← Κύπρος

Richard - Davies Sinclair Clarke ν. Alpha Bank Cyprus Limited κ.α., Αρ. Αγωγής : 5472/12, 15/5/2015

Richard - Davies Sinclair Clarke ν. Alpha Bank Cyprus Limited κ.α., Αρ. Αγωγής : 5472/12, 15/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A196 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 5472/12 Μεταξύ :- Richard - Davies Sinclair Clarke, εξ Ιταλίας Ενάγοντος Και

  1. Alpha Bank Cyprus Limited, εκ Λευκωσίας
  2. Γεώργιος Κούμας, εκ Λάρνακος
  3. Παναγιώτης (Πανίκος) Μυλωνάς, εκ Λάρνακος Εναγομένων Αίτηση για διαγραφή παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως ημερ.16.9.14 Ημερ.15.5.15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον εναγόμενο 2 - Αιτητή : κα Θ. Θωμά για Κενδέας Α. Σέργη Δ.Ε.Π.Ε, και C.D. Messios L.L.C. Για τον ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Κατσουρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 10.6.14 εκδόθηκε διάταγμα του δικαστηρίου δια του οποίου διέταξε να δοθούν λεπτομέρειες της εκθέσεως απαιτήσεως εκ μέρους των εναγόντων. Η παράθεση του σχετικού διατάγματος έχει καθοριστική σημασία και συνεπώς κρίνεται πως θα πρέπει να παρατεθεί χάριν καλύτερης παρακολούθησης του εξεταζομένου θέματος. « ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εντός 45 ημερών από σήμερα δοθούν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ως λεπτομερέστερα περιγράφονται στον επισυνημμένο πίνακα Α. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως η αγωγή εναντίον του εναγομένου 2 ανασταλεί και δη δια του παρόντος αναστέλλεται μέχρι να δοθούν οι ζητούμενες λεπτομέρειες και να απορρίπτονται και/ή διαγράφονται οι παράγραφοι 13 και 16Ε της εκθέσεως απαιτήσεως και η παράγραφος 16 υποπαράγραφος Α που ακολουθεί την υποπαράγραφο 16Ζ της εκθέσεως απαιτήσεως του αιτητικού, εκτός εάν δοθούν οι αιτούμενες λεπτομέρειες εντός 45 ημερών από σήμερα». Στον πίνακα Α επιζητούνται τα κάτωθι: Α. Παράγραφος 13 της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Να δοθούν λεπτομέρειες για το ποια ακριβώς κατ' ισχυρισμό ζημιά υπέστη ο ενάγοντας. Παράγραφος 16 Ε της εκθέσεως απαιτήσεως. Να δοθούν λεπτομέρειες των κατ΄ ισχυρισμών ζητούμενων αποζημιώσεων από τον ενάγοντα Παράγραφος 16 υποπαράγραφος Α που ακολουθεί την υποπαράγραφο 16Ζ της εκθέσεως απαιτήσεως. Να δοθούν λεπτομέρειες των κατ΄ ισχυρισμών ζητούμενων αποζημιώσεων από τον ενάγοντα Οι ενάγοντες την 8.7.14 και εντός της ταχθείσης προθεσμίας κατέθεσαν έγγραφο τιτλοφορούμενο Περισσότερες λεπτομέρειες σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.10.6.14, ως ακολούθως: Αναφορικά με την παράγραφο 13: Τα ποσά των χρημάτων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της κατ' ισχυρισμό σύμβασης μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων
  4. Παράγραφος 16 Ε: Το ίδιο με τα αναφερόμενα σε σχέση με την παράγραφο 13 της εκθέσεως απαιτήσεως πλέον οιαδήποτε ποσά χρημάτων όπως π.χ. δικηγορικά έξοδα και τυχόν αποζημιώσεις προς τον πωλητή του ακινήτου το οποίο προτίθετο να αγοράσει ο ενάγων. Παράγραφος 16 υποπαράγραφος Α που ακολουθεί την υποπαράγραφο 16Ζ της εκθέσεως απαιτήσεως: Το ίδιο με τα αναφερόμενα σε σχέση με τας παραγράφους 13 και 16 Ε της εκθέσεως απαιτήσεως. Ο εναγόμενος 2 θεωρεί ότι οι ρηθείσες λεπτομέρειες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συμμόρφωση με το διάταγμα του δικαστηρίου, γιατί πρόκειται περί γενικού και αόριστου περιεχομένου και δεν καθορίζονται με σαφήνεια οι λεπτομέρειες που όφειλε να δώσει ως το σχετικό διάταγμα. Δια της κρινόμενης αιτήσεως επιδιώκει την διαγραφή των πιο πάνω παραγράφων επιζητώντας ουσιαστικά την ενεργοποίηση του ρηθέντος διατάγματος. Ο ενάγων, ενιστάμενος επί της αιτήσεως υποστηρίζει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία και δεν δικαιολογείται η διαγραφή των παραγράφων της έκθεσης απαιτήσεως. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται από αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις Προστίθεται ότι στην υποστηρίζουσα την ένσταση ένορκη δήλωση είναι η θέση του ενάγοντα ότι συμμορφώθηκε εμπρόθεσμα με το διάταγμα του δικαστηρίου και συνεπώς δεν νομιμοποιείται η διαγραφή των ρηθέντων παραγράφων. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση δια των γραπτών αγορεύσεων των δυο πλευρών. Εκάστη πλευρά με αναφορά σε νομολογία προωθεί αντιστοίχως την θέση της. Η πλευρά των αιτητών αναφέρεται στην νομική εμβέλεια της παροχής λεπτομερειών και με αναφορά στην υπόθεση Αχιλλέας κ.ά ν. Ασπίς Πρόνοια Ασφαλιστική Εταιρεία

(2003)1 Α.Α.Δ. 233 προβάλλει την θέση ότι το ζητούμενο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η επάρκεια των λεπτομερειών και στην παρούσα υπόθεση ο ενάγων με τις λεπτομέρειες που παρέθεσε ουδόλως ικανοποιεί τον νόμο και την νομολογία, αλλά προβαίνει σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Ο ενάγων από την πλευρά του θεωρεί ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα του δικαστηρίου και ότι η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και μόνο όπου κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο διαγράφεται. Προστίθεται ότι το δικαστήριο έχει μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά στην συνέχεια. Είναι σαφές εκ των όσων έχουν παρατεθεί ότι κριτήριο για την εξέταση του εγειρομένου θέματος είναι αυτό τούτο το διάταγμα του δικαστηρίου. Ανάγνωση του διατάγματος αποκαλύπτει ότι περιέχει τρία στοιχεία. Πρώτο, να δοθούν λεπτομέρειες ως ο επισυνημμένος πίνακας Α, δεύτερο η αγωγή εναντίον του εναγομένου 2 αναστέλλεται μέχρι να δοθούν οι λεπτομέρειες και τρίτο, οι σχετικές παραγράφοι απορρίπτονται και διαγράφονται εκτός αν δοθούν οι λεπτομέρειες εντός 45 ημερών από της εκδόσεως του διατάγματος. Στο σύγγραμμα Precedents of Pleadings, Bullen and Leake and Jacob's, 1975, σελ. 116 αναφέρεται ότι: « . but on a failure to comply with the order the court may order that if proper particulars are not served within a specified time the action shall stand dismissed ...or that the allegation of which particulars were ordered should be struck out from the pleading». Στο σύγγραμμα Disclosure, των Paul Matthews, Hodge M. Falek, σελ.482-486 υποδεικνύεται καθόσον αφορά την διαγραφή της εκθέσεως απαιτήσεως ότι: « .. is one of the most powerful weapons in the court's management armoury and should not be deployed unless its consequences can be justified. Such order is appropriate where the party is substantially in default of his disclosure obligations. An immediate order striking out the statement of case of the defaulting party will only be exercised in the most exceptional circumstances such as where it is clear that the defaulting party has no intention of complying with his obligation ..................» Ως τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις αναφέρονται εκεί όπου υπάρχει εσκεμμένη (deliberate) και συνεχής (continuing) άρνηση παροχής λεπτομερειών, ή εξ αυτού του λόγου καθίσταται αδύνατη η δίκαιη δίκη. Συνάγεται όμως πως δεν είναι αυτό το υπό κρίσιν θέμα, αφού ο ενάγων συμμορφώθηκε εντός της τασσόμενης προθεσμίας, αλλά εκείνο που εγείρεται είναι η επάρκεια των παρασχεθεισών λεπτομερειών. Και πάλι στο πιο πάνω σύγγραμμα (σελ.486) υπό τον γενικότερο τίτλο Striking out, επεξηγείται ότι: «Often, there may be a dispute between the parties as to whether or not there has been compliance with the "unless" order. Thus, where it appears that a party has endeavoured to comply with the order and believes on reasonable grounds that he has complied with the order, then the court may be willing to relived that party from the consequences of a failure to comply or, indeed to hold that it had not proven that the "unless" order has not been complied with. Where there has been complete or clear non-compliance with an "unless" order it will follow that the statement of case of the defaulting party is struck out without more .» Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει αναφορά στην απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου, αφού είναι επί συγκεκριμένων παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως που διετάχθη ο ενάγων να παράσχει λεπτομέρειες. Ο ενάγων με την αγωγή του στην παράγραφο 16 Α και Β απαιτεί εναντίον των εναγομένων την ακύρωση του πληρεξουσίου εγγράφου με το οποίο φέρεται να διόρισε τον εναγόμενο 2 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του καθότι τούτο υπεγράφη και συντάχθηκε υπό του ενάγοντος υπό συνθήκες αντίθετες με τις πρόνοιες της νομοθεσίας και κατ' επέκταση οποιαδήποτε συναλλαγή έλαβε χώρα που αφορά τον ενάγοντα και αποκόμισε υποχρεώσεις προς τους εναγομένους 1 και στην οποία χρησιμοποιήθηκε το ρηθέν πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρη. Εξάγεται εκ των λεπτομερειών της εκθέσεως απαιτήσεως ότι ο εναγόμενος 2 ήταν ο δικηγόρος του ενάγοντα και στις 26.11.07 ο ενάγων φέρεται να υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο εξουσιοδοτώντας τον δικηγόρο του, εναγόμενο 2, να διενεργήσει διάφορες ενέργειες εκ μέρους του. Το έγγραφο φέρεται να έχει πιστοποιηθεί από τον εναγόμενο 3 και ο εναγόμενος 2 ενεργώντας με βάση το επίδικο πληρεξούσιο συνήψε συμφωνία δανείου με τους εναγόμενους 1. Η συμφωνία δανείου σχετίζετο με αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ του ενάγοντα και κάποιας εταιρείας αναφορικά με την αγορά ενός ακινήτου υπό του ενάγοντος. Αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους σύμφωνα με τον ενάγοντα το πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρο και στα πλαίσια αυτά καταγράφεται στην παράγραφο 13 ότι « ο ενάγων υπέστη ζημιά για της χρήσεως του πληρεξουσίου εγγράφου και ευρίσκεται φαινομενικά υπόλογος προς τους εναγομένους 1 για την πληρωμή διαφόρων ποσών. Στο αιτητικό της παραγράφου 16 Ε επιγραμματικά και μονολεκτικά απαιτεί Αποζημιώσεις και στην υποπαράγραφο 16 Α εναντίον των εναγομένων 1 και 2 απαιτεί αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστη. Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι το επίδικο θέμα της αγωγής δεν είναι αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων αλλά η ακύρωση του πληρεξουσίου εγγράφου και μόνο παρεμφερώς γίνεται αναφορά και αυτή μονολεκτική σε αποζημιώσεις χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξειδίκευση ή λεπτομέρειες ή περιεκτική δικογράφιση των ζημιών του ενάγοντος (Ismail v. Αντωνίου κ.ά Πολ. Έφεση 333/09 ημερ.12.2.14). Οι αιτηθείσες και διαταχθείσες λεπτομέρειες αγγίζουν αυτή την πτυχή και οι παρασχεθείσες λεπτομέρειες αναφέρονται στην συμφωνία δανείου που υπέγραψε ο εναγόμενος 2 ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του ενάγοντα και των εναγομένων 1. Όπως εξηγείται και στο σύγγραμμα των Bullen and Leake, ανωτέρω, σελ.116, στην περίπτωση που οι παρασχεθείσες λεπτομέρειες είναι ανεπαρκείς, το διάδικο μέρος, εδώ ο ενάγων, αποκλείεται (precluded) από το να δώσει μαρτυρία προς υποστήριξη τέτοιων ισχυρισμών, αφού ακριβώς η παρούσα περίπτωση διαφέρει από εκείνη που ο ένας διάδικος δεν ζητά λεπτομέρειες επί γενικών ισχυρισμών και ο αντίδικος του μπορεί να παρουσιάσει μαρτυρία επί των ισχυρισμών που δεν ζητήθηκαν λεπτομέρειες (Συμεών ν. Γεωργίου ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Α Λαπιέρη
(2011)1 Α.Α.Δ.1137). Η Αγγλική νομολογία η οποία έχει παρατεθεί επί του θέματος της παράβασης των διαταγμάτων του τύπου και της μορφής «unless order», όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, στηρίζεται στους νέους Αγγλικούς Θεσμούς και στον εν γένει τρόπο διαχείρισης των υποθέσεων (case management) υπό του δικαστηρίου. Τέτοιου τύπου διατάγματα δεν περιορίζονται μόνο σε διατάγματα αποκάλυψης, ή παροχής λεπτομερειών αλλά επεκτείνονται επί όλων των διαταγμάτων που εκδίδονται από το δικαστήριο, περιλαμβανομένων και δικογράφων και παρέχουν το υπόβαθρο για ένα ενιαίο και κοινό τρόπο αντιμετώπισης. Εκείνο που ενέχει η σημασία για τους σκοπούς της παρούσης διαδικασίας είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται από τα δικαστήρια οι παραβάσεις τέτοιων διαταγμάτων. Έτσι για παράδειγμα στην υπόθεση Hytec v. Coventry City Council [1977] 1 W.L.R υπεδείχθη ότι: «. that the essential notion in play is whether a party's failure to comply with an order is without fault or is inexcusable, the latter in the sense of being without a reasonable excuse». Στην υπόθεση Dinsdale Moorland Services Ltd v. Gareth Mark Evans and ors [2014] EWHC 2 (Ch) με αναφορά στο πιο πιο πάνω απόσπασμα υπεδείχθη ότι: «In my judgment, there is no need to confine the test to that of an intentional disregard of a court's peremptory order, whether or not it is characterised as flouting, contumelious, contumacious, perverse, obstinate or otherwise. Such intent may be the most usual circumstance giving rise to the exercise of this jurisdiction. But failure to comply with one or a number of orders through negligence, incompetence or sheer indolence could equally qualify for its exercise. It all depends on the individual circumstances and the existence and degree of fault found by the court after hearing representations to the contrary by the party whose pleading it is sought to strike out». Η υπόθεση αφορούσε την καταχώριση καταλόγου εγγράφων και υπεδείχθη ότι: «There was nothing unclear about the order in this case, in that it required service of a list of documents. But a list was served so, prima facie , the order was complied with. Interestingly there is no reported case of an action being struck out as a result of a list being incomplete. But there is in the much litigated field of Further and Better Particulars where, in Reiss v Woolf [1952] 2 QB 557, at pages 559-560, the Court of Appeal approved a passage from the judgment of Devlin J who said: "So construed, 'default' refers to default in the delivery of a document within the specified time. I do not, of course, mean that any document with writing on it will do. It must be a document made in good faith and which can fairly be entitled 'particulars'. It must not be illusory; . That is the test, in my judgment, and not as the plaintiff contends, whether each demand for particulars has been substantially met."» Στην υπόθεση Mascan Shipping (London) Ltd v. Kefalas and other [2007] 1 W.L.R. 1864 το θέμα τέθηκε ως εξής: «I think that Mr. Henderson is entitled to say that in that case the court did proceed on the basis that following a failure to comply with an "unless" order striking out the claim it was for the judge to consider afresh whether to order that the claim should indeed be struck out and that such an order could properly be made only if the breach was "gross", or at any rate sufficiently serious to justify such consequences.» Στην Mascan ανωτέρω και εν σχέση με την ενάσκηση των εξουσιών του δικαστηρίου κάτω από τέτοιου είδους διατάγματα, επεξηγείται ότι: « is that it is concerned with the court's powers of management generally. The court's power .......... to impose sanctions for the failure to comply with an order is but one of a wide range of powers designed to ensure that proceedings are conducted efficiently, not only in the interests of the parties themselves, but also in the wider interests of the administration of justice and the furtherance of the overriding objective» Ως προς τον γενικότερο τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων περιπτώσεων χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Samuels v. Linzi Dresses Ltd
(1980)1 All.E.R 803. Το δικαστήριο είναι της άποψης ότι και με τους υφιστάμενους εν ισχύει Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας πλείστα Διατάγματα των Δικαστηρίων λαμβάνουν ή έχουν την μορφή και τον τύπο των αντίστοιχων διαταγμάτων των «Unless order», τέτοια ακριβώς περίπτωση είναι και η κρινόμενη, και για αυτούς τους λόγους το δικαστήριο δεν βρίσκει κανένα λόγο γιατί να μην τυγχάνουν εφαρμογής οι πιο πάνω γενικές αρχές κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και στα πλαίσια των σύμφυτων εξουσιών του, που ως περιγράφονται στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου) 1997
(1)Α.Α.Δ. 724, είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της Δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω και επανερχόμενο το δικαστήριο στο Διάταγμα, είναι της άποψης ότι εκείνο που επιτακτικά τίθεται είναι ο χρονικός προσδιορισμός εντός του οποίου θα πρέπει να παρασχεθούν οι λεπτομέρειες με την φράση, «Εκτός εάν δοθούν .. εντός 45 ημερών από σήμερα», που αποτελεί το αντίστοιχο της φράσης «unless order» στην οποία έχει ήδη γίνει αναφορά. Και ο ενάγων έχει συμμορφωθεί εντός της ταχθείσης προθεσμίας. Αλλά και διαφορετική να είναι η προσέγγιση, είναι η κρίση του δικαστηρίου έχοντας υπόψη τις παρασχεθείσες λεπτομέρειες υπό του ενάγοντος καθώς όσα προκύπτουν εκ της νομολογίας που έχει παρατεθεί, ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε ουσιωδώς να παράσχει λεπτομέρειες (substantially in default) ως η σχετική διαταγή του δικαστηρίου, ούτε και υπάρχει σοβαρή αποτυχία του να συμμορφωθεί (serious failure to comply) με το διάταγμα. Ούτε και προφανώς υπάρχει πλήρης και ξεκάθαρη αποτυχία του να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Εν κατακλείδι και στην βάση του γεγονότος ότι οι λεπτομέρειες δόθηκαν εντός της ταχθείσης υπό του δικαστηρίου προθεσμίας και υπό το σύνολο των περιστάσεων ως αυτές έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί ανωτέρω είναι η κατάληξη του δικαστηρίου ότι ο ενάγων έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα του δικαστηρίου. Εγείρεται τέλος από την πλευρά των αιτητών ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση έγινε από δικηγόρο και συνεπώς δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Αντί άλλης αναφοράς παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την υπόθεση Rybolovlev κ.ά v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. ........ Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Yπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». Σχετική ακόμα είναι και η υπόθεση, Αναφορικά με την Reefer Carrier Ltd , Πολιτική Αίτηση Αρ.168/2013 ημερ.5.12.13. Ο ενάγων σύμφωνα με τον τίτλο της αγωγής είναι αλλοδαπός κάτοικος Ιταλίας. Από την άλλη ο δικηγόρος που ορκίζεται εκ μέρους του, εργάζεται μεν στο δικηγορικό γραφείο που ενεργεί εκ μέρους του ενάγοντα πλην όμως ως εξάγεται εκ του φακέλου της υπόθεσης ουδέποτε εμφανίστηκε εκ μέρους του ενώπιον του δικαστηρίου εν σχέση με την παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην βάση των πιο πάνω κρίνεται πως το εγερθέν θέμα δεν έχει έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί η αίτηση δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος του εναγομένου 2 αιτητή. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.