Donella Farquhar Kelly ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8127/2012, 27/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A211 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8127/2012 ΜΕΤΑΞΥ: Donella Farquhar Kelly Ενάγουσα και
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Marfin CLR (Financial Services) Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
- Ανδρέας Βγενόπουλος
- Νεοκλής Λυσάνδρου
- Βασίλειος Θεοχαράκης
- Ευθύμιος Μπουλούτας
- Χρίστος Στυλιανίδης
- Παναγιώτης Κουννής
- Ελευθέριος Χιλιαδάκης
- Πλάτων Ε. ΛΑνίτης
- Στέλιος Στυλιανού
- Κωνσταντίνος Μυλωνάς
- Μάρκος Φόρος
- Soud Ba 'alawy
- PricewaterhouseCoopers Ltd
- Grant Thornton
- Omnium Corporate and Trustees Services Ltd Εναγόμενων ------- Αίτηση για αναστολή εκδίκασης της διαδικασίας 27 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους εναγομένους 8 και 11 - αιτητές: κος Μ. Παναγίδη. Για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Νικολάου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση, αίτηση ημερομηνίας 27.11.2014, οι εναγόμενοι 8 και 11 (στη συνέχεια οι αιτητές) αιτούνται: «
- Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να αναστέλλεται η όλη διαδικασία στην εν τω τίτλω αγωγή σε σχέση με τους εναγόμενος 8 και 11 μέχρι την εκδίκαση της απόφασης στην νομοτύπως ασκηθείσα έφεση αρ. Ε62/14 που στρέφεται εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 19.03.2014 και με την οποία απορρίφθηκε αίτημα των αιτητών να ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί το διάταγμα ημερομηνίας 04.03.2013 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στην Ενάγουσα (α) για έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης περί του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός Δικαιοδοσίας Κύπρου στους Αιτητές (β) για υποκατάστατη επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στους Αιτητές και (γ) για δια υπηρεσίας ταχυμεταφοράς επίδοση της Ειδοποίησης περί του Κλητηρίου Εντάλματος». Η επίδικη αίτηση εδράζεται στις διαταγές Δ.35 κκ 18 και 19 και Δ.48 κκ1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς επίσης στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Στον αντίποδα η ενάγουσα (στη συνέχεια η καθ' ης η αίτηση) αμφισβητά το εύλογο και δίκαιο του αιτήματος. Ισχυρίζεται εν προκειμένω ότι· «
- Η αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα, η οποία δε μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα.
- Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα της Ενάγουσας και να παραβιάζεται το συνταγματικό της δικαίωμα όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος.
- Με τη συνέχιση της διαδικασίας και τη μη παροχή αναστολής, δεν θα προκληθεί οιαδήποτε ανεπανόρθωση ζημιά στους Αιτητές.
- Η αίτηση αποσκοπεί σε καθυστέρηση και εκτροχιασμό της διαδικασίας.
- Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενος διατάγματος.
- Το γεγονός της καταχώρησης έφεσης αναφορικά με απόφαση του Δικαστηρίου για μη παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την αιτούμενη αναστολή της υπόθεσης και/ή των διαδικασιών.
- Δεν συντρέχουν λόγοι υπέρ της έκδοσης του διατάγματος αναστολής, το οποίο αποτελεί δικαιοδοτικό μέτρο εξαιρετικό της διαδικασίας, ασκούμενο με φειδώ». Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης δεν τελεί υπό αμφισβήτηση και ως εκ τούτου παρατίθεται. Ο λόγος διά τον οποίο οι αιτητές ζητούν την αναστολή της διαδικασίας είναι επειδή εφεσίβαλαν άλλη ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου, συγκεκριμένα την απόφαση ημερομηνίας 19.03.
- Η έκδοση τούτης της απόφασης, καθώς ότι έχει εφεσιβληθεί, είναι τα γεγονότα που όπως προανέφερα δεν αμφισβητούνται και συνιστούν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης. Περιπλέον, γεγονός είναι ότι η απόφαση ημερομηνίας 19.03.2014 έχει να κάνει με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και αίτημα που υπέβαλαν οι αιτητές για παραμερισμό τούτης, ως αντιβαίνουσα των διατάξεων του ευρωπαϊκού κανονισμού 1393/
- Για την ιστορία σημειώνεται ότι με την απόφαση ημερομηνίας 19.03.2014 το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των αιτητών. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο οι αιτητές διατείνονται ότι το αντικείμενο της έφεσης είναι καινοφανές. Είναι δε η θέση τους ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν είναι ευθυγραμμισμένη και επιπλέον, ότι έχουν καλές πιθανότητες να κερδίσουν την έφεση. Ως εκ των πιο πάνω, αναφέρουν οι αιτητές, «θα ήταν σπατάλη δικαστικού χρόνου και αχρείαστη ταλαιπωρία όλων των παραγόντων της δίκης να εμπλακούν οι διάδικοι σε ανταλλαγή δικογράφων». Ας δούμε τώρα τις δικανικές αρχές στις οποίες εδράζεται το αίτημα. Βάθρο της αίτησης είναι ο κ.18 της Δ.
- Οι δύο πλευρές δεν διαφωνούν επί των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Άλλωστε, γεγονός είναι ότι ο εν λόγω κανονισμός συνιστά κατάλληλο νομικό βάθρο για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ή διατάγματος που εφεσιβάλλεται, ή διαδικασίας που πηγάζει από απόφαση ή διάταγμα που εφεσιβάλλεται. Ό,τι λαμβάνεται υπόψη είναι η διασφάλιση του τελεσίδικου χαρακτήρα της απόφασης και το δικαίωμα του επιτυγχάνοντα διαδίκου να δρέψει τον καρπό της επιτυχίας του, αφενός, και η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου (βλ. Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1Ε Α.Α.Δ.592, 597, Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ.1147, 1150 και Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Β Α.Α.Δ.591, 594). Στην προκείμενη περίπτωση η διαφωνία των δυο πλευρών φαίνεται να έγκειται στο κατά πόσο τα γεγονότα της παρούσης δικαιολογούν εφαρμογή των διατάξεων του κ.18. Θέση της καθ' ης η αίτηση είναι πως η έφεση κατά της απόφασης ημερομηνίας 19.03.2014 δεν επιτρέπει αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή, καθ' ότι η εφεσιβαλλόμενη απόφαση ουδεμία υποχρέωση επιβάλλει και περαιτέρω, η διαδικασία της αγωγής δεν εκπορεύεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Υπό το φως όσων προαναφέρθηκαν είμαι της γνώμης ότι οι θέσεις της καθ' ης η αίτηση βρίσκουν έρεισμα στην υφιστάμενη επι του θέματος νομολογία. Στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.α. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 692 λέχθηκε ότι∙ «Κάτω από οποιονδήποτε φακό και αν κριθεί, η αίτηση για αναστολή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ. 18 της Δ.35: βλ. Fotiou and Another ν. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708 In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119· και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε stay of proceedings under the decision appealed from .δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση». Σχετική βεβαίως είναι και η υπόθεση In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119,
- Εκεί επεξηγείται η έννοια της φράσης διαδικασία (proceeding) που αναφέρεται στον κ.18 της Δ.
- Το σχετικό απόσπασμα αναφέρει ότι. «(b) Proceedings under the decision. Here, again, we are concerned with proceedings incidental to the decision appealed, such as garnishee proceedings and proceedings under the Fraudulent Transfers Avoidance Law—Cap.
- The proceedings that the applicant wishes us to stay are exclusively connected with the legitimation petition under trial before the District Court. They are neither intended to execute the ruling, excluding the admission of certain evidence, nor are they in any way incidental or dependent upon the ruling of the Court. Rule 18 does not confer power to stay proceedings in general or in connection with any matter other than those explicitly enumerated in the rule here under consideration. Nor is there any justification in principle for giving Ord. 35, r. 18 an interpretation wider than its wording admits, considering the drastic implications of an order staying proceedings and the limitation inherent in any such order to the right of access to the courts safeguarded by Article 30.1 of the Constitution». Διαπιστώνεται λοιπόν ότι διαδικασία που αναστέλλεται δυνάμει του κ.18, δεν μπορεί να είναι άλλη παρά διαδικασία που συναρτάται με υποχρέωση που πηγάζει από την απόφαση που έχει εφεσιβληθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που στην Παπακοκκίνου (πιο πάνω) χαρακτηρίστηκε ως διαδικασία που εκπορεύεται από την εφεσιβληθείσα απόφαση. Επιπλέον ο λόγος της υπόθεσης Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεως) Λτδ v. Λύρα κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ.1384,1386 αποκρυσταλλώνει ποια διαδικασία εκλαμβάνεται ως διαδικασία που προέρχεται από την απόφαση που εφεσιβάλλεται. Λέχθηκε εκεί ότι∙ "Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another ν. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708 In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119· (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524.) Η Δ.35, θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ.
- Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35, θ. 18." Ανάλογα ισχύουν και στη δοσμένη περίπτωση. Η απόφαση του δικαστηρίου να μην εγκρίνει την αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης δεν δημιούργησε υποχρέωση στους αιτητές. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι στη δοσμένη περίπτωση η εξέλιξη της αγωγής δεν βρίσκει την αφετηρία της στην απόφαση που εφεσιβλήθηκε. Ακριβώς αντίθετο είναι το καθεστώς. Στην προκείμενη περίπτωση η αγωγή είναι η ζωοποιός της αίτησης για επίδοση και συνακόλουθα της απόφασης ημερομηνίας 19.03.
- Αυτό καθίσταται σαφές αν αναλογιστεί κανείς ότι η εξέλιξη της αγωγής δεν εξαρτάται από την αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης ή την απόφαση ημερομηνίας 19.03.
- Δεν μπορώ να μην τονίσω εδώ πως το επίδικο αίτημα δεν έχει χαρακτήρα απαγόρευσης (prohibition). Συνεπώς, η επιλογή των αιτητών να προωθήσουν τούτη τη διαδικασία δεν σημαίνει ότι δικαιολογεί και τη θέση τους περί ενδεχόμενο εκτροχιασμού της διαδικασίας στην αγωγή, όπως ούτε ότι επιτρέπει παρέκκλιση από τις αρχές της νομολογίας. Αξίζει να υποδειχθεί πως η υπόθεση Λύρα (πιο πάνω) αφορούσε απόρριψη αιτήματος προς επίκληση τριτοδιαδίκου, ενώ η υπόθεση Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524, απόρριψη αιτήματος για αναστολή διαδικασίας σε αίτηση παρακοής. Και στις δυο αυτές υποθέσεις το δικαστήριο έκρινε πως η εξέλιξη της αγωγής δεν εξαρτάτο από την ενδιάμεση απόφαση. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι τα γεγονότα της παρούσης βρίσκονται έξω από το θεσμικό πλαίσιο που προβλέπει ο κ.18 της Δ.
- Συνακόλουθα το αίτημα των αιτητών δεν δικαιολογείται με βάση τον κ.
- Ότι απομένει να εξεταστεί είναι η εισήγηση των αιτητών ότι η σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου δικαιολογεί το αίτημα. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws England, 4η έκδοση, τόμος 37, αναφέρεται το σύνολο των περιπτώσεων που η σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου επιτρέπει αναστολή της διαδικασίας. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως. «
- Stay under inherent jurisdiction; in general. The inherent jurisdiction of the court to stay proceedings is preserved by the Supreme Court Act
- This jurisdiction is, of course, discretionary, since it is exercisable where the court thinks fit to do so, and the court may impose terms. The court's general jurisdiction to stay proceedings in proper cases is not limited by the Civil Procedure Rules, and indeed is distinct from the jurisdiction conferred by the rules, since the two sources of the court's power continue to exist side by side and may be invoked cumulatively or alternatively. The stay of proceedings is a serious, grave and fundamental interruption in the right that a party has to conduct his litigation towards the trial on the basis of the substantive merits of this case, and therefore the court's general practice is that a stay of proceedings should not be imposed unless the proceedings beyond all reasonable doubt ought not to be allowed to continue. Under its inherent jurisdiction the court has power to order the stay of proceedings or further proceedings in a variety of circumstances. These include power to stay proceedings:
(1)where there has been an abuse of the process of the court;
(2)by striking out a notice of appeal where is plainly not competent;
(3)unless and until the claimant in a claim for damages for personal injuries submits himself to a medical examination of a reasonable character which is reasonably required;
(4)unless and until the claimant gives security for costs as ordered;
(5)where the costs of a previous claim or previous proceedings have not been paid;
(6)where the proceedings are instituted or continued without lawful authority by the claimant;
(7)upon an agreement to refer the matter to a foreign court or tribunal;
(8)where the parties have concluded an agreement for the compromise or settlement of a pending claim;
(9)where a claim is begun by a minor or mental patient without a litigation friend;
(10)where there are cross-claims between the same parties. The court has an inherent jurisdiction to adjourn proceedings for a stated time, but not generally or for an unreasonably long time». Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι ούτε η σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου επιτρέπει έγκριση του αιτήματος. Τα γεγονότα της παρούσης δεν εμπίπτουν σε οιανδήποτε από τις 10 περιπτώσεις που αριθμούνται πιο πάνω. Ούτε βεβαίως οι αιτητές υποστήριξαν το αίτημά τους με παραπομπή σε νομολογία. Επικουρικά και μόνο επικαλέστηκαν τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου. Εντούτοις, η σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου δεν διέπει αίτημα ως το υπό κρίση. Από την άλλη, όπως έχει λεχθεί, τέτοια εξουσία, σύμφυτη, δεν διευρύνει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου όπως ούτε τις εξουσίες τούτου (Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία
(1997)1Β Α.Α.Δ. 724). Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι ούτε η σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου δικαιολογεί έγκριση του επίδικου αιτήματος. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση. Υπ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο