← Κύπρος

PH FURNISHINGS LTD ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2538/2011, 20/5/2015

PH FURNISHINGS LTD ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2538/2011, 20/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2538/2011 Μεταξύ: PH FURNISHINGS LTD Ενάγουσας και

  1. ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ
  2. ΝΑΤΑΣΑ ΣΤΑΥΡΟΥ Εναγομένων --------------------- Αίτηση των εναγομένων ημερ. 21.11.2014 για παραπομπή σε Διαιτησία Ημερομηνία: 20 Μαΐου, 2015 Για τους εναγομένους - αιτητές : κα Δ. Καρή Για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Ξ. Κουσταή Απόφαση Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε στις 8.4.2011, η ενάγουσα εταιρεία, η οποία ασχολείται με ξυλουργικές εργασίες, αξιώνει από τους εναγομένους ποσό εκ €19.340 ως οφειλόμενο υπόλοιπο για εργασίες που της ανέθεσαν οι εναγόμενοι στην κατοικία τους στη Λακατάμια. Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά ή περί το τέλος του 2007 υπέβαλε προσφορά προς τους εναγομένους για την κατασκευή εργασιών της ειδικότητάς τους, κατόπιν παράκλησης των εναγομένων, για συνολικό ποσό Λ.Κ. 10.120 ή €17.291 συμπ. Φ.Π.Α. η οποία έγινε αποδεκτή από τους εναγομένους, ενώ στη συνέχεια οι τελευταίοι ανέθεσαν στην ενάγουσα επιπρόσθετη εργασία ύψους Λ.Κ. 3.530 ή €6.
  3. Μετά από την καταβολή €4.000 έναντι, παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό της απαίτησης. Στις 1.1.2011 οι εναγόμενοι καταχώρισαν έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση, στην οποία ισχυρίζονται ότι περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2006 οι εναγόμενοι ζήτησαν από την ενάγουσα την ετοιμασία προσφοράς για την κατασκευή σκάλας και μεσοθύρων για την υπό ανέγερση κατοικία τους και συμφωνήθηκε προφορικά η ανάθεση της εργασίας για Λ.Κ. 6.500 ή €11.105,
  4. Εφόσον καταβλήθηκε το ποσό των €4.000, οι εναγόμενοι προβάλλουν ότι το υπόλοιπο ανέρχεται σε €7.
  5. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει όπως οι επίδικες ξυλουργικές εργασίες ολοκληρωθούν κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2007, αλλά η ενάγουσα δεν τις ολοκλήρωσε, και δεν διόρθωσε «τις κακοτεχνίες». Θεωρούν την καθυστέρηση αδικαιολόγητη, αφού στο έργο δεν υπήρχαν εκκρεμότητες που να εμπόδιζαν την τοποθέτηση μεσοθύρων και σκάλας. Περί τα τέλη του 2009 η ενάγουσα αποχώρησε από την κατοικία χωρίς να ολοκληρώσει τις κατασκευές που της είχαν ανατεθεί και οι εναγόμενοι αναγκάστηκαν να αναθέσουν την ολοκλήρωση των εργασιών και τη διόρθωση των κακοτεχνιών σε άλλο ξυλουργό, στον οποίο κατέβαλαν €2.000, ποσό το οποίο ανταπαιτούν από την ενάγουσα, καθώς και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Η ενάγουσα καταχώρισε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, στην οποία αρνείται τους ισχυρισμούς στο δικόγραφο των εναγομένων. Προβάλλει τη θέση ότι η καθυστέρηση στην τοποθέτηση των ξυλουργικών κατασκευών σύμφωνα με την προσφορά οφείλετο στην καθυστέρηση στην πρόοδο των υπόλοιπων κατασκευαστικών εργασιών στην κατοικία. Προσθέτει δε ότι σε συνεννόηση με τον αρχιτέκτονα των εναγομένων, όλες οι ξυλουργικές κατασκευές τοποθετήθηκαν στην κατοικία αρχές Αυγούστου 2009, προς πλήρη ικανοποίηση των εναγομένων και του αρχιτέκτονά τους. Ακολούθως η αγωγή ορίστηκε αρκετές φορές με οδηγίες για καταχώριση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων, οι οποίες εν τέλει καταχωρίστηκαν Νοέμβριο και Δεκέμβριο του
  6. Στις 23.5.2013 που ήταν ορισμένη για ακρόαση, αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Στις επόμενες δικασίμους, οι συνήγοροι των διαδίκων ζητούσαν χρόνο για να γίνουν «προσπάθειες επιμέτρησης της εργασίας». Όταν δεν τελεσφόρησαν οι προσπάθειες αυτές, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 16.9.2014, ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε από κοινού αναβολή έτσι ώστε να διορίσουν οι δύο πλευρές επιμετρητή με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς. Στις 24.10.2014, και εφόσον οι δύο πλευρές δεν κατέληξαν σε συμβιβασμό, η συνήγορος των εναγομένων δήλωσε ότι έχει πρόθεση να καταχωρίσει αίτηση για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Στις 21.11.2014 υποβλήθηκε η υπό εξέταση αίτηση, με την οποία οι εναγόμενοι ζητούν την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει τη δικαστική διαδικασία στην αγωγή και να παραπέμπει τη διαφορά μεταξύ ενάγουσας και εναγομένων «για εκδίκαση σε Διαιτησία συμπεριλαμβανομένης και της οποιασδήποτε τυχόν ανταπαίτησης των εναγομένων ενώπιον Διαιτητή τον οποίο το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά την κρίση του όπως και τον καθορισμό της αμοιβής του διοριζόμενου Διαιτητή από το Δικαστήριο». Παράλληλα, επιζητείται η έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ή σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος παραπομπής σε διαιτησία, μέχρι την αποπεράτωση της διαιτητικής διαδικασίας. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 36 και 37 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στις Δ.27 θ. 3, 48 θ. 1,2,3,4,9(o), και Δ.49 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Σύνταγμα και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της κας Μαριλένας Στυλιανού, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων - αιτητών, η οποία αναφέρει ότι κατά την ημερομηνία ακρόασης 16.09.2014 και κατά τη μελέτη των δικογράφων, διαφάνηκε ότι τα επίδικα θέματα είναι τεχνικής φύσης και απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις για την επίλυσή τους. Προβάλει ότι η αγωγή σχετίζεται με διαφορά η οποία προέκυψε από τις υπηρεσίες των εναγόντων αναφορικά με ξυλουργική εργασία δυνάμει προφορικής συμφωνίας. Προσθέτει ότι κατά τη μέρα της ακρόασης ζητήθηκε από κοινού αναβολή για να διοριστεί επιμετρητής για να υπολογίσει τη δουλειά που είχε γίνει από την ενάγουσα στην οικία των εναγομένων. Τα μέρη διόρισαν προς τούτο τον επιμετρητή ποσοτήτων κ. Πέτρο Ζωγράφο, ο οποίος όρισε μέρα για να επισκεφθεί την οικία των εναγομένων και να προβεί στις μετρήσεις. Εντούτοις, στην παρουσία των διαδίκων και των δικηγόρων τους, διαφάνηκε ότι υπήρχε διαφορά η οποία θα ήταν καλύτερα να επιλυθεί σε διαιτησία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα πάντοτε με την ενόρκως δηλούσα, η πλευρά της ενάγουσας θεωρούσε ότι δεν υπήρχε λόγος να πραγματοποιηθεί η επιτόπια εξέταση, καθότι ο εναγόμενος 1 δεν αρνήθηκε την εκτελεσθείσα εργασία. Οι θέσεις, όμως, των εναγομένων στην Υπεράσπισή τους αφορούν το κατά πόσο αυτές οι εκτελεσθείσες εργασίες είναι μέρος της αρχικής συμφωνίας ή εκτελέσθηκαν ως επιπλέον εργασίες και ζητούν επιπλέον να κοστολογηθεί η καθυστέρηση και οι κακοτεχνίες που έγιναν στην οικία. Προσθέτει ότι διαφάνηκε ότι οι οδηγίες που είχαν δοθεί στον επιμετρητή και από τις δύο πλευρές δεν ήταν ορθές και συνεπώς δεν μπορούσε να εκτελέσει την εργασία του. Θεωρεί ότι θα ήταν φρόνιμο όπως η αγωγή παραπεμφθεί σε διαιτησία, εφόσον ο διαιτητής, λόγω των εξειδικευμένων γνώσεών του μπορεί να αποφασίσει επί των επίδικων θεμάτων και ειδικότερα να επιλύσει τα εξής: (α) κατά πόσο αποτελούσαν μέρος της αρχικής συμφωνίας οι εργασίες που έγιναν (β) κατά πόσο υπήρξε καθυστέρηση στην εκτέλεση των εργασιών και (γ) κατά πόσον υπήρχαν κακοτεχνίες. Εισηγείται ότι θα μπορούσε να διοριστεί ο κος Ζωγράφος ο οποίος έχει ήδη δηλώσει ότι δύναται να αναλάβει ως διαιτητής. Ζητά από το δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς έγκριση της αίτησης, καθότι η φύση της διαφοράς είναι τεχνική και θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να παραπεμφθεί η διαφορά σε διαιτησία. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους: Οι εναγόμενοι - αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην αιτούμενη θεραπεία καθότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η νομολογία και/ή δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο να διαπιστωθεί η ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει ο Νόμος και/ή η νομολογία ώστε να ασκηθεί η εξουσία και/ή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Οι εναγόμενοι - αιτητές ουδέποτε υπέγραψαν Γραπτό Συνυποσχετικό με την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών των διαδίκων σε διαιτησία σύμφωνα με τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
  7. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε και/ή έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της αμφισβήτησης σε διαιτησία. Οι αιτητές κωλύονται και/ή εμποδίζονται και/ή δεν δικαιούνται να προωθήσουν την παρούσα αίτηση και/ή απώλεσαν το δικαίωμά τους που πιθανόν να είχαν να ζητήσουν από το Δικαστήριο την αναστολή της παρούσας αγωγής και την παραπομπή αυτής σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, καθότι έχουν προβεί σε ενέργειες και/ή έχουν λάβει διαβήματα και/ή έχουν υποβάλει τον εαυτό τους στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή κακόπιστη και δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Νόμου, των Θεσμών και της σχετικής νομολογίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Ξένιας Κουσταή, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση η οποία απορρίπτει τις θέσεις των αιτητών. Προσθέτει ότι κατά το τέλος του 2007 κατόπιν παράκλησης των εναγομένων η ενάγουσα υπέβαλε αρχική προσφορά για εργασίες στην κατοικία των εναγομένων για Λ.Κ. 10.120 (€17.291) συμπ. Φ.Π.Α. (Τεκμήριο Α). Η προσφορά έγινε αποδεκτή και η ενάγουσα εξετέλεσε όλες τις εργασίες προς πλήρη ικανοποίηση των εναγομένων. Στην πορεία των εργασιών οι εναγόμενοι ανέθεσαν στην ενάγουσα επιπρόσθετες εργασίες συνολικού ύψους €6.031 (Τεκμήριο Β) οι οποίες επίσης εκτελέστηκαν προς πλήρη ικανοποίηση των εναγομένων. Το συνολικό ποσό των εργασιών ανέρχεται σε €23.340 έναντι του οποίου οι εναγόμενοι κατέβαλαν €4.000 και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό της απαίτησης (Τεκμήριο Γ τιμολόγιο, Τεκμήριο Δ απόδειξη είσπραξης €4.000). Αναφέρει επιπλέον ότι οι εναγόμενοι προέβαλαν για πρώτη φορά ισχυρισμούς για καθυστερήσεις και κακοτεχνίες με την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ήτοι πέντε χρόνια μετά τη συμπλήρωση των εργασιών. Επισημαίνει ότι δεν παρατίθενται λεπτομέρειες των ισχυρισμών αυτών στο δικόγραφο των εναγομένων και ότι έγινε πρόταση για εξώδικη διευθέτηση στις 24.01.2014 και εναλλακτική πρόταση να επισκεφθεί την οικία ανεξάρτητος αρχιτέκτονας για να καταγράψει την εργασία η οποία είχε γίνει. Στις 13.10.2014 η πλευρά των εναγομένων, με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς της ενάγουσας, ανέθεσε στον κ. Ζωγράφο, επιμετρητή ποσοτήτων, τον υπολογισμό της ξυλουργικής εργασίας που εκτέλεσε η ενάγουσα (Τεκμήριο Ε) γεγονός που καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι ήταν πρόθυμοι να διευθετήσουν την αγωγή και ουδέποτε έθεσαν θέμα διαιτησίας. Στις 22.10.2014, ο κ. Ζωγράφος επισκέφθηκε την επίδικη κατοικία στην παρουσία των μερών πλην όμως δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγραφή, καθότι ο εναγόμενος 1 παραδέχθηκε την ποσότητα των ξυλουργικών κατασκευών της ενάγουσας, ενώ οι δικηγόροι των εναγομένων έθεσαν θέμα υπολογισμού καθυστέρησης και καταγραφής κακοτεχνιών. Έθεσαν επίσης θέμα κατά πόσο οι εκτελεσθείσες εργασίες αποτελούσαν μέρος της αρχικής συμφωνίας ή όχι. Όλα αυτά ήταν εκτός των οδηγιών που είχαν δοθεί προς τον κ. Ζωγράφο. Αναφέρει επιπλέον τη σχετική αλληλογραφία που αντηλλάγη μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων (Τεκμήρια Ζ και Η). Προβάλλει τη θέση ότι η επίδικη διαφορά δεν είναι κατάλληλη για να παραπεμφθεί σε διαιτησία καθότι αφορά υπόλοιπο εκτελεσθείσας εργασίας. Προσθέτει ότι η ενάγουσα ουδέποτε συμφώνησε στην παραπομπή σε διαιτησία δυνάμει του άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου και ουδέποτε υπεγράφη οποιαδήποτε συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία. Περαιτέρω, επισημαίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε μετά που οι εναγόμενοι προχώρησαν με νέα βήματα στη διαδικασία ήτοι καταχώρισαν δικόγραφα και συμμετείχαν σε ενδιάμεσες διαδικασίες της αγωγής, με αποτέλεσμα να έχουν απωλέσει το δικαίωμα να αιτούνται αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Θεωρεί ότι ο σκοπός καταχώρισης της αίτησης είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας και η υποβολή της ενάγουσας σε περαιτέρω έξοδα, αφού η αίτηση καταχωρίστηκε μετά το κλείσιμο των δικογράφων και τον ορισμό της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου. Καλεί δε το Δικαστήριο να συνεχίσει να επιλαμβάνεται της υπόθεσης και να απορρίψει την αίτηση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων, η αίτηση, διαλαμβάνει τα εξής: «
  8. Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας.» Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Κουρουκλίδη κ.α.

(2002)1Β Α.Α.Δ. 1374 και Σκαλιώτου ν. Πελεκάνου
(1976)1 Α.Α.Δ. 251. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι υπάρχει συνυποσχετικό μεταξύ των διαδίκων με το οποίο να συμφωνήθηκε η παραπομπή διαφορών σε διαιτησία, έτσι ώστε να δύναται να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 8 του Κεφ. 4 . Ακόμη όμως και να υπήρχε τέτοια συμφωνία, και πάλιν δεν θα υπήρχε δυνατότητα ικανοποίησης του αιτήματος των εναγομένων, καθότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, οποιοσδήποτε από τους διαδίκους έχει το δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπής σε διαιτησία μόνο μετά την εμφάνιση και πριν την παράδοση οποιουδήποτε δικογράφου ή τη λήψη άλλου διαβήματος στη διαδικασία. Εδώ, οι εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τουλάχιστον 10 φορές πριν την υποβολή της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου, είναι άξιον απορίας για ποιο λόγο συμπεριλήφθηκε το εν λόγω άρθρο στη νομική βάση της αίτησης, αλλά κυρίως για ποιο λόγο γίνεται αναφορά σε αυτό στη γραπτή αγόρευση της πλευράς των εναγομένων, ιδιαίτερα εν όψει του ότι καταγράφονται ρητά στην εν λόγω αγόρευση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου, μεταξύ των οποίων και η ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και η αίτηση να γίνεται προτού ο αιτητής παραδώσει οποιοδήποτε δικόγραφο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 23η έκδοση, παράγραφος 7-007, όταν υπάρχει ρήτρα διαιτησίας σε συμφωνία των μερών, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιβάλει τη διαιτησία («the court has no power to compel arbitration») παρά μόνο έμμεσα, με το να αρνηθεί την επιδίκαση της θεραπείας που ζητά ο ενάγων όταν υπάρχει συμφωνία για την παραπομπή διαφορών των μερών σε διαιτησία, έτσι ώστε, εάν ο ενάγων επιθυμεί να προωθήσει την απαίτησή του, ο μόνος τρόπος είναι η διαιτησία. Αυτά, όμως, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία δεν υπάρχει ρήτρα διαιτησίας σε γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Παρομοίως, η Διαταγή 27, θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ουδόλως σχετίζεται με το υπό εξέταση αίτημα, εφόσον προνοεί για την εξουσία του Δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου όταν δεν περιέχει καλή βάση αγωγής ή υπεράσπισης και για την αναστολή ή απόρριψη αγωγής ως επιπόλαιης ή ενοχλητικής. Η Διαταγή 49 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας επίσης στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση, προνοεί ότι αν οποιοσδήποτε διάδικος τελεί υπό οποιαδήποτε ανικανότητα, τότε η όποια συγκατάθεσή του για παραπομπή της αγωγής σε διαιτησία δεν θα έχει οποιαδήποτε αξία και το Δικαστήριο δεν θα διατάξει τη διαιτησία εκτός υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Είναι προφανές ότι ούτε και αυτή η διάταξη τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Ολόκληρη η Διαταγή 49 αφορά τη δυνατότητα παραπομπής αγωγών σε διαιτησία όταν υπάρχει προς τούτο η ρητή συναίνεση των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά της ενάγουσας ενίσταται σφοδρά. Οι εναγόμενοι - αιτητές επικαλούνται επίσης στη νομική βάση της αίτησής τους το άρθρο 36 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο πράγματι παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο για παραπομπή αγωγών σε διαιτησία, ως εξής: «36.—
(1)Εις οιανδήποτε πολιτικήν διαδικασίαν— (α) εάν πάντες οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι οίτινες δεν διατελούν υπό ανικανότητα, συναινούν, ή (β) εάν η διαφορά ή άλλη διαδικασία απαιτή μακράν εξέτασιν εγγράφων ή οιανδήποτε επιστημονικήν ή επιτόπιον έρευναν, ήτις δεν δύναται κατά την γνώμην του δικαστηρίου καταλλήλως να γίνη ενώπιον του δικαστηρίου ή να διενεργηθή υπ' αυτού διά των άλλων τακτικών υπαλλήλων, ή (γ) εάν το αμφισβητούμενον ζήτημα συνίσταται εν όλω ή εν μέρει εκ ζητημάτων λογαριασμών, το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, να διατάξη όπως η όλη διαφορά ή θέμα, ή οιονδήποτε εν αυτοίς ζήτημα ή αμφισβητούμενον πραγματικόν γεγονός δικασθή ενώπιον ειδικού ή απλού διαιτητού συμφωνηθέντος προς τούτο υπό των διαδίκων, ή εν περιπτώσει ασυμφωνίας αυτών, οριζομένου υπό του δικαστηρίου ή ενώπιον επισήμου διαιτητού ή υπαλλήλου του δικαστηρίου. » Το εδάφιο 2 του άρθρου 36 προνοεί για τη δυνατότητα παύσης του διαιτητή και ακύρωσης της διαδικασίας ή της διαιτητικής απόφασης, ενώ το άρθρο 37, στο οποίο επίσης βασίζεται η αίτηση, αφορά τις εξουσίες και την αμοιβή του αιτητή. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει συναίνεση της πλευράς της ενάγουσας, ούτε και συνίσταται το αμφισβητούμενο ζήτημα σε ζήτημα λογαριασμών. Συνεπώς, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι υποπαράγραφοι (α) και (γ) του άρθρου 36
(1)του Νόμου 14/60. Συνεπώς, παραμένει η εξέταση του κατά πόσο ικανοποιείται η υποπαράγραφος (β) του άρθρου 36
(1), σύμφωνα με την οποία εάν η διαφορά απαιτεί μακράν εξέταση εγγράφων ή επιστημονική ή επιτόπια έρευνα η οποία δεν δύναται κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου να γίνει ενώπιόν του ή να διενεργηθεί υπ' αυτού διά άλλων υπαλλήλων, τότε το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την παραπομπή της διαφοράς ή κάποιο ζήτημα αυτής ενώπιον διαιτητή. Η θέση της πλευράς των εναγομένων - αιτητών φαίνεται να είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια να αναστείλει τη διαδικασία και να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, καθότι αφορά θέματα αμιγώς τεχνικής φύσης για την επίλυση των οποίων απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις έτσι ώστε να είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Εισηγούνται δε ως κατάλληλο πρόσωπο να διοριστεί ως διαιτητής τον κ. Πέτρο Ζωγράφο, επιμετρητή ποσοτήτων. Εν τούτοις, επισημαίνω ότι η απαίτηση της ενάγουσας αφορά απλήρωτο υπόλοιπο εκτελεσθείσας εργασίας, μετά από την αποδοχή γραπτής προσφοράς για Λ.Κ. 10.120 ή €17.291 για συγκεκριμένες εργασίες και την ανάθεση επιπρόσθετων εργασιών ύψους Λ.Κ. 3.530 ή €6.
  1. Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους, αρνούνται την ανάθεση εργασιών βάσει γραπτής προσφοράς και την ανάθεση επιπρόσθετων εργασιών, και επικαλούνται προφορική συμφωνία για ξυλουργικές εργασίες για Λ.Κ.6.500 ή €11.105,91, έναντι των οποίων κατέβαλαν €4.
  2. Επικαλούνται δε μη ολοκλήρωση των συμφωνηθεισών ξυλουργικών εργασιών από την ενάγουσα και την ανάθεση της ολοκλήρωσης αυτών, αλλά και τη διόρθωση «των κακοτεχνιών» (χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση) από άλλο ξυλουργό, για €2.000, ποσό το οποίο ανταπαιτούν, μαζί με γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση προφορικής συμφωνίας. Κατά την κρίση μου, η επίλυση των διαφορών των διαδίκων, όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα (και όχι την ένορκη δήλωση της πλευράς των εναγομένων, η οποία φαίνεται να επιχειρεί να επεκτείνει ή διαφοροποιεί κάπως τις διαφορές πέραν των αυστηρών πλαισίων των δικογράφων) δεν απαιτεί μακράν εξέταση εγγράφων ή επιστημονική ή επιτόπια έρευνα. Η ενάγουσα, για να αποδείξει την απαίτησή της, θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι εκτέλεσε εργασίες στην κατοικία των εναγομένων, μετά από αποδοχή σχετικής προσφοράς για συγκεκριμένο ποσό και μετά από την ανάθεση επιπρόσθετων εργασιών συγκεκριμένης αξίας. Από την άλλη, οι εναγόμενοι, για να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς αυτούς και να αποδείξουν τη δική τους ανταπαίτηση, θα πρέπει να προσκομίσουν μαρτυρία προς απόδειξη σύναψης προφορικής συμφωνίας για €11.105,91, παράβαση της συμφωνίας αυτής από την ενάγουσα λόγω μη ολοκλήρωσης των εργασιών ένεκα της οποίας να δικαιούται αποζημιώσεις, καθώς και προς απόδειξη του ισχυρισμού ότι κατέβαλε €2.000 προς τρίτο ξυλουργό για την ισχυριζόμενη ολοκλήρωση των εργασιών. Αυτά είναι θέματα μαρτυρίας που θα πρέπει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και θα αξιολογηθεί στα πλαίσια κανονικής ακροαματικής διαδικασίας επί της ουσίας της αγωγής. Κατά την κρίση μου, δεν είναι θέματα για την επίλυση των οποίων απαιτούνται εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις, μακρά εξέταση εγγράφων κ.ο.κ. Εξάλλου, εάν οι εναγόμενοι πράγματι αποδέχονται την ποσότητα των εκτελεσθεισών από την ενάγουσα εργασιών, τότε είναι άξιον απορίας για ποιο λόγο εισηγούνται τον διορισμό επιμετρητή ποσοτήτων ως του κατάλληλου προσώπου για διορισμό ως διαιτητή προς τον σκοπό της επίλυσης των επίδικων διαφορών των διαδίκων. Η ίδια η πλευρά των εναγομένων, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, δεν ισχυρίζεται ότι η διαφορά έγκειται στο κατά πόσο εκτελέσθηκαν οι εργασίες από την ενάγουσα. Στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι η θέση των εναγομένων είναι ότι η διαφορά σχετίζεται με το «κατά πόσο οι εκτελεσθείσες εργασίες είναι μέρος της αρχικής συμφωνίας ή εκτελέσθηκαν ως επιπλέον εργασίες και όχι αν εκτελέσθηκαν αυτές οι εργασίες». Επαναλαμβάνω ότι το κατά πόσο οι διάδικοι συμφώνησαν την εκτέλεση εργασιών για Λ.Κ. 10.120 και επιπρόσθετων εργασιών ύψους Λ.Κ. 3.530 ως ισχυρίζεται η ενάγουσα, ή την εκτέλεση εργασιών για Λ.Κ. 6.500, ως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, δεν αποτελεί τεχνικό ζήτημα για το οποίο να απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις. Παρομοίως, το κατά πόσο είχε συμφωνηθεί η ολοκλήρωση των εργασιών μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2007 και η ενάγουσα καθυστέρησε αδικαιολόγητα να ολοκληρώσει τις εργασίες έτσι ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι παραβίασε την εν λόγω ισχυριζόμενη συμφωνία, επίσης είναι ζήτημα για το οποίο το Δικαστήριο θα δύναται να αποφασίσει κατά την ακρόαση της αγωγής αφού αξιολογήσει τη μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιόν του από τις δύο πλευρές. Όσον αφορά τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση περί απαίτησης των εναγομένων για κοστολόγηση της «καθυστέρησης» και «των κακοτεχνιών που έγιναν στην οικία», σημειώνω ότι αυτά τα ζητήματα αποτελούν ισχυρισμούς της υπεράσπισης, τους οποίους αρνείται η άλλη πλευρά. Εάν οι εναγόμενοι επιθυμούν να προωθήσουν την υπεράσπισή τους και να αποδείξουν την ανταπαίτησή τους, εναπόκειται στους ίδιους να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία κατά την ακρόαση και όχι να αναμένουν από το Δικαστήριο τον διορισμό επιμετρητή ποσοτήτων ως «διαιτητή» για να διενεργήσει εργασίες κοστολόγησης ισχυριζόμενων από τους εναγομένους «καθυστερήσεων» και «κακοτεχνιών» για λογαριασμό τους. Δεν είναι αυτός ο ρόλος του διαιτητή. Αναφορικά με τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 23 της γραπτής αγόρευσης της πλευράς των εναγομένων - αιτητών ότι ως έχουν αντιληφθεί το Δικαστήριο «συμμερίζεται» την άποψη ότι θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως παραπεμφθεί η διαφορά σε διαιτησία, καθότι στις 16.9.2014 ενέκρινε το από κοινού αίτημα των συνηγόρων για αναβολή της ακρόασης για να προβούν σε μετρήσεις των εκτελεσθεισών εργασιών, σημειώνω ότι το πρακτικό του Δικαστηρίου (με διαφορετική σύνθεση) ουδόλως υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Από το σχετικό πρακτικό, προκύπτει σαφώς ότι οι συνήγοροι ζήτησαν από κοινού αναβολή «ώστε να διορίσουμε επιμετρητή με σκοπό τη διευθέτηση». Δηλαδή, η δηλωθείσα προς το Δικαστήριο πρόθεση των μερών σε εκείνο το στάδιο ήταν η επιμέτρηση των εργασιών που είχε εκτελέσει η ενάγουσα στην επίδικη κατοικία από άτομο που θα διόριζαν οι ίδιοι, με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της παρούσας αγωγής, και όχι την παραπομπή της σε διαιτησία. Το δε αίτημα αναβολής εγκρίθηκε για τον λόγο που προβλήθηκε από τους συνηγόρους, ήτοι για να δύνανται οι δύο πλευρές να λάβουν τα μέτρα που οι ίδιοι θεωρούσαν σκόπιμα στην προσπάθειά τους για εξώδικη διευθέτηση της αγωγής. Την αμέσως επόμενη δικάσιμο, 24.10.2014, η συνήγορος της ενάγουσας δήλωσε ότι τα μέρη δεν κατέληξαν σε εξώδικη διευθέτηση της αγωγής, και συνεπώς ζητούσε να οριστεί για ακρόαση, ενώ η συνήγορος των εναγομένων δήλωσε ότι είχε πρόθεση να καταχωρίσει αίτηση για παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Συνεπώς, η έγκριση του αιτήματος αναβολής στις 16.9.2014 σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθεί ως υποδεικνύουσα ή υποδηλώνουσα ότι το Δικαστήριο «συμμερίζεται» την άποψη ότι πρόκειται για διαφορά που είναι ορθότερο όπως επιλυθεί σε διαιτησία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.