← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Χριστόφορου Χατζηχαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 8215/2007, 29/5/2015

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Χριστόφορου Χατζηχαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 8215/2007, 29/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A217 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 8215/2007 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόντων -και- Χριστόφορου Χατζηχαραλάμπους Εναγομένου -------------------------------- 29 Μαΐου,

  1. Εμφανίσεις Για τους ενάγοντες: κος Λ. Πασχαλίδης. Για τον εναγόμενο: κος Μ. Κιτρομηλίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην προκείμενη περίπτωση η αξίωση των εναγόντων εδράζεται σε υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού που οφείλεται, σύμφωνα με τους ενάγοντες, σε συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στο πλαίσιο του σχεδίου Εθνοεπενδυτής. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τα πράγματα σημαντικό μέρος της μαρτυρίας που προσκομίστηκε δεν αμφισβητείται και ως εκ τούτου παρατίθεται πρώτο, εφόσον με αυτό τον τρόπο θα αναδειχθούν και τα επίδικα θέματα. Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι η ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός (στη συνέχεια η τράπεζα) και ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο παρείχε το σχέδιο Εθνοεπενδυτής (στη συνέχεια το σχέδιο). Για την ώρα δεν υπεισέρχομαι στις λεπτομέρειες του σχεδίου, για καλύτερη όμως αντίληψη όσων ακολουθούν επισημαίνω ότι τούτο, δηλαδή το σχέδιο, προσφερόταν σε πελάτες της τράπεζας που επιθυμούσαν να επενδύσουν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στη συνέχεια το Χ.Α.Κ.). Σκοπός του σχεδίου ήταν η παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων για αγορά μετοχών. Περισσότερα για τους όρους του σχεδίου παρατίθενται πιο κάτω. Είναι δε παραδεχτό γεγονός ότι την 14.01.1999 ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο. Η σχετική αίτηση είναι το τεκμήριο
  2. Η αίτηση του εναγομένου εγκρίθηκε από την τράπεζα την 04.02.
  3. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος εγκρίθηκε πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.20.000,
  4. Το έντυπο με το οποίο εγκρίθηκε η αίτηση του εναγομένου είναι το τεκμήριο 2 και φέρει ημερομηνία 04.02.
  5. Αποτελεί δε παραδεχτό γεγονός ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το τεκμήριο 2 αυθημερόν, δηλαδή την 04.02.1999, και αυτό παρ' ότι παρείχετο ευχέρεια υπογραφής τούτου εντός 15 ημερών (βλ. 2η παράγραφο εκθέσεως απαιτήσεως και παραδοχή τούτης με 2η παράγραφο υπεράσπισης). Πέραν του τεκμηρίου 2 την 04.02.1999 ο εναγόμενος υπέγραψε ακόμα τρία έγγραφα. Τούτα είναι τα τεκμήρια 3, 4 και 5Α και Β. Το τεκμήριο 3 είναι πληρεξούσιο έγγραφο. Με αυτό ο εναγόμενος πληροφορούσε την τράπεζα ότι καθιστούσε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του το χρηματιστηριακό γραφείο Severis & Athienitis Securities (στη συνέχεια το χρηματιστηριακό γραφείο), ώστε, μεταξύ άλλων, να πωλεί, μεταβιβάζει και αποδέχεται μεταβίβαση αξιών εισηγμένων στο Χ.Α.Κ. Το τεκμήριο 5Α είναι έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών και άλλων αξιών που παραχώρησε ο εναγόμενος στην τράπεζα. Αυτό γιατί όπως είχε συμφωνηθεί οι πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παρέχονταν θα εξασφαλίζονταν με δέσμευση των μετοχών που θα αγοράζονταν. Δηλαδή κάθε ποσό που ο εναγόμενος λάμβανε από το λογαριασμό χρησιμοποιείτο για αγορά αξιών και ακολούθως οι αξίες αυτές ενεχυριάζονταν προς όφελος της τράπεζας, ως εξασφάλιση του οφειλόμενου ποσού. Ανάλογο είναι και το τεκμήριο 5Β μόνο που αφορά μετοχές που κατείχε ο εναγόμενος την 04.02.1999, δηλαδή το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας, και τις οποίες συμφώνησε να τις ενεχυριάσει προς όφελος της τράπεζας. Είναι τούτες 8.073 μετοχές της εταιρείας I. G. Kasoulides & Sons Ltd, οι οποίες ενεχυριάστηκαν από την τράπεζα την 04.02.1999 συνεπεία της έγκρισης του εναγομένου για συμμετοχή στο σχέδιο. Τέλος, το τεκμήριο 4, που επίσης υπογράφηκε την 04.02.1999, αποτελεί τροποποίηση του όρου 7 της συμφωνίας, όρος που εντοπίζεται στην αίτηση που υπέβαλε ο εναγόμενος, δηλαδή το τεκμήριο
  6. Σημειώνεται εδώ ότι σε κατοπινό στάδιο ο εναγόμενος αντικατέστησε τους χρηματιστές Severis & Athienitis Securities Ltd με το χρηματιστηριακό γραφείο Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ. Για να γίνει τούτο ο εναγόμενος απέστειλε στην τράπεζα επιστολή, είναι τούτη ημερομηνίας 30.01.2001 (τεκμήριο 6), και ακολούθως υπέγραψε νέο πληρεξούσιο έγγραφο, δηλαδή το τεκμήριο
  7. Επιπλέον, την 05.08.2002 ο εναγόμενος χορήγησε την τράπεζα με πληρεξούσιο, είναι τούτο το τεκμήριο
  8. Ο λόγος δια αυτό το πληρεξούσιο ήταν η δημιουργία κεντρικού μητρώου/αποθετηρίου στο Χ.Α.Κ. και σκοπός τούτου ήταν η ευχέρεια λειτουργίας του σχεδίου όπως και προηγουμένως, δηλαδή άμα την πώληση αξιών του σχεδίου να δικαιούται η τράπεζα να αποδεσμεύσει τούτες. Επανερχόμενος στο χρόνο υπογραφής της συμφωνίας παρατηρώ ότι άμα τη συνομολόγηση της συμφωνίας 04.02.1999, δηλαδή το τεκμήριο 2, η τράπεζα άνοιξε επ' ονόματι του εναγομένου τραπεζικό λογαριασμό. Ο λογαριασμός που ανοίχθηκε αρχικά έφερε τον αριθμό 339916-08, στη συνέχεια όμως έλαβε νέο αριθμό, δηλαδή τον αριθμό 529/339916-
  9. Τούτος είναι ο αριθμός λογαριασμού που αφορά η αγωγή και κάθε επόμενη αναφορά σε λογαριασμό αυτόν είναι που εννοεί. Παρεμβάλλω εντούτοις ότι όταν σε μεταγενέστερο χρόνο η τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία, προχώρησε και έκλεισε τον προαναφερθέν λογαριασμό. Τούτο έγινε την 12.07.
  10. Κατ' εκείνο το χρόνο o λογαριασμός δείκνυε υπόλοιπο Λ.Κ.27.937,
  11. Με αυτή την αναφορά ας μην εκληφθεί ότι αποδέχομαι οτιδήποτε άλλο πλην του ότι τη δεδομένη στιγμή αυτό είναι που δείκνυε ο λογαριασμός. Η ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού, και δη κατά πόσο ορθά δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο, εξετάζεται πιο κάτω. Σημειώνεται όμως ότι με το κλείσιμο του λογαριασμού το εκεί αναφερόμενο υπόλοιπο μεταφέρθηκε σε νέο λογαριασμό στις καθυστερήσεις, ο οποίος, λογαριασμός, έλαβε τον αριθμό 529/399614-
  12. Στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, συγκεκριμένα τη δικάσιμο ημερομηνίας 30.10.2013, δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός ότι το επιτόκιο του λογαριασμού αυξομειώθηκε σε διάφορες ημερομηνίες και ότι η τράπεζα προέβη σε σχετικές ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο. Η σχετική δήλωση συναρτήθηκε με την παράγραφο 21 του τεκμηρίου Α, δηλαδή της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος της τράπεζας, και ως εκ τούτου κρίνω ορθό να παραθέσω αυτούσιο το επίμαχο απόσπασμα. Αναφέρεται εκεί ότι: «.Ανακοίνωση που δόθηκε από την ενάγουσα σε όλες τις ημερήσιες εφημερίδες ημερ.1/1/01 ως τεκμήριο 9 στην οποία φαίνεται ότι το βασικό έγινε 7% και η ενάγουσα χρέωνε 9%. Ανακοίνωση στις εφημερίδες «Δειλινή» και «Αλήθεια» ημερ.15/8/01 και 16/8/01 αντίστοιχα στις οποίες φαίνεται ότι το βασικό έγινε 6.5% οι οποίες επισυνάπτονται ως τεκμήρια 10

(1)και 10
(2). Ανακοίνωση στην εφημερίδα «Αλήθεια» ημερ.22/9/01 ως τεκμήριο
  1. Ανακοίνωση στην εφημερίδα «Αλήθεια» ημερ.10/11/01 ως τεκμήριο
  2. Ανακοίνωση στην εφημερίδα «Αλήθεια» ημερ.19/12/2002 ως τεκμήριο
  3. Ανακοίνωση στην εφημερίδα «Πολίτης» ημερ.9/4/2003 ως τεκμήριο
  4. Ανακοίνωση στην εφημερίδα «Πολίτης» ημερ.5/5/2004 ως τεκμήριο
  5. Ανακοίνωση στην εφημερίδα «Σημερινή» ημερ.4/3/05 ως τεκμήριο
  6. Ανακοίνωση στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» ημερ.25/5/05 ως τεκμήριο
  7. Ανακοίνωση στην εφημερίδα «Σημερινή» ημερ.11/6/05 ως τεκμήριο18..». Επισημαίνω ότι εφόσον τα πιο πάνω δηλώθηκαν ως παραδεχτό γεγονός οι σχετικές εφημερίδες δεν κατατέθηκαν ως τεκμήρια και συνεπώς η αρίθμηση που χρησιμοποιήθηκε στο προαναφερθέν απόσπασμα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ούτε το ύψος του χρεωστικού επιτοκίου αμφισβητήθηκε. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι τούτο είναι όπως αναφέρθηκε από τη μάρτυρα της τράπεζας, δηλαδή με την έναρξη του σχεδίου ήταν 8.5% επί του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου και ακολούθως μεταβλήθηκε σε 9% από 01.01.2001 μέχρι 12.08.2001, 8,5% από 13.08.2001 μέχρι 19.09.2001, 8% από 20.09.2001 μέχρι 04.11.2001, 7,5% από 05.11.2001 μέχρι 15.12.2002, 7% από 16.12.2002 μέχρι 06.04.2003, 6,5% από 07.04.2003 μέχρι 02.05.2004, 7,5% από 03.05.2004 μέχρι 27.02.2005, 7,25% από 28.02.2005 μέχρι 23.05.2005, 6,75% από 24.05.2005 μέχρι 09.06.2005 και 6,25% από 10.06.2005 μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας, δηλαδή 12.07.
  8. Περαιτέρω, αποτελεί κοινό τόπο ότι σε κάποιο χρονικό σημείο ο λογαριασμός του εναγομένου είχε κέρδη. Κατ' εκείνο το χρόνο, συγκεκριμένα την 05.11.1999, ο εναγόμενος αποτάθηκε στην τράπεζα με επιστολή και ζήτησε να εξαργυρώσει ποσό ύψους Λ.Κ.98.000,
  9. Η σχετική επιστολή του εναγομένου είναι το τεκμήριο
  10. Η δε τράπεζα συγκατένευσε στο αίτημα, εξ ου και έκδωσε σχετική επιταγή. Το τεκμήριο 12 είναι αντίγραφο της επιταγής που εκδόθηκε επ' ονόματι του εναγομένου. Αναφέρθηκε ήδη ότι η σχέση των διαδίκων δεν έμελλε να κρατήσει. Την 12.07.2006 η τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία στέλνοντας επιστολή στον εναγόμενο (τεκμήριο 9) και έκλεισε το σχετικό λογαριασμό. Προτού όμως πράξει τούτο, και συγκεκριμένα μεταξύ 09.05.2006 και 11.05.2006, πώλησε το σύνολο των μετοχών που τη δεδομένη στιγμή κατείχε ο εναγόμενος και ήταν ενεχυριασμένες προς όφελος της τράπεζας. Το δε ποσό που εισπράχθηκε πιστώθηκε στο λογαριασμό του εναγομένου. Τέλος, αναμφισβήτητο είναι ότι όταν στη συνέχεια η τράπεζα καταχώρισε την επίδικη αγωγή, ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή, το τεκμήριο 17Α, με την οποία δήλωνε τα ακόλουθα: «Σε συνέχεια προσωπικής συνάντησης μου με την Κα Τούλια Θεμιστοκλέους και επειδή σκοπός μου είναι να διευθετήσω τις οικονομικές μου εκκρεμότητες με τον Εθνοεπενδυτή, παρακαλώ να ανασταλούν τα δικαστικά μέτρα που έχουν κινηθεί εναντίον μου για ένα μήνα. Αντιλαμβάνομαι ότι, αν σε ένα μήνα δεν διευθετηθούν οι οικονομικές μου εκκρεμότητες η δικαστική διαδικασία θα προχωρήσει». Η τράπεζα απάντησε την πιο πάνω επιστολή με το τεκμήριο 17Β και πληροφόρησε τον εναγόμενο ότι η αναστολή των δικαστικών μέτρων δεν ήταν εφικτή. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν παραδεχτά ή αναμφισβήτητα γεγονότα. Ως εκ τούτου υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα γεγονότων. Η τράπεζα κάλεσε στο δικαστήριο ένα μόνο μάρτυρα. Τούτη είναι η Τούλια Θεμιστοκλέους (στη συνέχεια η Θεμιστοκλέους). Από την άλλη η υπεράσπιση κάλεσε τρεις μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο εναγόμενος, δεύτερος ο Πανίκος Χριστοφόρου, λειτουργός του Χ.Α.Κ. (στη συνέχεια ο λειτουργός) και τρίτος ο Χαράλαμπος Ασσιώτης, χρηματιστής (στη συνέχεια ο χρηματιστής). Η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων θέλει το δικαστήριο να προχωρά τώρα σε σύνοψη της μαρτυρίας που προσκομίστηκε. Εντούτοις στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι πριν οτιδήποτε άλλο αρμόζει να αναφερθεί εκείνο που συνιστά, όπως εγώ αντιλαμβάνομαι, σημείο τριβής. Με αυτό τον τρόπο θα εξυπηρετηθεί καλύτερα η σύνοψη της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και ο αναγνώστης θα είναι σε θέση να αντιληφθεί καλύτερα τα επίδικα θέματα. Μέχρι στιγμής πρέπει να είναι αντιληπτό ότι η υπεράσπιση αποδέχεται το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της τράπεζας. Ο εναγόμενος δέχεται τη συνομολόγηση της συμφωνίας, καθώς ότι υπέγραψε πλείστα τόσα έγγραφα της τράπεζας. Η αμφισβήτηση του εναγομένου επικεντρώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού που διατηρούσαν οι διάδικοι. Αμφισβητά εν προκειμένω το αναφερόμενο υπόλοιπο και δη ότι οφείλει το ποσό που η τράπεζα αξιώνει. Εντούτοις και αυτή ακόμη η αμφισβήτηση δεν είναι καθολική. Δεν αμφισβητείται γενικά και αόριστα το σύνολο των δοσοληψιών που είχαν οι διάδικοι. Η υπεράσπιση πηγαίνει πίσω από το λογαριασμό, δηλαδή στις χρηματιστηριακές πράξεις, που σύμφωνα με την τράπεζα είναι ο λόγος δημιουργίας τούτου του υπολοίπου. Η προσοχή της υπεράσπισης επικεντρώνεται σε τρία πινακίδια συναλλαγών. Όπως θα φανεί και στη συνέχεια τούτα είναι τα τεκμήρια 8/1, 8/25 και 8/
  11. Αυτά τα τρία πινακίδια συναλλαγών είναι που απασχόλησαν την ακροαματική διαδικασία και συνακόλουθα αυτά είναι που οι μάρτυρες κλήθηκαν να σχολιάσουν. Και σε αυτό όμως το πλαίσιο διαπιστώνεται ότι κάποια περαιτέρω γεγονότα δεν αμφισβητούνται και συνεπώς επιβάλλεται να αναφερθούν πρώτα. Αφορούν τούτα το πολύκροτο στη διαδικασία τεκμήριο 8/
  12. Η μαρτυρία αποκαλύπτει πως οι διάδικοι συμφωνούν ότι το εν λόγω τεκμήριο αφορά τέσσερα πινακίδια συναλλαγής για αγορά δικαιωμάτων μετοχών (warrants) της Τράπεζας Κύπρου. Συμφωνούν περαιτέρω ότι η αγορά διενεργήθηκε την ίδια ημέρα, δηλαδή την 21.05.1999, καθώς ότι υποδιαιρείται σε τέσσερις πράξεις, δηλαδή τέσσερα διαφορετικά contract notes. Τέλος, είναι κοινός τόπος ότι το τεκμήριο 8/25 είναι το έντυπο που απεστάλη στην τράπεζα από το χρηματιστηριακό γραφείο, ώστε να χρηματοδοτηθεί η πράξη. Εντούτοις, η τράπεζα ικανοποίησε μέρος μόνο του αιτήματος. Εγκρίθηκαν εν προκειμένω οι πράξεις 2 και 3, διά 500 και 1.973 warrants αντίστοιχα, ενώ σε σχέση με τις πράξεις 1 και 4 το έντυπο, δηλαδή το τεκμήριο 8/25, επιστράφηκε στο χρηματιστηριακό γραφείο με περιγραφή «απέραστο λόγω υπέρβασης υπολοίπου». Επιπλέον, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ότι μετά που η τράπεζα απέρριψε την πληρωμή των δυο εκ των τεσσάρων πράξεων, χρέωσε το λογαριασμό του εναγομένου με τις δυο πράξεις που απορρίφθηκαν. Συγκεκριμένα την 01.09.1999 (βλ. τεκμήριο 13 - κατάσταση λογαριασμού 30.09.1999) η τράπεζα χρέωσε το λογαριασμό του εναγομένου με το ποσό των δυο πράξεων που απορρίφθηκαν και καθόρισε ως τοκοφόρο ημερομηνία (value date) την 01.07.
  13. Είναι τέλος αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα warrants που αγοράστηκαν με τις τέσσερις αυτές πράξεις, πωλήθηκαν την 24.06.1999 (βλ. τεκμήριο 8/29) και το προϊόν πώλησής τους κατατέθηκε στο λογαριασμό του εναγομένου στο σχέδιο (βλ. τεκμήριο 13 - κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 30.06.1999). Τα πιο πάνω συνιστούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του δικαστηρίου. Ας δούμε τώρα τι είναι εκείνο που έκαστος των μαρτύρων ανέφερε εις επίμετρον των πιο πάνω διαπιστώσεων, αλλά και σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα. Η Θεμιστοκλέους επεξήγησε το σχέδιο. Όπως ανέφερε, σκοπός τούτου ήταν το άνοιγμα ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού σε πελάτες που επιθυμούσαν να προβούν σε αγοραπωλησίες αξιών στο Χ.Α.Κ. Ο εν λόγω λογαριασμός λειτουργούσε με δικαίωμα παρατραβήγματος. Άμα την υπογραφή της συμφωνίας ο πελάτης επέλεγε ένα εκ των χρηματιστηριακών γραφείων με τα οποία συνεργαζόταν η τράπεζα και το καθιστούσε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του για αγοραπωλησία μετοχών. Κάθε που παραγματοποιείτο συναλλαγή το χρηματιστηριακό γραφείο έκδιδε και απέστελλε στην τράπεζα πινακίδιο τούτης της συναλλαγής (contract note), μαζί με εξουσιοδότηση για χρέωση ή πίστωση του λογαριασμού. Η μάρτυρας προσκόμισε το σύνολο τούτων των πινακιδίων τα οποία κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως τεκμήρια 8/1 μέχρι και 8/57, 18 και
  14. Η τράπεζα, ανέφερε η μάρτυρας, βασιζόταν σε αυτά τα στοιχεία και πλήρωνε το συνολικό ποσό των πινακιδίων που συμποσούταν στο τίμημα αγοράς, την προμήθεια του χρηματιστή και το τέλος του Χ.Α.Κ. Η πληρωμή γινόταν από το λογαριασμό του πελάτη, δηλαδή η τράπεζα πίστωνε το λογαριασμό του χρηματιστηριακού γραφείου και ανάλογα χρέωνε το λογαριασμό του πελάτη. Οι δε αγορασθείσες μετοχές ενεχυριάζονταν προς όφελος της τράπεζας. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή πώλησης, η τράπεζα πίστωνε το λογαριασμό του πελάτη με το καθαρό ποσό κάθε πινακιδίου, δηλαδή το προϊόν πώλησης μείον την προμήθεια του χρηματιστή και το τέλος του Χ.Α.Κ. Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία πώλησης η τράπεζα έπρεπε να αποδεσμεύσει τις σχετικές μετοχές. Πέραν των πινακιδίων συναλλαγής η μάρτυρας παρουσίασε και το τεκμήριο 13, δηλαδή το σύνολο των καταστάσεων του τρεχούμενου λογαριασμού του εναγομένου. Επιπλέον παρουσίασε και τα τεκμήρια 14Α και 4Β, δηλαδή δυο συγκεντρωτικές καταστάσεις που δεικνύουν, σύμφωνα με την τράπεζα, το σύνολο των πράξεων που διενήργησε ο εναγόμενος. Τέλος, η μάρτυρας παρουσίασε στο δικαστήριο και δέσμη επιστολών που η τράπεζα και οι συνήγοροι της απέστειλαν στον εναγόμενο. Τούτες οι επιστολές κατατέθηκαν ως τεκμήρια 15 και 16, αντίστοιχα. Το τεκμήριο 8/1, το οποίο ας σημειωθεί ότι είναι το πρώτο πινακίδιο συναλλαγής, συναρτήθηκε από την υπεράσπιση με το τεκμήριο 13, δηλαδή την κατάσταση λογαριασμού. Υποβλήθηκε στη Θεμιστοκλέους ότι η συμφωνία των διαδίκων ολοκληρώθηκε την 04.02.1999 με την υπογραφή του τεκμηρίου
  15. ότι ο λογαριασμός του εναγομένου ενεργοποιήθηκε την 10.02.1999, εφόσον αυτή είναι η πρώτη χρέωση που φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 13). ότι από το ίδιο το πινακίδιο φαίνεται πως οι μετοχές αγοράστηκαν την 04.02.
  16. και τέλος ότι οι χρηματιστηριακές πράξεις έπρεπε να ολοκληρωθούν σε τρεις εργάσιμες ημέρες. Συνεπώς, υπέβαλε η υπεράσπιση, οι συναλλαγές του τεκμηρίου 8/1 δεν μπορεί να διενεργήθηκαν από την τράπεζα καθ' ότι ο λογαριασμός ενεργοποιήθηκε την 10.02.1999, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της πράξης στο Χ.Α.Κ. Η Θεμιστοκλέους δέχθηκε ότι ο λογαριασμός ενεργοποιήθηκε την 10.02.1999, αρνήθηκε όμως τους λοιπούς ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Όπως ανέφερε, από τη στιγμή που υπογράφηκε το τεκμήριο 2, δηλαδή το έντυπο αποδοχής της συμφωνίας, ο πελάτης μπορούσε να διενεργήσει πράξεις. Δέχθηκε περαιτέρω ότι η χρηματιστηριακή πράξη έπρεπε να πληρωθεί από την τράπεζα στο χρηματιστηριακό γραφείο τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα, και γι' αυτό το λόγο, ανέφερε, ο λογαριασμός χρεώθηκε με ημερομηνία 08.02.
  17. Προς υποστήριξη τούτου υπέδειξε στο τεκμήριο 13 τη στήλη Αξία - Value Date. Σε σχέση με το τεκμήριο 8/25 η Θεμιστοκλέους αντεξετάστηκε έντονα και επίμονα. Της ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί χρεώθηκε ο λογαριασμός του εναγομένου αφού απορρίφθηκαν οι πράξεις, νοείται οι δυο από τις τέσσερις, και πως τούτο συνάδει με τους κανονισμούς του Χ.Α.Κ. που θέλουν τη συναλλαγή να ολοκληρώνεται σε τρεις εργάσιμες ημέρες και την τράπεζα που χρηματοδοτεί την αγορά να καταβάλλει τα χρήματα στο χρηματιστή τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα. Όπως προανέφερα η μάρτυρας δέχθηκε πως οι πράξεις ολοκληρώνονταν σε τρεις εργάσιμες ημέρες. Υποστήριξε όμως ότι η τράπεζα δεν καλείτο πάντα να καταβάλει τα χρήματα τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα. Επικαλούμενη τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 8, δηλαδή σφραγίδα που η τράπεζα τοποθετούσε επί του εγγράφου άμα την παραλαβή τούτου, υπέδειξε ότι ενίοτε τα πινακίδια συναλλαγών έφθαναν στην τράπεζα καθυστερημένα. Πρόσθεσε δε ότι ο χρηματιστής ήταν εκείνος που ήταν επιφορτισμένος με την ολοκλήρωση της πράξης και όχι η τράπεζα. Έτσι και στην περίπτωση που η τράπεζα απέρριπτε μια αγορά, όπως στο τεκμήριο 8/25, δεν ήταν ευθύνη της να δει την ολοκλήρωση της αγοράς. Ο χρηματιστής ανέφερε, μπορούσε να κάνει με τον πελάτη του όποιαν άλλη διευθέτηση επιθυμούσε ώστε να πληρώσει την αγορά και να ολοκληρώσει την πράξη. Ήταν όμως η θέση της Θεμιστοκλέους ότι ακόμα και μετά που η τράπεζα απέρριπτε χρηματοδότηση κάποιας πράξης, το χρηματιστηριακό γραφείο μπορούσε να επανέλθει, όταν πλέον ο λογαριασμός του πελάτη ήταν εντός ορίου, και να ζητήσει τη χρηματοδότηση τούτης. Αυτό, ανέφερε, έγινε και στην περίπτωση του τεκμηρίου 8/
  18. Λόγω του ότι η μάρτυρας αμφισβητήθηκε πως το χρηματιστηριακό γραφείο επανήλθε σε σχέση με το τεκμήριο 8/25, στο πλαίσιο της επανεξέτασης παρουσίασε το τεκμήριο 19, δηλαδή πινακίδιο συναλλαγής που στην όψη του είναι πανομοιότυπο, σχεδόν, με το τεκμήριο 8/
  19. Σημαντική διαφορά τούτου από το τεκμήριο 8/25 είναι η σφραγίδα έγκρισης που φέρεται να τοποθέτησε η τράπεζα, η οποία σφραγίδα φέρει ημερομηνία 01.09.
  20. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι μετά την απόρριψη μέρους του τεκμηρίου 8/25, το χρηματιστηριακό γραφείο απέστειλε το τεκμήριο 19 και ότι τότε πληρώθηκε το υπόλοιπο ποσό. Δέχθηκε όμως η μάρτυρας ότι τα warrants που αφορούν οι πράξεις 1 και 4 του τεκμηρίου 8/25 πωλήθηκαν την 24.06.1999 και συνεπώς ότι η όποια χρηματοδότηση της τράπεζας έγινε μετά την πώληση. Ανέφερε όμως ότι είχαν ήδη αγοραστεί στο Χ.Α.Κ., ήταν όμως απλήρωτη η συναλλαγή από τον πελάτη και ότι έπρεπε να πληρωθεί το χρηματιστηριακό γραφείο. Τέλος, στην επανεξέταση επεξήγησε και το τεκμήριο 8/26 κατά ανάλογο τρόπο με το τεκμήριο 8/
  21. Ανέφερε ότι σε πρώτο χρόνο η τράπεζα απέρριψε πληρωμή των πράξεων που αφορούσε το τεκμήριο 8/26, λόγω υπέρβασης ορίου. Το χρηματιστηριακό γραφείο όμως επανήλθε σε μεταγενέστερο χρόνο και ζήτησε πληρωμή. Εφόσον τότε το όριο του λογαριασμού επέτρεπε χρηματοδότηση της πράξης η τράπεζα ενέκρινε το ποσό, εξ ου και το έντυπο, τεκμήριο 8/26, φέρει σφραγίδα έγκρισης με ημερομηνία 01.09.1999, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής στο Χ.Α.Κ. Ο εναγόμενος από την άλλη ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν δραστήριος επενδυτής. Διατηρούσε ήδη λογαριασμό με τους χρηματιστές Severis & Athienitis και μάλιστα αυτοί ήταν που του εισηγήθηκαν να υποβάλει αίτηση στο σχέδιο. Σε σχέση με το τεκμήριο 8/1 εξέφρασε την απορία πως γίνεται η τράπεζα να χρεώσει το λογαριασμό του την 12.02.1999, τη στιγμή που η πράξη ολοκληρώθηκε στο Χ.Α.Κ. την 09.02.
  22. Κατά τα λοιπά δέχεται ότι η τράπεζα χρηματοδότησε τις μετοχές που αφορά το τεκμήριο 8/1 και επιπλέον αναφέρει ότι από αυτή την πράξη απεκόμισε και κέρδος. Εκεί όπου διαφωνεί με την τράπεζα είναι στις χρεώσεις των τεκμηρίων 8/25 και 8/
  23. Είναι η θέση του εναγομένου ότι σε κάποιο χρόνο έδωσε οδηγίες στο χρηματιστηριακό γραφείο να του αγοράσουν 5.000 warrants της τράπεζας Κύπρου. Μετά την εντολή το χρηματιστηριακό γραφείο τον πληροφόρησε ότι η τράπεζα δεν χρηματοδότησε το σύνολο των πράξεων και του ζήτησε οδηγίες για τα περαιτέρω, δηλαδή κατά πόσο θα πωλούσαν ή θα πλήρωνε τα warrants από το λογαριασμό που διατηρούσε στο χρηματιστηριακό γραφείο. Τότε έδωσε οδηγίες να πληρωθούν από τον προσωπικό του λογαριασμό, πράγμα που στη συνέχεια επιβεβαίωσε ότι έγινε. Σε σχέση με το τεκμήριο 8/26 υποστήριξε ότι την 08.06.1999 έδωσε οδηγίες στο χρηματιστηριακό γραφείο για αγορά 8.000 μετοχών της εταιρείας I. G. Kasoulides & Son Ltd. Εφόσον από την προηγούμενη πράξη γνώριζε ότι ο λογαριασμός του σχεδίου ήταν σε υπέρβαση, ζήτησε από το χρηματιστηριακό γραφείο οι εν λόγω μετοχές να αγοραστούν μέσω του λογαριασμού που διατηρούσε μαζί τους. Εκ λάθους το χρηματιστηριακό γραφείο δεν ακολούθησε τις οδηγίες του και αποτάθηκε στην τράπεζα για χρηματοδότηση, για να τον ενημερώσει όμως στη συνέχεια ότι οι μετοχές δεν χρηματοδοτήθηκαν λόγω υπέρβασης ορίου. Τότε τους επανέλαβε ότι οι οδηγίες του ήταν να χρησιμοποιήσουν το δικό του λογαριασμό, πράγμα που έπραξαν αμέσως μετά την εν λόγω συνομιλία. Ο ίδιος επιβεβαίωσε αργότερα ότι οι εν λόγω μετοχές αγοράστηκαν από τον προσωπικό του λογαριασμό. Επισημαίνει, τέλος, ο εναγόμενος, ότι τα warrants και οι μετοχές που αφορούν τα τεκμήρια 8/25 και 8/26 αντίστοιχα, πωλήθηκαν την 24.06.1999 και 17.06.1999, αντίστοιχα. Πως τότε, διερωτάται, χρηματοδοτήθηκαν από την τράπεζα το Σεπτέμβριο του 1999, δηλαδή μετά που πωλήθηκαν; Σχετική με τα τεκμήρια 8/25 και 8/26 είναι και η μαρτυρία του λειτουργού του Χ.Α.Κ. Ο μάρτυρας δεν περιορίστηκε απλώς σε επεξήγηση του τρόπου διενέργειας χρηματιστηριακών πράξεων. Προσκόμισε στο δικαστήριο τέσσερα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 22, 23, 24 και
  24. Ήταν η θέση του λειτουργού του Χ.Α.Κ. ότι τα εν λόγω τεκμήρια αφορούν τις δυο πράξεις του τεκμηρίου 8/25 που δεν χρηματοδότησε η τράπεζα (τεκμήρια 22 και 23) και τις δυο πράξεις του τεκμηρίου 8/26 (τεκμήρια 24 και 25). Σύμφωνα με το λειτουργό σε καθ' ένα από τα εν λόγω τεκμήρια αναφέρεται το όνομα του εναγομένου ως αγοραστή, στοιχείο που φανερώνει ότι αγοράστηκαν από τον ίδιο. Αν χρηματοδοτούνταν από κάποιο σχέδιο, ανέφερε ο μάρτυρας, θα αναγραφόταν το όνομα του σχεδίου. Υπέδειξε μάλιστα το πρώτο από τα δυο έγγραφα του τεκμηρίου 25, δηλαδή το έγγραφο που αφορά τον πωλητή, όπου στο όνομα του πωλητή, δηλαδή στην περιγραφή Folio Number, αναγράφεται το όνομα συγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου (EMF Investors Ltd) και όχι το όνομα φυσικού προσώπου. Και ο χρηματιστής επεξήγησε τη διαδικασία αγοράς και πώλησης αξιών, τόσο σε σχέση με το Χ.Α.Κ. όσο και σε σχέση με το χρηματιστηριακό γραφείο. Εργαζόταν, ανέφερε, μέχρι τον Απρίλιο του 2000 στο χρηματιστηριακό γραφείο Severis & Athienitis Securities Ltd και εκείνος είναι που εξυπηρετούσε τον εναγόμενο. Του ζητήθηκε να εξετάσει τα τεκμήρια 8/25 και 8/26 σε συνάρτηση με τα τεκμήρια 22 μέχρι 25 και ανέφερε ότι αφορούν τις ίδιες πράξεις καθώς ότι αγοράστηκαν επ' ονόματι του εναγομένου. Διευκρίνισε ότι η πιο πάνω θέση ήταν απλώς το συμπέρασμά του λόγω του ότι γνωρίζει τη διαδικασία και όχι γεγονός που ενθυμάτο. Η πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας φανερώνει ότι σε πραγματικό επίπεδο εκείνο που το δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει είναι τι πραγματικά συνέβη με τα τεκμήρια 8/25 και 8/
  25. Εν ολίγοις, κατά πόσο μετά που η τράπεζα αρνήθηκε χρηματοδότηση των εκεί αναφερόμενων πράξεων, το χρηματιστηριακό γραφείο που εκπροσωπούσε τον εναγόμενο επανέφερε τούτα τα έντυπα και ζήτησε πληρωμή. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997 1 Α.Α.Δ. 614). Ένα γενικό και σύντομο σχόλιο για το πώς είδα το σύνολο των μαρτύρων, είναι ότι όλοι τους άφησαν θετικές εντυπώσεις. Κανενός η μαρτυρία υπολείπετο αυθορμητισμού, ενώ κυρίαρχο στοιχείο είναι η αληθοφάνεια και η επιβεβαίωση από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Αν πρόσθετα χρειάζεται να απομονώσω στοιχεία ή αποσπάσματα από τη μαρτυρία ενός εκάστου, δεν έχω παρά να αναφέρω τα ακόλουθα. τόσο ο λειτουργός του Χ.Α.Κ. όσο και ο χρηματιστής, δεν έχουν συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Ο λόγος που έκαστος κλήθηκε στο δικαστήριο δεν είναι γιατί είχαν ενεργό εμπλοκή στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, αλλά γιατί γνωρίζουν τη διαδικασία που ακολουθείτο. Χαρακτηριστική είναι η απερίφραστη θέση του χρηματιστή σε ερώτηση του συνηγόρου της τράπεζας, ότι όσα ανέφερε αποτελούν συμπέρασμα που εξήγαγε με βάση τα τεκμήρια που εξέτασε και όχι τι θυμάται να έχει γίνει. Κατά τα λοιπά, οι επεξηγήσεις τους σε σχέση με την ακολουθητέα διαδικασία κρίνεται ορθή και αξιόπιστη. Από την άλλη η μαρτυρία τόσο της Θεμιστοκλέους όσο και του εναγομένου ήταν καθηλωτική. Ιδιαίτερο γνώρισμα και των δυο είναι το ασμίλευτο και ανεπιτήδευτο της μαρτυρίας τους. Η Θεμιστοκλέους δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι όταν η τράπεζα πλήρωσε τα warrants του τεκμηρίου 8/25, τούτα είχαν ήδη πωληθεί. Αυτή η παραδοχή φανερώνει ότι ουδεμία πρόθεση είχε να αποκρύψει οιονδήποτε γεγονός, παρά το κόστος που δυνατό να έχει για την τράπεζα. Από την άλλη ο εναγόμενος χωρίς περιστροφές, δισταγμό ή πίεση, ανέφερε στο συνήγορο της τράπεζας πως θέση του είναι ότι χρωστά ένα πολύ μικρό ποσό. Αυτή η θέση αποκαλύπτει ότι δεν επιδιώκει απαλλαγή ευθύνης αλλά εξακρίβωση του ποσού που πραγματικά οφείλεται. Αποκαλύπτει περαιτέρω και συνέπεια εφόσον αυτή είναι η θέση που από την πρώτη στιγμή εξέφρασε, δηλαδή με την επιστολή τεκμήριο 17Α. Παρεμβάλλω εδώ ότι σε εκείνη την επιστολή ο εναγόμενος δεν παραδέχθηκε ποσό, αλλά άφησε να νοηθεί ότι κάποιο υπόλοιπο δυνατό να υπάρχει και ότι ήταν πρόθυμος να το διευθετήσει. Αυτή εν προκειμένω είναι η συνέπεια που ενωρίτερα ανέφερα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, εξετάζοντας πλέον το σύνολο του μαρτυρικού υλικού εις αντιδιαστολή ατομικής κρίσης. Σημαντικό στοιχείο που δεν μπορεί παρά να αποτελέσει στυλοβάτη του οικοδομήματος της διερεύνησης αποτελούν τα τεκμήρια 22 μέχρι και
  1. Είναι τούτα έγγραφα του Χ.Α.Κ., δηλαδή επίσημα έγγραφα, τα οποία αποκαλύπτουν ότι η 1η και 4η πράξη του τεκμηρίου 8/25, δηλαδή τα warrants της τράπεζας Κύπρου, καθώς και οι πράξεις του τεκμηρίου 8/26, δηλαδή οι μετοχές της εταιρείας I. G. Kasoulides & Son Ltd, αγοράστηκαν από τον εναγόμενο προσωπικά και όχι από το σχέδιο. Τα εν λόγω τεκμήρια, 22 μέχρι και 25, και δη τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτά, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Έγινε μια κάποια προσπάθεια να αναδειχθεί αβεβαιότητα, υπό την έννοια ότι τα εκεί αναφερόμενα αποδίδουν τις λεπτομέρειες που κάποιος άγνωστος ανέγραψε, η οποία όμως δεν μπορεί να αλλοιώσει τα όποια συμπεράσματα. Και εξηγώ. σαφώς τα έγγραφα, στην υπό κρίση περίπτωση τα τεκμήρια 22 μέχρι και 25, αποδίδουν τη βούληση του συντάκτη τους. Στην προκείμενη όμως περίπτωση ίδιο είναι το συμπέρασμα που προκύπτει και από τα τεκμήρια 8/25 και 8/26 με τη σημείωση της τράπεζας «απέραστο λόγω υπέρβασης υπολοίπου». Δεδηλωμένη κρίνεται η θέση της τράπεζας ότι τουλάχιστον σε πρώτο χρόνο δεν χρηματοδότησε την αγορά των αξιών που αναφέρονται στα τεκμήρια 8/25 και 8/
  2. Γεγονός όμως είναι ότι οι εν λόγω αξίες με κάποιο τρόπο κατέληξαν στο όνομα του εναγομένου. Αυτό σε συνδυασμό με τις επεξηγήσεις του λειτουργού του Χ.Α.Κ., καθώς και του χρηματιστή, δηλαδή ότι τέτοια έγγραφα (τεκμήρια 22 μέχρι και 25) είναι αναγκαία για να ολοκληρωθεί μια χρηματιστηριακή πράξη και ότι συμπληρώνονται με όλα τα απαραίτητα στοιχεία, εφόσον στη συνέχεια βάσει τούτων είναι που εκδίδεται ο τίτλος ή ενεχυριάζονται οι αξίες, καθώς ότι μια συναλλαγή ολοκληρώνεται εντός τριών ημερών, καθιστά σαφές ότι οι αξίες που εκεί αναφέρονται δεν αγοράστηκαν στο όνομα του σχεδίου, εφόσον η χρηματοδότηση απορρίφθηκε, αλλά αγοράστηκαν στο όνομα του εναγομένου. Άλλωστε ουδεμία λογική υπάρχει οι αξίες να αγοράστηκαν από το σχέδιο και να εγγράφηκαν στο όνομα του εναγομένου και όχι του σχεδίου, εφόσον με αυτό τον τρόπο η τράπεζα θα έχανε το δικαίωμα ενεχυρίασης τούτων, δηλαδή το μοναδικό τρόπο εξασφάλισης των πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγούσε. Πέραν των πιο πάνω ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι οι αξίες στο τεκμήριο 8/25, συγκεκριμένα η 1η και η 4η πράξη, αφορούν τη συνδιαλλαγή των τεκμηρίων 22 και 23 αντίστοιχα, καθώς ότι οι αξίες του τεκμηρίου 8/26 αφορούν τα τεκμήρια 24 και
  3. Επιβεβαιώνεται τούτο το συμπέρασμα από τη μαρτυρία του λειτουργού του Χ.Α.Κ., ο οποίος ανέλυσε τον τρόπο ολοκλήρωσης μιας χρηματιστηριακής πράξης. Σε αυτό το πλαίσιο έμφαση δίδεται στην επεξήγηση ότι κάθε πράξη παίρνει ένα μοναδικό αύξων αριθμό. Αντιπαραβολή των τεκμηρίων 22 και 23 με το τεκμήριο 8/25 και των τεκμηρίων 24 και 25 με το τεκμήριο 8/26, επιβεβαιώνει τη θέση του λειτουργού του Χ.Α.Κ. καθώς και του χρηματιστή, δηλαδή ότι αφορούν τις ίδιες αξίες, εφόσον ο αριθμός match number που αναγράφεται στα πρώτα (τεκμήρια 22 με 23 καθώς και 24 με 25), είναι ο ίδιος με εκείνον που αναγράφεται στο δεύτερο (τεκμήρια 8/25 και 8/26 αντίστοιχα). Καταλήγω συνεπώς ότι η έγγραφη μαρτυρία, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του ανεξάρτητου λειτουργού του Χ.Α.Κ. επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα ότι το τεκμήριο 8/25 αφορά τις ίδιες αξίες με τα τεκμήρια 22 και 23 και το τεκμήριο 8/26 αφορά τις ίδιες αξίες με τα τεκμήρια 24 και 25, και περαιτέρω, τη θέση του εναγομένου ότι αγόρασε τούτες τις αξίες μέσω του προσωπικού λογαριασμού που διατηρούσε με το χρηματιστηριακό γραφείο και όχι μέσω του σχεδίου. Στα πάρα πάνω προστίθεται, επικουρικά, και ο αληθοφανής ισχυρισμός του εναγομένου ότι καθ' όλη τη διάρκεια του σχεδίου δυο μόνο φορές ειδοποιήθηκε ότι οι πράξεις του δεν χρηματοδοτήθηκαν λόγω υπέρβασης ορίου, γεγονός που σημάδεψε τη μνήμη του και γι' αυτό στη συνέχεια έσπευσε να επιβεβαιώσει την αγορά τούτων από τον προσωπικό του λογαριασμό. Η αληθοφάνεια του σχετικού ισχυρισμού ελέγχεται από τα τεκμήρια 8/1 μέχρι και 8/57, το περιεχόμενο των οποίων επιβεβαιώνει ότι πλην των τεκμηρίων 8/25 και 8/26, πότε άλλοτε επιστράφηκαν πράξεις του εναγομένου απλήρωτες λόγω υπέρβασης. Κανένα άλλο από τα εν λόγω τεκμήρια φέρει ανάλογη σημείωση. Κατά τα λοιπά ο λόγος που έδωσε ο εναγόμενος ως αιτία που θυμάται τα σχετικά γεγονότα, είναι πειστικός. Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι οι σχετικές θέσεις του εναγομένου επιβεβαιώνονται. Παρεμβάλλω εδώ και κάτι ακόμα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η διαδικασία ολοκλήρωσης χρηματιστηριακής πράξης, είναι όπως εξήγησαν ο χρηματιστής και ο λειτουργός του Χ.Α.Κ. Ιδιαίτερα ο τελευταίος ανέφερε ότι αφού η εντολή αγοράς συμφιλιωθεί με εντολή πώλησης σε συγκεκριμένη τιμή, συμπληρώνονται τα έντυπα με πλήρη στοιχεία πελατών και την 3η εργάσιμη ημέρα που έπεται την ημέρα συναλλαγής παραδίδονται στο Χ.Α.Κ., αφού πρώτα ο χρηματιστής του πωλητή παραδώσει τα δικά του έγγραφα και ο χρηματιστής του αγοραστή καταβάλει το συμφωνηθέν αντίτιμο. Άλλο μείζων ζήτημα είναι το κατά πόσο μετά την απόρριψη του αιτήματος για χρηματοδότηση των σχετικών αξιών από την τράπεζα, το χρηματιστηριακό γραφείο αποτάθηκε εκ νέου για χρηματοδότηση των πράξεων 1 και 4 του τεκμηρίου 8/
  4. Επί του προκειμένου επίμονη και πολυεπίπεδη ήταν η αντεξέταση του συνηγόρου υπεράσπισης που αμφισβήτησε ότι έγινε κάτι τέτοιο, καθώς ότι η τράπεζα διατηρούσε αρχείο φύλαξης τέτοιων εγγράφων, δηλαδή ως το τεκμήριο
  5. Απερίφραστη ήταν η θέση και οι αιχμές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η Θεμιστοκλέους ψεύδεται σε σχέση με τη γνησιότητα του τεκμηρίου 19 και ότι ποτέ το χρηματιστηριακό γραφείο απέστειλε τούτο το έντυπο στην τράπεζα. Παραγνωρίζει προφανώς ο συνήγορος δυο βασικά ζητήματα. Το πρώτο είναι αυτό το τεκμήριο 8/
  6. Αν και το τεκμήριο 8/26 ουδεμία σχέση έχει με το τεκμήριο 8/25, εντούτοις υποστηρίζει τον ισχυρισμό της Θεμιστοκλέους ότι η τράπεζα διατηρούσε αρχείο με απέραστες, νοείται απλήρωτες, συναλλαγές και ότι οι συναλλαγές που απορρίπτονταν επανέρχονταν στη συνέχεια. Το τεκμήριο 8/26 φέρει δυο σφραγίδες της τράπεζας, η πρώτη με ημερομηνία, 09.06.1999, δηλαδή ότι παρελήφθη τούτη την ημερομηνία, και η δεύτερη 01.09.1999, δηλαδή ότι τότε ήταν που εγκρίθηκε. Η δε συναλλαγή είναι ημερομηνίας 08.06.1999 και η ολοκλήρωση (settlement) τούτης ημερομηνίας 11.06.
  7. Σε σχέση με αυτό το τεκμήριο η θέση της υπεράσπισης, όπως την εξέφρασε ο εναγόμενος, κρίθηκε ορθή και υιοθετήθηκε από το δικαστήριο. Ό,τι ανέφερε ο εναγόμενος είναι πως την επόμενη της συναλλαγής πληροφορήθηκε ότι η τράπεζα δεν χρηματοδότησε την αγορά. Λογικό τότε είναι το συμπέρασμα ότι το έντυπο που το χρηματιστηριακό γραφείο απέστειλε στην τράπεζα επιστράφηκε με σημείωση «απέραστο λόγω υπέρβασης ορίου». Πως όμως τότε βρέθηκε το τεκμήριο 8/26 στην κατοχή της τράπεζας, αν όχι λόγω όσων η Θεμιστοκλέους ανέφερε; Δοθέντος ότι μια χρηματιστηριακή πράξη ολοκληρώνεται εντός τριών ημερών και ότι στην προκείμενη περίπτωση η τράπεζα δεν χρηματοδότησε την αγορά τούτων των μετοχών, τότε η τράπεζα δεν είχε λόγο να κρατήσει το έγγραφο. Η φύλαξη τούτου δεν δικαιολογείται άλλως πως, παρά μόνο δυνάμει όσων η Θεμιστοκλέους ανέφερε. Παρεμβάλλω εδώ και κάτι ακόμα. το τεκμήριο 8/26 εξαρχής παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και όχι μετά από αντεξέταση του συνηγόρου υπεράσπισης. Υπό αυτή την έννοια δυσκολεύομαι να αντιληφθώ την πλεκτάνη που η υπεράσπιση καταλογίζει στη Θεμιστοκλέους. Εν ολίγοις, γιατί το χρηματιστηριακό γραφείο να ξαναέστειλε το τεκμήριο 8/26 αλλά όχι το τεκμήριο 8/25; Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι για μόνο λόγο αυτή την ύπαρξη του τεκμηρίου 8/26, το οποίο φέρει σφραγίδα ημερομηνίας 01.09.1999, εμμέσως επιβεβαιώνεται η θέση της Θεμιστοκλέους σε δυο θέματα. πρώτον ότι η τράπεζα διατηρούσε αρχείο με απέραστες συναλλαγές και δεύτερον ότι το χρηματιστηριακό γραφείο επανερχόταν μετά την απόρριψη της πληρωμής για να ζητήσει, εκ νέου, χρηματοδότηση. Ο δεύτερος λόγος που αναδεικνύει την ειλικρίνεια της Θεμιστοκλέους σε ό,τι αφορά τα τεκμήρια 8/25 και 19 - δηλαδή το έγγραφο που η μάρτυρας υποστηρίζει ότι εκείνο είναι που στάληκε στην τράπεζα τη δεύτερη φορά - είναι ότι από πολύ ενωρίς και σε ανύποπτο χρόνο η μάρτυρας ανέφερε ότι το χρηματιστηριακό γραφείο και η τράπεζα λειτουργούσαν με αυτό τον τρόπο. Την πρώτη ημέρα αντεξέτασης της μάρτυρος και προτού η διερεύνηση επικεντρωθεί στο χρόνο που χρηματοδοτήθηκαν οι αξίες των τεκμηρίων 8/25 και 8/26, της ζητήθηκε να εξηγήσει τι σημαίνει η σημείωση «απέραστο λόγω υπέρβασης ορίου». Η κατακλείδα της απάντησης που έδωσε ήταν ότι «Πρέπει όμως να το ελέγξουμε γιατί πολλές φορές ο πελάτης προέβαινε σε πωλήσεις, μειωνόταν το υπόλοιπό του και αυτά επιστρέφονταν πίσω για να πληρωθούν. Αυτό (αναφερόταν στο τεκμήριο 8/25) είναι απέραστο αλλά μετά μπορεί να προέκυψε κάτι άλλο». Η πιο πάνω απάντηση φανερώνει ότι η Θεμιστοκλέους είναι εκείνη που από την πρώτη στιγμή και όχι κατόπιν πιέσεως, έθεσε το θέμα επαναφοράς των απέραστων πινακιδίων συναλλαγής. Εν ολίγοις δεν προσπάθησε να κρύψει τούτο το γεγονός και ούτε το επικαλέστηκε ως διέξοδο σε στιγμή πίεσης. Απλώς το τεκμήριο 19 εντοπίστηκε και παρουσιάστηκε μετά που η υπεράσπιση αμφισβήτησε την ύπαρξη τέτοιου εγγράφου. Ουδέν μεμπτό διαπιστώνεται σε αυτή την ενέργεια. Ας μην ξεχνάμε όμως και το εξής. από τούτη την πληρωμή η τράπεζα δεν είχε να κερδίσει οτιδήποτε πέραν της προμήθειας για τη χρηματοδότηση των πράξεων. Τα ποσά των τεκμηρίων 8/26 και 19 δεν παρέμειναν στην τράπεζα. Απλώς εισπράχθηκαν από την τράπεζα, δηλαδή χρεώθηκε ο λογαριασμός του εναγομένου, και πάραυτα πιστώθηκε ο λογαριασμός του χρηματιστηριακού γραφείου. Από αυτό και μόνο καθίσταται σαφές ότι η τράπεζα δεν επεδίωξε να χρεώσει τον εναγόμενο για να αποκομίσει όφελος. Το μόνο στοιχείο που επεξηγεί τον τρόπο που λειτούργησε η τράπεζα, είναι αυτή ακριβώς η ετεροχρονισμένη απαίτηση του χρηματιστηριακού γραφείου για αποπληρωμή των τεκμηρίων 8/26 και
  8. Επί του προκειμένου δεν διατηρώ καμία αμφιβολία ότι τα γεγονότα έχουν ως η Θεμιστοκλέους ανάφερε. Δηλαδή. άμα το τεκμήριο 8/25 στάληκε στην τράπεζα από το χρηματιστηριακό γραφείο η τράπεζα το απέρριψε, ενώ αργότερα έλαβε το τεκμήριο 19, το οποίο αφορούσε τις απέραστες συναλλαγές του τεκμηρίου 8/25, και τότε το πλήρωσε. Κατά πανομοιότυπο τρόπο την 08.06.1999 το χρηματιστηριακό γραφείο απέστειλε στην τράπεζα έντυπο ως το τεκμήριο 8/26, όχι όμως το ίδιο εφόσον το έντυπο που απεστάλη σε πρώτο χρόνο δεν έφερε σφραγίδα 01.09.1999, για να επιστραφεί όμως στο χρηματιστηριακό γραφείο απλήρωτο. Ακολούθως το χρηματιστηριακό γραφείο επανήλθε στέλλοντας το τεκμήριο 8/26 το οποίο εγκρίθηκε και σφραγίστηκε με ημερομηνία 01.09.1999 και έτσι πληρώθηκε. Σε σχέση με το τεκμήριο 8/1 δεν είναι πολλά εκείνα που πρέπει να ειπωθούν. Ο εναγόμενος δέχεται ότι οι αξίες του τεκμηρίου 8/1, χρηματοδοτήθηκαν από την τράπεζα. Αυτή η παραδοχή κρίνω ότι δεν αφήνει περιθώριο περαιτέρω εξέτασης. Το γεγονός και μόνο ότι η καταχώριση της πράξης στο λογαριασμό του εναγομένου φέρει ημερομηνία 12.02.1999, με τόκο όμως από 08.02.1999, δεν αλλοιώνει τα πράγματα. Αντιθέτως, η τοκοφόρος ημερομηνία παραπέμπει στο χρόνο που πλήρωσε η τράπεζα, δηλαδή εντός του χρόνου που ολοκληρώνεται μια συναλλαγή στο Χ.Α.Κ. Το ότι η λογιστική καταγραφή στο λογαριασμό διενεργήθηκε την 12.02.1999, δεν αναδεικνύει πρόβλημα. Δικαίως η τράπεζα επισημαίνει ότι η συμφωνία, τεκμήριο 1, και το πληρεξούσιο του χρηματιστηριακού γραφείου, τεκμήριο 3, τέθηκαν σε ισχύ από την ώρα αποδοχής τους, δηλαδή την 04.02.1999 (βλ. τεκμήριο 2) και συνεπώς ο εναγόμενος μπορούσε να διενεργήσει αγοραπωλησίες αξιών, όπως και παραδέχεται ότι έπραξε. Κατ' επέκταση κρίνω ότι ουδέν μεμπτό διαπιστώνεται σε σχέση με το τεκμήριο 8/
  9. Έχοντας απαντήσει τα ερωτήματα που έχουν τεθεί στρέφομαι να εξετάσω κατά πόσο αυτές οι ενέργειες της τράπεζας δικαιολογούνται με βάση τη συμφωνία των διαδίκων και εάν ναι, κατά πόσο αποδεικνύουν το ποσό που αξιώνεται. Περιττό βεβαίως να αναφέρω ότι σε αυτό το πλαίσιο ζητούμενο είναι η ερμηνεία της σύμβασης που συνομολόγησαν οι διάδικοι. Υποδεικνύεται λοιπόν ότι η ερμηνεία εγγράφου συνίσταται σε εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, εφόσον τεκμαίρεται ότι τούτες οι λέξεις αποδίδουν και αποκαλύπτουν την πραγματική πρόθεση των μερών. Η σημασία της φρασεολογίας που ενσωματώνεται στη σύμβαση και δη ότι υπερτερεί έναντι τυχόν διαφορετικών προθέσεων που τα μέρη είχαν αλλά δεν εξωτερίκευσαν, εύγλωττα αποδίδεται στην υπόθεση Monypenny ν. Monypenny
(1861)9 H.L.C. 114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α Α.Α.Δ. 168, 173. Λέχθηκε εκεί ότι. «the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions». Συνεπώς ζητούμενο δεν είναι οι ενδόμυχες και ουδέποτε αποκαλυφθείσες στην άλλη πλευρά προθέσεις ενός μέρους, αλλά το αντικειμενικό νόημα όσων περιέχονται στη συμφωνία. Η εξακρίβωση τούτου επιτυγχάνεται βεβαίως από έλεγχο του συνόλου της συμφωνίας και χωρίς κατακερματισμό των διάφορων προνοιών τούτης, εφόσον πιθανή είναι αλληλεξάρτησή τούτων και επιπλέον, οι πραγματικές προθέσεις των μερών δυνατό να είναι διάχυτες στο κείμενο κατά τρόπο που αποσπασματικός έλεγχος να καθιστά την όλη διεργασία ημιτελή και τα όποια συμπεράσματα πλασματικά και λανθασμένα (βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, 176 - 177). Κριτής του εγγράφου είναι το δικαστήριο και όχι η υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν (βλ. Λαζούρας, πιο πάνω, σελ. 172) και κριτήριο δεν είναι άλλο από την αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α Α.Α.Δ. 407, 413). Η συμφωνία των διαδίκων εμπεριέχεται στο τεκμήριο 1, ως έχει τροποποιηθεί από το τεκμήριο
  1. Πλείστοι όμως όροι της συμφωνίας αναφέρονται στο τεκμήριο 1, δηλαδή την αίτηση που ο εναγόμενος υπέβαλε την 14.01.
  2. Ιδιαίτερη σημασία φαίνεται να προσλαμβάνουν οι όροι 2 και 3 του τεκμηρίου 1, εφόσον αναδεικνύουν ότι το σχέδιο ισχύει αποκλειστικά για αγορά και πώληση μετοχών (2ος όρος), δηλαδή ότι αποκλείεται η χρηματοδότηση για άλλο σκοπό, και περαιτέρω, ότι οι αξίες που χρηματοδοτούνται από το σχέδιο ενεχυριάζονται από την τράπεζα (3ος όρος). Και οι δυο πλευρές επικαλούνται τα αναφερόμενα στον 11ο όρο της συμφωνίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα. «
  3. Η ΤΡΑΠΕΖΑ κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του ΕΠΕΝΔΥΤΗ στο ΣΧΕΔΙΟ θα δέχεται τις οδηγίες από το ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ, το οποίο θα έχει την ευθύνη να ενεργεί για λογαριασμό του ΕΠΕΝΔΥΤΗ (με σχετικό πληρεξούσιο) για την προσθήκη και/ή αφαίρεση αγορά και/ή πώληση ΑΞΙΩΝ που είναι ενεχυριασμένες υπέρ της ΤΡΑΠΕΖΑΣ, νοουμένου ότι οι σχετικές πράξεις θα γίνονται μέσω του λογαριασμού χρηματοδότησης του ΣΧΕΔΙΟΥ καθώς και ότι η εξασφάλιση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ θα παραμένει στα συμφωνηθέντα όρια. Σε κάθε περίπτωση η ΤΡΑΠΕΖΑ δεν θα έχει οποιαδήποτε ευθύνη οικονομική ή άλλη για αποζημίωση του ΕΠΕΝΔΥΤΗ και/ή του ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ, σε σχέση με οποιαδήποτε αγοραπωλησία ή μη ΑΞΙΩΝ για λογαριασμό του ΕΠΕΝΔΥΤΗ». Η μεν τράπεζα διατείνεται ότι το πληρεξούσιο έγγραφο που χορηγήθηκε στο χρηματιστηριακό γραφείο, τεκμήριο 3, καθιστούσε τούτο αντιπρόσωπο του εναγομένου, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τον 11ο όρο του τεκμηρίου 1, και συνεπώς ορθά η τράπεζα εκτέλεσε τις οδηγίες που ο αντιπρόσωπος έδωσε σε σχέση με τα τεκμήρια 8/26 και
  4. Ο δε εναγόμενος θέλει τα αναφερόμενα στα τεκμήρια 8/26 και 19 να βρίσκονται έξω από τα συμφωνηθέντα και ως εκ τούτου λανθασμένα η τράπεζα χρέωσε το λογαριασμό του. Είμαι της γνώμης ότι ορθή είναι η θέση της υπεράσπισης και θα προσπαθήσω να εξηγήσω το γιατί. Αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι το χρηματιστηριακό γραφείο απέστειλε στην τράπεζα τα τεκμήρια 8/26 και
  5. Με αυτό μπορεί κανείς να εικάσει ότι ο λόγος που το χρηματιστηριακό γραφείο απέστειλε τούτα τα έγγραφα στην τράπεζα, δεν ήταν άλλος από απαίτηση να πληρωθεί το εκεί αναφερόμενο ποσό, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό αγοράς των επίδικων αξιών. Ποια ήταν όμως η κατάσταση των εν λόγω αξιών τη δεδομένη στιγμή; Όπως έχει διαπιστωθεί, μάλιστα προκύπτει από αναμφισβήτητη μαρτυρία, όταν η τράπεζα πλήρωσε τα τεκμήρια 8/26 και 19, τούτο έγινε την 01.09.1999 και επιμαρτυρείται από τη σφραγίδα έγκρισης στα τεκμήρια 8/26 και 19, οι επίδικες αξίες δεν υφίσταντο καθ' ότι είχαν ήδη πωληθεί και το προϊόν τους κατατέθηκε στο λογαριασμό. Τα μεν warrants της τράπεζας Κύπρου πωλήθηκαν την 24.06.1999, οι δε μετοχές της εταιρείας Kasoulides πωλήθηκαν την 20.06.
  6. Πέραν του ότι η πώληση συνιστά αναμφισβήτητο γεγονός, επιμαρτυρείται και από το τεκμήριο 14Α, δηλαδή τη συγκεντρωτική κατάσταση των πράξεων που διενήργησε ο εναγόμενος. Από την άλλη, αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι το σύνολο των αξιών που απασχόλησαν σε σχέση με τα τεκμήρια 8/26 και 19, αγοράστηκαν επ' ονόματι του εναγομένου και ως εκ τούτου η αγορά τους δεν χρηματοδοτήθηκε από το σχέδιο. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις είναι κατά τη γνώμη μου το κυρίαρχο και καταλυτικό στοιχείο της αγωγής. Δοθέντος ότι η τράπεζα υποστήριξε πως η πληρωμή των τεκμηρίων 8/26 και 19 εγκρίθηκε από την ίδια την 01.09.1999, θέση μάλιστα η οποία υιοθετήθηκε από το δικαστήριο και μετεξελίχθηκε σε διαπίστωση τούτου, μοναδικό συμπέρασμα που εξάγεται από το σύνολο των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι πως τη στιγμή που η τράπεζα πλήρωνε τα τεκμήρια 8/26 και 19, πλήρωνε ανύπαρκτες αξίες. Η αναφορά σε ανύπαρκτες νοείται πάντα σε σχέση με το σχέδιο, εφόσον η πώληση τούτων είχε ήδη διενεργηθεί και εν πάση περιπτώσει προηγηθεί της χρηματοδότησης. Δηλαδή τούτη η ενέργεια της τράπεζας ήταν έξω από τους όρους της συμφωνίας (11ο όρο) εφόσον οι ίδιες οι αξίες και οι πράξεις που προηγήθηκαν δεν διενεργήθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου. Κατ' επέκταση αυτό σημαίνει ότι ουδέποτε ενεχυριάστηκαν από την τράπεζα. Το γεγονός και μόνο ότι το προϊόν της πώλησης κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό, δεν αποδεικνύει οτιδήποτε. Πως τότε η τράπεζα πλήρωσε τις αξίες που ουδέποτε αγοράστηκαν μέσω του σχεδίου και που ούτως ή άλλως είχαν ήδη αγοραστεί από τον προσωπικό λογαριασμό του εναγομένου στο χρηματιστηριακό γραφείο; Η τράπεζα αφήνει να νοηθεί ότι είναι αδιάφορος ο τρόπος που αγοράστηκαν οι μετοχές ή το γεγονός ότι πωλήθηκαν προτού η ίδια πληρώσει το χρηματιστηριακό γραφείο. Ο λόγος, σύμφωνα με την τράπεζα, έγκειται στο ότι ο αντιπρόσωπος του εναγομένου, δηλαδή το χρηματιστηριακό γραφείο, απέστειλε τα σχετικά έντυπα, τεκμήρια 8/26 και 19, και ζήτησε πληρωμή. Αυτή η ενέργεια, διατείνεται η τράπεζα, εκλαμβάνεται ως να έχει διενεργηθεί από τον εναγόμενο και συνεπώς επαρκεί για τη χρέωση που ακολούθησε. Με τούτο το συλλογισμό δεν μπορώ να συμφωνήσω. Προσεκτική ανάγνωση του πληρεξουσίου εγγράφου, τεκμήριο 3, που ο εναγόμενος παραχώρησε στο χρηματιστηριακό γραφείο, οδηγά στο συμπέρασμα ότι παρά το εύρος των εξουσιών που χορηγήθηκαν στο χρηματιστηριακό γραφείο, συν τω χρόνω περιορίστηκαν σε σχέση με το επίδικο σχέδιο. Υποδεικνύω συναφώς την παράγραφο 4 του τεκμηρίου 3 όπου επαναλαμβάνεται η φράση «Με σκοπό τη συμμετοχή μου στο σχέδιο να δανείζεται και/ή λαμβάνει τραπεζικές διευκολύνσεις .. στο όνομά μου.. και να χειρίζεται τούτο μέσα στα πλαίσια των όρων του σχεδίου». Επιπλέον, στην 6η παράγραφο του τεκμηρίου 3 υποδεικνύεται ότι το προϊόν που προκύπτει από πώληση αξιών κατατίθεται έναντι των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με ενεχυρίαση. Σε αυτό το πλαίσιο επανέρχομαι στον 11ο όρο της συμφωνίας των διαδίκων, τεκμήριο 1, υπερτονίζοντας την αναφορά «..νοουμένου ότι οι σχετικές πράξεις θα γίνονται μέσω του λογαριασμού χρηματοδότησης του ΣΧΕΔΙΟΥ..». Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι οι εξουσίες του χρηματιστηριακού γραφείου δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου και της συμφωνίας των διαδίκων, δεν ήταν ανεξέλεγκτες. Οι εξουσίες τούτου ήταν μεν ευρείες αλλά περιορισμένες στις αξίες που αγοράζονταν και πωλούνταν μέσω του σχεδίου. Πουθενά το πληρεξούσιο, τεκμήριο 3, αφήνει να νοηθεί ότι το χρηματιστηριακό γραφείο θα μπορούσε να ζητήσει οιονδήποτε ποσό, φερ' ειπείν δάνειο για άλλο λόγο, και να καλέσει την τράπεζα να χρεώσει τον εναγόμενο. Για χάρη καλύτερης κατανόησης κρίνω ότι ένα παράδειγμα θα απλουστεύσει την όλη εικόνα. Φανταστείτε λοιπόν την περίπτωση που το χρηματιστηριακό γραφείο στέλνει στην τράπεζα πινακίδιο συναλλαγής για αγορά αξιών, χωρίς όμως να προσκομίσει στην τράπεζα τους τίτλους των σχετικών αξιών ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο αποδεικτικό της αγοράς και ζητά από την τράπεζα χρηματοδότηση και χρέωση του εναγομένου. Είμαι της γνώμης ότι σε τέτοια περίπτωση ήταν υποχρέωση της τράπεζας, προκύπτουσα από τη μεταξύ των μερών συμφωνία, και ειδικότερα από τους όρους 2, 3 και 11 πιο πάνω, να απορρίψει τέτοιο αίτημα. Αυτό όχι μόνο για διαφύλαξη των συμφερόντων της, αλλά και για πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας που συνομολόγησε με τον εναγόμενο, εφόσον η συμφωνία των δυο περιοριζόταν σε χρηματοδότηση για αγορά αξιών και όχι σε δανειοδότηση, λόγου χάριν δια εξόφληση υποχρεώσεων του εναγομένου έναντι του χρηματιστηριακού γραφείου και επιπλέον, εφόσον το πληρεξούσιο του χρηματιστηριακού γραφείου δεν δικαιολογούσε το αίτημα που υπέβαλε. Αυτό κρίνω έπρεπε να γίνει και στη δοσμένη περίπτωση. Η τράπεζα όφειλε να απορρίψει τα τεκμήρια 8/26 και 19 εφόσον δεν της παρουσιάστηκαν οι τίτλοι των εν λόγω αξιών, γεγονός που συνάγεται από το ότι είχαν ήδη πωληθεί. Συνεπώς ήταν αξίες που δεν αγοράστηκαν μέσω του σχεδίου και γι' αυτό δεν της επιτρεπόταν να τις χρηματοδοτήσει και επιπλέον, το αίτημα που είχε μπροστά της δεν ήταν για αγορά μετοχών αλλά για κάλυψη του χρηματιστή, πράξη που δεν ενέπιπτε στους όρους του σχεδίου. Και διαφορετική όμως προσέγγιση του θέματος οδηγά στο ίδιο αποτέλεσμα. Είναι υποχρέωση της τράπεζας να αποδείξει κάθε στοιχείο του λογαριασμού που σύμφωνα με την ίδια συνυπολογίζεται στο ποσό που αξιώνει (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Μαρσέλ
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1858, 1867 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 956, 965). Τι είναι όμως αυτό που έχουμε στην υπό κρίση περίπτωση; Εδώ η τράπεζα είναι ανίκανη να τεκμηριώσει το λόγο για τον οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός του εναγομένου με τα ποσά των τεκμηρίων 8/26 και
  1. Αδιαμφισβήτητο είναι ότι οι εκεί αναφερόμενες αξίες αγοράστηκαν από τον εναγόμενο και συνεπώς εύλογη η απορία, προς τι τότε η χρέωση; Η εισήγηση της τράπεζας ότι οφείλεται στην απαίτηση του χρηματιστηριακού γραφείου, δεν ικανοποιεί εφόσον το χρηματιστηριακό γραφείο δεν είχε τέτοια εξουσία και επιπλέον η τράπεζα είχε υποχρέωση να ελέγξει ότι η χρηματοδότηση γινόταν με βάση τους όρους του σχεδίου και αν διαπίστωνε το αντίθετο, όπως εδώ που οι μετοχές είχαν ήδη πωληθεί, να απορρίψει την απαίτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η θέση της υπεράσπισης πως οι χρεώσεις των τεκμήριων 8/26 και 19 είναι λανθασμένες και έξω από τη συμφωνία των διαδίκων, είναι ορθή και δικαιολογημένη. Κρίνω εντούτοις πως η διερεύνηση δεν τελματώνεται εδώ. Όπως εύστοχα υποδεικνύεται από την υπεράσπιση το σύνολο τούτων των χρεώσεων ανέρχεται σε Λ.Κ.21.071,
  2. Η εν λόγω χρέωση εύκολα διαπιστώνεται από το τεκμήριο 13, δηλαδή την κατάσταση λογαριασμού, εάν ανατρέξει κανείς στην ημερομηνία 01.09.
  3. Σε αυτό δε το ποσό πρέπει να προστεθεί και η προμήθεια που χρέωσε η τράπεζα για τις τέσσερις πράξεις, δηλαδή επιπλέον ποσό Λ.Κ.210,71 (είναι τούτο τα τέσσερα ποσά που αναφέρονται κάτω από κάθε χρέωση στην κατάσταση λογαριασμού με ημερομηνία 30.09.1999, δηλαδή τα ποσά Λ.Κ.35,31, Λ.Κ.49,44, Λ.Κ.49,50, και Λ.Κ.76,46). Περαιτέρω, σε αυτό το ποσό πρέπει να προστεθεί και ο χρεωστικός τόκος δυο μηνών προς 8,5% που ήταν το χρεωστικό επιτόκιο της συμφωνίας των διαδίκων. Αναφέρω τόκο δυο μηνών εφόσον την 09.11.1999, όπως αποκαλύπτεται από την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 13, ο λογαριασμός του εναγομένου δείκνυε πιστωτικό και όχι χρεωστικό υπόλοιπο. Αυτός ο τόκος ανέρχεται σε Λ.Κ.301,49, εφόσον το γινόμενο που προκύπτει από την πράξη 8,5% επί του ποσού Λ.Κ.21.282,01 (21.071,33 + 210,71), ισούται με Λ.Κ.1.808,
  4. Αν αυτό το ποσό διαιρεθεί δια 12, δηλαδή τους μήνες του έτους, λαμβάνουμε το πηλίκο Λ.Κ.150,74 ανά μήνα. Αυτός λοιπόν είναι ο τόκος που μηνιαίως χρεωνόταν στο ποσό που λανθασμένα χρεώθηκε ο λογαριασμός του εναγομένου. Το συνολικό ποσό που δεν δικαιολογείται ανέρχεται σε ΛΚ.21.583,
  5. Κατά τα λοιπά, τα εναπομείναντα πινακίδια συναλλαγής, δηλαδή τα τεκμήρια 8/27 μέχρι και 8/57, αφενός δεν αμφισβητήθηκαν, αφετέρου δικαιολογούν το ποσό που ακολούθως χρεώθηκε ο λογαριασμός του εναγομένου. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι μέρος μόνο του ποσού που αξιώνουν οι ενάγοντες δικαιολογείται. Αυτό το ποσό εύκολα προκύπτει εάν από την αξίωση, Λ.Κ.29.487,99 (βλ. λογαριασμό ημερομηνίας 28.02.2007 στο τεκμήριο 13), αφαιρεθεί το παρανόμως χρεωθέν ποσό των Λ.Κ.21.583,
  6. Το ποσό που προκύπτει από την εν λόγω αφαίρεση ανέρχεται σε Λ.Κ.7.904,
  7. Αυτό, κρίνω, είναι το ποσό που δικαιούται η τράπεζα. Επιπλέον, παρά τις αιτιάσεις της υπεράσπισης η τράπεζα δικαιούται και τόκο προς 11,5% από 01.01.
  8. Αυτό γιατί η συμφωνία των μερών, 5ος όρος τεκμηρίου 1, προβλέπει τόκο ίσον προς 9%, διαφορετικά ως ο νόμος ήθελε προβλέψει. Μετά τη θέσπιση του Ν.160(Ι)/99 και την ελευθεροποίηση των επιτοκίων η τράπεζα μπορούσε με απλή και μόνο ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο να αυξήσει το επιτόκιο. Το παραδεχτό γεγονός σε σχέση με τις ανακοινώσεις της τράπεζας δικαιολογεί τις αυξομειώσεις του επιτοκίου. Περαιτέρω, το τεκμήριο 9, δηλαδή επιστολή 12.07.2006 που η τράπεζα απέστειλε στον εναγόμενο και δεν επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα, δικαιολογεί αύξηση του επιτοκίου σε 11,5%. Η εν λόγω ενέργεια δεν αντίκειται στις διατάξεις του Ν.160(Ι)/99 και κρίνεται καθ' όλα σύμφωνη με τις πρόνοιες της συμφωνίας των μερών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1Α Α.Α.Δ. 479, 490 και Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ. 194, 202). Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου εκδίδεται απόφαση για το ποσό των ΛΚ.7.904,45, αντίστοιχο σε €13.516,60 (για ισοτιμία βλ. Κ.Δ.Π. 311/07 ημερομηνίας 20.07.2007) πλέον τόκο προς 11,5% από 01.01.2007, κεφαλαιοποιούμενο κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου. Επιπλέον, υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.