← Κύπρος

EMPORIKOS OIKOS GERASIA LTD ν. FAKAS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4249/2013, 26/5/2015

EMPORIKOS OIKOS GERASIA LTD ν. FAKAS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4249/2013, 26/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4249/2013 Μεταξύ: EMPORIKOS OIKOS GERASIA LTD Ενάγουσας και 1. FAKAS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD 2. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΦΑΚΑΣ Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 7.2.2014 εναγομένης 1 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 26 Μαϊου, 2015 Για την εναγομένη 1- αιτήτρια: κ. Γ. Αδαμίδης Για την ενάγουσα- καθ' ης η αίτηση: κα. Α. Γαβριηλίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 3.7.2013 με την οποία αξιώνει απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για €15.588,14 πλέον τόκο ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή τιμολογίων για εμπορεύματα πωληθέντα και παραδοθέντα από την ενάγουσα προς την εναγομένη 1 και/ή δυνάμει γραπτής εγγύησης του εναγομένου 2 καθώς και δυνάμει επτά ακάλυπτων επιταγών. Η αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους 1 και 2 στις 11.10.2013 με τον τρόπο που θα αναφερθεί πιο κάτω, δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης και η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση στις 25.10.2013, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στις 5.11.2013 ως η απαίτηση. Στις 7.2.2014 η εναγόμενη 1 καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία επιζητείται ο παραμερισμός της απόφασης. Σημειώνω ότι ο εναγόμενος καταχώρισε παρόμοια αίτηση, όσον αφορά την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του, επίσης στις 7.2.2014, για την οποία θα εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου σήμερα αμέσως μετά την έκδοση της παρούσας. Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.17 θ. 10 και Δ.48 θ. 9(
  2. h)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Νεκτάριου Φάκα, διευθυντή της εναγομένης 1, ο οποίος αναφέρει ότι κατά ή περί τις 9.1.2014 πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο της ενάγουσας ότι είχε ληφθεί απόφαση στην παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στις 5.11.2013 λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Αναφέρει επιπλέον ότι κατά ή περί τις 10.1.2014 ερεύνησε τον φάκελο της παρούσας αγωγής στο Πρωτοκολλητείο και διαπίστωσε ότι ουδέποτε έγινε επίδοση της αγωγής και/ή η επίδοση προς την εναγομένη 1 έγινε παράτυπα και/ή αντίθετα με τους νόμους και κανονισμούς, με αποτέλεσμα η εναγομένη 1 να μη λάβει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής και να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι κατά τις 11.10.2013 που αναφέρει ο επιδότης στην ένορκη δήλωση επίδοσης ότι άφησε αντίγραφο του κλητηρίου στον κ. Χρύσανθο Φάκα ως διευθυντή της εναγομένης 1 εταιρείας ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει, το εν λόγω πρόσωπο δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την εναγομένη 1 εταιρεία, δεν ήταν διευθυντής της εταιρείας και ουδέποτε του αφέθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Όσον αφορά την ουσία της επίδικης απαίτησης, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η εναγομένη 1 έχει καλή υπεράσπιση και ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση είναι υπερβολικό. Ισχυρίζεται ότι η εναγομένη 1 ουδέποτε αποδέχθηκε την κατάσταση λογαριασμού η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 από την πλευρά της ενάγουσας κατά την απόδειξη της υπόθεσης και ότι η εν λόγω κατάσταση δεν φέρει την υπογραφή της εναγομένης 1. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι ο εναγόμενος 2 ουδέποτε έστειλε το τηλεμοιότυπο το οποίο παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 2 από την πλευρά της ενάγουσας κατά την απόδειξη της υπόθεσης, με το οποίο να εγγυήθηκε την εναγομένη 1, καθώς και ότι η εναγομένη 1 ουδέποτε ενέκρινε και υπέγραψε τα τιμολόγια που παρουσιάσθηκαν ως Τεκμήριο 3. Όσον αφορά τις επτά επιταγές που εξέδωσε η εναγομένη 1 προς όφελος της ενάγουσας, ο ενόρκως δηλών προβάλλει ότι η εναγομένη 1 έδωσε οδηγίες στην τράπεζα για τη μη εξόφληση τους, λόγω του ότι η ενάγουσα είχε παραδώσει προς τους εναγομένους προβληματικά εμπορεύματα. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση, στην οποία επικαλείται τους εξής λόγους: 1.Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στην εναγομένη 1 στις 15.10.2013 (ενδεχομένως να εννοεί 11.10.2013) και παρήλθαν 4 μήνες για την καταχώριση της παρούσας αίτησης. 2.Παρήλθαν 3 και πλέον μήνες από την έκδοση της απόφασης. 3.Τα ισχυριζόμενα από την πλευρά της εναγομένης 1-αιτήτριας είναι αναληθή. 4.Η εναγομένη 1 ουδεμία υπεράσπιση έχει επί της ουσίας της υπόθεσης και οι ισχυρισμοί που αναφέρονται είναι παραπλανητικοί. 5.Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική καθότι η παράλειψη της εναγομένης 1 να εμφανιστεί συνιστά αδικαιολόγητη αδιαφορία που ισοδυναμεί με περιφρόνηση του Δικαστηρίου. 6. Οι εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν για την έκδοση απόφασης από τις 25.11.2013 από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και ουδέν έπραξαν εγκαίρως. 7.Η αίτηση πλήττει το συμφέρον της δικαιοσύνης και τα δικαιώματα της ενάγουσας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Χαραλάμπους, διευθυντή της ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι ο δικηγόρος της ενάγουσας όντως μίλησε με τον ομνύοντα εκ μέρους της εναγομένης 1 κ. Νεκτάριο Φάκα αλλά και με τον εναγόμενο 2, όχι όμως περί τις 9.1.2014 αλλά περί τις αρχές Δεκεμβρίου του 2013, εφόσον ο Νεκτάριος Φάκας ενημερώθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας ότι είχε καταχωριστεί αίτηση έρευνας για την ακίνητη περιουσία της εναγομένης 1. Έκτοτε ο Νεκτάριος και ο Χρύσανθος Φάκα επικοινώνησαν με τον δικηγόρο της ενάγουσας πέραν των 15 περιπτώσεων με διάφορες προτάσεις για εξόφληση του επίδικου χρέους και συγκεκριμένα των επιταγών που παρουσιάστηκαν ως Τεκμήριο 4 κατά την απόδειξη της απαίτησης. Προβάλλει επιπλέον τη θέση ότι η επίδοση έγινε καθόλα νομότυπα και ότι η άρνηση παραλαβής δικαστικών εγγράφων είναι η πάγια τακτική των εναγομένων 1 και 2 για την αποφυγή των υποχρεώσεών τους. Αναφέρει περαιτέρω ότι η Αστυνομία ενημέρωσε τον ιδιώτη επιδότη ότι το παράπονο του εναγομένου 2 σε σχέση με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης της παρούσας αγωγής εξετάστηκε και απορρίφθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα καθότι δεν στοιχειοθετείται οιονδήποτε ποινικό αδίκημα. Μετά από την εξέλιξη αυτή, ο Νεκτάριος Φάκας υπέβαλε νέο παράπονο στην Αστυνομία ότι ο επιδότης ορκίστηκε ψευδώς για την επίδοση της αγωγής στην εναγομένη 1 καθότι γνώριζε ότι ο εναγόμενος 2 δεν είναι διευθυντής της. Το παράπονο αυτό απορρίφθηκε και πάλι από την Αστυνομία. Όσον αφορά την ουσία της απαίτησης, ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της ενάγουσας αναφέρει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η απαίτηση συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης των επίδικων επιταγών οι οποίες είχαν εκδοθεί προς αντικατάσταση προηγούμενων ακάλυπτων επιταγών. Προβάλλει ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν εύλογη αιτία για ανάκληση των επιταγών, διότι τα προϊόντα που είχε παραγγείλει η εναγομένη 1 είχαν ήδη παραδοθεί, τοποθετηθεί και εγκριθεί χωρίς οποιονδήποτε ισχυρισμό για ελαττωματικότητα από τις 1.8.2012 μέχρι 18.9.2012, ενώ οι επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στις 26.9.2012, δηλαδή μετά την παραλαβή και έγκριση όλων των προϊόντων. Θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα εκ μέρους της εναγομένης 1 είναι αναληθείς και εκ δευτέρας σκέψεως γενόμενοι, και επισημαίνει ότι όλα τα επίδικα τιμολόγια υπογράφηκαν από την εναγομένη 1 κατά την παραλαβή των εκάστοτε εμπορευμάτων. Σημειώνει επιπλέον ότι η εναγομένη 1, προσπαθώντας να παραπλανήσει τους πιστωτές της, αλλάζει συνεχώς όνομα. Τονίζει ότι η εναγομένη 1 καθυστέρησε να υποβάλει την παρούσα αίτηση και ότι καμία υπεράσπιση δεν αποκαλύπτεται, παρά μόνο ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί που έχουν σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και να καθυστερήσουν την εκτέλεση της απόφασης, αλλά και με σκοπό τη διαγραφή των Μέμο επί της ακίνητης περιουσίας της εναγομένης 1. Η ένσταση υποστηρίζεται και από ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη Γιάννου Ιωάννου ο οποίος αναφέρει ότι τον Ιούλιο του 2013 έλαβε οδηγίες από τους δικηγόρους της ενάγουσας να επιδώσει την παρούσα αγωγή στους εναγομένους 1 και 2. Όλες οι προσπάθειές του προς ανεύρεση των δύο διευθυντών της εναγομένης 1 εταιρείας Νεκτάριο και Χρύσανθο Φάκα ήταν ανεπιτυχείς, ενώ στις 15.10.2013 συνάντησε τυχαία τον Χρύσανθο Φάκα (εναγόμενο 2) στην αυλή του Δικαστηρίου έξω από το κτήριο αρ.4. Ο επιδότης προσθέτει ότι λόγω του ότι είχε επιδώσει στον Χρύσανθο Φάκα πολλές αγωγές στο παρελθόν οι οποίες εγέρθηκαν εναντίον της εναγομένης 1 αλλά και του ιδίου προσωπικά, του έδωσε και την παρούσα αγωγή τόσο όσον αφορά την εναγομένη 1 όσο και για τον ίδιο προσωπικά. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι ο εναγόμενος 2, αφού ανέγνωσε την αγωγή, αρνήθηκε να παραλάβει τα έγγραφα και/ή να υπογράψει για την παραλαβή τους με τη δικαιολογία ότι δεν τον αφορά η παρούσα αγωγή. Ο επιδότης σημείωσε ότι ο εναγόμενος 2 παρέλαβε τα κλητήρια άνευ υπογραφής και ο εναγόμενος 2 τα έριξε κάτω στο πάτωμα. Ο επιδότης προβάλλει ότι η τακτική αυτή του εναγομένου 2 αλλά και του αδελφού του Νεκτάριου Φάκα να μην παραλαμβάνουν τα έγγραφα είναι συνήθης και έχει γίνει αρκετές φορές, πράγμα που γνωρίζει και ο δικηγόρος τους, ο οποίος ανέφερε στον επιδότη ότι τους έχει συμβουλέψει να τα παραλαμβάνουν. Ο επιδότης αναφέρει επιπλέον ότι στις 10.1.2014 έλαβε τηλεφώνημα από την Αστυνομία ότι διερευνά αδίκημα ψευδούς ενόρκου δηλώσεώς του για το οποίο έγινε καταγγελία από τον εναγόμενο 2, αναφορικά με την επίδοση της παρούσας αγωγής. Ο επιδότης έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, αναφέροντας όλα τα πιο πάνω. Πρόσφατα δε έχει ενημερωθεί από την Αστυνομία ότι το παράπονο διερευνήθηκε και απορρίφθηκε από τη Νομική Υπηρεσία καθότι δεν στοιχειοθετείται αδίκημα. Ενημερώθηκε επιπλέον ότι υποβλήθηκε εκ νέου παράπονο εναντίον του για ψευδή δήλωση, αυτήν τη φορά από τον Νεκτάριο Φάκα, διότι ως ισχυρίζεται ο τελευταίος, ο επιδότης γνώριζε ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν διευθυντής της εναγομένης 1, κάτι που ο επιδότης ισχυρίζεται ότι δεν αληθεύει. Το παράπονο αυτό επίσης απορρίφθηκε από την Αστυνομία αφενός διότι οι δηλώσεις του Νεκτάριου Φάκα έρχονταν σε αντίθεση με τις δηλώσεις του Χρύσανθου Φάκα, εναγομένου 2, και αφετέρου διότι η υπόθεση είχε ήδη εξεταστεί και απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω, ο ιδιώτης επιδότης προβάλλει τη θέση ότι η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα τόσο για την εναγομένη 1 όσο και για τον εναγόμενο 2. Η πλευρά της εναγομένης 1 - αιτήτριας καταχώρισε, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου εφόσον δεν υπήρξε ένσταση από την άλλη πλευρά, συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Νεκτάριου Φάκα, για σκοπούς απάντησης της θέσης της πλευράς του διευθυντή της ενάγουσας και του ιδιώτη επιδότη όσον αφορά το ότι ο εναγόμενος 2, στον οποίο επιδόθηκε η αγωγή για την εναγομένη 1, είναι διευθυντής της, και ότι η εναγομένη 1 αλλάζει συνεχώς ονόματα. Στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο Νεκτάριος Φάκας, διευθυντής της εναγομένης 1, επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α έρευνα από το αρχείο του Εφόρου Εταρειών σε σχέση με τις αλλαγές ονομασίας της εναγομένης 1 (στις 4.2.2009 μετονομάσθηκε από Fakas Investments & Developments Ltd σε Fakas Constructions & Developments Ltd, ενώ στις 9.7.2013 μετονομάσθηκε σε N Civil Construction Ltd). Ως Τεκμήριο Β επισυνάπτεται πιστοποιητικό Διευθυντή και Γραμματέα της εναγομένης 1 με το οποίο πιστοποιείται από τον Έφορο Εταιρειών ότι κατά την περίοδο 5.4.2012 μέχρι 30.9.2014 ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας ήταν ο Νεκτάριος Φάκας (ημερομηνία διορισμού 7/4/2000) και ο γραμματέας της εταιρείας ήταν ο Νεκτάριος Κουφέττας (ημερομηνία διορισμού 15.2.2002). Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, καθότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε ομνύοντα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 17 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τη Διαταγή 17, δηλαδή λόγω παράλειψης του εναγομένου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει την απόφαση με όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές.[1] Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων. Ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd

(2002)1 Α.Α.Δ. 793, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από αυτήν του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας, ώστε να μην ασκείται επί ματαίω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, όμως, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του. Αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης. Έχοντας σκιαγραφήσει τις πιο πάνω αρχές, τονίζω ότι έχουν εφαρμογή μόνο εφόσον η απόφαση έχει εκδοθεί νομότυπα. Οι προϋποθέσεις για να υπάρξει εξουσία έκδοσης απόφασης ερήμην δυνάμει της Δ.17 είναι η καλή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, εκπνοή της προθεσμίας για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και παράλειψή του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Εάν οι προϋποθέσεις αυτές υπάρχουν, τότε το θέμα παραμερισμού εξετάζεται με βάση τις αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Εάν όμως αποδειχθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17, τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250, όπου ακυρώθηκε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης για παραμερισμό που αφορούσε την επιβολή όρου: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος). » Παρομοίως, όπως αναφέρεται στο Halsbury' s Laws Of England, 4η έκδοση, τόμος 26, παρ. 559: «When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than is due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from consideration as to whether there is good defence on the merits, and the plantiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order.» Όπως δε αναφέρεται στο The Supreme Court Practice 1982, Volume 1, Centenary edition, στη σελίδα 157, παρ. 13/9/4: «Where a judgment is obtained irregularly the defendant is entitled ex debito justistiae to have it set aside. When setting aside an irregular judgment, the Court should impose no terms whatever on the defendant, not even contingent terms, such as that the costs should be costs in cause.» Στην υπό κρίση περίπτωση, η εναγομένη 1 προβάλλει ως αιτιολογία για τον παραμερισμό της απόφασης, τόσο το ζήτημα της επίδοσης, όσο και την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και δικαιολογίας για την παράλειψή της να εμφανιστεί στη διαδικασία. Συνεπώς, θα πρέπει να εξεταστεί πρώτα το θέμα της επίδοσης. Συναφώς, επισημαίνω και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό παράτυπα εκδοθείσας απόφασης λόγω κακής επίδοσης (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 615, «inherent power to set aside irregular judgment»). Η αίτηση θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί μέσα σε αυτά τα πλαίσια, εφόσον η αντικανονικότητα της επίδοσης μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στον παραμερισμό της απόφασης. Η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Για να κριθεί νομότυπη η επίδοση σε νομικό πρόσωπο θα πρέπει να έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 372 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Δ.5, θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει: «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας.» Το μέρος της Διαταγής 5 θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προνοεί τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Στην απουσία οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας, η οποία να ρυθμίζει την επίδοση δικαστικής κλήσης σε νομικό πρόσωπο, η επίδοση επίσημου αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος ή άλλης δικαστικής κλήσης στον πρόεδρο ή σε άλλο ανώτερο αξιωματούχο, ή στον ταμία ή τον γραμματέα του νομικού προσώπου ή παράδοση (delivery) τέτοιου αντιγράφου στα γραφεία του νομικού προσώπου, θα θεωρείται καλή επίδοση.» Ως εκ των ανωτέρω, όταν πρόκειται για εναγόμενη εταιρεία, το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να επιδίδεται στον πρόεδρό της ή σε ανώτερο αξιωματούχο (όπως διευθυντή) ή ταμία ή γραμματέα της εταιρείας, ή να παραδίδεται («delivery») στα γραφεία της εταιρείας. Στην απόφαση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 επισημάνθηκε ότι η λέξη «delivery» (παράδοση) έχει πολύ διαφορετικό νόημα από την απλή «άφεση» ενός εγγράφου στο εγγεγραμμένο γραφείο μιας εταιρείας. Θεωρήθηκε, δηλαδή, ότι η άφεση εγγράφων στο γραφείο μιας εταιρείας, χωρίς να τα έχει παραλάβει συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, δεν αποτελεί καλή επίδοση εντός της έννοιας της Διαταγής 5 θ. 7, καθότι με τον τρόπο αυτόν δεν διασφαλίζεται η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου με βάση το άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος να πληροφορηθεί για την εναντίον του διαδικασία, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί. Εξετάζοντας λοιπόν το θέμα της επίδοσης όσον αφορά την εναγομένη 1 εταιρεία, παρατηρώ από τον φάκελο της υπόθεσης ότι ο ιδιώτης επιδότης Γιάννος Ιωάννου κατέθεσε στις 15.10.2013 ένορκη δήλωση, όπου αναφέρει ότι στις 11.10.2013 επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής στη Λευκωσία αφήνοντάς το στον Χρύσανθο Φάκα, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει, για την εναγομένη 1, και ότι «ο πιο πάνω Χρύσανθος Φάκας είναι Διευθυντής της πιο πάνω εναγομένης 1». Εν τούτοις, η εναγομένη 1, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ισχυρίζεται ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν ήταν διευθυντής της εταιρείας και ότι ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας είναι ο Νεκτάριος Φάκας. Περαιτέρω, η εναγομένη 1 έχει προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι πράγματι, κατά τον χρόνο επίδοσης, ο Χρύσανθος Φάκας δεν ήταν αξιωματούχος της εναγομένης 1 εταιρείας εφόσον μοναδικός διευθυντής ήταν ο Νεκτάριος Φάκας και Γραμματέας ο Νεκτάριος Κουφέττας. Η πλευρά της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση ουδόλως τεκμηριώνει με οποιαδήποτε απτά στοιχεία τη δική της θέση ότι η επίδοση είναι νομότυπη και ότι ο Χρύσανθος Φάκας εναγόμενος 2 πράγματι κατά τον χρόνο επίδοσης ήταν διευθυντής της εναγομένης 1, ως κατέγραψε ο ιδιώτης επιδότης στην ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου. Ο ίδιος ο επιδότης, στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την ένσταση της ενάγουσας στην υπό κρίση αίτηση, ουδόλως ισχυρίζεται ευθέως ότι το πρόσωπο στο οποίο επέδωσε το κλητήριο για την εναγομένη 1 εταιρεία πράγματι ήταν διευθυντής της, παρά το ότι αυτό κατέγραψε επί της ένορκης δήλωσης επίδοσης. Το μόνο που αναφέρει, προς εξήγηση του λόγου για τον οποίο επέδωσε το κλητήριο στον εναγόμενο 2 για την εναγομένη 1, είναι ότι είχε επιδώσει στον εναγόμενο 2 πολλές αγωγές στο παρελθόν οι οποίες εγέρθηκαν εναντίον της εναγομένης 1 και του ιδίου προσωπικά, και έτσι του έδωσε και την παρούσα αγωγή τόσο όσον αφορά την εναγομένη 1 όσο και για τον ίδιο προσωπικά. Αυτή όμως η ενέργεια του ιδιώτη επιδότη, να καταχωρίσει στον φάκελο του Δικαστηρίου ένορκη δήλωση με την οποία ορκίζεται ότι επέδωσε το κλητήριο στον Χρύσανθο Φάκα ο οποίος «είναι Διευθυντής» της εναγομένης 1, ενώ δεν γνώριζε κάτι τέτοιο (και ούτε ισχύει κάτι τέτοιο), απλώς και μόνο επειδή είχε επιδώσει και στο παρελθόν αγωγές στο εν λόγω πρόσωπο για την εναγομένη 1, είναι απαράδεκτη. Στην ουσία, δεν αμφισβητείται από την πλευρά της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν κατά τον χρόνο επίδοσης διευθυντής της εναγομένης 1 εταιρείας, ως (κακώς) ορκίστηκε ο ιδιώτης επιδότης. Η δε παράδοση του κλητηρίου στον εναγόμενο 2 για την εναγομένη 1, δεν φαίνεται να έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, αλλά στην αυλή του Δικαστηρίου, όπως δηλώνει ο ιδιώτης επιδότης. Υπενθυμίζω, όμως, ότι, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η επίδοση είναι έγκυρη μόνο στην περίπτωση που έχει επιδοθεί στον πρόεδρο, στον γραμματέα ή κάποιο άλλο υψηλόβαθμο αξιωματούχο της εταιρείας, όπως διευθυντή (σε οποιαδήποτε διεύθυνση), ή σε κάποιο φυσικό πρόσωπο στο εγγεγραμμένο γραφείο της (βλ. Ιερά Μητρόπολη, πιο πάνω, και J. Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd 2002 1Β Α.Α.Δ. 1151). Η επίδοση κλητηρίου σε τρίτο πρόσωπο, ο οποίος δεν είναι διευθυντής ή γραμματέας της εταιρείας, σε διεύθυνση η οποία δεν αποτελεί το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη. Άλλωστε, η απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας εκδόθηκε ερήμην στις 5.11.2013 καθότι το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη βάσει της οποίας είχε επιδώσει το κλητήριο ένταλμα σε «Διευθυντή» της εταιρείας, γεγονός που διαφάνηκε, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, να μην ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η επίδοση όσον αφορά την εναγομένη 1 ήταν αντικανονική, εφόσον δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 372 του Κεφ.113 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Διαταγής 5 θ.7. Κατά συνέπεια, η απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae. Σημειώνω ότι στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 43, όπου κρίθηκε ότι ορθά παραμερίστηκε η απόφαση εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση, λέχθηκε ότι η καλή επίδοση «συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίου εγκαλείται στο Δικαστήριο» ως Συνταγματικό δικαίωμά του βάσει του άρθρου 30
(3)του Συντάγματος. Στην παρούσα περίπτωση, δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η αγωγή ενδεχομένως να είχε περιέλθει σε γνώση της εναγομένης 1, λόγω της επίδοσής της στον Χρύσανθο Φάκα εναγόμενο 2, ο οποίος φαίνεται να είναι αδελφός του διευθυντή της εναγομένης 1. Εν τούτοις, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, ενόψει του ότι η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην στις 5.11.2013 δεν εκδόθηκε νομότυπα όσον αφορά την εναγομένη 1 εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση σε αυτήν, να εγκρίνει το αίτημά της για παραμερισμό της, χωρίς να τίθεται καν θέμα διακριτικής ευχέρειας. Στις περιπτώσεις, ως η παρούσα, όπου η έκδοση απόφασης είναι αποτέλεσμα θεμελιώδους αντικανονικότητας, ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης γίνεται καθηκόντως υπό του Δικαστηρίου, ex debito justitiae, και ανεξαρτήτως του κατά πόσο φανερώνεται η ύπαρξη καλής υπεράσπισης επί της ουσίας (βλ. Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1Β Α.Α.Δ. 700). Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, για σκοπούς πληρότητας και μόνο σημειώνω ότι στην περίπτωση που κρινόταν ότι η επίδοση ήταν καλή, η απόφαση εκδόθηκε νομότυπα και θα είχαν εφαρμογή οι αρχές που συνοψίζονται στις σελίδες 7-8 πιο πάνω, θα απέρριπτα χωρίς καμία αμφιβολία την αίτηση της εναγομένης 1 για δύο λόγους. Πρώτον, δεν έχει αποκαλυφθεί καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας, ούτε και πιθανότητες επιτυχίας. Η τοποθέτηση ότι το ποσό της απόφασης «είναι υπερβολικό» προβάλλεται γενικά αόριστα και παντελώς ατεκμηρίωτα και δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτει το ελάχιστο απαιτούμενο της συζητήσιμης υπεράσπισης. Παρομοίως, η απλή αναφορά ότι η εναγομένη 1 έδωσε στην τράπεζα οδηγίες μη πληρωμής των επίδικων επιταγών λόγω του ότι η ενάγουσα «παρέδωσε προς τους εναγομένους προβληματικά εμπορεύματα», με αναφορά σε κάποιο «Τεκμήριο Δ» που ουδόλως επισυνάπτεται, και χωρίς την παράθεση έστω και της παραμικρής λεπτομέρειας ή κάποιου απτού στοιχείου που να προσδίδει κάποια βαρύτητα στους ισχυρισμούς αυτούς, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητική για τους σκοπούς της παρούσας. Ιδιαίτερα εν όψει της επισήμανσης της άλλης πλευράς, με αναφορά στα σχετικά τιμολόγια, ότι τα εμπορεύματα είχαν παραδοθεί από την ενάγουσα και παραληφθεί από τους εναγομένους χωρίς παράπονα περί ελαττωματικότητας, πριν από τον χρόνο έκδοσης των επιταγών. Δεύτερον, πάντοτε στην περίπτωση που κρινόταν ότι η επίδοση στις 11.10.2013 ήταν καλή και η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην νομότυπη, η εναγομένη 1 - αιτήτρια δεν έχει καταδείξει εύλογο και σοβαρό λόγο για την παράλειψή της να καταχωρίσει έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης, ούτε και να δικαιολογήσει την καθυστέρησή της να λάβει μέτρα για παραμερισμό της επίδικης απόφασης. Ειδικότερα, εάν η επίδοση ήταν έγκυρη και η εναγομένη 1 είχε λάβει γνώση της αγωγής από 11.10.2013, θα ήταν προφανές ότι ενδιαφέρθηκε για την έκβαση της υπόθεσης μόνο μετά τη λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης από την ενάγουσα στο Κτηματολόγιο. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 1 στις 5.11.2013, ex debito justistiae. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας - εναγομένης 1 και εναντίον της καθ' ης η αίτηση - ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εν όψει των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου σε σχέση με τις ενέργειες του ιδιώτη επιδότη, δίδονται οδηγίες στην Πρωτοκολλητή όπως διαβιβάσει αντίγραφο της παρούσας απόφασης στην Αρχιπρωτοκολλητή για σκοπούς ενημέρωσης και λήψης των όποιων μέτρων κριθούν σκόπιμα. (Υπ.) ............... Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Evans v. Bartlam [1937] 2 All ER 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA"
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 437, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Ευάνθη ν. Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 176, Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.