Iacovou Brothers (Constructions) Ltd κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 2354/2008, 27/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A212 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2354/2008 Μεταξύ: 1. Iacovou Brothers (Constructions) Ltd 2. Iacovou Iordanous Constructions Ltd Εναγουσών v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου Αίτηση ημ. 3 Φεβρουαρίου 2014 για παραπομπή σε διαιτησία Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2015 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες - Αιτήτριες: κ. Κουρσάρης για Αντώνης Ανδρέου & Σια ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Πετρίδου για Γενικό Εισαγγελέα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη διαφορά στην αγωγή πηγάζει από συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων στις 11.7.01, κατόπιν κατακύρωσης προσφοράς, και αφορά την εκτέλεση διάφορων οικοδομικών και άλλων συναφών εργασιών στο νέο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων (ΚΕΝ) Πάφου. Οι ενάγουσες αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να τους αναγνωρίζεται δικαιολογημένη παράταση ολοκλήρωσης του έργου 337 ημερών και καταβολή αποζημιώσεων για τη συνακόλουθη ζημιά που υπέστησαν λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγομένου. Ο εναγόμενος με τη σειρά του αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγουσών και επικαλείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους τους (των εναγουσών) στην εκτέλεση του έργου καθώς επίσης την ύπαρξη κακοτεχνιών στην εκτελεσθείσα εργασία. Έτσι ο εναγόμενος έχει ανταπαίτηση λόγω παράβασης των όρων του συμβολαίου από τις ενάγουσες και δυνάμει ποινικής ρήτρας που περιέχεται σε αυτό. Με την υπό κρίση Αίτηση οι ενάγουσες αιτούνται την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για παραπομπή της αγωγής προς εκδίκαση της επίδικης διαφοράς σε Διαιτησία, και ειδικότερα από ειδικό που ήθελε οριστεί από το Δικαστήριο ή μέσω του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (Ε.Τ.Ε.Κ.). Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 22 και 35-39 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, όπως έχει τροποποιηθεί, στη Δ.48 Θθ.1-4 και στη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις αρχές της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια, στη σύμφυτη εξουσία και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. Αλέξη Τέκκη, υπαλλήλου και νομικού συμβούλου της ενάγουσας 1, ο οποίος δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τις ενάγουσες όπως προβεί στην εν λόγω ένορκη του δήλωση. Ο κ. Τέκκης αναφέρεται στη φύση της επίδικης διαφοράς και στις αξιώσεις των εναγουσών, όπως αυτές περιέχονται στην έκθεση απαίτησης και τις οποίες παραθέτει αναλυτικά. Κάνει επίσης αναφορά στους βασικούς ισχυρισμούς του εναγομένου, όπως αυτοί προκύπτουν από την υπεράσπιση, και στην ανταπαίτηση του. Είναι ο ισχυρισμός του κ. Τέκκη ότι λόγω της πολυπλοκότητας των τεχνικών θεμάτων και των εξειδικευμένων γνώσεων που απαιτούνται για τον χειρισμό της παρούσας υπόθεσης, ζητήθηκε και ετοιμάστηκε Έκθεση από ειδικό εμπειρογνώμονα, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1. Είναι η θέση του κ. Τέκκη ότι από μία μελέτη της Έκθεσης είναι εμφανής ο μεγάλος όγκος των εγγράφων που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και οι εξειδικευμένες γνώσεις που κάποιος πρέπει να έχει για να την κατανοήσει. Ο κ. Τέκκης επισυνάπτει επιστολή ημ. 20.12.13 εκ μέρους του εναγομένου στην οποία αναγνωρίζεται και από τον ίδιο (τον εναγόμενο) η ύπαρξη μεγάλου όγκου εγγράφων, Τεκμήριο 2. Με βάση νομική συμβουλή από τον δικηγόρο των εναγουσών κ. Αντώνη Ανδρέου, ο κ. Τέκκης ισχυρίζεται ότι τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοιας φύσης που επιτρέπουν και δικαιολογούν την παραπομπή της υπόθεσης σε Διαιτησία για τους ακόλουθους λόγους: (
- i)Θα απαιτηθεί μακρά εξέταση εγγράφων και χρόνος για την κατάθεση τους, (
- ii)Το Δικαστήριο δεν έχει τις κατάλληλες τεχνοοικονομικές επιστημονικές γνώσεις, (iii) Τα επίδικα θέματα, όπως το κατά πόσο δικαιολογούνται οι καθυστερήσεις ή όχι, θα πρέπει να εξεταστούν από ειδικό ο οποίος να διαθέτει τις αναγκαίες γνώσεις και να κατέχει την πρακτική που ισχύει σε τέτοιες περιπτώσεις, (
- iv)Η μεταξύ των διαδίκων διαφορά, σε σχέση τόσο με την απαίτηση όσο και με την ανταπαίτηση, εν μέρει συνίσταται σε ζητήματα λογαριασμών, πέραν των εξειδικευμένων απαιτήσεων που φαίνονται στην Έκθεση. O κ. Τέκκης αναφέρει ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της υπό κρίση Αίτησης, η οποία γίνεται με μοναδικό σκοπό την εξέταση των επίδικων θεμάτων από ειδικό ο οποίος διαθέτει τις αναγκαίες γνώσεις. Ήταν η θέση του κ. Τέκκη ότι σε αντίθετη περίπτωση οι διάδικοι πιθανόν να εμπλακούν σε μία περίπλοκη δικαστική διαδικασία, με την ύπαρξη μεγάλου αριθμού εγγράφων, μαρτύρων και ειδικών που πιθανό να περιπλέξει ακόμα περισσότερο τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων. Τέλος, ο κ. Τέκκης αναφέρει ότι τυχόν παραπομπή της υπόθεσης σε Διαιτησία δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της πλευράς του εναγομένου ούτε και καταργεί με οποιονδήποτε τρόπο τον ρόλο του Δικαστηρίου. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση με την προσθήκη της Δ.48 Θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, του άρθρου 30 του Συντάγματος και της σχετικής νομολογίας. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1) Η Διαιτησία δεν είναι ο συμφωνηθείς τρόπος επίλυσης της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. 2) Το επίδικο συμβόλαιο προβλέπει ότι σε περίπτωση διαφοράς τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να προσφύγουν στη δικαιοσύνη. 3) Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις ούτε του άρθρου 35 ούτε και του άρθρου 36 του Ν.14/60. 4) Η επίδικη διαφορά δεν είναι τέτοιας φύσης που να απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις για τον χειρισμό της. 5) Τα επίδικα θέματα, όπως προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, δεν απαιτούν μακρά εξέταση εγγράφων ή επιστημονική ή επιτόπια έρευνα. 6) Το αμφισβητούμενο ζήτημα δεν συνίσταται εν όλω ή εν μέρει σε λογαριασμούς. 7) Ο εναγόμενος ενεργεί υπό την ιδιότητα του ως ιδιώτης κατά την εκτέλεση του επίδικου συμβολαίου και κατά συνέπεια έχει το συνταγματικό δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για επίλυση πολιτικών διαφορών. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Γεώργιου Χατζηπροδρόμου, ασκούμενου δικηγόρου στη Νομική Υπηρεσία μαζί με τη δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα αγωγή. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι από μελέτη των απαιτήσεων, όπως αυτές προκύπτουν από τα δικόγραφα, δεν απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις ή εξαιρετικής δυσκολίας ανάλυση εγγράφων, τέτοιας φύσης που να καθίσταται αδύνατο για το Δικαστήριο να τις αντιληφθεί και αποφασίσει επί αυτών. Είναι η θέση του κ. Χατζηπροδρόμου ότι ενδεχόμενη ακροαματική διαδικασία δεν διαφέρει σε βαθμό ευκολίας ή δυσκολίας από οποιουδήποτε άλλου είδους αγωγή η οποία απαιτεί εξειδικευμένη μαρτυρία. Ο κ. Χατζηπροδρόμου αναφέρει επίσης ότι από τη στιγμή που ο εναγόμενος διαφωνεί με την παραπομπή σε Διαιτησία, τότε το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και εγκρίνει την Αίτηση, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να την απορρίψει καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο σχετικός Νόμος. Η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι δικηγόροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, ενώ ο δικηγόρος των εναγουσών σχολίασε και τους λόγους ένστασης. Ι. Νομική βάση της Αίτησης Αποτελεί κοινό έδαφος ότι, ελλείψει συγκατάθεσης του εναγομένου για παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε Διαιτησία, τα άρθρα 35 και 36(α) του περί Δικαστηρίων Ν.14/60δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Είναι πρόδηλο ότι η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 36(β) και (γ) του Ν.14/60, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «36.-
(1)Εις oιαvδήπoτε πoλιτικήv διαδικασίαv- (α) ... (β) εάv η διαφoρά ή άλλη διαδικασία απαιτή μακράv εξέτασιv εγγράφωv ή oιαvδήπoτε επιστημovικήv ή επιτόπιov έρευvαv, ήτις δεv δύvαται κατά τηv γvώμηv τoυ δικαστηρίoυ καταλλήλως vα γίvη εvώπιov τoυ δικαστηρίoυ ή vα διεvεργηθή υπ' αυτoύ, διά τωv άλλωv τακτικώv υπαλλήλωv, ή (γ) εάv τo αμφισβητoύμεvov ζήτημα συvίσταται εv όλω ή εv μέρει εκ ζητημάτωv λoγαριασμώv, τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, vα διατάξη όπως η όλη διαφoρά ή θέμα, ή oιovδήπoτε εv αυτoίς ζήτημα ή αμφισβητoύμεvov πραγματικόv γεγovός δικασθή εvώπιov ειδικoύ ή απλoύ διαιτητoύ συμφωvηθέvτoς πρoς τoύτo υπό τωv διαδίκωv, ή εv περιπτώσει ασυμφωvίας αυτώv, oριζoμέvoυ υπό τoυ δικαστηρίoυ ή εvώπιov επισήμoυ διαιτητoύ ή υπαλλήλoυ τoυ δικαστηρίoυ.» ΙΙ. Δυνατότητα παραπομπής σε Διαιτησία με βάση την επίδικη συμφωνία Η έλλειψη συναίνεσης του εναγομένου για παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε Διαιτησία δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής εμπόδιο για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει κάτι τέτοιο εφόσον ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις προς τούτο. Η πλευρά του εναγομένου προβάλλει ως λόγο ένστασης ότι το επίδικο συμβόλαιο προβλέπει ότι σε περίπτωση διαφοράς τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να προσφύγουν στη δικαιοσύνη. Η συμπερίληψη τέτοιου όρου στο επίδικο συμβόλαιο δεν αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την πλευρά των εναγουσών. Σε αυτό το σημείο διευκρινίζεται ότι η παράθεση αυτούσιου του σχετικού όρου του συμβολαίου στην αγόρευση της δικηγόρου του εναγομένου δεν αποτελεί μαρτυρία στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης και έτσι δεν μπορεί να ληφθεί υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο. Θεωρώ όμως ότι η ύπαρξη αυτού του όρου δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την όποια απόφαση του Δικαστηρίου επί του θέματος. Τα μέρη έχουν ήδη προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου προς επίλυση της διαφοράς τους και είναι το ίδιο το Δικαστήριο που καλείται πλέον να κρίνει τον κατάλληλο τρόπο επίλυσης της επίδικης διαφοράς μεταξύ τους. Άλλωστε η παραπομπή σε Διαιτησία ουδόλως καταργεί τον ρόλο του Δικαστηρίου καθότι ο Διαιτητής θεωρείται λειτουργός του Δικαστηρίου το οποίο και διατηρεί εξουσίες παύσης του Διαιτητή ή ακόμα και ακύρωσης της απόφασης του. Σχετικά είναι τα άρθρα 36 και 37 του Ν.14/60. ΙΙ. Φύση της επίδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων Για σκοπούς εξέτασης της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 36(β) και (γ) του Ν.14/60, κρίνεται αναγκαία η παράθεση πρώτα της φύσης της επίδικης διαφοράς και των αξιώσεων της κάθε πλευράς. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, οι βασικοί ισχυρισμοί των εναγουσών είναι οι ακόλουθοι: 1) Με βάση τη συμφωνία η συμφωνηθείσα τιμή ήταν €17.200.450 (Λ.Κ.10.067.000) πλέον Φ.Π.Α. και ο χρόνος αποπεράτωσης του έργου ήταν 21 μήνες από την έναρξη των εργασιών, ήτοι από τις 25.7.01. 2) Κατά τον χρόνο εκτέλεσης του έργου οι ενάγουσες, ενεργώντας με βάση τους όρους της συμφωνίας και ή την καθιερωμένη εμπορική πρακτική, υπέβαλλαν στον εναγόμενο τις απαιτήσεις τους μαζί με τη σχετική αιτιολογία για καθεμιά εξ αυτών. Ο εναγόμενος, μέσω του αρχιτέκτονα-επιβλέποντος αντιπροσώπου του, είτε απέρριψε αυτές εντελώς αδικαιολόγητα και ή κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, είτε αποδέχθηκε μέρος αυτών χωρίς όμως να καταβληθούν τα ανάλογα ποσά. 3) Έτσι οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται συνολική παράταση 337 ημερών για το έργο, ήτοι από τις 25.6.03 μέχρι τις 27.5.04, όταν το έργο τελικώς ολοκληρώθηκε. 4) Η εν λόγω παράταση είναι πλήρως δικαιολογημένη και πηγάζει από: (
- i)Καθυστερημένη παραχώρηση του χώρου του εργοταξίου (
- ii)Επιπρόσθετες και ή τροποποιητικές εργασίες (iii) Απεργία οδηγών αρθρωτών οχημάτων τύπου Α (
- iv)Έλλειψη τσιμέντου και καθυστερήσεις στην παράδοση σκυροδέματος (
- v)Απεργία τουβλοποιϊών (
- vi)Εκτέλεση επουσιωδών παρατηρήσεων στο στάδιο της προσωρινής παραλαβής (vii) Εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες 5) Εν όψει της πιο πάνω συμπεριφοράς του εναγομένου και παράλειψης του να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα, οι ενάγουσες υπέστησαν σοβαρή οικονομική ζημιά και αξιώνουν τα πιο κάτω ποσά (τα οποία παρατίθενται μόνο σε ευρώ όπως αναγράφονται και στην έκθεση απαίτησης με βάση τη μετατροπή τους από Λ.Κ.): (Ι) Ποσό €2.586.288 για: (α) Γενικά έξοδα και κέρδος κεντρικών γραφείων (β) Προκαταρκτικά έξοδα προσωπικού διοίκησης και επίβλεψης εργοταξίου (γ) Άλλα προκαταρκτικά έξοδα εργοταξίου (δ) Απώλεια παραγωγικότητας (ε) Επιπρόσθετα έξοδα προσωπικού λόγω εκτέλεσης επουσιωδών παρατηρήσεων στο στάδιο προσωρινής παραλαβής (στ) Έξοδα επιτάχυνσης εργασιών (ζ) Αποζημιώσεις για χρηματοδοτικά έξοδα για καθυστερημένη επιστροφή ποσών κρατήσεων (η) Αποζημιώσεις για έξοδα τόκων και χρηματοδότησης επιπρόσθετων εξόδων και ή απωλειών και ή ζημιών (θ) Αποζημιώσεις για έξοδα τόκων και χρηματοδότησης αποκοπών από τα πιστοποιητικά πληρωμής για κατ΄ ισχυρισμόν των εναγομένων καθυστερήσεις (ΙΙ) Ποσό €2.615.974,42 ως υπόλοιπο τελικού λογαριασμού (ΙΙΙ) Ποσό €524.964,78 για επιπρόσθετα έξοδα για τους υπεργολάβους εξοπλισμού κουζίνας, μεταλλικών εργασιών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων (IV) Ποσό €721.537,36 για έξοδα τόκων και χρηματοδότησης υπολοίπου ποσού για τους υπεργολάβους εξοπλισμού κουζίνας, μεταλλικών εργασιών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων. Στην υπεράσπιση ο εναγόμενος παραδέχεται την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας αλλά αρνείται τον ισχυρισμό ότι ανέλαβε ευθύνη για τις ενέργειες του επιβλέποντος αρχιτέκτονα. Περαιτέρω ισχυρίζεται τα ακόλουθα: 1. Όλες οι απαιτήσεις των εναγουσών σε σχέση με παραχώρηση παράτασης χρόνου εξετάστηκαν δεόντως και εγκρίθηκε παράταση συνολικά 150 ημερών. 2. Οι ενάγουσες κωλύονται να εγείρουν το θέμα παράτασης καθότι οι ίδιες παρέλειψαν να παρουσιάσουν εγκαίρως και τεκμηριωμένα τους λόγους για τους οποίους ζητούσαν παράταση, και τούτο κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας και παρά τις επανειλημμένες υποδείξεις του εναγομένου προς τούτο. 3. Όλες οι απαιτήσεις των εναγουσών, συμπεριλαμβανομένων επιπρόσθετων ποσών που δικαιούνταν, λόγω καθυστερήσεων, και πληρωμών υπεργολάβων, εξετάστηκαν δεόντως και όσα ποσά έπρεπε να πληρωθούν έχουν καταβληθεί και εξοφληθεί προς τις ενάγουσες. 4. Ο τελικός λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο €95.746, ποσό το οποίο ο εναγόμενος κατέβαλε προς τις ενάγουσες. 5. Ο εναγόμενος υπέστη ζημιές λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας από τις ενάγουσες και της ύπαρξης της ποινικής ρήτρας, τις οποίες ανταπαιτεί ως ακολούθως: (α) Λ.Κ.35.160 λόγω κακοτεχνιών στην εκτελεσθείσα από τις ενάγουσες και ή τους υπεργολάβους τους εργασία, και (β) Λ.Κ.301.719,75 λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εκτέλεση της εργασίας για την οποίαν φέρουν ευθύνη οι ενάγουσες. ΙΙΙ. Νομική Ανάλυση Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά ερμηνεία του επίδικου συμβολαίου και ότι σ΄ αυτήν εγείρονται θέματα ισχυριζόμενης παράβασης όρων αυτού όπως και εφαρμογής ποινικής ρήτρας. Το επίδικο συμβόλαιο αφορά οικοδομικές εργασίες και επίδικα θέματα είναι η δικαιολογημένη ή μη παράταση εκτέλεσης και ολοκλήρωσης των εργασιών, η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας και η υποχρέωση πληρωμής γι΄ αυτήν, η ύπαρξη κακοτεχνιών στην εκτελεσθείσα εργασία και τέλος η προκληθείσα ζημιά στον κάθε διάδικο από τυχόν παράβαση των όρων του επίδικου συμβολαίου από τον άλλο διάδικο αντίστοιχα. Η πλευρά των εναγουσών επικαλείται τον μεγάλο όγκο εγγράφων που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τον απαιτούμενο χρόνο παρουσίασης και κατάθεσης αυτών προς υποστήριξη του αιτήματος τους για παραπομπή σε Διαιτησία. Η πλευρά του εναγομένου δεν αντικρούει με οποιονδήποτε τρόπο αυτόν τον ισχυρισμό περί του μεγάλου αριθμού εγγράφων. Οι ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων των διαδίκων, οι οποίες βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, όντως καταδεικνύουν ότι στην παρούσα υπόθεση οι δύο πλευρές προτίθενται να καταθέσουν σωρεία εγγράφων. Ειδικότερα, στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εκ μέρους των εναγουσών αναγράφονται αναλυτικά τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία όμως μπορούν να ομαδοποιηθούν προς ευκολότερη αναφορά ως ακολούθως: (
- i)Αντίγραφα επιστολών εργολάβου
(135)(ii) Αντίγραφα άλλων επιστολών
(46)(iii) Αντίγραφα πιστοποιητικών πληρωμής
(49)(iv) Αντίγραφα τιμολογίων
(37)(v) Αντίγραφα δελτίων πληρωμής
(3)(vi) Αντίγραφο προκαταβολής συμβολαίου
(1)(vii) Αντίγραφο τηλεμοιοτυπικού μηνύματος
(1)Στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εκ μέρους του εναγομένου απαριθμούνται 21 έγγραφα ως εξής:
(1)Τόμοι Α-Δ οι οποίοι αφορούν · Δελτία Ποσοτήτων · Αναλύσεις Προσφορών · Όρους Συμβολαίου · Τεχνικές Προδιαγραφές · Κατάλογο Σχεδίων
(2)Τόμοι 1-35 οι οποίοι αφορούν · Φακέλους αλληλογραφίας · Φακέλους οδηγιών εργοταξίου και δελτίου αλλαγών · Φακέλους εγκρίσεως υλικών · Φακέλους ημερολογίου εργοταξίου · Φακέλους αλληλογραφίας για εξοπλισμό κουζίνας
(3)Πιστοποιητικά Πληρωμής · Εργολάβου, αρ. 1-39 · Αρχιτέκτονα έργου, αρ. 1-40 · Ηλεκτρομηχανολόγων έργου, αρ. 1-11 · Επιμετρητή Ποσοτήτων έργου, αρ. 1-13
(4)Πρακτικά Τμηματικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων · Εργολάβου · Μελετητών
(5)Φάκελος που περιέχει αλληλογραφία για την αγωγή
(6)Φάκελος αγωγής Από την Έκθεση η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Τέκκη επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 μόνο οι σελίδες 1-56 και 115-129. Το μεγαλύτερο μέρος των επισυνημμένων σελίδων της Έκθεσης αφορά το θέμα της καθυστέρησης-παράτασης. Στις σελίδες 9-28 περιλαμβάνεται Πίνακας στον οποίο αντιστοιχίζονται οι επιστολές του εργολάβου για παράταση χρόνου και οι λόγοι της ειδοποίησης για πρόθεση υποβολής αιτήματος για παράταση χρόνου και ή για οικονομική απαίτηση. Οι λόγοι μπορούν να χωριστούν σε κατηγορίες και είναι αυτές που περιγράφονται αναλυτικά στην παρ. 4 ανωτέρω στο μέρος όπου γίνεται αναφορά στην έκθεση απαίτησης. Ουσιαστικά οι πιο συχνοί λόγοι από τις 135 περιπτώσεις είναι οι εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες (σε συνολικά 80) και οι επιπρόσθετες και ή τροποποιητικές εργασίες (σε συνολικά 22). Στις σελίδες 29-56 του Τεκμηρίου 1 γίνεται μία περιγραφή-ανάλυση των Οδηγιών που εκδίδονταν για διάφορες εργασίες, μέρος των οποίων περιέχονται στον προαναφερόμενο Πίνακα, ακολουθεί αναφορά στα διαδραματισθέντα γεγονότα και στην κατάληξη του συντάκτη της Έκθεσης στον αριθμό των ημερών παράτασης τις οποίες οι ενάγουσες απαίτησαν και αυτές που τελικά τους παραχωρήθηκαν. Στις υπόλοιπες σελίδες που επισυνάπτονται περιέχονται οι Πίνακες (χωρίς ανάλυση ή επεξήγηση) των ποσών που αφορούν στις αξιώσεις των εναγουσών όπως αυτές και πάλι εκτίθενται ανωτέρω. Είναι γεγονός ότι στην επιστολή ημ. 30.12.13, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του κ. Τέκκη, γίνεται αναφορά σε μεγάλο όγκο εγγράφων. Συγκεκριμένα, η εν λόγω επιστολή προέρχεται από τη δικηγόρο για τον Γενικό Εισαγγελέα, κα Θ. Μαυρομουστάκη, και απευθύνεται προς τον δικηγόρο των εναγουσών, κ. Α. Ανδρέου. Σε αυτή αναφέρεται ότι τα έγγραφα τα οποία έχουν ζητηθεί από τον δικηγόρο των εναγουσών έχουν ανευρεθεί, αλλά λόγω «του μεγάλου όγκου» τους δεν είναι δυνατή η αποστολή τους, παραμένουν όμως στη διάθεση του δικηγόρου για επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων. Αυτό το γεγονός αφ΄ εαυτού καταδεικνύει μεν την ύπαρξη μεγάλου αριθμού εγγράφων αλλά από την άλλη πλευρά η ύπαρξη τους δεν προδιαγράφει εκ προοιμίου ότι όλα αυτά θα παρουσιαστούν στα πλαίσια της ακρόασης. Επομένως θεωρώ ότι η εν λόγω επιστολή δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική αναφορικά με τον όγκο των εγγράφων που τελικά θα παρουσιαστούν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και δεν εκλαμβάνεται ως σχετική επιβεβαίωση πρόθεσης παρουσίασης όλων από την πλευρά του εναγομένου. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, είναι εύλογη η εκτίμηση ότι για τον σκοπό επίλυσης της επίδικης διαφοράς οι δύο πλευρές προτίθενται να παρουσιάσουν μεγάλο όγκο εγγράφων. Αυτά αφορούν κυρίως τους όρους του επίδικου συμβολαίου, την πρόοδο και το κόστος των εργασιών και τις απαιτήσεις των εναγουσών για παράταση του χρόνου εκτέλεσης του έργου. Παρόλο που ο όγκος των εγγράφων είναι μεγάλος, εντούτοις ο αριθμός τους αφ΄ εαυτού δεν είναι αντιπροσωπευτικός του αριθμού των θεμάτων που αυτά αφορούν και κατ΄ επέκταση ούτε του απαιτούμενου χρόνου προς εξέταση τους. Και τούτο γιατί κάποια έγγραφα είναι κοινώς αποδεκτά, π.χ. οι όροι του επίδικου συμβολαίου, οι Οδηγίες που εκδόθηκαν για την εκτέλεση εργασιών, οι επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων και τα πιστοποιητικά πληρωμών δυνάμει των οποίων έγιναν πληρωμές. Επίσης αρκετά έγγραφα αφορούν συγκεκριμένη ομάδα ζητημάτων τα οποία θα εξεταστούν ως ενότητα και όχι κάθε έγγραφο μεμονωμένα. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, είναι εύλογο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι τα ζητήματα που προκύπτουν μέσα από τα ίδια τα έγγραφα είναι ομαδοποιημένα και πιο περιορισμένα σε σχέση με τον αριθμό αυτών (των εγγράφων). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 36(β) του Ν.14/60, ο μεγάλος αριθμός εγγράφων από μόνος του δεν δικαιολογεί την παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε Διαιτησία. Το Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει ότι η εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής επιβάλλει τη μακρά εξέταση εγγράφων η οποία δεν μπορεί να διεξαχθεί καταλλήλως ενώπιον του Δικαστηρίου ή να διενεργηθεί από το ίδιο το Δικαστήριο. Με βάση τη σκιαγράφηση των θέσεων των δύο πλευρών και τα επίδικα θέματα που αναφύονται, διαφαίνεται ότι η παρούσα αγωγή αφορά μία συμφωνία για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, οι οποίες δεν ολοκληρώθηκαν στον προβλεπόμενο βάσει αυτής χρόνο, οι ενάγουσες ζήτησαν παράταση περάτωσης αυτών την οποίαν ο αρχιτέκτονας του έργου δεν ενέκρινε, με αποτέλεσμα την κατ΄ ισχυρισμόν πρόκληση ζημιάς στις ενάγουσες. Ταυτόχρονα ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπάρχουν κακοτεχνίες στην εκτελεσθείσα εργασία με αποτέλεσμα αυτός να έχει ανταπαίτηση από τις ενάγουσες για την συνακόλουθη προκληθείσα ζημιά. Στο πλαίσιο εκδίκασης της παρούσας αγωγής, το Δικαστήριο αναμφίβολα θα κληθεί να αποφασίσει επί της ερμηνείας των όρων του επίδικου συμβολαίου, της τυχόν παράβασης αυτών από οποιονδήποτε των διαδίκων, την ύπαρξη ή μη κωλύματος από πλευράς των εναγουσών και της πιθανής εφαρμογής ποινικής ρήτρας που περιέχεται σε αυτό. Αυτά, παρότι ορισμένα προϋποθέτουν την εξαγωγή ευρημάτων επί γεγονότων, αποτελούν νομικά θέματα για τα οποία δεν χωρεί αμφιβολία ότι το Δικαστήριο είναι το μόνο κατάλληλο προς εκδίκαση και απόφαση. Η πλευρά των εναγουσών ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δεν έχει τις κατάλληλες τεχνοοικονομικές επιστημονικές γνώσεις για να μπορέσει να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, αλλά ότι αυτή θα πρέπει να εκδικαστεί από ειδικό ο οποίος όχι μόνο έχει τις αναγκαίες γνώσεις αλλά κατέχει και την πρακτική που ισχύει σε τέτοιες περιπτώσεις. Επί τούτου το Δικαστήριο αρχικά επαναλαμβάνει ότι για τον σκοπό επίλυσης της επίδικης διαφοράς εγείρονται νομικά ζητήματα. Επιπλέον αρκετά ζητήματα αφορούν πραγματικά γεγονότα για τα οποία δεν είναι αναγκαία η μαρτυρία οποιουδήποτε ειδικού. Όπως ορθώς επισημαίνεται στην αγόρευση της δικηγόρου του εναγομένου, η βάση της απαίτησης των εναγουσών για την αιτούμενη παράταση των 337 ημερών και για αποζημιώσεις λόγω συνακολούθης προκληθείσας ζημιάς, είναι καθαρά θέμα γεγονότων για τα οποία το Δικαστήριο είναι και πάλι το πλέον κατάλληλο να ακούσει, ειδικότερα εφόσον αυτά τα γεγονότα θα αποτελέσουν και τη βάση αξιολόγησης και κατάληξης επί των νομικών θεμάτων που προκύπτουν. Ειδικότερα, τα όσα αναφέρονται στην παρ. 4(i)-(vii) ανωτέρω ουδόλως σχετίζονται με εξειδικευμένη μαρτυρία αλλά αφορούν μαρτυρία επί γεγονότων. Ακόμα και μέρος των απαιτήσεων, όπως χρηματοδοτικά έξοδα και έξοδα τόκων, ουδόλως αφορούν μαρτυρία ειδικού. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι κατά την εξέταση της επίδικης διαφοράς εγείρονται βεβαίως και ζητήματα για τα οποία απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας ειδικού, όπως η ύπαρξη τυχόν κακοτεχνιών στην εκτελεσθείσα εργασία. Αυτή η μαρτυρία όμως περιορίζεται και αφορά μόνο ένα μέρος των επίδικων θεμάτων. Αναμφίβολα το Δικαστήριο θα ασχοληθεί εκτενέστερα με ένα συμβόλαιο που αφορά οικοδομικές εργασίες και τεχνικά θέματα, περιλαμβανομένων μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εργασιών, για τα οποία όντως απαιτείται κάποια εξειδικευμένη μαρτυρία αναφορικά με τη φύση αυτών. Αυτές όμως καλύπτουν διάφορες ειδικότητες και γνώσεις, π.χ. μηχανολογικής, ηλεκτρολογικής και οικοδομικής φύσης, για τις οποίες πιθανόν να χρειάζεται ξεχωριστός ειδικός για κάθε τομέα. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι τα επίδικα θέματα που αναφύονται στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής δεν απαιτούν μόνο εξειδικευμένη μαρτυρία, ούτε και ότι αυτή η μαρτυρία είναι τέτοιας φύσης που να καθιστά την εκδίκαση της από το Δικαστήριο μη δυνατή και κατάλληλη. Αντιθέτως, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η παρούσα υπόθεση αφορά σοβαρά νομικά ζητήματα, πραγματικά γεγονότα και εξειδικευμένη μαρτυρία η οποία μπορεί να παρουσιαστεί στο πλαίσιο εκδίκασης της ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να υπενθυμίσω τη δυνατότητα παρουσίασης μαρτυρίας ειδικών κατά την ακρόαση υποθέσεων ενώπιον Δικαστηρίου και τον τρόπο προσέγγισης αυτής μέσα από τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. αρ. 53/11, ημ. 24.1.13, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984 και Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298. Η πλευρά των εναγουσών στηρίχθηκε επίσης στις πρόνοιες του άρθρου 36(γ) του Ν.14/60, ότι δηλαδή η επίδικη διαφορά συνίσταται εν μέρει σε ζητήματα λογαριασμών. Στην ένσταση περιλαμβάνεται σχετικός λόγος με τον οποίο υπάρχει άρνηση τέτοιου ισχυρισμού. Όπως ήδη αναφέρεται, μία εκ των αξιώσεων των εναγουσών για αποζημιώσεις αφορά υπόλοιπο τελικού λογαριασμού ύψους €2.165.974,30, το οποίο, με βάση την έκθεση απαίτησης, προκύπτει ως εξής: 1) Προσθήκη των ποσών για εκτελεσθείσα εργασία 2) Τροποποιήσεις 3) Εξοπλισμός κουζίνας 4) Υλικά στο εργοτάξιο 5) Αυξήσεις εργατικών και υλικών, και 6) Προκαταβολής μείον 1) Προκαταβολή 2) Κράτηση ποσοστού βάσει του συμβολαίου, και 3) Προηγούμενες πληρωμές. Η πλευρά του εναγομένου στην υπεράσπιση της αναφέρει ότι τα ορθά ποσά του τελικού λογαριασμού, όπως εγκρίθηκαν από τους ειδικούς συμβούλους και εξοφλήθηκαν ύψους €95.746,00, είναι τα ακόλουθα: 1) Αξία εκτελεσθείσας εργασίας μείον 2) Προηγούμενες πληρωμές 3) Ζημιές για κακοτεχνίες, και 4) Αποκοπές για καθυστερήσεις συν Φ.Π.Α. Είναι εμφανές ότι στην παρούσα αγωγή υπάρχει αμφισβητούμενο ζήτημα ως προς το ποσό του τελικού λογαριασμού. Αυτό όμως είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και προκύπτει από το σύνολο των υπόλοιπων εγειρόμενων επίδικων θεμάτων με αποτέλεσμα να θεωρώ ότι αυτό θα αποφασιστεί ως συνακόλουθο θέμα και με βάση την υπόλοιπη μαρτυρία που θα προσκομιστεί στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Δεν συμφωνώ όμως ότι οι πιο πάνω αριθμητικές πράξεις συνιστούν τέτοιας φύσης ζητήματα λογαριασμών εξαιτίας της οποίας θα έπρεπε να διοριστεί ειδικός, απλός ή επίσημος διαιτητής. Έχοντας υπ΄ όψιν όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο τονίζει ότι λαμβάνει δικαστική γνώση των υποθέσεων που εκδικάζονται, ακόμα και ενδιάμεσες αιτήσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν τεράστιο όγκο εγγράφων αλλά και επιστημονική μαρτυρία. Ο όγκος των εγγράφων, η φύση της επίδικης διαφοράς αλλά και το είδος της επιστημονικής μαρτυρίας που θα προσκομιστεί στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής δεν είναι τέτοια που να οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι αυτό (το Δικαστήριο) δεν μπορεί να τη χειριστεί και εκδικάσει. Αντιθέτως το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι η παρούσα υπόθεση δεν διαφέρει είτε σε όγκο εγγράφων είτε σε φύση εξειδικευμένης μαρτυρίας από τις υπόλοιπες υποθέσεις που τίθενται ενώπιον του και καλείται να εκδικάσει. Τέτοιας φύσης υπόθεση δύναται καταλλήλως να εκδικαστεί από το Δικαστήριο το οποίο είναι αρμόδιο να αποφασίσει εφ΄ όλων των θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα αγωγή, ούτως ώστε δεν συντρέχει λόγος παραπομπής της επίδικης διαφοράς η οποιουδήποτε επιμέρους ζητήματος ή γεγονότος σε Διαιτησία. IV. Kατάληξη Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου-καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον των εναγουσών-αιτητριών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν νόμιμο τόκο και Φ.Π.Α. (Υπ.) Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο