ΣΩΖΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ν. ΣΙΛΒΙΑ BONZIAK κ.α., Αρ. Αγωγής 6321/2014, 14/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A194 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6321/2014 ΜΕΤΑΞΥ: ΣΩΖΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ Ενάγοντoς -και-
- ΣΙΛΒΙΑ BONZIAK
- S.S. NET TO PHONE LTD Εναγομένων ----------------- Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος 14 Μαΐου,
- Για τoυς αιτητές: κα Δήμου. Για τον καθ' ου η αίτηση: κος Λιβέρας. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη αίτηση ο ενάγων (στη συνέχεια ο αιτητής) επιδιώκει έκδοση προσωρινού διατάγματος σε βάρος της εναγομένης 1 (στη συνέχεια η καθ' ης η αίτηση) και της εναγομένης 2 (στη συνέχεια η εταιρεία). Ας λεχθεί από τώρα ότι η αίτηση προωθήθηκε ex parte. Όταν όμως τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου δόθηκαν οδηγίες για επίδοση, όπερ και εγένετο. Ως εκ τούτου οι καθ' ων η αίτηση έλαβαν γνώση της διαδικασίας και στη συνέχεια καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Αντικείμενο λοιπόν της παρούσας δεν είναι απλώς η μονομερής αίτηση αλλά και η ένταση που καταχωρίστηκε. Λόγω του ότι το αίτημα επικαλείται τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, κρίνω σκόπιμο πριν οτιδήποτε άλλο να παραθέσω τις νομολογιακές αρχές που διέπουν τούτο. Αριθμός αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου πραγματεύεται την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Όπως έχει νομολογηθεί οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που εξετάζονται είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα Ακολούθως το δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ' Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Odysseos, πιο πάνω, σελίδα 569, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται ότι η πιθανότητα επιτυχίας παραπέμπει στην αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης, συμπέρασμα που έπεται κάποιας αξιολόγησης. Ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται υπερβαίνει απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά υπολείπεται αρκετά του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Εν κατακλείδι η υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 170/11, ημερ. 20.10.2011 πραγματεύεται την τελευταία προϋπόθεση. Αναφέρθηκε εκεί ότι «εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης». Η πιο πάνω σύνοψη των νομολογιακών αρχών θα ήταν ημιτελής αν δεν αναφερόταν ότι σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς και το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των σχετικών προϋποθέσεων. Ως εκ τούτου δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας παρά μόνο σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ΄ εαυτή την εξακρίβωση των αναγκαίων προϋποθέσεων (βλ. Κυρίλλου (πιο πάνω), στη σελ. 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 853, 869, και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Τα διατάγματα που ζητά ο αιτητής έχουν ως ακολούθως: «Α. Παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη 1, είτε προσωπικά είτε ως διευθύντρια της εναγομένης 2 είτε μέσω υπαλλήλων, εκπροσώπων, υπηρετών ή αντιπροσώπων να εισέρχεται και/ή να επεμβαίνει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο να εμποδίζει τον ενάγοντα από το να εισέρχεται και/ή εκτελεί εργασία επί της επιχείρησης περιπτέρου, η οποία ασκείται υπό της εναγόμενης 2 εταιρείας και το οποίο βρίσκεται στην οδό Ρηγαίνης 67 Γ στη Λευκωσία, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγομένη/καθ' ης η αίτηση προσωπικά, είτε μέσω υπαλλήλων, εκπροσώπων, υπηρετών ή αντιπροσώπων του να μεταβιβάσει, πωλήσει, αποξενώσει, δωρίσει, ενεχυριάσει, επιβαρύνει ή άλλως πως διαθέσει το μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση 2, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη 2, μέσω των διευθυντών, συμβούλων, αντιπροσώπων, εκπροσώπων, υπαλλήλων και/ή υπηρετών αυτών ή οποιοσδήποτε εξ αυτών από του να προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή και/ή μεταβίβαση και/ή ενεχυρίαση του μετοχικού κεφαλαίου της και από του να προβούν σε μεταβίβαση και/ή πώληση και/ή επιβάρυνση και/ή άλλως πως της επιχείρησης περιπτέρου το οποίο βρίσκεται στην οδό Ρηγαίνης 67Γ στη Λευκωσία με την επωνυμία και η οποία ασκείται υπό της εναγόμενης 2 εταιρείας, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποία να απαγορεύεται στην εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση 1 προσωπικά, είτε μέσω υπαλλήλων, εκπροσώπων, υπηρετών ή αντιπροσώπων του να πωλήσει, αποξενώσει, δωρίσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει ή άλλως πως διαθέσει την οικία που βρίσκεται επί της οδού Χαράλαμπου Μούσκου 19 στη Παλλουριώτισσα. Ε. Οποιανδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη». Η αίτηση έχει ως νομική βάση το άρθρο 32
(1)έως
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, τη Δ.48 κκ 1, 2 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και τις γενικές εξουσίες του δικαστηρίου. Επιπλέον υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο αιτητής. Ακριβώς ίδια είναι η νομική βάση και της ένστασης, που σε αυτή την περίπτωση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση. Οι δε λόγοι ένστασης έχουν ως ακολούθως: «
- Ο Ενάγοντας/αιτητής απέτυχε να θέσει του Δικαστηρίου με την αγωγή και την ένορκη δήλωση του εύλογη αιτία και/ή καλή βάση αγωγής.
- Ο Ενάγοντας/αιτητής ουδένα δικαίωμα έχει επί της επιδίκου επιχειρήσεως και δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής.
- Ο Ενάγοντας/αιτητής με την ένορκη δήλωση του δεν καταδεικνύει κανένα λόγον που να δημιουργεί το επείγον για έκδοση προσωρινού διατάγματος.
- Οι πρόνοιες του άρθρου 32 το υΝ.14/60δεν συντρέχουν στην παρούσα αίτηση.
- Οι αρχές που νομολογιακά έχουν θεσπιστεί στην Κύπρο για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση.
- Η αίτηση είναι αστήρικτη ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο.
- Κατά την δικάσιμο θα δοθούν περαιτέρω λόγοι και γεγονότα που να τεκμηριώνουν την ένσταση.
- Ο Ενάγοντας/αιητής δεν έχει εκθέσει τα πραγματικά γεγονότα και/ή έχει αποκρύψει ουσιαστικά γεγονότα τα οποία αν υπήρχαν δεν θα δικαιολογούσαν την έκδοση του παρόντος διατάγματος (Δεν παρουσιάσθη στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια)». Παρεμβάλλω εδώ ότι η αγωγή καταχωρίστηκε σε κλητήριο ένταλμα βάσει της Δ.2 κ.
- Έχει εντούτοις νομολογηθεί ότι αυτό δεν αποτελεί κώλυμα, νοουμένου βεβαίως ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αποκαλύπτει τη σοβαρότητα του ζητήματος (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 598, 603). Η σημασία της αναφοράς στο κλητήριο ένταλμα έγκειται σε επισήμανση ότι με την αγωγή αξιώνονται αναγνωριστικά διατάγματα ανάλογου περιεχομένου με εκείνα που εδώ απασχολούν. Η διαφορά εντούτοις μεταξύ των δυο είναι ότι εδώ ο αιτητής διεκδικεί διάταγμα που απαγορεύει τους καθ' ων η αίτηση να μεταβιβάσουν τις μετοχές της εταιρείας ή την ιδιοκτησία της οικίας, ενώ με την αγωγή ζητείται αναγνωριστική δήλωση ότι ο αιτητής είναι δικαιούχος του ½ της οικίας καθώς και των μετοχών της εταιρείας, αλλά και ειδική εκτέλεση της συμφωνίας μεταξύ του αιτητή και της καθ' ης η αίτηση. Επιπλέον με την αγωγή αξιώνονται γενικές, ειδικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Τώρα, αν ορθά αντιλαμβάνομαι τις θέσεις των δυο πλευρών οι διάδικοι δεν διαφωνούν επί παντός επιστητού. Αποτελεί εν προκειμένω κοινό έδαφος ότι αιτητής και καθ' ης η αίτηση ήταν σύζυγοι. Μάλιστα από το γάμο τους απέκτησαν δυο παιδιά, σήμερα ηλικίας 16 και 15 ετών αντίστοιχα. Δυστυχώς ο γάμος των διαδίκων δεν κράτησε. Έτσι την 13.02.2006 λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Είναι εντούτοις παραδεκτό ότι μετά τη λύση του γάμου των δυο συνομολογήθηκε συμφωνία που σκοπό είχε την επίλυση των περιουσιακών διαφορών τους. Η συμφωνία των διαδίκων είναι το τεκμήριο 1 και είναι ημερομηνίας 06.11.
- Το περιεχόμενο τούτης εξετάζω πιο κάτω. Για την ώρα ενδιαφέρει ο όρος 5 της συμφωνίας, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Συμφωνείται μεταξύ των Συμβαλλομένων ότι η επιχείρηση του περιπτέρου η οποία ευρίσκεται επί της οδού Ρηγαίνης 67Γ, Λευκωσία και ασκείται υπό της εταιρείας J.S. NET TO PHONE LTD ανήκει εξ ημισίας εις τους Συμβαλλόμενους». Δέον να σημειωθεί ότι η καθ' ης η αίτηση είναι η μοναδική εγγεγραμμένη μέτοχος της εταιρείας, καθώς επίσης διευθύντρια τούτης. Επί του προκειμένου αποκαλυπτικό είναι και το περιεχόμενο της δέσμης εγγράφων του εφόρου εταιρειών, τεκμήριο 3 στην αίτηση. Οι δυο πλευρές συμφωνούν περαιτέρω ότι την 30.10.2014 και περί ώρα 19:00 η καθ' ης η αίτηση μετέβη στο περίπτερο μαζί με κάποιους άνδρες και ζήτησε από τον αιτητή να αποχωρήσει, προφασιζόμενη ότι είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας και ότι πρόθεσή της είναι να πωλήσει την επιχείρηση του περιπτέρου σε ένα από τα παριστάμενα πρόσωπα. Και κάπου εδώ η κοινή πορεία των ισχυρισμών των διαδίκων διακόπτεται. Ο αιτητής διατείνεται πως τα πρόσωπα που συνόδευαν την καθ' ης η αίτηση ήταν ένας γερμανός και κάποιοι μπράβοι του υποκόσμου. Επιπλέον διατείνεται ότι το τελευταίο διάστημα έχει πληροφορηθεί ότι η καθ' ης η αίτηση, η οποία είναι πολωνικής καταγωγής, εξέφρασε την επιθυμία να μεταβεί μόνιμα στη χώρα καταγωγής της. Σε αυτό το πλαίσιο αναφέρει ότι τελευταίως οι σχέσεις των μερών είναι τεταμένες και αυτός είναι ο λόγος που από τον Αύγουστο του 2014 τα παιδιά του ζεύγους διαμένουν με τον ίδιο. Αποδίδει ο αιτητής τα προβλήματα σε εθισμό της καθ' ης η αίτηση στο αλκοόλ. Επιχείρησε, διατείνεται ο αιτητής, να συνομιλήσει με την καθ' ης η αίτηση ώστε να διευθετήσουν τα συμφωνηθέντα στη συμφωνία τεκμήριο
- Η τελευταία όμως αρνήθηκε και/ή αμέλησε να συμμορφωθεί. Τέλος, είναι η θέση του αιτητή ότι μετά το συμβάν της 30ης Οκτωβρίου η καθ' ης η αίτηση του ζήτησε να μην μεταβαίνει στο περίπτερο και αυτό γιατί, όπως τον ενημέρωσε, θα προχωρήσει σε άμεση πώληση της επιχείρησης. Στον αντίποδα η καθ' ης η αίτηση απορρίπτει τις κατηγορίες του αιτητή περί αλκοολισμού της ή ότι τα πρόσωπα που τη συνόδευσαν το βράδυ της 30ης Οκτωβρίου ήταν του υπόκοσμου. Επιπλέον αρνείται ότι εξέφρασε την πρόθεση να εγκαταλείψει την Κύπρο. Σε ό,τι αφορά την αίτηση και δη τα επίδικα διατάγματα αναφέρει ότι η συμφωνία των διαδίκων, δηλαδή το τεκμήριο 1 στην αίτηση, είναι άκυρη καθ' ότι το χρόνο που συνομολογήθηκε ο αιτητής ήταν πτωχεύσας και δεν είχε ικανότητα του συμβάλλεσθαι. Περαιτέρω, σχολιάζει διάφορες από τις πρόνοιες της συμφωνίας και ισχυρίζεται ότι ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε με αυτές. Είναι γι' αυτό το λόγο, λέει η καθ' ης η αίτησης, που οι δυο τους, ο αιτητής και η ίδια, συνομολόγησαν πρόσθετη προφορική συμφωνία η οποία προνοούσε ότι το μερίδιο που πιθανόν να είχε ο αιτητής στην επιχείρηση του περιπτέρου και την οικία του ζεύγους θα συνυπολογιζόταν με τα ποσά που όφειλε να καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση, δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας τεκμήριο
- Παρεμβάλλω εδώ ότι επί του προκειμένου ζητήθηκε η αντεξέταση της καθ' ης η αίτηση. Στην αντεξέταση ερωτήθηκε ποιο ήταν το περιεχόμενο αυτής της προφορικής συμφωνίας και απάντησε ότι οι δυο τους συμφώνησαν πως. επειδή ο αιτητής έπρεπε να της καταβάλλει διατροφή και επίσης να πληρώνει μέρος της δόσης του οικιστικού δανείου, κάτι το οποίο δεν έκανε, συμφώνησαν ότι η επιχείρηση και το σπίτι θα έμεναν στην ίδια. Δεν ήταν σε θέση να πει πότε ακριβώς έγινε αυτή η δεύτερη και προφορική συμφωνία, ήταν όμως βέβαιη ότι δεν απέστειλε οιανδήποτε σχετική επιστολή στον αιτητή. Πέραν των πιο πάνω η καθ' ης η αίτηση αναφέρει στη δήλωσή της ότι ο λόγος διά τον οποίο αναγκάστηκε να αναλάβει την επιχείρηση το βράδυ της 30ης Οκτωβρίου, είναι γιατί από τον Αύγουστο του 2014 ο αιτητής την εκδίωξε από το περίπτερο ασκώντας ψυχολογική βία. Είναι ο αιτητής, διατείνεται η καθ' ης η αίτηση, που ήλεγχε τα οικονομικά της επιχείρησης, μάλιστα διόρισε δικό του λογιστή και άφησε πολλές εκκρεμότητες στην εταιρεία με ενδεχόμενο η καθ' ης η αίτηση να υποστεί τις συνέπειες. Ως εκ τούτου, λέει η καθ' ης η αίτηση, ό,τι έπραξε ήταν από ενδιαφέρον για την επιχείρηση. Διατείνεται περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει ο αιτητής είναι απλός υπάλληλος της εταιρείας ενώ η ίδια είναι μέτοχος και διευθύντρια. Τονίζει δε ότι ο λόγος που λειτούργησε τοιουτοτρόπως ήταν γιατί ο ένας από τους άνδρες που τη συνόδευε ήταν το πρόσωπο στο οποίο πωλήθηκε εν τέλει η επιχείρηση. Ο ισχυρισμός της καθ' ης η αίτηση περί πωλήσεως της επιχείρησης ήταν το δεύτερο από τα δυο ζητήματα δια το οποίο αντεξετάστηκε. Ανέφερε σχετικά ότι η μεταβίβαση έγινε την 04.10.
- Ερωτήθηκε κατά πόσο έχει γραπτή συμφωνία πώλησης και απάντησε καταφατικά. Ακολούθως, στο στάδιο επανεξέτασης, παρουσιάστηκε η σχετική συμφωνία και κατατέθηκε ως τεκμήριο Χ, καθώς επίσης τα έγγραφα του εφόρου εταιρειών, τεκμήριο Ψ. Ερωτηθείσα γιατί τότε εκδίωξε τον αιτητή την 30ην Οκτωβρίου, δηλαδή 25 ημέρες μετά την ισχυριζόμενη πώληση, απάντησε ότι δεν είναι η ίδια αλλά ο καινούριος ιδιοκτήτης που τον εκδίωξε. Είναι αυτούς τους ισχυρισμούς που καλείται το δικαστήριο να διερευνήσει ώστε να αποφανθεί για την τύχη του αιτήματος. Προτού όμως στρέψω την προσοχή μου στην ουσία της αίτησης κρίνω επιβεβλημένο να σχολιάσω κάποιους των λόγων ένστασης. Με τον 3ο λόγο ένστασης οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται ότι ο αιτητής απέτυχε να καταδείξει το κατεπείγον του αιτήματος, ενώ με τον 9ο λόγο υποστηρίζουν ότι προέβη σε απόκρυψη γεγονότων. Με όλο το σεβασμό, σοβαροί όσο και αν είναι οι λόγοι αυτοί δεν καθορίζουν την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Αυτό γιατί μπορεί μεν η αίτηση να προωθήθηκε μονομερώς, το δικαστήριο όμως δεν εξέδωσε οιονδήποτε διάταγμα στην απουσία των καθ' ων η αίτηση και κάλεσε τον αιτητή να επιδώσει την αίτησή του, όπως και έπραξε. Η έννοια του κατεπείγοντος, ως παράμετρος που δικαιολογεί εξαίρεση από τα ειωθότα της δικαστικής διαδικασίας, εξετάζεται στην περίπτωση που το διάταγμα εκδόθηκε στην απουσία της άλλης πλευράς. Εδώ δεν ακολουθήθηκε αυτή η προσέγγιση εφόσον δόθηκαν οδηγίες επίδοσης της αίτησης. Κατ' επέκταση, το κατεπείγον του πράγματος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο που εξετάζεται όταν η αίτηση είναι διά κλήσεως (βλ. Κασπαρή κ.α. ν. Ανδρέου
(2004)1Β Α.Α.Δ. 784, 787). Ανάλογα όμως ισχύουν και για την υποχρέωση αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. Τέτοια υποχρέωση είναι αδήριτη, σύμφωνα με τη νομολογία, όπου η αίτηση εξετάζεται μονομερώς, και αυτό γιατί το δικαστήριο καλείται να παρεκκλίνει από την αρχή μηδενί δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον ακούσεις. Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση εξετάστηκε στην παρουσία των καθ' ων η αίτηση εφόσον δόθηκαν οδηγίες επίδοσης. Ως εκ τούτου, οι διάδικοι, και δη οι καθ' ων η αίτηση, είχαν την ευχέρεια να θέσουν το σύνολο των θέσεών τους ενώπιον του δικαστηρίου, ώστε να αποφασιστούν. Κατ' επέκταση δεν δικαιολογείται ισχυρισμός απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων που παραπλάνησαν το δικαστήριο σε έκδοση διατάγματος, εφόσον τέτοιο διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς. Ένα άλλο σημείο που απασχολεί και κρίνω ότι πρέπει να εξεταστεί προκαταρτικά είναι η εισήγηση του αιτητή ότι ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση περί μεταβιβάσεως των μετοχών της εταιρείας, δεν αποτελεί λόγο ένστασης και έτσι δεν μπορεί να εξεταστεί. Έχω παραθέσει ήδη τους λόγους ένστασης. Είναι με μεγάλη προσοχή που διεξήλθα το περιεχόμενο τούτων. Όπως και αν αντικριστούν οι εναπομείναντες λόγοι ένστασης - λόγοι 1, 2, 4, 5, 6 και 8 - γεγονός παραμένει ότι δεν προωθούν τη θέση πως η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου λόγω μεταβιβάσεως των μετοχών της εταιρείας. Η σημασία τώρα καταγραφής λόγων ένστασης δεν είναι απλώς τυπική, δηλαδή δικονομική υποχρέωση (βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1Β Α.Α.Δ. 825, 836). Εξυπηρετούν εν προκειμένω την ακρίβεια που απώτερο στόχο έχει την αποκάλυψη των επίδικων θεμάτων και βεβαίως οριοθέτηση της διαδικασίας. Αν μπορούν να παραλληλιστούν θα έλεγα ότι ομοιάζουν δικανικά με λόγους έφεσης και κατ' επέκταση, εκεί όπου συγκεκριμένο ζήτημα δεν εξειδικεύεται δεν επιτρέπεται να προωθηθεί. Καταλήγω συνεπώς ότι ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση περί μεταβιβάσεως των μετοχών της εταιρείας, δεν είναι δικογραφημένος λόγος ένστασης και έτσι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Πέραν της ως ανωτέρω δικανικής κρίσης, φρονώ ότι ορθό είναι να αναφέρω και τα εξής. Το τεκμήριο Ψ, δηλαδή δέσμη εγγράφων του Εφόρου Εταιρειών, δεν δικαιολογεί συμπέρασμα μεταβίβασης των μετοχών. Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι η καθ' ης η αίτηση συμπλήρωσε και κατέθεσε τα νενομισμένα έντυπα, εν προκειμένω τα έντυπα ΗΕ4 και ΗΕ57, εντούτοις η επιστολή της αρμόδιας αρχής, επιστολή ημερομηνίας 20.11.2014, δεν αφήνει περιθώριο άλλου συμπεράσματος παρά μόνο ότι οι αλλαγές στο μητρώο δεν έχουν ολοκληρωθεί εφόσον δεν υπογράφηκαν από τον γραμματέα της εταιρείας που στην προκείμενη περίπτωση είναι ο αιτητής. Συνεπώς ούτε τα πραγματικά γεγονότα δικαιολογούν ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση πως οι μετοχές της εταιρείας έχουν μεταβιβαστεί. Επί της ουσίας τώρα του πράγματος παρατηρώ ότι η αξίωση του αιτητή εδράζεται σε παραβίαση συμφωνίας. Είναι σαφές ότι για τον αιτητή η συμφωνία αυτή είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Αντικείμενο τούτης είναι οι περιουσιακές διαφορές του ζεύγους μετά τη λύση του γάμου τους. Παρεμβάλλω εδώ, ενδεχομένως εκ του περισσού, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο ανακτά δικαιοδοσία εφόσον η διαφορά, έστω περιουσιακή, ενσωματώθηκε σε συμφωνία, δηλαδή μετεξελίχθηκε σε συμβατική υποχρέωση (βλ. Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1047). Σχολιασμός οφείλεται περαιτέρω στον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση ότι το τεκμήριο 1 είναι άκυρο λόγω του ότι κατά το χρόνο σύναψης τούτου ο αιτητής ήταν πτωχεύσας. Αφήνεται τοιουτοτρόπως υπονοούμενο ότι ο αιτητής δεν είχε ικανότητα του συμβάλλεσθαι (άρθρο 11 του Κεφ. 149). Η σχετική όμως θέση δεν υποστηρίχθηκε ούτε πραγματικά αλλά ούτε και νομικά. Αφενός δεν προσκομίστηκε οιονδήποτε έγγραφο που να φανερώνει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο αιτητής ήταν πτωχεύσας, κάτι που εν πάση περιπτώσει φαίνεται να ήταν σε γνώση όλων των εμπλεκομένων, αφετέρου δεν υποδείχθηκε σχετική νομοθετική ρύθμιση που απαγορεύει σε πτωχεύσαντα τη συνομολόγηση συμφωνίας. Προσθέτω εδώ ότι η θέση της καθ' ης η αίτηση δεν είναι πως δεν γνώριζε ότι ο αιτητής ήταν πτωχεύσας και συνεπώς εξαπατήθηκε κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο άρθρο 117(α) του Κεφ.
- Ό,τι διατείνεται είναι μόνο ότι ο αιτητής ήταν πτωχεύσας και ότι αυτό καθιστά τη συμφωνία άκυρη. Με τούτο το συλλογισμό δεν μπορώ να συμφωνήσω. Κατά τα λοιπά γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας η απλή και μόνο προσκόμιση της συμφωνίας τεκμήριο 1 καταδεικνύει ότι οι διάδικοι διευθέτησαν τις περιουσιακές διαφορές τους. Σε σχέση με τις μετοχές της εταιρείας ενδιαφέρουν όχι μόνο ο όρος 5 της συμφωνίας, αλλά και οι όροι 6 και
- Φανερώνουν τούτοι ότι η καθ' ης η αίτηση κατείχε τις μετοχές ή τουλάχιστον μέρος τούτων, εκ μέρους και του αιτητή. Ανάλογη ρύθμιση γίνεται και για τη συζυγική οικία (βλ. 4ο όρο τεκμηρίου 1). Γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας η συμφωνία τεκμήριο 1 σε συνδυασμό με την εκπεφρασμένη θέση της καθ' ης η αίτηση να αποξενώσει τις μετοχές της εταιρείας, καθώς ότι ο αιτητής δεν δικαιούται μερίδιο από τη συζυγική εστία, αποκαλύπτουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον φανερώνουν απόκλιση από εκείνο που φαίνεται να έχουν συμφωνήσει οι διάδικοι. Η θέση της καθ' ης η αίτηση περί άλλης προφορικής συμφωνίας δεν αλλοιώνει, γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, τα συμπεράσματα που προκύπτουν από το τεκμήριο
- Επιπλέον η δεδηλωμένη θέση της καθ' ης η αίτηση ότι θεωρεί τη συμφωνία άκυρη και ότι ανέλαβε τον έλεγχο της εταιρείας ως μοναδική μέτοχος και διευθύντρια που είναι, προς το σκοπό να πωλήσει τούτην, φανερώνει πως αν το δικαστήριο δεν παρέμβει η απονομή της δικαιοσύνης σε μελλοντικό στάδιο θα καταστεί δύσκολη αν όχι αδύνατη. Δεν παραγνωρίζω ότι πιθανό να υπάρχει ευχέρεια για χρηματική αποκατάσταση. Εντούτοις όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245, η χρηματική αποζημίωση δεν είναι ο μόνος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Στην προκείμενη περίπτωση η εταιρεία και δη η επιχείρηση περιπτέρου είναι το βιος του αιτητή. Εκεί εργάζεται και με εκείνο είναι που ασχολείται. Καταλήγω συνεπώς ότι είναι τούτη η περίπτωση που η όποια χρηματική αποζημίωση δεν είναι ικανή να αντισταθμίσει την απώλεια. Τελευταίο ζήτημα που εξετάζεται είναι το ισοζύγιο της ευχέρειας. Επί του προκειμένου κρίνω ότι χαρακτηριστική είναι η αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση Films Rover International Ltd, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 B Α.Α.Δ. 788,
- Λέχθηκε εκεί ότι. «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Είμαι της γνώμης ότι στην προκείμενη περίπτωση η ευχέρεια γέρνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η διατήρηση της σημερινής κατάστασης πραγμάτων δεν εξυπηρετείται άλλως πως. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι τα επίδικα διατάγματα είναι προσωρινό μέτρο μέχρι εκδικάσεως της αγωγής. Κατ' επέκταση σκοπός τους είναι η διαφύλαξη της σημερινής κατάστασης πραγμάτων μέχρις ότου το δικαστήριο αποφασίσει οριστικά τι μέλλει γενέσθαι με τη συμφωνία των διαδίκων. Από την άλλη διαφορετική προσέγγιση ενδέχεται να οδηγήσει σε ριζική και αμετάκλητη διαφοροποίηση της όλης κατάστασης, με αποτέλεσμα η δικαστική διαδικασία να καταστεί άνευ αντικειμένου. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω εκδίδεται διάταγμα ως το Α, Β, Γ και Δ στην αίτηση. Ο αιτητής να αναλάβει εγγύηση ύψους €5.000,
- Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και
- Τα έξοδα να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο