EMPORIKOS OIKOS GERASIA LTD ν. FAKAS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4249/2013, 26/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4249/2013 Μεταξύ: EMPORIKOS OIKOS GERASIA LTD Ενάγουσας και 1. FAKAS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD 2. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΦΑΚΑΣ Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 7.2.2014 εναγομένου 2 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 26 Μαΐου, 2015 Για τον εναγόμενο 2- αιτητή: κ. Γ. Αδαμίδης Για την ενάγουσα- καθ' ης η αίτηση: κα. Α. Γαβριηλίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 3.7.2013 με την οποία αξιώνει απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για €15.588,14 πλέον τόκο ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή τιμολογίων για εμπορεύματα πωληθέντα και παραδοθέντα από την ενάγουσα προς την εναγομένη 1 και/ή δυνάμει γραπτής εγγύησης του εναγομένου 2 καθώς και δυνάμει επτά ακάλυπτων επιταγών. Η αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους 1 και 2 στις 11.10.2013 με τον τρόπο που θα αναφερθεί πιο κάτω, δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης και η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση στις 25.10.2013, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στις 5.11.2013 ως η απαίτηση. Στις 7.2.2014 η εναγομένη 1 καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία επιζητείται ο παραμερισμός της απόφασης. Σημειώνω ότι εκδόθηκε και προσωρινό διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης όσον αφορά τον εναγόμενο 2, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης για παραμερισμό, το οποίο κατέστη απόλυτο με τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας, για όλα τα μέτρα εκτέλεσης πλην του δικαιώματος της ενάγουσας για την καταχώριση Μέμο επί της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου 2. Σημειώνω επιπλέον ότι η εναγομένη 1 επίσης καταχώρισε στις 7.2.2014, χωριστή αίτηση για παραμερισμό της απόφασης όσον αφορά την ίδια, η οποία εγκρίθηκε με σημερινή απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου λόγω αντικανονικής επίδοσης. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στις Δ.17 θ. 10 και Δ.48 θ. 9(
- h)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 2, ο οποίος αναφέρει ότι κατά ή περί τις 9.1.2014 πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο της ενάγουσας ότι είχε ληφθεί απόφαση στην παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στις 5.11.2013 λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Αναφέρει επιπλέον ότι κατά ή περί τις 10.1.2014 ερεύνησε τον φάκελο της παρούσας αγωγής στο Πρωτοκολλητείο και διαπίστωσε ότι ουδέποτε έγινε επίδοση της αγωγής και/ή η επίδοση προς τον ίδιο έγινε παράτυπα και/ή αντίθετα με τους νόμους και κανονισμούς, με αποτέλεσμα να μη λάβει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής και να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Σημειώνει ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη ημερ. 15.10.2013 αναφέρει ότι επιδόθηκε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στις 11.10.2013, αφήνοντάς το στον εναγόμενο 2 προσωπικά ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει. Αναφέρει ότι στις 10.1.2014 κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία, για τον λόγο ότι ουδέποτε έλαβε την παρούσα αγωγή και ουδέποτε αρνήθηκε να υπογράψει όπως ψευδώς αναφέρεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης. Προσθέτει ότι έχει καλή υπεράσπιση και δεν οφείλει κανένα ποσό στην ενάγουσα. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 1, 3 και 4 τα οποία κατατέθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας κατά την απόδειξη της υπόθεσης (κατάσταση λογαριασμού εναγομένης 1, και τιμολόγια προς εναγομένη 1) επισημαίνει ότι σχετίζονται με την εναγομένη 1 και δεν έχει προσωπική γνώση. Αναφορικά με το Τεκμήριο 2 (έγγραφο που στάληκε με τηλεομοιότυπο στο οποίο φαίνεται να εγγυάται προσωπικά ο εναγόμενος 2 την αποπληρωμή οφειλών της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα) ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμφώνησε να εγγυηθεί την εναγομένη 1, δεν γνωρίζει την ενάγουσα και κατά συνέπεια δεν οφείλει κανένα ποσό προς αυτήν. Εν όψει αυτών, ζητά τον παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση, στην οποία επικαλείται τους εξής λόγους: 1.Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στον εναγόμενο 2 στις 15.10.2013 (ενδεχομένως να εννοεί 11.10.2013) και παρήλθαν 4 μήνες για την καταχώριση της παρούσας αίτησης. 2.Παρήλθαν 3 και πλέον μήνες από την έκδοση της απόφασης. 3.Τα ισχυριζόμενα από τον εναγόμενο 2 -αιτητή είναι αναληθή. 4.Ο εναγόμενος 2 ουδεμία υπεράσπιση έχει επί της ουσίας της υπόθεσης και οι ισχυρισμοί που αναφέρονται είναι παραπλανητικοί. 5.Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική καθότι η παράλειψη του εναγομένου 2 να εμφανιστεί συνιστά αδικαιολόγητη αδιαφορία που ισοδυναμεί με περιφρόνηση του Δικαστηρίου. 6. Οι εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν για την έκδοση απόφασης από τις 25.11.2013 από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και ουδέν έπραξαν εγκαίρως. 7.Η αίτηση πλήττει το συμφέρον της δικαιοσύνης και τα δικαιώματα της ενάγουσας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Χαραλάμπους, διευθυντή της ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι ο δικηγόρος της ενάγουσας όντως μίλησε με τον εναγόμενο 2 αλλά και με τον κ. Νεκτάριο Φάκα, όχι όμως περί τις 9.1.2014 αλλά περί τις αρχές Δεκεμβρίου του 2013, εφόσον ο εναγόμενος 2 ενημερώθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας ότι είχε καταχωριστεί αίτηση έρευνας για την ακίνητη περιουσία του. Έκτοτε ο Νεκτάριος και ο Χρύσανθος Φάκα επικοινώνησαν με τον δικηγόρο της ενάγουσας πέραν των 15 περιπτώσεων με διάφορες προτάσεις για εξόφληση του επίδικου χρέους και συγκεκριμένα των επιταγών που παρουσιάστηκαν ως Τεκμήριο 4 κατά την απόδειξη της απαίτησης. Προβάλλει επιπλέον τη θέση ότι η επίδοση έγινε καθόλα νομότυπα και ότι η άρνηση παραλαβής δικαστικών εγγράφων είναι η πάγια τακτική των εναγομένων 1 και 2 για την αποφυγή των υποχρεώσεών τους. Αναφέρει περαιτέρω ότι η Αστυνομία ενημέρωσε τον ιδιώτη επιδότη ότι το παράπονο του εναγομένου 2 σε σχέση με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης της παρούσας αγωγής εξετάστηκε και απορρίφθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα καθότι δεν στοιχειοθετείται οιονδήποτε ποινικό αδίκημα. Μετά από την εξέλιξη αυτή, ο Νεκτάριος Φάκας υπέβαλε νέο παράπονο στην Αστυνομία ότι ο επιδότης ορκίστηκε ψευδώς για την επίδοση της αγωγής στην εναγομένη 1 καθότι γνώριζε ότι ο εναγόμενος 2 δεν είναι διευθυντής της. Το παράπονο αυτό απορρίφθηκε και πάλι από την Αστυνομία. Όσον αφορά την ουσία της απαίτησης, ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της ενάγουσας αναφέρει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η απαίτηση συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης των επίδικων επιταγών οι οποίες είχαν εκδοθεί προς αντικατάσταση προηγούμενων ακάλυπτων επιταγών. Ειδικότερα όσον αφορά την απαίτηση κατά του εναγομένου 2, αναφέρει ότι περί τα τέλη Ιουλίου του 2012, η ενάγουσα για να πωλήσει εκ νέου προϊόντα στην εναγομένη 1, ζητούσε εγγύηση από ένα φυσικό πρόσωπο ήτοι έναν από τους δύο διευθυντές. Η ενάγουσα παρέδωσε στον εναγόμενο 2 σχετικό έντυπο το οποίο και υπέγραψε ως εγγυητής και στάληκε από το φαξ της εναγομένης 1 εταιρείας προς το φαξ της ενάγουσας (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση απόδειξης της απαίτησης). Επισημαίνει επιπλέον ότι όλες οι (μεταχρονολογημένες) επιταγές που εξέδιδε η εναγομένη 1 έναντι της οφειλής της έφεραν την υπογραφή τόσο του Νεκτάριου Φάκα όσο και του εναγομένου 2. Μετά την παραλαβή των σχετικών προϊόντων, η πρώτη επιταγή επιστράφηκε από την τράπεζα απλήρωτη με την ένδειξη ότι η υπογραφή του εκδότη διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή της τράπεζας. Η ενάγουσα επικοινώνησε με τον εναγόμενο 2, ο οποίος διευθέτησε με μετρητά κάποιες από τις ακάλυπτες επιταγές. Τελικά ο Νεκτάριος Φάκας και ο εναγόμενος 2 συμφώνησαν όπως εκδώσουν νέες επιταγές (της εναγομένης 1) για την αντικατάσταση των επιταγών που είχαν επιστραφεί απλήρωτες λόγω διαφοράς στην υπογραφή. Στις 26.9.2012 ο Νεκτάριος Φάκας εξέδωσε τις 8 επίδικες επιταγές εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας. Μία εξ αυτών τιμήθηκε ενώ οι υπόλοιπες επτά ανακλήθηκαν από τον εκδότη χωρίς εύλογη αιτία, εφόσον τα προϊόντα είχαν ήδη παραδοθεί και τοποθετηθεί. Η δε εναγομένη 1 ενδεχομένως να είχε ήδη πληρωθεί από το κράτος για την εργασία που είχε εκτελέσει, εφόσον επρόκειτο για κυβερνητικό έργο για το οποίο είχε αγοράσει προϊόντα από την ενάγουσα. Ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της ενάγουσας τονίζει ότι η εναγομένη 1 είχε παραλάβει όλα τα προϊόντα μεταξύ 1.8.2012 και 18.9.1012 χωρίς οποιονδήποτε ισχυρισμό για ελαττωματικότητα, ενώ οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στις 26.9.2012 προς αντικατάσταση προηγούμενων ακάλυπτων επιταγών, δηλαδή μετά την παραλαβή και έγκριση όλων των προϊόντων. Θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου 2 σε σχέση με την επίδοση της αγωγής είναι αναληθείς και ότι καμία καταγγελία δεν προωθήθηκε στην Αστυνομία, ενώ ο εναγόμενος 2 γνώριζε την ενάγουσα και είχε προσωπική γνώση όλων των γεγονότων. Σημειώνει επιπλέον ότι η εναγομένη 1, προσπαθώντας να παραπλανήσει τους πιστωτές της, αλλάζει συνεχώς όνομα. Προσθέτει ότι η ενάγουσα έχει καταχωρίσει την ποινική υπόθεση 370/13 στο Ε.Δ. Λάρνακας εναντίον των εναγομένων 1 και 2 η οποία εκκρεμεί, σε σχέση με την οποία ο Νεκτάριος Φάκας έχει προτείνει στον δικηγόρο της ενάγουσας διάφορους τρόπους αποπληρωμής της επίδικης οφειλής. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Νεκτάριος Φάκας πρότεινε στην ενάγουσα να καταχωρίσει αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και ότι θα τους ενημέρωνε σε ποια ακίνητα να καταχωρίσουν Μέμο, εφόσον θα εκδίδονταν εντός των ημερών τίτλοι και έτσι θα αναγκάζονταν οι αγοραστές των διαμερισμάτων που πωλούσε η εναγομένη 1 να πληρώσουν μέρος των οφειλομένων για να πάρουν τίτλο. Συνεπώς, θεωρεί ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, η αγωγή επιδόθηκε κανονικά και ότι καμία υπεράσπιση δεν αποκαλύπτεται. Η ένσταση υποστηρίζεται και από ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη Γιάννου Ιωάννου, ο οποίος αναφέρει ότι τον Ιούλιο του 2013 έλαβε οδηγίες από τους δικηγόρους της ενάγουσας να επιδώσει την παρούσα αγωγή στους εναγομένους 1 και 2. Όλες οι προσπάθειές του προς ανεύρεση των δύο διευθυντών της εναγομένης 1 εταιρείας Νεκτάριο και Χρύσανθο Φάκα (εναγόμενος 2) ήταν ανεπιτυχείς, ενώ στις 15.10.2013 συνάντησε τυχαία τον εναγόμενο 2 στην αυλή του Δικαστηρίου έξω από το κτήριο αρ.4. Ο επιδότης προσθέτει ότι λόγω του ότι είχε επιδώσει στον εναγόμενο 2 πολλές αγωγές στο παρελθόν οι οποίες εγέρθηκαν εναντίον της εναγομένης 1 αλλά και του ιδίου προσωπικά, του έδωσε και την παρούσα αγωγή τόσο όσον αφορά την εναγομένη 1 όσο και για τον ίδιο προσωπικά. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι ο εναγόμενος 2, αφού ανέγνωσε την αγωγή, αρνήθηκε να παραλάβει τα έγγραφα και/ή να υπογράψει για την παραλαβή τους με τη δικαιολογία ότι δεν τον αφορά η παρούσα αγωγή. Ο επιδότης σημείωσε ότι ο εναγόμενος 2 παρέλαβε τα κλητήρια άνευ υπογραφής και ο εναγόμενος 2 τα έριξε κάτω στο πάτωμα. Ο επιδότης προβάλλει ότι η τακτική αυτή του εναγομένου 2 αλλά και του αδελφού του Νεκτάριου Φάκα να μην παραλαμβάνουν τα έγγραφα είναι συνήθης και έχει γίνει αρκετές φορές, πράγμα που γνωρίζει και ο δικηγόρος τους, ο οποίος ανέφερε στον επιδότη ότι τους έχει συμβουλέψει να τα παραλαμβάνουν. Ο επιδότης αναφέρει επιπλέον ότι στις 10.1.2014 έλαβε τηλεφώνημα από την Αστυνομία ότι διερευνά αδίκημα ψευδούς ενόρκου δηλώσεώς του για το οποίο έγινε καταγγελία από τον εναγόμενο 2, αναφορικά με την επίδοση της παρούσας αγωγής. Ο επιδότης έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, αναφέροντας όλα τα πιο πάνω. Πρόσφατα δε έχει ενημερωθεί από την Αστυνομία ότι το παράπονο διερευνήθηκε και απορρίφθηκε από τη Νομική Υπηρεσία καθότι δεν στοιχειοθετείται αδίκημα. Ενημερώθηκε επιπλέον ότι υποβλήθηκε εκ νέου παράπονο εναντίον του για ψευδή δήλωση, αυτήν τη φορά από τον Νεκτάριο Φάκα, διότι ως ισχυρίζεται ο τελευταίος, ο επιδότης γνώριζε ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν διευθυντής της εναγομένης 1, κάτι που ο επιδότης ισχυρίζεται ότι δεν αληθεύει. Το παράπονο αυτό επίσης απορρίφθηκε από την Αστυνομία αφενός διότι οι δηλώσεις του Νεκτάριου Φάκα έρχονταν σε αντίθεση με τις δηλώσεις του εναγομένου 2, και αφετέρου διότι η υπόθεση είχε ήδη εξεταστεί και απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω, ο ιδιώτης επιδότης προβάλλει τη θέση ότι η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα τόσο για την εναγομένη 1 όσο και για τον εναγόμενο 2. Η πλευρά της εναγομένης 1 - αιτήτριας καταχώρισε, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου εφόσον δεν υπήρξε ένσταση από την άλλη πλευρά, συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εναγομένου 2, για σκοπούς απάντησης της θέσης της πλευράς του διευθυντή της ενάγουσας και του ιδιώτη επιδότη όσον αφορά το ότι ο εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της εναγομένης 1. Στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο εναγόμενος 2 επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α έρευνα από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με τις αλλαγές ονομασίας της εναγομένης 1 (στις 4.2.2009 μετονομάσθηκε από Fakas Investments & Developments Ltd σε Fakas Constructions & Developments Ltd, ενώ στις 9.7.2013 μετονομάσθηκε σε N Civil Construction Ltd). Ως Τεκμήριο Β επισυνάπτεται πιστοποιητικό Διευθυντή και Γραμματέα της εναγομένης 1 με το οποίο πιστοποιείται από τον Έφορο Εταιρειών ότι κατά την περίοδο 5.4.2012 μέχρι 30.9.2014 ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας ήταν ο Νεκτάριος Φάκας (ημερομηνία διορισμού 7/4/2000) και ο γραμματέας της εταιρείας ήταν ο Νεκτάριος Κουφέττας (ημερομηνία διορισμού 15.2.2002). Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, καθότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε ομνύοντα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 17 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τη Διαταγή 17, δηλαδή λόγω παράλειψης του εναγομένου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει την απόφαση με όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές.[1] Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων. Ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Επιπρόσθετα, όμως, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του. Αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης. Η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η ανεξήγητη αργοπορία του να πάρει μέτρα για την ακύρωση της απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. Συναφώς, όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως λέχθηκε στη Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει το Δικαστήριο η Δ.17, Θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση». Έχοντας σκιαγραφήσει τις πιο πάνω αρχές, τονίζω ότι έχουν εφαρμογή μόνο εφόσον η απόφαση έχει εκδοθεί νομότυπα. Οι προϋποθέσεις για να υπάρξει εξουσία έκδοσης απόφασης ερήμην δυνάμει της Δ.17 είναι η καλή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, εκπνοή της προθεσμίας για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και παράλειψή του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Εάν οι προϋποθέσεις αυτές υπάρχουν, τότε το θέμα παραμερισμού εξετάζεται με βάση τις αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Εάν όμως αποδειχθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17, τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250, όπου ακυρώθηκε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης για παραμερισμό που αφορούσε την επιβολή όρου: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος). » Παρομοίως, όπως αναφέρεται στο Halsbury' s Laws Of England, 4η έκδοση, τόμος 26, παρ. 559: «When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than is due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from consideration as to whether there is good defence on the merits, and the plantiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order.» Όπως δε αναφέρεται στο The Supreme Court Practice 1982, Volume 1, Centenary edition, στη σελίδα 157, παρ. 13/9/4: «Where a judgment is obtained irregularly the defendant is entitled ex debito justistiae to have it set aside. When setting aside an irregular judgment, the Court should impose no terms whatever on the defendant, not even contingent terms, such as that the costs should be costs in cause.» Στην υπό κρίση περίπτωση, ο εναγόμενος 2 προβάλλει ως αιτιολογία για τον παραμερισμό της απόφασης, τόσο το ζήτημα της επίδοσης, όσο και την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και δικαιολογίας για την παράλειψή του να εμφανιστεί στη διαδικασία. Συνεπώς, θα πρέπει να εξεταστεί πρώτα το θέμα της επίδοσης. Συναφώς, επισημαίνω και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό παράτυπα εκδοθείσας απόφασης λόγω κακής επίδοσης (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 615, «inherent power to set aside irregular judgment»). Η αίτηση θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί μέσα σε αυτά τα πλαίσια, εφόσον η αντικανονικότητα της επίδοσης μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στον παραμερισμό της απόφασης. Η Διαταγή 5 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «2
(1)Η επίδοση πρέπει, όποτε είναι πρακτικό, να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα γίνει η επίδοση, αλλά αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν το αντίγραφο αφεθεί: (
- i)Σε ένα μέλος της οικογένειάς του, που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω, και βρίσκεται στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του, ή (
- ii)Σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιας ηλικίας και που να είναι υπεύθυνο του τόπου εργασίας του, ή (iii) Στον αφέντη του, στην περίπτωση υπηρέτη που διαμένει με τον αφέντη του Όταν γίνει η επίδοση δια της αφέσεως του αντιγράφου σε πρόσωπο εκτός από τον ίδιο προσωπικά, η ένορκη δήλωση επιδόσεως πρέπει να αναφέρει (εάν έτσι έχουν τα πράγματα) ότι το πρόσωπο στο οποίο έπρεπε να γίνει η επίδοση δεν βρέθηκε στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του (Τύπος 5)». Εξετάζοντας λοιπόν το θέμα της επίδοσης όσον αφορά τoν εναγόμενο 2, παρατηρώ από το ενώπιόν μου υλικό ότι ο ιδιώτης επιδότης Γιάννος Ιωάννου κατέθεσε στον φάκελο της υπόθεσης ένορκη δήλωση ημερ. 15.10.2013, όπου αναφέρει ότι στις 11.10.2013 επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο 2 προσωπικά, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει. Επισυνάπτεται δε στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αντίγραφο του εγγράφου που επιδόθηκε και σημείωση ότι ο εναγόμενος 2 αρνήθηκε να υπογράψει. Συναφώς, σημειώνω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι απόλυτα επιτρεπτό για το Δικαστήριο σε διαδικασίες αυτής της φύσης να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από τα έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου [2] . Περαιτέρω, έχει καταχωριστεί ένορκη δήλωση του επιδότη στα πλαίσια της ένστασης της ενάγουσας στην υπό κρίση αίτηση, με την οποία περιγράφει με λεπτομέρεια τον τρόπο και τον χώρο στον οποίο επιτεύχθηκε η προσωπική επίδοση στον εναγόμενο 2. Ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε του επιδόθηκε η αγωγή (είτε για τον ίδιο είτε για την εναγομένη 2). Εν τούτοις, ουδέν απτό στοιχείο παρουσιάζει προς τεκμηρίωση του εν λόγω γενικού και αόριστου ισχυρισμού. Δεν ισχυρίζεται, για παράδειγμα, ότι δεν βρισκόταν στην αυλή του Δικαστηρίου έξω από το κτήριο 4 στις 11.10.2013, αλλά σε κάποιο άλλο χώρο, έτσι ώστε να τεκμηριώσει τη θέση του ότι η ένορκη δήλωση του επιδότη για προσωπική επίδοση είναι ψευδής. Η δε καταγγελία που έγινε στην Αστυνομία φαίνεται να διερευνήθηκε και να απορρίφθηκε. Ούτε και ζητήθηκε να αντεξεταστεί ο ιδιώτης επιδότης επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης. Στην ουσία, η ένορκη δήλωση του επιδότη περί προσωπικής επίδοσης στον εναγόμενο 2 αποτελεί μαχητό τεκμήριο καλής επίδοσης. Από τη στιγμή που ο εναγόμενος 2 επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης επικαλούμενος κακή/μη επίδοση, φέρει αυτός το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Κατά την κρίση μου, η απλή αναφορά ότι ουδέποτε έλαβε την αγωγή και ουδέποτε αρνήθηκε να υπογράψει, χωρίς οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, ενώ υπάρχει στον φάκελο της υπόθεσης ένορκη δήλωση προσωπικής επίδοσης, καθώς και δεύτερη ένορκη δήλωση του επιδότη με λεπτομέρειες των όσων έλαβαν χώρα κατά τον χρόνο επίδοσης, σε καμία περίπτωση δεν είναι ικανοποιητική για σκοπούς απόσεισης του βάρους απόδειξης που βαραίνει τον αιτητή. Θα ήταν άτοπο και αντινομικό να παραμερίζονται αποφάσεις με τον γενικό ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε επίδοση, χωρίς άλλο στοιχείο, όταν βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου νομότυπη ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη με την οποία επιμαρτυρείται ότι επιτεύχθηκε προσωπική επίδοση. Διαφορετική αντιμετώπιση θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα τα οποία θα αντιστρατεύονταν την ανάγκη για διασφάλιση της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Ίσως εκ του περισσού, σημειώνω ότι με σημερινή απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου έχει παραμερισθεί η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της εναγομένης 1, ex debito justitiae, λόγω του ότι επιδόθηκε για την εναγομένη 1 στον εναγόμενο 2, ως διευθυντή της, ενώ από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από την εναγομένη 1 προέκυψε ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν διευθυντής ή γραμματέας της εναγομένης 1 εταιρείας. Συνεπώς, η επίδοση που έγινε στον εναγόμενο 2 για την εναγομένη 1 εταιρεία κρίθηκε ότι δεν ήταν καλή. Στη δε απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου σχολιάστηκε με αποδοκιμασία η ενέργεια του ιδιώτη επιδότη να καταχωρίσει στον φάκελο της υπόθεσης ένορκη δήλωση ότι επέδωσε το κλητήριο για την εναγομένη 1 εταιρεία σε διευθυντή της, ενώ δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η επίδοση του κλητηρίου στον εναγόμενο 2 για τον ίδιο προσωπικά, και όχι για την εταιρεία, κρίνεται καλή, εφόσον πρόκειται περί προσωπικής επίδοσης. Δόθηκε το κλητήριο στον εναγόμενο 2 προσωπικά, αλλά αρνήθηκε να υπογράψει και επέλεξε να το πετάξει στο έδαφος. Το γεγονός ότι η επίδοση του κλητηρίου για την εναγομένη 1 που έγινε στον εναγόμενο 2 κατά τον ίδιο χρόνο δεν ήταν καλή, επειδή δεν ήταν αξιωματούχος της εταιρείας, δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου όσον αφορά τον ίδιο προσωπικά. Με τα πιο πάνω δεδομένα, κρίνω ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο 2 είναι καλή και αυτός έλαβε γνώση της αγωγής από τις 11.10.2013. Οι ισχυρισμοί του περί κακής ή μη επίδοσης παρέμειναν παντελώς ατεκμηρίωτοι και μετέωροι και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Κατά συνέπεια, συνάγεται ότι η απόφαση εναντίον του εναγομένου 2 εκδόθηκε νομότυπα και δεν τίθεται θέμα παραμερισμού της ex debito justitiae. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη εμφάνιση του εναγομένου 2 στο Δικαστήριο, αλλά και κατά πόσο έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, στην ουσία συνδέεται άρρηκτα με τον ισχυρισμό του εναγομένου 2 για κακή/μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, εφόσον στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτησή του, δηλώνει ότι δεν έλαβε γνώση και γι' αυτό δεν καταχώρισε εμφάνιση. Το Δικαστήριο, όμως, έχει ήδη απορρίψει τους ισχυρισμούς του εναγομένου 2 περί κακής επίδοσης και έχει αποφασίσει ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν καλή όσον αφορά τον ίδιο προσωπικά. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία συνάγεται ότι ο εναγόμενος 2 έλαβε γνώση της αγωγής από τις 11.10.2013, αλλά και περαιτέρω ότι τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του 2014, όπως ο ίδιος δηλώνει, έλαβε γνώση και της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον του. Εν τούτοις, παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα στη διαδικασία, μέχρι τις 7.2.2014. Ο εναγόμενος 2 δεν δίδει οποιαδήποτε εξήγηση, εμμένοντας στη γενικόλογη και ατεκμηρίωτη θέση ότι δεν του επιδόθηκε η αγωγή και ότι έλαβε γνώση για πρώτη φορά στις 9.1.2014 όταν πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο της ενάγουσας για την έκδοση της απόφασης. Εν τούτοις, από τη στιγμή που έλαβε δεόντως γνώση της αγωγής από τις 11.10.2013, όφειλε να καταχωρίσει εμφάνιση εντός της υπό των θεσμών προβλεπόμενης προθεσμίας και όχι να αφήσει να εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον του, και μόνο με τις ενέργειες της ενάγουσας για εγγραφή Μέμο επί της ακίνητης περιουσίας του, να εξαιτείται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί ότι ο εναγόμενος 2 επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία αγγίζει τα όρια καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941). Ο εναγόμενος 2 δεν ενδιαφέρθηκε για την έκβαση της δικαστικής διαδικασίας που γνώριζε ότι εκκρεμούσε εναντίον του, παρά μόνο όταν είχε πλέον προωθηθεί μέτρο εκτέλεσης στο Κτηματολόγιο. Αναφορικά με το κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, σημειώνω ότι το μόνο που αναφέρει ο εναγόμενος 2 είναι ότι έχει καλή υπεράσπιση και δεν οφείλει κανένα ποσό, καθότι δεν γνωρίζει την ενάγουσα, ουδέποτε έστειλε στην ενάγουσα το φαξ που καταχωρίστηκε ως Τεκμήριο 2 κατά την απόδειξη της υπόθεσης από την ενάγουσα, και ουδέποτε συμφώνησε να εγγυηθεί την εναγομένη 1. Εν τούτοις, αφήνει παντελώς ασχολίαστο το γεγονός ότι το εν λόγω έγγραφο φέρει όχι μόνο το όνομά του στη θέση του εγγυητή, αλλά και την υπογραφή του. Δεν προβάλλει οποιονδήποτε ισχυρισμό περί πλαστογραφίας ή ότι δεν είναι δική του η υπογραφή στη θέση του εγγυητή. Ούτε και δηλώνει ότι έγινε οποιαδήποτε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία σε σχέση με το γεγονός ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο έγγραφο το οποίο φέρει την υπογραφή του ως εγγυητή της εναγομένης 1 ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν συμφώνησε να την εγγυηθεί προς όφελος της ενάγουσας. Συνεπώς, οι γενικόλογοι ισχυρισμοί του ότι δεν συμφώνησε να εγγυηθεί την εναγομένη 1 και ότι δεν απέστειλε με φαξ το εν λόγω έγγραφο προς την ενάγουσα, ενώ το σχετικό έγγραφο με το όνομα και την υπογραφή του στη θέση του εγγυητή βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και χωρίς ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι γενικές αναφορές του εναγομένου 2, χωρίς την παράθεση έστω και της παραμικρής λεπτομέρειας ή κάποιου απτού στοιχείου που να προσδίδει κάποια βαρύτητα στους ισχυρισμούς αυτούς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική για τους σκοπούς της παρούσας. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο αιτητής σε αίτηση παραμερισμού απόφασης θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, «ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω, ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση». Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από αυτήν του ενάγοντα. Συνεπώς, θα πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας, ώστε να μην ασκείται επί ματαίω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως έχει προαναφερθεί, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά εξετάζει τα στοιχεία που τίθενται ενώπιόν του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως γνήσιας υπεράσπισης του εναγομένου 2, παρά μόνο γενικές και αόριστες αρνήσεις. Η γενικότητα των ισχυρισμών του εναγομένου 2 αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση υπεράσπισης (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστα Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1101). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 2 - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Evans v. Bartlam [1937] 2 All ER 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA"
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 437, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Ευάνθη ν. Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 176, Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 [2] Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο