ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Pampoukkas Construction Ltd, Αρ. Αγωγής: 8134/13, 28/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, πρ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 8134/13 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενάγοντες και Pamboukkas Construction Ltd Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 3.2.2015 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενάγοντες και Pampoukkas Construction Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 30.1.2015 Ημερομηνία: 28 Μαΐου 2015 Για Εναγόμενους- Αιτητές: κα Α. Αγρότη για Αγρότη & Αγρότη Δ.Ε.Π.Ε Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Θ. Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης &Υιοί Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε στις 17.12.2013 οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων το ποσό των €4.859,17 ως αποζημιώσεις για ζημιά που προξένησαν οι Εναγόμενοι στο δίκτυο ύδρευσης του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, περιουσιακό στοιχείο των Εναγόντων, νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Εναγόμενοι, που είναι εργοληπτική εταιρεία, κατά την διεξαγωγή εργασιών επί του δικτύου ύδρευσης των Εναγόντων προκάλεσαν, λόγω της αμέλειας τους, ζημιές σε κεντρικούς ή/και παροχετευτικούς αγωγούς στο δίκτυο ύδρευσης. Λόγω της αμέλειας των Εναγομένων οι Ενάγοντες υπέστησαν διάφορες ζημιές που διατυπώνονται αναλυτικά στην Έκθεση Απαίτησης. Στις 30.1.2015 οι Εναγόμενοι - Αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία και/ή η συνέχιση της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης εκκαθάρισης με αρ. 303/2014 εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Διαζευκτικά αιτούνται διατάγματος του Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση να λάβει οποιαδήποτε επιπρόσθετα δικονομικά μέτρα ή διαδικασίες στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της υπ' αριθμό 303/2014 Αίτησης εκκαθάρισης με αρ. 303/2014 εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών Η αίτηση βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρο 215στη Δ.48, Θ.Θ 1-9 , Δ.39 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Παντελή Πάμπουκκα ο οποίος είναι Διευθυντής των Εναγομένων - Αιτητών και ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα από προσωπικό χειρισμό όσο και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και από πληροφορίες που συνέλεξε. Ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει ότι στις 14.4.2014 πιστωτής των Εναγομένων - Αιτητών καταχώρησε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την υπ' αριθμό 303/2014 Αίτησης εκκαθάρισης και διάλυσης εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση. Επισυνάπτει αντίγραφο της εν λόγω Αίτησης ως Τεκμήριο
- Κατά τα λοιπά εκφράζει την πεποίθηση και λαμβάνει νομική συμβουλή ότι η αίτηση των Εναγομένων - Αιτητών πρέπει να εγκριθεί για προστασία των δικαιωμάτων των πιστωτών και της περιουσίας της Εταιρείας και ότι τα πράγματα πρέπει να παραμείνουν ως έχουν προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 που είναι αντίγραφο της Αίτησης αρ. 303/2014 η AGS Agrotrading Ltd(η «Αιτήτρια») επιδιώκει την διάλυση της εναγόμενης εταιρείας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 211 και 212 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Σύμφωνα με την αίτηση η Εναγόμενη εταιρεία οφείλει στην Αιτήτρια το ποσό των €42.527,42 δυνάμει τιμολογίων και κατάστασης λογαριασμού πλέον τόκους. Μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες είσπραξης του πιο πάνω ποσού η Αιτήτρια επέδωσε στις 21.11.2013 στην εναγομένη Εταιρεία ειδοποίηση ημερομηνίας 21.10.2013 δια της οποία την καλούσαν όπως εξοφλήσει το πιο πάνω αναφερόμενο χρέος της αλλά η εταιρεία παρέλειψε να το πράξει. Στις 27.4.2015 οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση, καταχώρησαν Ειδοποίηση για την πρόθεση τους να προβάλουν Ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στηριζόμενη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-4, 8-9, Δ.39, Δ.40 Θ.Θ.7,11, Δ.64, Δ.35 Θ.18 και Θ.19, στα άρθρα 31,32,41 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 Ν.14/60, στο άρθρο 215 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Ο Αιτητής δεν παραθέτει ικανοποιητικούς λόγους που να δικαιολογούν την επιτυχία της παρούσας αίτησης και/ή οι οποιοιδήποτε λόγοι προβάλλονται είναι αντιφατικοί και/ή αόριστοι και/ή δεν ευσταθούν και/ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή βάση για την επιτυχία της παρούσας αίτησης.
- Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους αιτητές που να καταδεικνύει ότι η αναστολή της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή μέχρι την εκδίκαση της αίτησης υπ αρ. 303/2014 είναι αναγκαία για σκοπούς προστασίας των υπόλοιπων πιστωτών των Αιτητών ή ότι η συνέχιση της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή ενδέχεται να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα των υπόλοιπων πιστωτών των αιτητών.
- Το παρόν στάδιο δεν είναι το κατάλληλο για την καταχώριση αίτησης για αναστολή της αγωγής και η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και καταχωρείται με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην αγωγή.
- Η ένσταση που καταχωρίστηκε στην αίτηση εκκαθάρισης με αρ. 303/14 εκ μέρους των Εναγομένων δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο γιατί να μην εκκαθαριστεί η εταιρεία Pampoukkas Construction Ltd. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Ανδρέα Ρήγα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση με την οποία απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του Παντελή Πάμπουκκα και επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι Ένστασης. Παρουσιάζεται ως Τεκμήριο η ένσταση που καταχωρίστηκε εκ μέρους των Εναγομένων - Αιτητών στην αίτηση 303/
- Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 15.5.2015 κατά την οποία οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν αναπτύσσοντας ο καθένας τις θέσεις του. Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων και όπου κρίνω σκόπιμο θα προβώ σε αναφορά σε αυτές στην συνέχεια της απόφασής μου. Το άρθρο 215 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 προνοεί τα εξής: «Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται- (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή διαδικασία για αναστολή διαδικασίας σε αυτή· και (β) όταν οποιαδήποτε άλλη αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης της εταιρείας για παρεμπόδιση της λήψης περαιτέρω επιπρόσθετης διαδικασίας στην αγωγή ή διαδικασία, και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει σωστό.» Η διάταξη του άρθρου 215 του Κεφ. 113 (μαζί με αυτή του άρθρου 220 του Κεφ. 113 στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω) απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited ν. ΚΕΑΝ Λίμιτεδ
(1998)1 ΑΑΔ 1806 όπου λέχθηκαν τα εξής. «Σκοπός των προνοιών αυτών για αναστολή, είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. (Βλ. Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd [1923] 1 K.B. 160, In re Dynamics Corpn. (Ch. D.), [1973] 1 W.L.R. 63). Τα πιο πάνω άρθρα του δικού μας Νόμου, είναι παρόμοια με τα άρθρα 231 και 226 του αγγλικού Companies Act 1948. Παρόμοιες πρόνοιες που αφήνουν ανεπηρέαστες τις αρχές που διέπουν τα ερωτήματα ενώπιον μας έγιναν και με τα άρθρα 126, 128 και 130
(3)του Insolvency Act 1986. Κατά συνέπεια, αγγλικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις μπορούν να είναι καθοδηγητικές πάνω στα θέματα που μας απασχολούν. Στον Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 1448-1450: «The object of the winding-up provisions of the Companies Act 1862", said Lindley L.J. in Re Oak Pitts Colliery Co., "is to put all unsecured creditors upon an equality and to pay them pari passu." To accomplish this it was indispensable that proceedings against the company by way of action, execution, distress or other process should be suspended; otherwise the winding up would resolve itself into a scramble for the assets. Section 126 of the Insolvency Act gives the court power on the application of the company or a creditor or a contributory to restrain proceedings against the company. That power may be exercised at any time in the interval between the presentation of the petition and the making of the order. Section 128
(1)provides that where any company is being wound up by the court any attachment, sequestration, distress or execution put in force against the company after the commencement of the winding up is void. Section 130
(2)provides that when a winding-up order has been made or a provisional liquidator appointed, no action or proceeding shall be proceeded with or commenced against the company except by leave of the court and subject to such terms as the court may impose. In this way creditors and others are compelled to come in and prove their claims in the winding up, and a rateable and just distribution of the company's assets is effected. "Proceedings" under section 130
(2)is given a wide meaning, and includes executions and interpleader summonses. The words "any other action or proceeding" in section 126
(1)likewise are general and not limited to actions in England but extend to actions and proceedings in Scotland; Northern Ireland being covered by section 126
(1)(a)................................. Where a winding-up order has been made, the combined effect of sections 130
(2)and 128 of the Act is that such order operates automatically as a stay of all actions, executions, distresses, sequestrations, etc., against the company, subject to the discretion of the court to allow such actions, executions, etc., to proceed notwithstanding the winding-up." Στην υπόθεση Αναφορικά με την Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ
(2001)1Γ Α.Α.Δ 2055 επικυρώθηκε η ακόλουθη ερμηνεία του άρθρου 215 που είχε δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Απ' όλα τα ανωτέρω καθαρά συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο σκοπός και η πρόθεση του νομοθέτη όταν νομοθετούσε τη δυνατότητα αναστολής διαδικασιών μετά την καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας, ήταν να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία και την ίση μεταχείριση μεταξύ πιστωτών. Να μην παρατηρείται δηλαδή το φαινόμενο "όποιος προλάβει ό' τι αρπάξει".» Στην Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd [1923] 1 K.B. 160, η οποία αποφασίσθηκε στη βάση του άρθρου 140 του Companies (Consolidation) Act του 1908 το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 215 του Κεφ. 113, λέχθηκε ότι στην απουσία εξαιρετικών περιστάσεων, το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει την διακριτική ευχέρεια υπέρ της αναστολής της διαδικασίας ώστε να διασφαλιστεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας θα διανεμηθούν ίσα μεταξύ των πιστωτών της ίδιας τάξης και κανένας να μην αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι του άλλου. Σημειώνεται ότι η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε το στάδιο επικείμενης λήψης μέτρων εκτέλεσης αφού απόφαση είχε ήδη εκδοθεί. Η θέση των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι οι ίδιοι δεν είναι πιστωτές εν τη έννοια του πιστωτή που μπορεί να επαληθεύσει το χρέος του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση παραπέμπει στην υπόθεση Έφη M. Σπανού ν. GIP Constructions Limited,
(1999)1 Α.Α.Δ. 315 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο απέδωσε την έννοια του πιστωτή στα πλαίσια των άρθρων 213
(1)και 243
(1)που αφορούν το ποιος μπορεί να υποβάλει αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας ή αίτηση αναστολής της διαδικασίας εκκαθάρισης αντίστοιχα. Ειδικότερα λέχθηκαν τα εξής: «Δοθέντος ότι η έννοια του "πιστωτή" στα άρθρα 213
(1)και 243
(1)είναι, σύμφωνα με τα πιο πάνω, ταυτόσημη, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο, στην περίπτωση που εξετάζουμε, η εφεσείουσα είναι πιστωτής που μπορούσε να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εφεσίβλητης. Κρίνουμε ότι ορθή είναι η αρνητική απάντηση. Βάσει του άρθρου 213
(1)στην έννοια του "πιστωτή" περιλαμβάνεται και ο "ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής" (contingent or perspective creditor). Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία ως ενδεχόμενος πιστωτής, βάσει του άρθρου 224
(1)του αγγλικού Νόμου, θεωρείται "a person towards whom, under an existing obligation, the company may or will become subject to a present liability on the happening of some future event or at some future debt" - πρόσωπο έναντι του οποίου, βάσει υφιστάμενης υποχρέωσης, η εταιρεία ενδέχεται ή πρόκειται να ευρεθεί υπόλογη παρούσης ευθύνης με την επέλευση κάποιου μελλοντικού γεγονότος ή σε κάποια μελλοντική ημερομηνία (βλ. Re William Hockley [1962] 1 W.L.R. 555, Re Community Development Pty [1969] Qd. R.1 και Palmer΄s Company Law, 23rd Ed., 1127, para.85-15).Με άλλα λόγια, « ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής" σημαίνει πιστωτή υπό αναβλητική αίρεση ή πιστωτή υπό αναβλητική προθεσμία όπως είναι ο πιστωτής μη ληξιπρόθεσμου χρέους, π.χ. μη πληρωτέας συναλλαγματικής, ή ο εγγυητής που δεν ξόφλησε χρέος της εταιρείας ή ο εκμισθωτής αναφορικά με μελλοντικά ενοίκια. Ο όρος "Πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golstein [1968] 1 W.L.R. 1091,Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer΄s πι πάνω, σελ. 1127, παρ.85-14, Halsbury΄s Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para.1004). Δεν περιλαμβάνει, δηλαδή, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477). Στην περίπτωση της εφεσείουσας δεν βρισκόμαστε μπροστά σε "ενδεχόμενο ή μελλοντικό πιστωτή", δηλαδή πιστωτή έναντι του οποίου η υποχρέωση της εφεσίβλητης υφίσταται μεν αλλά τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή αναβλητική προθεσμία. Βρισκόμαστε μπροστά σε πρόσωπο έναντι του οποίου, με την υπεράσπιση στην ανταπαίτησή του, αμφισβητείται αυτή τούτη η υποχρέωση της εταιρείας. Βρισκόμαστε, με άλλα λόγια, μπροστά σε πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Επομένως η εφεσείουσα, έστω και εάν μέρος της ανταπαίτησής της είναι για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, δεν είναι ούτε υφιστάμενος ούτε ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής, υπό την έννοια των άρθρων 213
(1)και 243
(1)του Νόμου, και, κατά συνέπεια, δεν είχε το απαραίτητο locusstandi για να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εφεσίβλητης καθ' η στιγμή τελούσε υπ' αμφισβήτηση η ανταπαίτησή της στην αγωγή.» Επίσης στον Buckley on the Companies Act, 13th ed. Σελ. 451 αναφέρονται τα εξής: «A winding up petition is not a legitimate means of seeking to enforce payment of a debt which is bona fide disputed by the company. A petition presented ostensibly for a winding up order but really to exercise pressure will be dismissed and under circumstances may be stigmatized as a scandalous abuse of the process of court. At one time petitions founded on disputed debt were directed to stand over till the debt was established by action. If however there was no reason to believe that the debt, if established, would not be paid, the petition was dismissed. The modern practice is to dismiss such petitions. But of course if the debt is not disputed on some substantial ground the Court may decide it on the petition and make the order» Παραπέμπω επίσης στην Χατζηγιάννης Ανδρέας ν. CJ Kyprianou Promotions Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 991 όπου λέχθηκε ότι: «Ακόμη και πολύ παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση NewTravellers' ChambersLtd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 Αll E.R. 797).» Στον Buckley on the Companies Act, 13th ed. Σελ. 464 αναφέρεται ότι: «A claim for unliquidated damages (e.g. for fraudulent misrepresentation) will not support a petition (εννοείται για διάλυση της εταιρείας). The claimant must make himself a creditor by changing his claim for damages into a judgment before he can petition» (η παρενθετική αναφορά είναι του Δικαστηρίου) Υπό το πρίσμα των πιο πάνω, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πιστωτές εντός της έννοιας των άρθρων 213
(1)και 243
(1). Και τούτο διότι η απαίτηση τους αμφισβητείται εξ ολοκλήρου από τους Εναγομένους. Δεν είναι απαίτηση υπό αναβλητική αίρεση ή υπό αναβλητική προθεσμία. Με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και ειδικότερα ισχυρίζονται ότι την συγκεκριμένη περίοδο, που αφορά η αγωγή, δεν προξένησαν καμιά ζημιά ή βλάβη στο δίκτυο ύδρευσης των Εναγόντων. Αρνούνται τις λεπτομέρειες αμέλειας καθώς και τις λεπτομέρειες ζημιών που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες και καλούν αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Αμφισβητείται δηλαδή αυτή τούτη η ιδιότητα τους ως πιστωτές. Παρά το ότι δεν θεωρούνται πιστωτές εντός της έννοιας των άρθρων 213
(1)και 243
(1)του Κεφ. 113 εντούτοις το σημαντικότερο στην παρούσα περίπτωση είναι η απάντηση του ερωτήματος κατά πόσον οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση μπορούν να θεωρηθούν ως πιστωτές που μπορούν να επαληθεύσουν το χρέος τους εναντίον της Εταιρείας δυνάμει του άρθρου 298 του Κεφ. 113. Και τούτο διότι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ο σκοπός των διατάξεων των άρθρων 215 και 220 είναι να εξαναγκαστούν οι πιστωτές να σπεύσουν και να επαληθεύσουν την απαίτηση τους στην διαδικασία εκκαθάρισης ώστε να διασφαλιστεί δίκαιος διαμοιρασμός της περιουσίας της εταιρείας. Επομένως το ερώτημα είναι εάν οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να επαληθεύσουν το χρέος τους. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 298 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113: «Σε κάθε εκκαθάριση (με την επιφύλαξη, στην περίπτωση αφερέγγυων εταιρειών, της εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού του Νόμου περί Πτωχεύσεως) όλα τα χρέη που είναι πληρωτέα υπό αίρεση, και όλες οι απαιτήσεις εναντίον της εταιρείας, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, εξακριβωμένες ή εκφρασμένες μόνο σε αποζημιώσεις, είναι αποδεχτές ως επαλήθευση εναντίον της εταιρείας, αφού γίνει στο μέτρο που είναι δυνατό δίκαιη εκτίμηση της αξίας των χρεών αυτών ή των απαιτήσεων που είναι υπό αίρεση ή είναι εκφρασμένες μόνο σε αποζημιώσεις, ή που για οποιαδήποτε άλλη αιτία δεν έχουν συγκεκριμένη αξία.» Η πιο πάνω διάταξη είναι διατυπωμένη με τον πλέον ευρύ τρόπο ώστε να περιλαμβάνει και απαιτήσεις για αποζημιώσεις προκύπτουσες από αδικοπραξία. Στην υπόθεση Re Berkeley Securities (Property) Ltd
(1990)3 All ER στη σελ. 523 σε σχέση με το άρθρο 316 του Companies Act του 1948 που είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 298 του Κεφ. 113 αναφέρεται ότι:"It is clearly wide enough to admit to proof an unliquidated claim for damages for tort" Το άρθρο 299 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 πριν να καταργηθεί με τον νόμο 63
(1)/ 2015 προνοούσε ότι: «299. Σε περίπτωση εκκαθάρισης αφερέγγυας εταιρείας οι ίδιοι κανονισμοί υπερισχύουν και τηρούνται αναφορικά με τα αντίστοιχα δικαιώματα των ασφαλισμένων και μη ασφαλισμένων πιστωτών και για τα χρέη που δύνανται να επαληθευθούν και την εκτίμηση ετήσιων προσόδων και μελλοντικών και υπό αίρεση υποχρεώσεων, που ισχύουν εκάστοτε σύμφωνα με το Νόμο περί Πτωχεύσεως σχετικά με τις περιουσίες προσώπων που κηρύχτηκαν σε πτώχευση, και όλα τα πρόσωπα που σε οποιαδήποτε τέτοια περίπτωση θα δικαιούνταν να επαληθεύσουν και να λάβουν μέρισμα από το ενεργητικό της εταιρείας δύνανται να συμμετάσχουν στην εκκαθάριση και να υποβάλουν τέτοιες απαιτήσεις εναντίον της εταιρείας όπως δικαιούνται αντίστοιχα δυνάμει του άρθρου αυτού.» Το άρθρο 34
(1)του περί Πτώχευσης Νόμου (ΚΕΦ.5) προνοεί ότι: «34.-
(1)Απαιτήσεις σε μορφή ανεκκαθάριστων αποζημιώσεων, οι οποίες προκύπτουν διαφορετικά παρά από σύμβαση, υπόσχεση ή κατάχρηση εμπιστοσύνης, δεν δύνανται να επαληθευτούν σε πτώχευση.» Επομένως πριν την τροποποίηση με τον Νόμο ν. 63
(1)/2015 αποκλείονταν ρητώς από την διαδικασία επαλήθευσης (σε περίπτωση αφερέγγυας εταιρείας) ανεκκαθάριστες απαιτήσεις που προκύπτουν από αδικοπραξία. Με τον νόμο ν. 63
(1)/2015 καταργήθηκε το άρθρο 299 του Κεφ. 113 και αντικαταστάθηκε με διατάξεις που αφορούν εγγυητές. Με τον ίδιο νόμο προστέθηκαν διατάξεις στο άρθρο 251 του Κεφ. 113 σχετικά με την διαδικασία επαλήθευσης χρεών. Δεν έχω εντοπίσει κάποια πρόνοια στο Κεφ. 113 αναφορικά με την επαλήθευση ανεκκαθάριστων απαιτήσεων που προκύπτουν από αστικά αδικήματα ή πρόνοια αντίστοιχη με το καταργηθέν άρθρο 299 του Κεφ. 113. Προφανώς η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να δώσει την δυνατότητα επαλήθευσης στην διαδικασία εκκαθάρισης εταιρείας κάθε είδους απαίτησης ως προβλέπεται στο άρθρο 298 του Κεφ. 113 χωρίς περιορισμούς. Ίσως επειδή πολλές φορές ο καθορισμός ανεκκαθάριστων απαιτήσεων που προκύπτουν από σύμβαση να είναι πολύ πιο δύσκολος από καθορισμό ανεκκαθάριστων απαιτήσεων που προκύπτουν από αστικό αδίκημα με αποτέλεσμα η διάκριση να μην δικαιολογείται. Εν πάση περιπτώσει η άρση της διαφοροποίησης αυτής δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι μια ανεκκαθάριστη απαίτηση προκύπτουσα από αδικοπραξία μπορεί να επαληθευτεί επαρκώς στα πλαίσια της διαδικασίας επαλήθευσης χρεών και πρέπει αυτόματα να οδηγήσει σε αναστολή μιας αγωγής. Ειδικά μάλιστα όταν αμφισβητείται η ευθύνη του αδικοπραγήσαντα. Στο άρθρο 215 του Κεφ. 113 ο νομοθέτης με την χρήση της φράσης «το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία...» έδωσε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον σε μια συγκεκριμένη περίπτωση η διαδικασία πρέπει να ανασταλεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο σε κάθε δοσμένη περίπτωση να αναστείλει ή να περιορίσει την διαδικασία μιας αγωγής. Οι πρόνοιες του άρθρου 215 πρέπει να διαβάζονται και υπό το πρίσμα του άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρέπει δηλαδή να βρεθεί ένα υγιές ισοζύγιο ανάμεσα στο δικαίωμα του εκάστοτε Ενάγοντα να προωθήσει την αγωγή του ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου και να διαγνωστούν τα δικαιώματα του εντός ευλόγου χρόνου αφενός και στην ανάγκη προστασίας των πιστωτών αφετέρου. Πέρα από τα πιο πάνω στον Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1 σελ. 1579 κάτω από τον τίτλο "Disputed Claims" αναφέρεται ότι: «The liquidator is entitled to reject any claim which has not been properly formulated or vouched and until such a claim has been presented and rejected the court will not entertain an appeal. In general a claim for damages should be constituted by ordinary action and the claimant should not seek to have the merits discussed in the liquidation process. Similar principles should apply to any illiquid claim in respect of which there is a substantial dispute. » Επιπρόσθετα, η νομολογιακή εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 σκοπός των οποίων, όπως ανέφερα πιο πάνω είναι ο ίδιος με αυτόν της πρόνοιας του άρθρου 215, μπορεί να δώσει καθοδήγηση και για την παρούσα περίπτωση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Company Law, 4th ed, στην σελ. 701 "The court will always give a plaintiff leave to proceed against the company if he has a prima facie case and his claim cannot be dealt with adequately in the winding up, or if the remedy he seeks cannot be given him therein". Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Act, 13th ed.σελ.499 αναφέρεται ότι∙"But, in general, leave to institute or proceed with an action will only be given where some question arises which cannot properly be determined in the winding up, and for whose determination an action is requisite". Στην υπόθεση Re Berkeley Securities (Property) Ltd
(1990)3 All ER στη σελ 531 αναφέρεται ότι: "In my judgment, unless there are very special circumstances, fairness requires that leave should be given to a litigant who seeks to bring or to continue an action for damages for tort against a company which is being wound up by the court, and which is or may be insolvent" Αφού λοιπόν επιτρέπεται το μείζον επιτρέπεται και το έλασσον. Με άλλα λόγια αφού, ακόμα και μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει άδεια για συνέχιση της διαδικασίας, αν ικανοποιηθεί ότι η απαίτηση είναι τέτοια που δεν μπορεί να καθοριστεί επαρκώς στα πλαίσια διαδικασίας εκκαθάρισης ή αυτό απαιτεί η δικαιοσύνη, κατ' αναλογία για τον ίδιο λόγο μπορεί να απορριφθεί το αίτημα για αναστολή στα πλαίσια του άρθρου 215 του Κεφ. 113. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι εάν οι Ενάγοντες δεν αφεθούν να προωθήσουν την αγωγή τους πιθανόν να βρεθούν προ του κινδύνου να μην μπορέσουν να επαληθεύσουν επαρκώς την απαίτηση τους στην διαδικασία εκκαθάρισης. Όπως ήδη αναφέρθηκε και πιο πάνω, αμφισβητείται ακόμα και η ιδιότητά τους ως πιστωτές της Εναγομένης εταιρείας. Η αγωγή δεν αφορά δηλαδή μόνο καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεων. Δεν βλέπω λόγο γιατί να μην συνεχίσει η παρούσα αγωγή ώστε να αποφασιστεί τελεσίδικα από το αρμόδιο Δικαστήριο το κατά πόσον οι Ενάγοντες είναι πιστωτές της εταιρείας. Να διασφαλιστεί δηλαδή η πρόσβαση τους στη Δικαιοσύνη προς διάγνωση των δικαιωμάτων τους εντός ευλόγου χρόνου από αρμόδιο Δικαστήριο. Προσθέτω στα πιο πάνω ότι θα ήταν ιδιαίτερα άδικο να μην επιτραπεί στους Ενάγοντες να συνεχίζουν την παρούσα αγωγή, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ίδιοι δεν νομιμοποιούνται τουλάχιστον μέχρι αυτό το στάδιο να υποβάλουν αίτηση για εκκαθάριση της Εναγομένης εταιρείας δυνάμει του 213
(1)του Κεφ. 113 ούτε και να παρέμβουν στην διαδικασία εκκαθάρισης δυνάμει του 243
(1)του Κεφ. 113 όπως αυτά ερμηνεύτηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι μόνο εάν μετατρέψουν το χρέος τους σε εξ' αποφάσεως χρέος θα μπορούσαν οι ίδιοι να προωθήσουν μια αίτηση για εκκαθάριση. Από την στιγμή που οι ίδιοι δεν μπορούν να προωθήσουν στο παρόν στάδιο μια τέτοια αίτηση ή αίτηση δυνάμει του 243
(1)θεωρώ ότι τυχόν επιτυχία της υπό κρίση αίτησης θα έθετε τους Ενάγοντες - Αιτητές σε δυσμενέστερη θέση έναντι άλλων πιστωτών όπως για παράδειγμα έναντι της AGS Agrotrading Ltd που είναι η Αιτήτρια στην Αίτηση 303/
- Τέλος, όπως παρατηρεί ο κ. Οικονόμου, εάν εκδοθεί στην παρούσα αγωγή απόφαση εναντίον των Εναγομένων ενώ ακόμα εκκρεμεί η Αίτηση 303/2014 τότε οι Ενάγοντες δεν θα μπορέσουν να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης καθότι το άρθρο 217 του Κεφ. 113 προνοεί ότι: «Όταν εταιρεία εκκαθαρίζεται από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε κατάσχεση στα χέρια τρίτου, μεσεγγύηση, κατάσχεση ή εκτέλεση που αρχίζει εναντίον της περιουσίας ή αντικειμένων της εταιρείας μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι εξολοκλήρου άκυρη.» Η εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 218 του Κεφ. 113 «λογίζεται ότι αρχίζει από το χρόνο της υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση». Υπό αυτή την έννοια διαφοροποιείται η παρούσα από την Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd (ανωτέρω) όπου επίκειτο η λήψη μέτρων εκτέλεσης μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης. Στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι κανένας άλλος πιστωτής της εταιρείας δεν θα επηρεαστεί από τυχόν έκδοση Δικαστικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης εταιρείας. Ούτε θα επηρεαστεί η σειρά κατάταξης των πιστωτών όπως αυτή καθορίζεται στο του άρθρο 300 του Κεφ.
- Η έκδοση δικαστικής απόφασης δεν παρέχει προνόμια σε κάποιο πιστωτή. Ως εκ των ανωτέρω δεν διαπιστώνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε κίνδυνος στο παρόν στάδιο, ούτε για τους πιστωτές ούτε και για την περιουσία της εταιρείας. Εξάλλου, δεν έχει τεθεί μέσω της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση κάτι το οποίο να συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση. Απεναντίας, θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί στους Ενάγοντες να προωθήσουν την αγωγή τους. Εν όψει των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι δε πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο