allen v. Taylor [1992] PIQR, (Personal Injuries and Quantum Reports) 255, 258 C.A, το θέμα τέθηκε υπό την εξής σκοπιά: «. The primary consideration is whether the defendant has merits to which the court should pay heed . not as a rule of court but as a matter of common sense, since there is no point in setting aside a judgment if the defendant has no defence and if he has shown "merits" the .court will not, prima facie, desire to let a judgment pass on which there has been no proper adjudication. .. Again a as matter of common sense, though not making it a condition precedent, the court will take into account the explanation as to how it came about the defendant . found himself bound by a judgment regularly obtained to which he could have set up some serious defence». Το δικαστήριο δεν θα αξιολογήσει βεβαίως τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς, άλλο είναι το στάδιο που θα γίνει αυτό, αλλά δεν μπορεί να παραγνωρίσει, από όσα έχουν εκτεθεί, ότι όσα οι εναγόμενοι προβάλλουν ως υπεράσπιση, κρίνονται σοβαρά και ουσιαστικά. Ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 2118, η υπεράσπιση θα πρέπει να ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας και να είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται. Και στην παρούσα υπόθεση όλα όσα προβάλλουν ως υπεράσπιση οι εναγόμενοι εμπεριέχουν εκείνα τα στοιχεία, λεπτομέρειες και γεγονότα που εξ αντικειμένου την καθιστούν εμφανώς συζητήσιμη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί είναι η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου ότι το αίτημα προς ακύρωση της δικαστικής αποφάσεως δικαιολογείται και ως εκ τούτου εγκρίνεται. Η εκδοθείσα δικαστική απόφαση ακυρώνεται. Οι εναγόμενοι να καταχωρίσουν εμφάνιση εντός 5 ημερών από σήμερα. Εναπόκειται στους ενάγοντες να λάβουν τα αναγκαία εκείνα δικονομικά διαβήματα και μέτρα για να προωθήσουν την υπόθεση τους. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων - αιτητών και σε βάρος των καθ ων η αίτηση εναγόντων. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.