Ελευθερίας Μανώλη ν. Αρεταίειον Ιατρικό Κέντρο Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5794/2012, 20/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A200 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5794/2012 Μεταξύ: Ελευθερίας Μανώλη Ενάγουσας v.
- Αρεταίειον Ιατρικό Κέντρο Λτδ
- Νεόφυτου Νεοφύτου
- NN Neurosurgical Ltd Εναγομένων Αίτηση ημ. 27 Φεβρουαρίου 2014 για προσθήκη εναγομένου Ημερομηνία: 20 Μαΐου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 2 και 3 - Αιτητές: κα Κούτρα για Δημήτρης Κούτρας & Σια Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Χατζηπαρασκευάς για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για τον προτεινόμενο Εναγόμενο Πέτρο Σταύρου - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Χατζηπαρασκευάς για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την πιο πάνω αγωγή η ενάγουσα ζητά γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω ισχυριζόμενης ιατρικής αμέλειας του εναγομένου 2 κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης στην οποία υπεβλήθη στις 25.9.
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος 2 εργοδοτείτο ως ειδικός νευροχειρουργός στην εναγομένη 1 και εργοδοτείτο επίσης ως νευροχειρουργός και διευθύνων σύμβουλος στην εναγομένη
- Περί τον Ιούνιο του 2008 η ενάγουσα επισκέφθηκε τον εναγόμενο 2, ο οποίος διαπίστωσε αστάθεια, σκολίωση και ψευδάρθρωση και τη συμβούλευσε όπως υποβληθεί σε επέμβαση για αυχενική σπονδυλοδεσία. Στηριζόμενη στις υποδείξεις και συμβουλές του εναγομένου 2, η ενάγουσα υπεβλήθη στην επέμβαση στις 25.9.09 στις εγκαταστάσεις της εναγομένης
- Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ως αποτέλεσμα της επέμβασης και λόγω της αμέλειας και ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων των εναγομένων, προκλήθηκαν σε αυτή σοβαρές σωματικές βλάβες και επιδείνωση της υγείας της, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επιδιορθωτική επέμβαση για σπονδυλοδεσία στις 8.11.11 από άλλο γιατρό. Έκτοτε η κατάσταση της υγείας της έχει βελτιωθεί σημαντικά. Γι΄ αυτό η ενάγουσα απαιτεί ειδικές αποζημιώσεις ύψους €76,888.22, γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία για την περίοδο μεταξύ 25.9.09 και 8.11.11, και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η εναγομένη 1 καταχώρισε υπεράσπιση στην οποία παραδέχεται μόνο τη διενέργεια της επέμβασης στις εγκαταστάσεις της από τον εναγόμενο 2 και αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της ενάγουσας καλώντας την σε αυστηρή απόδειξη αυτών. Προτού καταχωρίσουν τη δική τους υπεράσπιση οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την προσθήκη του Πέτρου Σταύρου ως εναγομένου
- Η αίτηση βασίζεται στη Δ.9 Θθ.2-11 και στη Δ.48 Θθ.1-8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 2, στην οποία αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα εξέφρασε την επιθυμία να χειρουργηθεί από τον ίδιο λόγω των πολλαπλών προβλημάτων υγείας που αυτή αντιμετώπιζε. Ο εναγόμενος 2 ανέλαβε το νευροχειρουργικό μέρος της επέμβασης, ενώ ο Δρ Πέτρος Σταύρου, με τη συγκατάθεση της ενάγουσας, ανέλαβε το ορθοπεδικό μέρος αυτής και είναι γι΄αυτό (το μέρος) για το οποίο η ενάγουσα παραπονείται στην παρούσα αγωγή. Ο Δρ Σταύρου είναι επίσης ο γιατρός που διενήργησε μόνος τη δεύτερη επέμβαση στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος 2 θεωρεί ότι η παράλειψη προσθήκης του Δρος Σταύρου ως συνεναγομένου είναι ανεξήγητη, ενώ είναι εμφανές ότι υπάρχει διαφωνία ως προς τα γεγονότα και σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της ενάγουσας, του εναγομένου 2 και του Δρος Σταύρου. Ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αν ο Δρ Σταύρου δεν καταστεί διάδικος, τότε θα είναι αδύνατο για τον ίδιο (τον εναγόμενο 2) να προστατεύσει τα συμφέροντα του και ότι η προσθήκη του Δρος Σταύρου είναι αναγκαία και επιθυμητή για να αποφευχθεί η πολλαπλότητα δικαστικών διαδικασιών σε σχέση με τις αξιώσεις της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 2 αναφέρει επίσης ότι τα δικαιώματα της ενάγουσας δεν παραβλάπτονται, καθότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η ενάγουσα θα ικανοποιήσει την απαίτηση της ανάλογα με το ποσοστό ευθύνης εκάστου των εναγομένων. Ο εναγόμενος 2 επισυνάπτει την υπεράσπιση των εναγομένων 2 και 3 την οποία προτίθενται να καταχωρίσουν με την έγκριση της παρούσας αίτησης και την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Στην προτεινόμενη υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 2 και 3 εγείρουν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις, η πρώτη εκ των οποίων είναι ότι η επίδικη χειρουργική επέμβαση έγινε ταυτόχρονα από τους δύο γιατρούς, ήτοι τον εναγόμενο 2 και τον Δρα Σταύρου, και ότι το παράπονο της ενάγουσας αφορά το ορθοπεδικό μέρος της επέμβασης το οποίο διενήργησε ο Δρ Σταύρου και με το οποίο ο εναγόμενος 2 δεν έχει οποιαδήποτε σχέση. Η εν λόγω υπεράσπιση περιέχει αναλυτικά το ιστορικό των γεγονότων και άρνηση όλων των ισχυρισμών της ενάγουσας, και ειδικότερα άρνηση ότι υπήρξε επιδείνωση της κατάστασης της μετεγχειρητικά. Αντιθέτως οι εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 2 προσέφερε τις υπηρεσίες του με τον καλύτερο ενδεδειγμένο τρόπο και επαγγελματισμό, ασκώντας την καθιερωμένη ιατρική πρακτική και χρησιμοποιώντας υλικά σύμφωνα με ευρωπαϊκές προδιαγραφές, και ότι μετά την επέμβαση η κατάσταση της ενάγουσας παρουσίασε βελτίωση. Η ένσταση της ενάγουσας έχει την ίδια νομική βάση ως η αίτηση με την προσθήκη της Δ.63 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1) Η αίτηση είναι αχρείαστη, παράτυπη και πραγματικά και νομικά αβάσιμη. 2) Ο εναγόμενος 2 δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. 3) Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αντίθετη προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. 4) Η αίτηση αποσκοπεί στην καταχρηστική χρήση του δικαστικού χρόνου και προκαλεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής. 5) Το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου 4 έχει παραγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Αλέξη Αναστασίου, δικηγόρου στο γραφείο που τότε εκπροσωπούσε την ενάγουσα. Σε αυτή ο κ. Αναστασίου αναφέρει ότι η αίτηση δεν περιλαμβάνει την ορθή νομική βάση, ήτοι τη Δ.25 των Θεσμών, παράλειψη η οποία δεν είναι θεραπεύσιμη με βάση τη Δ.64 και οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης ως παράτυπης και αντικανονικής. Ο κ. Αναστασίου ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας εναντίον του προτεινόμενου εναγομένου. Σύμφωνα με τον κ. Αναστασίου, η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να επιλέξει τους εναγόμενους, και από τη στιγμή που η ίδια θεωρεί ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος δεν υπέχει ευθύνη τότε αδυνατεί να στοιχειοθετήσει υπόθεση εναντίον του. Ο προτεινόμενος εναγόμενος δεν είναι αναγκαίος διάδικος για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση των επίδικων θεμάτων, και σε περίπτωση αποτυχίας της απαίτησης της ενάγουσας τότε ο εναγόμενος 2 θα είναι υπόλογος σε αυτή ενώ ο προτεινόμενος εναγόμενος δεν επηρεάζεται από το οποιοδήποτε αποτέλεσμα της αγωγής. Ο κ. Αναστασίου αναφέρει περαιτέρω ότι η ορθή διαδικασία ήταν η καταχώριση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου, την οποία οι εναγόμενοι επέλεξαν να μην ακολουθήσουν, και ότι η καταχώριση της παρούσας αίτησης καθιστά τη διαδικασία κακόπιστη και καταχρηστική. Τέλος, ο κ. Αναστασίου αναφέρει ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αχρείαστη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής και θα πλήξει τα συνταγματικά δικαιώματα της ενάγουσας για εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ο Δρ Σταύρου καταχώρισε επίσης ένσταση στην οποία αναφέρονται οι ίδιοι λόγοι ως αυτοί στην ένσταση της ενάγουσας. Επιπρόσθετα περιέχεται λόγος περί της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του (Δρος Σταύρου) και περί κακοπιστίας της αιτήτριας στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Σόφης Νικολάου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον καθ΄ ου η αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναλύονται οι λόγοι ένστασης και το περιεχόμενο αυτής είναι βασικά παρόμοιο με αυτό της ένορκης δήλωσης του κ. Αναστασίου. Με την αλλαγή του δικηγόρου της ενάγουσας, τόσο την ενάγουσα όσο και τον Δρα Σταύρου εκπροσωπεί το ίδιο δικηγορικό γραφείο. Επομένως, στο πλαίσιο της ακρόασης της αίτησης τέθηκαν γραπτές αγορεύσεις, μια για την πλευρά των αιτητών και μία κοινή για την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση. Ι. Νομική βάση της αίτησης Το πρώτο θέμα το οποίο προκύπτει μέσα από τους λόγους ένστασης και έχει αναλυθεί στις αγορεύσεις, είναι η ορθότητα της νομικής βάσης της αίτησης. Η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση εισηγείται ότι η ορθή νομική βάση είναι η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ότι η παράλειψη συμπερίληψης αυτής οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της αίτησης. Η δικηγόρος των αιτητών εξέφρασε τη θέση ότι η ορθή νομική βάση είναι η Δ.9, στην οποία και στηρίζεται η αίτηση. Προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο της Δ.9 ότι αυτή είναι η κατάλληλη διαταγή για την προσθήκη διαδίκου-εναγομένου, ενώ η Δ.25 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση καθότι η τελευταία αφορά την τροποποίηση δικογράφων. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1818. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η αίτηση περιέχει την ορθή νομική βάση και ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. ΙΙ. Νομότυπο ενόρκων δηλώσεων ενστάσεων H δικηγόρος των αιτητών ισχυρίζεται ότι οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις δεν είναι νομότυπες καθότι οι ενόρκως δηλούντες δεν έχουν θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και προβάλλουν μόνο γενικούς ισχυρισμούς παραλείποντας τον βασικό ισχυρισμό ότι η επίδικη επέμβαση διενεργήθη από κοινού από τους δύο γιατρούς. Η αγόρευση του δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση δεν πραγματεύεται το εν λόγω ζήτημα. Η Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιέχουν γεγονότα για τα οποία ο ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση, ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση δύναται να περιέχει δηλώσεις από πληροφορίες για τις οποίες ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Στην υπόθεση C. T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 853 τονίστηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.39 Θ.2 παρέχουν τη δυνατότητα παράθεσης εξ ακοής μαρτυρίας στις ένορκες δηλώσεις (σε ενδιάμεσες αιτήσεις) όχι μόνο σε αυτές που καταχωρούνται εκ μέρους τους αιτητή αλλά και σε εκείνες που καταχωρούνται εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση. Στις ένορκες τους δηλώσεις αντίστοιχα, ο μεν κ. Αναστασίου αναφέρει ρητώς ότι έχει «θετική προσωπική γνώση των γεγονότων από προσωπικό χειρισμό και μελέτη του δικαστηριακού φακέλου της παρούσας υπόθεσης», ενώ η κα Νικολάου αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον καθ΄ ου η αίτηση να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Επίσης και οι δύο αναφέρουν ότι για όσα γεγονότα δεν έχουν προσωπική γνώση αποκαλύπτουν την πηγή της γνώσης τους. Μία προσεκτική ανάγνωση και των δύο ενόρκων δηλώσεων αποκαλύπτει ότι οι ενόρκως δηλούντες περιορίζονται σε καθαρά νομικούς ισχυρισμούς. Εν όψει της φύσης της υπό κρίση αίτησης, της ιδιότητας των ενόρκως δηλούντων και του περιεχόμενου των ενόρκων δηλώσεων τους, θεωρώ ότι αυτοί (οι ενόρκως δηλούντες) είναι ικανά πρόσωπα να προβούν στους εν λόγω ισχυρισμούς. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι ότι οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις είναι νομότυπες και επομένως μπορούν να ληφθούν υπ΄ όψιν προς υποστήριξη των ενστάσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα. ΙΙΙ. Νομική πτυχή Η Δ.9 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση, έχει ως αντίστοιχη την Αγγλική Δ.16 Θ.11. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ.345, η έκδοση διαταγής για προσθήκη διαδίκου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων. Στο The Annual Practice 1970, σελ. 168, αναφέρεται ότι εκ πρώτης όψεως ο ενάγων έχει το δικαίωμα να επιλέγει τα πρόσωπα εναντίον των οποίων επιθυμεί να στραφεί και αντίστοιχο δικαίωμα να μην συμπεριλάβει οποιοδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου δεν επιθυμεί τη λήψη δικαστικών μέτρων. Η υπόθεση PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1)
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 300 περιέχει χρήσιμη ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα προσθήκης εναγομένου κατόπιν αίτησης από συνεναγόμενο. Η βασική αρχή που πηγάζει από την εν λόγω απόφαση είναι ότι αν «η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το Δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα». Λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να διατάξει προσθήκη είναι η ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, η ενδεχόμενη προσθήκη νέας αιτίας αγωγής και η δυνατότητα έγερσης από τον προτεινόμενο εναγόμενο θέματος παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Σχετικά με το ζήτημα αυτό παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372, Cyprus Trading Corporation Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(2000)1(Β) A.A.Δ. 1335 και Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.
- ΙV. Παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος Το πρωταρχικό ερώτημα που τίθεται προς εξέταση επί της ουσίας της υπό κρίση αίτησης είναι κατά πόσον το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον του Δρος Σταύρου έχει παραγραφεί και επομένως η προσθήκη του ως εναγομένου δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Αυτό το θέμα ηγέρθη από τους καθ΄ ων η αίτηση και έτυχε αναφοράς στην αγόρευση του δικηγόρου τους. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι η δικηγόρος των αιτητών ουδόλως ασχολήθηκε με αυτό το ζήτημα κατά τη δική της αγόρευση. Αρχικά το άρθρο 68(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προέβλεπε ως χρόνο παραγραφής για αστικά αδικήματα τα δύο έτη. Όλοι οι χρόνοι παραγραφής, συμπεριλαμβανομένου αυτού του άρθρου 68 του Κεφ. 148, αναστάληκαν με τον περί Αναστολής της Παραγραφής Ν. 57/64, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.36/
- Αυτοί οι Νόμοι όμως καταργήθηκαν από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Ν.110(Ι)/02, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.6.05 και του οποίου το άρθρο 4
(1)προνοεί τα ακόλουθα: «4.-
(1)Οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 καταργούνται: Νοείται ότι η κατάργηση των πιο πάνω Νόµων µε κανένα τρόπο δεν µπορεί να καταστήσει παραγεγραµµένο οποιοδήποτε αγώγιµο δικαίωµα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάµει των καταργηµένων Νόµων, εκτός αν και µέχρις ότου συµπληρωθεί µετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόµου, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιµο δικαίωµα.» Με βάση το άρθρο 3
(2)του Ν.110(Ι)/02, ο χρόνος παραγραφής οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος (εκτός από αξίωση σε σχέση με ακίνητη ή κινητή ιδιοκτησία στα κατεχόμενα) συνεχίζει να είναι ανεσταλμένος κατά την περίοδο αναστολής, παρά την κατάργηση των Νόμων του 1964 και 1982, μόνο αν και εφόσον ο δικαιούχος αυτού αποδείξει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο δικαίωμα του. Τέτοιο θέμα δεν εγείρεται στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση αίτησης. Ακολούθησε ο τροποποιητικός του Κεφ. 148 Ν.171(Ι)/06 με τον οποίο ο παλαιότερος χρόνος παραγραφής των δύο ετών του άρθρου 68(α) αυξήθηκε στα τρία έτη από τις 29.12.
- Το τροποποιηθέν άρθρο 68(α) προβλέπει ότι: «
- Καμία αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί - (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή..» Σημειώνω επίσης τις πρόνοιες του άρθρου 68(β) που ισχύουν στις περιπτώσεις πρόκλησης νέας ζημιάς κατ΄ εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, κάτι το οποίο δεν τυγχάνει εφαρμογής στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Με βάση το άρθρο 29 των περί Παραγραφής Αγώγιμων Αδικημάτων Νόμων του 2012 έως 2014 (Ν.66(Ι)/12έως Ν.190(Ι)/14), το άρθρο 68 του Κεφ. 148 καταργείται «μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου», ήτοι την 1.7.
- Στην παρούσα αγωγή η επίδικη επέμβαση έγινε στις 25.9.09, επομένως ως προς τα ζητήματα παραγραφής ρυθμίζεται από την τριετή περίοδο παραγραφής του άρθρου 68(α). Επομένως, ο χρόνος παραγραφής για το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας αναφορικά με την επίδικη επέμβαση στην οποίαν υπεβλήθη, είναι τρία έτη από την ημερομηνία της επέμβασης, ήτοι από τις 25.9.
- Η περίοδος παραγραφής συμπληρώθηκε στις 25.9.12, όπως ορθώς αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Αναστασίου και τους λόγους ένστασης του Δρος Σταύρου. Πριν προβώ στην τελική μου κατάληξη επί του θέματος, θεωρώ ότι εγείρεται το εύλογο ερώτημα κατά πόσον η προσθήκη εναγομένου μπορεί να διαταχθεί σε αυτό το στάδιο εφόσον η αγωγή έχει εμπρόθεσμα καταχωρηθεί, εναντίον βεβαίως άλλων προσώπων, χωρίς δηλαδή να τίθεται θέμα παραγραφής. Το θέμα απασχόλησε εκτεταμένα το Εφετείο στην υπόθεση PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1) (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σοβαρός παράγων είναι επίσης το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd et al
(1983)1 CLR 479, αίτημα για ανάλογη τροποποίηση της Αναφοράς εγκρίθηκε κατόπιν πρόσθεσης νέου συνεναγομένου, εφ΄όσον η προσθήκη είχε ήδη γίνει. Ο Σαββίδης, Δ., όμως, εξετάζοντας το θέμα της προσθήκης νέου εναγομένου, παρέπεμψε στο Annual Practice, 1982, σ. 210, όπου αναφέρεται: "Leave to add a defendant will not be granted after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant (Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd [1970] 1 Q.B. 393). Query, however, whether the court has a wide discretion, which will be rarely exercised, to add a defendant after the expiry of the relevant period of limitation (Marubeni Corporation and Another v. Pearlstone Shipping Corporation, The Times, June 30, 1977 C.A.)." Παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Liff v. Peasley [1980] 1 All E.R. 623, C.A., στην οποία ο Brandon L.J., αφού ανασκόπησε τη νομολογία, είπε στη σ. 639: "It is an established rule of practice that the court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sought to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstances as a defence to the claim. Alternatively, if the court allowed such addition to be made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand, I shall refer to the established rule of practice as "the rule of practice". There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would relate back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statute-barred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the 'relation back' theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, since defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. I shall refer to this second and alternative basis of the rule of practice as the 'no useful purpose' theory."» H ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Stavros Papaioannou Ltd v. Intermed Shipping Ltd S.R.L. κ.ά.
(1995)1(Α) Α.Α.Δ.
- Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v.Hansel Properties Ltd [1988]1 All E.R. 38,47,48, είναι καθοριστική για το απαράδεκτο πρόσδοσης, αναδρομικής ισχύος σε διαταγή για την προσθήκη εναγόμενου όπου αυτό θα συνεπαγόταν την αναβίωση αγώγιμου δικαιώματος το οποίο έπαυσε να υφίσταται. Ανάλογη υπήρξε η θέση του ίδιου Δικαστηρίου στη Byron v. Cooper [1844] 11 C1 & Fin556, 8 ER
- Στην Payabi υποδεικνύεται ότι η απόφαση στην The Joanna Borchard [1988] 2 Lloyd's Rep 274, η οποία θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως εμπεριέχουσα ευρύτερη αρχή, συναρτάται με τα ιδιαίτερα γεγονότα της και ειδικά με το γεγονός ότι επρόκειτο για αντικατάσταση διαδίκου. Ο λόγος της Ketteman είναι ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού προς το σκοπό δημιουργίας ή αναβίωσης αγώγιμου δικαιώματος. Η εφαρμογή δικονομικού κανόνα, όπως η Ord.16 r. 13 (βλ. The Annual Practice, 1958 1, σ.351) (η οποία στην Αγγλία έχει αντικατασταθεί με νεότερες θεσμικές διατάξεις), δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου η προσθήκη νέου εναγομένου θα συνεπαγόταν την αποστέρηση ουσιαστικού δικαιώματος του διαδίκου του οποίου η προσθήκη επιδιώκεται, πράγμα που θα συνέβαινε σ' αυτή την υπόθεση αν εγκρινόταν το αίτημα. Και να εγκρινόταν σε τέτοιες περιπτώσεις το αίτημα, η προσθήκη του νέου εναγόμενου θα είχε αφετηρία την ημερομηνία έκδοσης της διαταγής για τη συνένωση του νέου διαδίκου και όχι την ημερομηνία που κινήθηκε η αγωγή. Οι θεσμικές διατάξεις ρυθμίζουν τη διαδικασία. Η εφαρμογή τους δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τη γένεση αγώγιμου δικαιώματος ή να αποστερήσει τον εναγόμενο από υπεράσπιση την οποία του παρέχει ο νόμος.» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, θεωρώ ότι η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει από τη στιγμή που το αίτημα για προσθήκη εναγομένου υποβλήθηκε πολλούς μήνες (δεκαεπτά) μετά την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας. Τυχόν έγκριση της αίτησης δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό, αλλά αντιθέτως θα προκαλούσε περαιτέρω καθυστέρηση στην πορεία της υπόθεσης και αχρείαστα επιπρόσθετα έξοδα. Ως εκ τούτου αυτός ο λόγος οδηγεί αναπόφευκτα και στην απόρριψη της αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων θεμάτων που εγείρονται στο πλαίσιο αυτής. IV. Kατάληξη Επομένως, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και του Δρος Πέτρου Σταύρου - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 2 και 3 - αιτητών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν νόμιμο τόκο και Φ.Π.Α. (Υπ). Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο