Μαρίας Παναγή και Ελισάβετ Τουμάζου ως Διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Ανδρέα Αδάμου ν. Σταυρούλλας Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5938/2008, 22/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5938/2008 Μεταξύ: Μαρίας Παναγή και Ελισάβετ Τουμάζου ως Διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Ανδρέα Αδάμου Εναγουσών και
- Σταυρούλλας Ανδρέου
- Νίκου Ανδρέα Τουνιά Εναγομένων ----------------- 22 Μαΐου
- Για τις ενάγουσες: κ. Α. Πετουφάς μαζί με κα Μ. Πετουφά Για τους εναγομένους: κ. Μ. Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγουσες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την ακύρωση των μεταβιβάσεων είκοσι δύο ακινήτων που έγιναν από τον πατέρα τους Γεώργιο Ανδρέα Αδάμου, την 11.12.2006, στη θυγατέρα του και αδελφή των ιδίων, εναγομένη 1, και διάταγμα ότι «.. το χρησιμοποιηθέν Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο είναι άκυρο και ανυπόστατο καθότι κατά τη σύνταξη και πιστοποίηση του δεν ετηρήθησαν οι πρόνοιες του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου». Ζητούν επίσης απόφαση του Δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση των πέντε εκ των είκοσι δύο πιο πάνω ακινήτων, που έγινε από την εναγομένη προς το σύζυγό της, εναγόμενο, είναι παράνομη και άκυρη. Διαζευκτικά ζητούν την καταβολή αποζημιώσεων ίσων με την αξία των επιδίκων ακινήτων. Είναι η θέση των εναγουσών, οι οποίες είναι διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεωργίου Ανδρέα Αδάμου, ότι η εναγομένη εκμεταλλευομένη την ασθένεια, την ηλικία, την ψυχολογική και ψυχική κατάσταση του πατέρα τους, ως επίσης και τη φιλοξενία και τη διαμονή που του παρείχε, τον έπεισε και τον εξανάγκασε να υπογράψει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, με το οποίο της έδιδε εξουσία να διαχειρίζεται την περιουσία του. Ο αποβιώσαντας δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Ισχυρίζονται διαζευκτικά ότι το επίδικο γενικό πληρεξούσιο, που φέρει ημερομηνία 6.12.2006 είναι αποτέλεσμα πλαστογραφίας από τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, μετά την υπογραφή του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου, μεταξύ των ημερομηνιών 11.12.2006 και 22.12.2006, η εναγομένη, με τη χρήση του πιο πάνω εγγράφου, μεταβίβασε στο όνομά της όλα τα κτήματα του αποβιώσαντα στο χωριό Λύμπια. Τη 13.2.2007 η εναγομένη μεταβίβασε στο όνομα του εναγομένου, πέντε εκ των επιδίκων κτημάτων. Η μεταβίβαση έγινε στο όνομα του εναγομένου, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, για να παρεμποδιστούν οι υπόλοιποι κληρονόμοι να επανακτήσουν και ή να επιτύχουν την επανεγγραφή των ως άνω ακινήτων στο όνομα του αποβιώσαντα. Οι εναγόμενοι ενήργησαν με δόλιο και ή με έντεχνο τρόπο, εξαπάτησαν το Γεώργιο Ανδρέα Αδάμου και απόσπασαν από αυτόν με παράνομο τρόπο την ακίνητή του περιουσία. Στην Έκθεση Απαίτησης εγείρονται και κάποιοι άλλοι λόγοι, οι οποίοι όμως δεν προωθήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και ως εκ τούτου δεν κρίνω καν σκόπιμο να τους αναφέρω. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση, με την οποία απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς περί δόλου, απάτης και πλαστογραφίας του πληρεξουσίου. Απορρίπτουν επίσης τους ισχυρισμούς περί εξαναγκασμού και άσκησης ψυχικής πίεσης στο Γεώργιο Ανδρέα Αδάμου. Παραδέχονται τη μεταβίβαση των κτημάτων με τη χρήση του επιδίκου πληρεξουσίου εγγράφου, ισχυρίζονται όμως ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν καθόλα νόμιμη. Ο Γεώργιος Ανδρέα Αδάμου δεν αντιμετώπιζε κατά τον επίδικο χρόνο οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, είχε διαύγεια πνεύματος και ήταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου. Απορρίπτουν επίσης τον ισχυρισμό ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο ήταν το αποτέλεσμα πλαστογραφίας. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν εννέα συνολικά μάρτυρες. Εκ μέρους των εναγουσών κατέθεσε ο κτηματολογικός γραφέας Αιμίλιος Τσίγκης, ο γραφολόγος Ανδρέας Παναγιώτου και οι ίδιες. Εκ μέρους της υπεράσπισης κατέθεσαν οι δύο εναγομένοι, η γιατρός Μαρία Μιχαήλ Ττόλλα, ο πιστοποιών υπάλληλος Πέτρος Παπουής και ο γραφολόγος λοχίας Γ. Χρυσάνθου. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Αμφότερες οι ενάγουσες κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση, την οποία υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασής τους. Το περιεχόμενο των δύο αυτών δηλώσεων είναι σχεδόν πανομοιότυπο. Το παράπονο και των δύο γυναικών ήταν ότι η αδελφή τους, η εναγομένη, και ο σύζυγός της, o εναγόμενος, έβαλαν σκοπό μετά το θάνατο της μητέρας τους να πάρουν όλα τα χωράφια του πατέρα τους. Ο τελευταίος διέμενε σε σπίτι που ήταν πολύ πλησίον του σπιτιού των. Τα δύο σπίτια είχαν κοινή αυλή. Οι δύο εναγόμενοι προσπαθούσαν να τον απομονώσουν και του απαγόρευσαν να δέχεται επισκέψεις από τις ίδιες. Όταν αυτές τον επισκέπτονταν οι εναγόμενοι στη συνέχεια τον μάλλωναν και του φώναζαν και ως εκ τούτου ο πατέρας τους στο τέλος αναγκάστηκε να ζητήσει από τις ίδιες να μην τον επισκέπτονται για να αποφεύγονται οι καυγάδες. Συμμορφούμενες με τις επιθυμίες του πατέρα τους αραίωσαν τις επισκέψεις τους για να μην αντιμετωπίζει αυτός προβλήματα. Πολλές φορές ο πατέρας τους τούς παραπονείτο ότι οι εναγόμενοι τον πίεζαν να τους μεταβιβάσει τα κτήματά του, αυτός όμως αρνείτο, επιθυμία του ήταν όπως τα κτήματα μεταβιβαστούν σε ίσα μερίδια και στις τρεις του θυγατέρες. Μέσα Μαΐου του 2006 ο πατέρας τους είχε κάποιο ατύχημα, έπεσε κάτω καθότι δεν τον στήριζαν τα πόδια του. Έκτοτε παρέμεινε κλινήρης μέχρι και το θάνατό του την 14.2.
- Κατά την πιο πάνω περίοδο ο οργανισμός του εξασθένησε, τα χέρια του έτρεμαν και δεν ήταν σε θέση, λόγω της αδυναμίας, να κρατήσει το ποτήρι, το τσιγάρο ή την πέννα. Κατά την αντεξέτασή τους διαφάνηκε ότι οι σχέσεις μεταξύ των τριών αδελφών, ήτοι των δύο εναγουσών και της εναγομένης, είχαν διασαλευθεί προ καιρού. Οι σχέσεις της ενάγουσας 1 και της εναγομένης διασαλεύθηκαν από το 1981, μετά το γάμο της τελευταίας με τον εναγόμενο, ενώ της ενάγουσας 2 και της εναγομένης κάποια περίοδο η οποία δεν διευκρινίστηκε, μετά το
- Ο Αιμίλιος Τσίγκης είναι, ως αναφέρω, κτηματολογικός γραφέας. Ο μάρτυρας κατέθεσε σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διενεργήθηκαν οι μεταβιβάσεις των επιδίκων ακινήτων. Η μαρτυρία του δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν δύο γραφολόγοι, ένας για κάθε μέρος. Ζητήθηκε από αυτούς όπως εξετάσουν την υπογραφή στο Γενικό Πληρεξούσιο που είχε χρησιμοποιηθεί για τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων στο όνομα της εναγομένης και να γνωματεύσουν κατά πόσο πρόκειται για τη γνήσια υπογραφή του Γεώργιου Ανδρέα Αδάμου. Ο Ανδρέας Παναγιώτου, που κατάθεσε εκ μέρους των εναγουσών, διέθετε πολυετή πείρα στον τομέα της γραφολογίας. Υπηρέτησε για πολλά χρόνια στην αστυνομία ως γραφολόγος και αφυπηρέτησε το 2008 από τη θέση του Ανώτερου Αστυνόμου. Εκπαιδεύτηκε στον τομέα της εξέτασης εγγράφων, τόσο στην Κύπρο όσο και σε διάφορες χώρες του εξωτερικού. Σήμερα ιδιωτεύει και λειτουργεί δικό του εργαστήριο. Ο μάρτυρας έλαβε οδηγίες την 5.11.2009 από το δικηγόρο των εναγουσών να εξετάσει την πιο πάνω αμφισβητούμενη υπογραφή. Την εξέτασε και τη σύγκρινε με οκτώ άλλες υπογραφές σε έγγραφα προγενέστερου χρόνου. Η μία είναι του 1978, τρεις του 1999 και τέσσερις του
- Μία εκ των υπογραφών του 2006, αυτή που έφερε ημερομηνία 30.12.2006, ήταν σε φωτοτυπημένη μορφή. Κατά τη σύγκριση των υπογραφών διαπίστωσε ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ της αμφισβητούμενης υπογραφής και των οκτώ συγκριτικών. Η αμφισβητούμενη υπογραφή στη θέση «πληρεξουσιοδότης», παρά το γεγονός ότι ήταν φωτοτυπία, εντούτοις διέφερε από τις γνήσιες υπογραφές του Γεώργιου Ανδρέα Αδάμου στην εμφάνιση, στη δομή, στο ρυθμό χάραξης, στην ποιότητα γραμμής χάραξης και γενικά σε όλα τα γραφολογικά χαρακτηριστικά. Η αμφισβητούμενη υπογραφή παρουσίαζε ποιοτική βελτίωση και σταθερότητα σε σχέση με τις υπογραφές των συγκριτικών, ενώ κάποιος λογικά θα ανέμενε ότι θα ήταν χειρότερη, λαμβανομένου υπόψη ότι παρήλθαν επτά περίπου έτη. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας δεν εντόπισε τον ίδιο αυτοματισμό και ρυθμό και η ποιότητα γραφής διέφερε. Τέλος, παρατήρησε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι «Γεώργιος Αντρέου», ενώ στα περισσότερα δείγματα που χρησιμοποίησε, είναι ως «Γεώργιος Αδάμου». Σύμφωνα με το πόρισμά του, το οποίο ετοιμάστηκε τον Ιανουάριο του 2013, η αμφισβητούμενη υπογραφή στο Τεκμήριο 6 δεν ανήκε στο Γεώργιο Αδάμου. Ένα περίπου χρόνο αργότερα ο μάρτυρας εξέτασε το πρωτότυπο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ως επίσης και τη Δήλωση Μεταβίβασης Δ.2387, η οποία έφερε ημερομηνία 8.5.
- Σύγκρινε τις δύο υπογραφές και κατέληξε ότι η αμφισβητουμένη υπογραφή στο Γενικό Πληρεξούσιο δεν ανήκε στο ίδιο πρόσωπο που υπέγραψε τη Δήλωση Μεταβίβασης στη θέση «Δικαιοπάροχος». Ο γραφολόγος λοχίας 837 Γεώργιος Χρυσάνθου είχε την αντίθετη άποψη. Ο μάρτυρας εργαζόταν στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Οι γραφολόγοι που εργάζονταν στην πιο πάνω υπηρεσία μπορούσαν να εξετάσουν γραφολογικά έγγραφα που αφορούσαν ιδιωτικές υποθέσεις, νοουμένου ότι ο ιδιώτης κατέβαλλε στην Κυβέρνηση τα σχετικά τέλη. Ήταν κάτω από αυτές τις συνθήκες που ο μάρτυρας εξέτασε την επίδικη υπογραφή. Ο μάρτυρας σύγκρινε την αμφισβητούμενη υπογραφή με πολύ μεγάλο αριθμό δειγμάτων υπογραφών του Γεωργίου Ανδρέα Αδάμου, συγκεκριμένα με εξήντα δύο δείγματα που χρονολογούνται από το 1962 μέχρι το
- Έντεκα εξ αυτών των δειγμάτων υπογραφών ήταν του
- Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι σε άτομα ηλικιωμένα που αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας ή είναι αναλφάβητα, υπάρχει «αργός ρυθμός ροής του γραφικού μέσου, κάποιο είδος αστάθειας, διπλογραφίας ή διστακτικότητας ως προς την έναρξη της γραφής, χωρίς αυτοματισμό και ενώσεις γραμμάτων». Σύμφωνα με το πόρισμα του εν λόγω μάρτυρα, μεταξύ της επίδικης υπογραφής και των συγκριτικών, δεν υπήρχαν διαφορές ουσίας. Σε καμία υπογραφή δεν εντόπισε τρέμουλο, διορθώσεις, σταματήματα, που να φανέρωναν αντιγραφή ή απομίμηση. Υπήρχε φυσιολογική αστάθεια, αργός ρυθμός και ακαταστασία, αυτά όμως οφείλονταν σε φυσικούς λόγους και δεν αποδίδονταν σε προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης. Εξετάζοντας το δειγματικό υλικό βρήκε ότι αυτό παρουσίαζε ένα συνδυασμό ιδιαίτερων ατομικών χαρακτηριστικών, ο οποίος επαναλαμβανόταν, στοιχείο που αποτελούσε επιπρόσθετο γραφολογικό γνώρισμα των γνήσιων υπογραφών του ιδίου προσώπου. Συγκρίνοντας την αμφισβητούμενη υπογραφή στο πληρεξούσιο έγγραφο με το δειγματικό υλικό που υποβλήθηκε, κατέληξε ότι παρουσίαζαν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους ως προς το συνδυασμό των ιδιαιτέρων αυτών ατομικών χαρακτηριστικών και κατά τη γνώμη του επρόκειτο για τη γνήσια υπογραφή του ιδίου προσώπου. Σε σχέση με το γενικό πληρεξούσιο και συγκεκριμένα με τις συνθήκες υπογραφής αυτού, κατέθεσε και ο μάρτυρας υπεράσπισης Πέτρος Παπουής. Ο μάρτυρας επαγγέλλετο τον ασφαλιστή και παράλληλα ήταν πιστοποιών υπάλληλος. Το επάγγελμα του πιστοποιούντος υπαλλήλου το ασκούσε από το 1995, διατηρούσε δε γραφείο στο Δάλι. Ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι το γενικό πληρεξούσιο, Τεκμήριο 6, είχε υπογραφεί από το Γεώργιο Ανδρέα Αδάμου την 6.12.2006, στην παρουσία του και αυτός στη συνέχεια το πιστοποίησε. Ο Γεώργιος Ανδρέα Αδάμου ήταν γνωστό του άτομο, δεν είχαν «αλιβερίσια» μεταξύ τους, ως ανάφερε χαρακτηριστικά, αλλά τον είχε συναντήσει μια-δυο φορές σε κάποιο καφενείο. Τη συγκεκριμένη ημέρα το εν λόγω πρόσωπο τον επισκέφθηκε στο γραφείο του, συνοδευόταν από το γαμπρό του και την κόρη του. Ήταν «τρεμάμενος», ως ανάφερε χαρακτηριστικά, και κινείτο με τη βοήθεια «σιδερένιων μπαστουνιών», στη συνέχεια διαφάνηκε ότι τα «σιδερένια μπαστούνια» ήταν το περιπατητικό βοήθημα τύπου «Π». Λίγες μέρες αργότερα, και συγκεκριμένα την 30.12.2006, τον ξαναεπισκέφθηκαν στο γραφείο του και εκεί, στην παρουσία του, ο Γεώργιος Ανδρέα Αδάμου υπέγραψε το έγγραφο, Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 6 ο αποβιώσαντας είχε υπογράφει με το όνομα «Γεώργιος Ανδρέου», ενώ στο Τεκμήριο 14 είχε υπογράψει ως «Γεώργιος Αδάμου». Ο μάρτυρας είχε διαπιστώσει ότι το όνομα στην ταυτότητά του ήταν «Γεώργιος Αδάμου» και ήταν αυτός που επέμενε όπως το εν λόγω πρόσωπο υπογράψει στο Τεκμήριο 14 με το συγκεκριμένο όνομα. Ο λόγος που επέμενε ήταν για να συνάδει η υπογραφή του με την ταυτότητά του. Η Μαρία Ττόλλα είναι Γενικός Ιατρός, εργάστηκε για σειρά ετών στον ιδιωτικό τομέα και στη συνέχεια διορίστηκε στο δημόσιο. Σήμερα εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Γνώριζε τον Γεώργιο Ανδρέα Αδάμου πολύ καλά, καθότι ήταν συγχωριανοί για σειρά ετών, και συγκεκριμένα από το 1985 που άνοιξε το ιατρείο της στο χωριό, ήταν η γιατρός του. Συνήθως τον έβλεπε στο ιατρείο της, κάποτε όμως την καλούσαν να τον επισκεφθεί στο σπίτι, όταν αυτός ήταν βαριά κρυολογημένος. Τα καλοκαίρια ο γέροντας συνήθιζε να περνά από το ιατρείο της όταν ήταν καθ΄ οδόν προς τα χωράφια ή όταν επέστρεφε στο σπίτι του, σταματούσε να της μιλήσει και κάποιες φορές της έπαιρνε και φρούτα. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο Γεώργιος Ανδρέα Αδάμου δεν αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, «. παρά μόνο όσα η ηλικία του δημιούργησε». Είχε πρόβλημα πίεσης και συχνής κούρασης στα πόδια, η πνευματική του κατάσταση όμως ήταν άριστη. Το διαπίστωσε αυτό κατά τις συνομιλίες που είχε μαζί του, οι οποίες ήταν συχνές. Ως ανάφερε χαρακτηριστικά, μιλούσε φυσιολογικά και φερόταν φυσιολογικά, δεν υπήρχε ο,τιδήποτε στη συμπεριφορά του που θα μπορούσε να της δημιουργήσει υποψίες σε σχέση με την κατάστασή του. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας απέρριψε τη θέση των δύο εναγουσών ότι το εν λόγω άτομο ήταν κλινήρης για επτά μήνες πριν το θάνατό του. Η τελευταία φορά που τον είδε ήταν τη 14.2.2007, μία μέρα πριν το θάνατό του. Η μάρτυρας ήταν αυτή που υπόγραψε το ιατρικό πιστοποιητικό του θανάτου του. Η αιτία θανάτου ήταν πνευμονικό οίδημα και υπέρταση. Οι εναγόμενοι 1 και 2 αναφέρθηκαν στις σχέσεις τους με το Γεώργιο Αντρέα Αδάμου, πατέρα της εναγομένης και πεθερό του εναγομένου. Οι δύο εναγόμενοι είχαν αρραβωνιαστεί το 1980 και διέμεναν στο ίδιο σπίτι με το Γεώργιο Αντρέα Αδάμου για δύο περίπου χρόνια. Το 1982, όταν ολοκληρώθηκε η ανέγερση της οικίας τους, που βρισκόταν δίπλα, μετακόμισαν εκεί. Οι δύο εναγόμενοι, σύμφωνα πάντα με την κατάθεσή τους, ήταν οι μόνοι, μαζί με τη θυγατέρα τους, που φρόντιζαν το γέροντα. Οι δύο άλλες θυγατέρες του γέροντα, οι ενάγουσες, δεν έδειχναν οποιοδήποτε ενδιαφέρον, συμπεριφέρονταν «. ως να μην υπήρχε». Οι δύο εναγόμενοι ήταν αυτοί που μεριμνούσαν για το φαγητό του, του ετοίμαζαν όλα του τα γεύματα, αυτοί καθάριζαν τα ρούχα του, αναλάμβαναν την καθαριότητα του σπιτιού του, την ιατρική του φροντίδα και αυτοί του κρατούσαν συντροφιά. Ο εναγόμενος τον στήριζε και οικονομικά, καθότι η σύνταξη που λάμβανε ήταν πολύ μικρή και δεν κάλυπτε καν τις βασικές του ανάγκες. Ο εναγόμενος επισκεπτόταν καθημερινά τον πεθερό του, ο τελευταίος του διηγείτο ιστορίες από τα παλιά και στο πρόσωπο του εναγομένου είχε βρει «ένα πρόθυμο ακροατή». Οι ενάγουσες σπάνια τον επισκέπτονταν, τα τελευταία 3-4 χρόνια τον επισκέφθηκαν μόνο τρεις, τέσσερις φορές η κάθε μία. Σύμφωνα δε με τον εναγόμενο, οι επισκέψεις τους ήταν ολιγόλεπτες και σκοπό είχαν να ασκήσουν πίεση προς τον πατέρα τους να τους μεταβιβάσει την περιουσία του. Ο εναγόμενος κατέθεσε επίσης ότι η συμπεριφορά των δύο αδελφών απέναντι στην εναγομένη και στον ίδιο, ήταν από την αρχή εχθρική. Ανέφερε ενδεικτικά ότι καμία εκ των δύο πήγε στο γάμο τους, η δε Μαρία Παναγή «πέταξε το προσκλητήριο στα μούτρα της εναγομένης 2 και την έβγαλε έξω από το σπίτι της», όταν η τελευταία την επισκέφθηκε για να την προσκαλέσει. Αναφέρθηκε επίσης και σε ένα περιστατικό που είχε συμβεί πριν πολλά χρόνια. Ενώ αυτός οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο για να μεταβεί στα Λύμπια, αντιλήφθηκε ένα όχημα που οδηγείτο προς την ίδια κατεύθυνση και κρατούσε τη διπλανή λωρίδα που προσπαθούσε «να τον πλευρίσει και να τον βγάλει από την πορεία του». Με έκπληξη διαπίστωσε ότι ο οδηγός αυτού του αυτοκινήτου ήταν ο Κύπρος, σύζυγος της ενάγουσας Μαρίας Παναγή. Διηγήθηκε το συμβάν στην οικογένειά του και αποφάσισαν να μην δώσουν συνέχεια στο θέμα. Ο γέροντας πολλές φορές παραπονέθηκε στην εναγομένη, σύμφωνα με τη μαρτυρία της τελευταίας, ότι οι δύο μεγαλύτερες θυγατέρες του δεν τον επισκέπτονταν και δεν του έδειχναν αγάπη και ενδιαφέρον. Και οι δύο εναγομένοι προσπάθησαν πολλές φορές να υποδείξουν στις δύο αδελφές ότι θα έπρεπε να επισκέπτονται τον πατέρα τους γιατί αυτός «το είχε παράπονο», οι υποδείξεις τους όμως δεν εισακούστηκαν. Την 6.12.2006, σύμφωνα με τη μαρτυρία της εναγομένης, ο πατέρας της τής ανακοίνωσε ότι επιθυμούσε να εγγράψει στο όνομά της τα επίδικα ακίνητα, σε ανταπόδοση της αγάπης και της φροντίδας που του έδωσε για τόσα πολλά χρόνια. Της ζήτησε να μεταβούν σε ένα πιστοποιούντα υπάλληλο για να υπογράψει ένα γενικό πληρεξούσιο που θα της επέτρεπε να μεταβιβάσει τα κτήματα στο όνομά της. Οι δύο εναγόμενοι συνόδευσαν το Γεώργο Ανδρέα Αδάμου στον πιστοποιούντα υπάλληλο Πέτρο Παπουή και στην παρουσία τους ο γέροντας υπέγραψε το γενικό πληρεξούσιο. Λίγες μέρες μετά την υπογραφή του γενικού πληρεξουσίου, και συγκεκριμένα τη 12.12.2006, η γιατρός Ττόλλα, η γιατρός που παρακολουθούσε τον πατέρα της, εξέδωσε και υπέγραψε ιατρική βεβαίωση, στην οποία κατέγραψε ότι ο πατέρας της ήταν πνευματικά υγιής. Η γιατρός Ττόλλα ετοίμασε το πιο πάνω πιστοποιητικό μετά από σχετικό αίτημα της εναγομένης. Την 30.12.2006 οι εναγόμενοι και ο Γεώργιος Ανδρέα Αδάμου μετέβηκαν εκ νέου στο γραφείο του πιστοποιούντος υπαλλήλου και εκεί ο τελευταίος υπέγραψε χειρόγραφο σημείωμα, με το οποίο εξηγούσε τους λόγους γιατί επιθυμούσε να μεταβιβάσει την περιουσία του στο όνομα της εναγομένης. Παραθέτω αυτούσιο το κείμενο του εν λόγω εγγράφου: «Εγώ ο υποφενόμενος Γεώργιος Ανδρέα Αδάμου Α.Τ: 176810 έχωντας σώας τας φρένας μου και αφού έχω εξετασθεί από την ιατρόν μου Παθολόγο, Μαρία Μηχαήλ Τόλλα εξασφάλισα πιστοπιτικό ότι είμαι πνευματικά υγιής, αποφάσισα τα εξής: Ολόκληρη η κινητή ή ακίνητη περιουσία μου όπως μεταβιβαστεί στην θυγατέρα μου Σταυρούλλα Ανδρέου Α.Τ:467633, εάν και αυτή το επιθυμεί αφού της εξέδωσα γενικόν πληρεξούσιον για να χειρίζεται ολόκληρη την περιουσία μου όπως αυτή επιθυμεί. Αναφορικά με τις άλλες δύο θυγατέρες μου Μαρία Ανδρέου και Ελισάβετ Ανδρέου δεν επιθυμώ να μεταβιβαστεί τίποτα σε αυτές για τους εξής λόγους: Από το 1980 μέχρι και σήμερα δεν έχουν ενδιαφερθεί για την υγεία μου, αλλά ούτε για μένα προσωπικά. Όλον το βάρος της ανικανότητας μου να συντηρώ τον εαυτό μου το έχει υποστεί η θυγατέρα μου Σταυρούλλα δίχνοντας πραγματικό ενδιαφέρον σε θέματα διατροφής, ιατρικά καθαριότητας και πάνω από όλα ψυχολογική στήριξη και συντροφία που πραγματικά τα είχα ανάγκη αφού έχασα την γυναίκα μου από το
- Υπογραφή: Γεώργιος Α Αδάμου» Η εναγομένη χρησιμοποίησε το γενικό πληρεξούσιο και μεταβίβασε στο όνομά της τα επίδικα ακίνητα. Μετά το θάνατο του πατέρα τους οι τρεις αδελφές κληρονόμησαν μικρά μερίδια ανά 4/84 έκαστη σε πέντε τεμάχια στον Ψευδά. Ο Γεώργιος Ανδρέα Αδάμου, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία της εναγομένης, είχε προικίσει και τις τρεις του θυγατέρες, τους έκτισε σπίτια όταν αυτές παντρεύτηκαν και τους μεταβίβασε μέρος της ακίνητής του περιουσίας. Στις ενάγουσες, μεταξύ άλλων, μεταβίβασε το μερίδιό του επί του τεμαχίου που εφάπτεται του κυρίου δρόμου Λύμπια-Αθηαίνου, έκτασης 5.686 τ.μ. Κάθε ενάγουσα έλαβε 1/6 του μεριδίου αυτού. Στην ενάγουσα, Μαρία Παναγή, μεταβίβασε επιπρόσθετα και ένα τεμάχιο στα Λύμπια εκτάσεως 4.683 τ.μ. που βρίσκεται εντός της οικιστικής ζώνης. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως αναφέρω και πιο πάνω, η μαρτυρία του Αιμίλιου Τσίγκη, Κτηματολογικού Γραφέα, δεν αμφισβητήθηκε. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι την 11.12.2006 έγινε η μεταβίβαση από το Γεώργιο Ανδρέα Αδάμου προς τη θυγατέρα του Σταυρούλλα Ανδρέου, εναγομένη, οκτώ χωραφιών και ενός αλωνιού, τη 19.12.2006 μεταβιβάστηκαν δέκα χωράφια και τρία αμπέλια και την 22.12.2006 μεταβιβάστηκε ένα χωράφι. Όλα τα ακίνητα βρίσκονταν στο χωριό Λύμπια και η συντριπτική πλειοψηφία αυτών, όλα πλην ενός, ήταν μερίδια, τα πλείστα πολύ μικρά μερίδια. Για τη μεταβίβαση των ακινήτων χρησιμοποιήθηκε το γενικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 6.12.2006, Τεκμήριο 6, που φέρει την υπογραφή και τη σφραγίδα του πιστοποιούντος υπαλλήλου Πέτρου Παπουή. Λίγο χρόνο αργότερα, η εναγομένη μεταβίβασε στο όνομα του συζύγου της, του εναγομένου, πέντε εκ των χωραφιών που της είχε μεταβιβάσει ο πατέρας της. Η αξία των πιο πάνω χωραφιών παραμένει άγνωστη στο Δικαστήριο, καθότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο έχει προσκομιστεί σε σχέση με το θέμα αυτό. Ως επισημαίνω όμως αμέσως πιο πάνω, τα πλείστα ακίνητα ήταν μικρά μερίδια, γεγονός που καθιστούσε την άμεση εκμετάλλευσή τους δύσκολη. Όπως αναφέρω και στην αρχή της απόφασής μου, τα πιο πάνω κτήματα αποτελούν το μήλο της έριδος μεταξύ των τριών αδελφών, των δύο εναγουσών και της εναγομένης. Πρόκειται για τρεις γυναίκες ηλικιωμένες, η μόρφωση και των τριών ήταν στοιχειώδης, ενώ η όψη τους φανέρωνε γυναίκες που εργάστηκαν σκληρά και χειρονακτικά. Έντονη ήταν η αντιπάθεια που έτρεφαν οι δύο ενάγουσες προς την εναγομένη, αντιπάθεια που, μετά λύπης μου παρατήρησα, άγγιζε τα όρια της έχθρας. Βασικό επιχείρημα και των δύο εναγουσών προς υποστήριξη των αξιώσεών τους, ήταν ότι o πατέρας τους επιθυμούσε να μοιράσει την περιουσία που του είχε απομείνει μεταξύ των τριών θυγατέρων του σε ίσα μερίδια. Καμία θετική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή ήταν η βούληση του πατέρα. Διερωτώμαι δε πώς ήταν σε θέση να γνωρίζουν τις βουλές του πατέρα τους εφόσον σπάνια τον έβλεπαν. Δεν ήταν σε θέση να περιγράψουν την καθημερινή ζωή του ή να αναφέρουν ο,τιδήποτε σε σχέση με αυτόν. Παρενθετικά αναφέρω ότι η γιατρός Ττόλλα ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σε ό,τι αφορούσε τον πατέρα τους παρά οι ίδιες. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι καμία εκ των δύο ενδιαφέρθηκε για την ευημερία του πατέρα τους, καμία τον φρόντισε και καμία του συμπαραστάθηκε. Το μόνο που προέκυψε από τη μαρτυρία τους είναι ότι η Μαρία Παναγή σε μία περίπτωση του πήρε λίγες πατάτες και η Ελισάβετ Τουμάζου του πήρε λίγα σύκα. Προσπάθησαν να δώσουν την εικόνα ότι οι εναγόμενοι απομόνωσαν τον πατέρα τους και του απαγόρευσαν να δέχεται επισκέψεις από τις ιδίες. Ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι ο πατέρας τους ήταν σε κάποια περίοδο της ζωής του, λίγο πριν παντρευτούν οι δύο εναγόμενοι, σε μεγάλη απόγνωση λόγω των πιέσεων που δεχόταν από τον εναγόμενο. Για να γλυτώσει από τις πιέσεις αυτές βρήκε καταφύγιο για δεκαπέντε μέρες μέσα σε μια σπηλιά. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν με πείθουν. Και οι δύο ενάγουσες, παρά την έλλειψη μόρφωσης, μου έδωσαν την εικόνα δυναμικών γυναικών, γυναικών που ήξεραν να διεκδικούν και που σε καμία περίπτωση δεν θα υπέκυπταν στις κατ΄ ισχυρισμό απαιτήσεις των δύο εναγομένων όπως ο γέροντας παραμένει απομονωμένος και να μην έρχεται σε επαφή με τις ίδιες. Αν οι δύο ενάγουσες πίστευαν ότι δεν ήταν ευπρόσδεκτες στο σπίτι του πατέρα τους, λόγω της στάσης των δύο εναγομένων, θα μπορούσαν κάλλιστα να τον συναντήσουν σε κάποιο άλλο χώρο, ή ακόμη καλύτερα, να τον φιλοξενήσουν έστω και για λίγες ώρες στα δικά τους σπίτια. Ο Γεώργιος Ανδρέα Αδάμου ήταν, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου, άτομο κοινωνικό, πήγαινε καθημερινά στο καφενείο και κυκλοφορούσε στο χωριό. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά της γιατρού ότι όταν περνούσε από το ιατρείο της σταματούσε να της μιλήσει ή της έπαιρνε φρούτα. Η εικόνα του απομονωμένου γέροντα που προσπάθησαν να παρουσιάσουν οι δύο ενάγουσες δεν ταιριάζει με τα πιο πάνω στοιχεία. Ο ισχυρισμός δε περί «σπηλιάς» είναι μύθευμα των δύο εναγουσών στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν τον εναγόμενο με τα πιο μελανά χρώματα. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ο πατέρας τους κατέφυγε σε μια σπηλιά για να γλιτώσει από τον εναγόμενο, αλλά την ίδια χρονική περίοδο και για τα επόμενα δύο περίπου χρόνια, τον φιλοξενούσε σπίτι του και παραχώρησε στο ζευγάρι το χώρο ακριβώς δίπλα από το σπίτι του για να κτίσει το δικό του σπίτι. Πιστεύω ότι τα ό,σα οι ενάγουσες ανάφεραν ήταν εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσουν την παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος προς τον πατέρα τους. Η μαρτυρία που προσκόμισαν είχε προσυμφωνηθεί και προσχεδιαστεί μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι γραπτές τους δηλώσεις είναι σχεδόν ταυτόσημες. Η εικόνα που σχημάτισα σε σχέση με τους δύο εναγομένους ήταν θετική. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήταν οι μόνοι, μαζί με τη θυγατέρα τους, που ενδιαφέρονταν για το γέροντα και προσπαθούσαν να καλύψουν όλες του τις ανάγκες, τόσο τις υλικές όσο και τις ψυχικές. Θετική εντύπωση μου έκανε, μεταξύ άλλων, και η φιλευσπλαχνία που έδειξαν προς τις δύο ενάγουσες, την οποία οι τελευταίες προφανώς δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσουν. Σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, η εναγομένη είχε συμβάλει οικονομικά στην αγορά οικοδομικών υλικών για την ανέγερση της οικίας της ενάγουσας, Μαρίας Παναγή, και αμφότεροι οι εναγόμενοι στήριξαν την ενάγουσα Ελισάβετ Τουμάζου, όταν απεβίωσε ο σύζυγός της, κατά ή περί το 2000, και για τα επόμενα δύο-τρία χρόνια. Η στάση που επέδειξαν προς την ενάγουσα Ελισάβετ Τουμάζου έχει ιδιαίτερη σημασία, έδειξαν ανωτερότητα χαρακτήρα, λαμβανομένου υπόψη τις μεταξύ τους σχέσεις, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι η τελευταία δεν πήγε καν στο γάμο τους. Η συμπεριφορά των δύο εναγομένων δεν συνάδει με κανένα τρόπο με την εικόνα που προσπάθησαν να παρουσιάσουν οι δύο ενάγουσες στο Δικαστήριο. Πώς είναι δυνατό να δεχθώ ότι την ίδια χρονική περίοδο που οι δύο εναγόμενοι στήριζαν την ενάγουσα Ελισάβετ Τουμάζου οικονομικά, προφανώς με το υστέρημά τους, απαγόρευαν στην τελευταία να επισκέπτεται τον πατέρα τους; Ήταν η θέση των δύο εναγουσών ότι ο εναγόμενος από την αρχή του γάμου του με την εναγομένη, πίεζε τον πατέρα τους για να του μεταβιβάσει την περιουσία του. Δεν αποκλείω ο εναγόμενος να ζήτησε από τους γονείς της κοπέλας που θα παντρευόταν να την προικίσουν. Η προίκα αποτελεί θεσμό ευρέως διαδεδομένο στην Κυπριακή κοινωνία, ιδίως στο παρελθόν, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο εναγόμενος ήταν προικοθήρας και ότι πίεζε τα πεθερικά του να του μεταβιβάσουν όλη την περιουσία τους. Εκείνες που ενδιαφέρονταν πολύ για την περιουσία του πατέρα τους ήταν, κατά την άποψή μου, οι ίδιες οι ενάγουσες. Εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι καμία εκ των δύο πήγε στο γάμο των δύο εναγομένων, προφανώς λόγω οικονομικών διαφορών, ενώ την ημέρα που απεβίωσε ο πατέρας τους, πριν καν αυτός κηδευτεί, επισκέφθηκαν το κτηματολόγιο για να συλλέξουν πληροφορίες σε σχέση με την ακίνητη περιουσία που αυτός κατέλειπε. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία των δύο γραφολόγων. Αμφότεροι είχαν τα προσόντα και την πείρα να καταθέσουν επί του συγκεκριμένου θέματος, εξάλλου αμφότεροι έχουν κηρυχθεί εμπειρογνώμονες στο συγκεκριμένο τομέα με βάση την Κ.Δ.Π. 195/
- Αρχίζοντας από το γραφολόγο Ανδρέα Παναγιώτου, που κατέθεσε εκ μέρους των εναγουσών, θα ήθελα να επισημάνω ότι του δόθηκαν οδηγίες όπως εξετάσει την αμφισβητουμένη γραφή την 5.11.2009 και η εξέτασή του ολοκληρώθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα. Παρά το γεγονός ότι ο αριθμός δειγμάτων ήταν πολύ μικρός, η παραλαβή των δειγμάτων έγινε τμηματικά, σε τέσσερα στάδια, την 5.11.2009, τη 18.1.2010, την 4.12.2012 και την 24.1.
- Καμία δε ικανοποιητική εξήγηση δόθηκε στο Δικαστήριο γιατί η όλη διαδικασία διήρκεσε τέσσερα και πλέον έτη. Παρατηρώ επίσης ότι, παρά τη σημασία που έδιδε ο μάρτυρας στη χρήση πρωτοτύπων δειγμάτων υπογραφής κατά τη γραφολογική εξέταση, ο ίδιος ετοίμασε την πρώτη του έκθεση έχοντας χρησιμοποιήσει φωτοτυπία της υπογραφής υπό αμφισβήτηση. Συγκεκριμένα, στις σελίδες 4 και 5 της πιο πάνω έκθεσης, αναγράφει με έντονους χαρακτήρες, προφανώς για να τονίσει τη σπουδαιότητα των λεχθέντων, ότι «. πρέπει η γραφολογική έρευνα να γίνεται μεταξύ πρωτοτύπων εγγράφων ORIGINALS και όχι φωτοτυπημένων και αντιγράφων» και «. δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί απόλυτα η γνησιότητα μιας υπογραφής όταν το πρωτότυπο δεν παρουσιάζεται», στη σελίδα 10 όμως της ιδίας έκθεσης κατέληξε, χωρίς κανένα ενδοιασμό, έχοντας χρησιμοποιήσει το φωτοτυπημένο δείγμα υπογραφής, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν ήταν η γνήσια υπογραφή του Γεωργίου Ανδρέα Αδάμου. Το μόνο που διευκρίνισε ήταν ότι το πόρισμά του δόθηκε «. με την επιβεβλημένη δεοντολογική επιφύλαξη εξέτασης του πρωτοτύπου εγγράφου». Άξιον απορίας είναι γιατί δεν αναζήτησε την πρωτότυπη υπογραφή και «έκτισε» το πόρισμά του σε φωτοτυπημένη υπογραφή, που, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, ήταν «απρόσφορο μέσο» για να διαπιστωθεί η πλαστότητα ενός εγγράφου. Από τη μαρτυρία δε του ιδίου προκύπτει ότι εύκολα θα μπορούσε να είχε πρόσβαση στο πρωτότυπο έγγραφο, το μόνο που θα έπρεπε να κάνει ήταν να επισκεφθεί το Κτηματολόγιο και να εξετάσει το επίδικο έγγραφο, ως έπραξε κατά τη δεύτερη εξέταση. Κατά τη μαρτυρία του ο μάρτυρας τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι τα συγκριτικά έγγραφα έπρεπε να ήταν «επαρκή ποσοτικά» και «πλησιόχρονα» σε σχέση με την αμφισβητουμένη υπογραφή. Η ποσότητα που χρησιμοποίησε όμως ο ίδιος, ως επισημαίνω και ανωτέρω, ήταν μικρή. Χρησιμοποίησε εννέα μόνο υπογραφές, οι τέσσερις εκ των οποίων δεν ήταν καν «πλησιόχρονες», η μία ήταν του 1978 και οι τρεις του
- Η πλέον «πλησιόχρονη» υπογραφή, 30.12.2006, ήταν σε φωτοτυπημένη μορφή, που, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, ήταν ακατάλληλη για τους σκοπούς της συγκεκριμένης εξέτασης. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας τόνισε, πέραν της μίας φοράς, ότι ο τρόπος γραφής κάποιου προσώπου επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων ήταν η μόρφωση του γραφέα, η θέση του σώματός του κατά το γράψιμο, η θέση του εγγράφου σε σχέση με τον ίδιο και η ψυχολογική του διάθεση. Αντεξεταζόμενος όμως κατά πόσο ενδιαφέρθηκε να μάθει για τις «γραμματειακές γνώσεις» και γενικά για τη μόρφωση του αποβιώσαντα, απάντησε αρνητικά. Δήλωσε ότι δεν ήταν απαραίτητο ο γραφολόγος «να εξετάσει τη μόρφωση καθενός», όταν δε του υποβλήθηκε ότι ο αποβιώσαντας φοίτησε μέχρι την πρώτη τάξη του δημοτικού, ανάφερε χαρακτηριστικά ότι το θέμα αυτό «δεν τον αφορούσε», ενώ λίγο αργότερα δήλωσε κατηγορηματικά ότι το πιο πάνω στοιχείο δεν θα επηρέαζε καθόλου το πόρισμά του. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε και για τα επιμέρους χαρακτηριστικά των γραμμάτων των υπογραφών που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη σύγκριση, παραδέχθηκε ότι σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχαν ομοιότητες, επέμενε όμως στην αρχική του θέση ότι η υπό αμφισβήτηση υπογραφή δεν ανήκε στον ενάγοντα. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν θα ήταν ασφαλές να βασιστώ επί της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Σε αντίθεση με το γραφολόγο Ανδρέα Παναγιώτου ο γραφολόγος Γ. Χρυσάνθου χρησιμοποίησε πολύ μεγάλο αριθμό δειγμάτων προτού καταλήξει στο πόρισμά του. Έντεκα δε εξ αυτών των υπογραφών είχαν γίνει κατά το ίδιο έτος με την υπό αμφισβήτηση υπογραφή. Αυτό αποτελεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία και των δύο ειδικών, τη σωστή πρακτική. Ο συγκεκριμένος εμπειρογνώμονας δεν είχε επιλεγεί από τους εναγομένους να εξετάσει την υπό αμφισβήτηση υπογραφή, οι τελευταίοι είχαν αποταθεί στην Αστυνομία. Η ανάθεση σε αυτόν της συγκεκριμένης εργασίας ήταν τυχαία και ο ίδιος κανένα προσωπικό οικονομικό όφελος είχε. Υπενθυμίζω ότι υπηρετούσε ως λοχίας στην Αστυνομία, η Αστυνομία αναλάμβανε έναντι πληρωμής κάποιων τελών την εξέταση εγγράφων που αφορούσαν ιδιωτικές υποθέσεις. Θεωρώ ότι πρόκειται για ανεξάρτητο μάρτυρα. Η μαρτυρία του ήταν θετική και εμπεριστατωμένη και δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε σημείο κατά την αντεξέταση. Γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο στο σύνολό της. Καλή εντύπωση μου έκαναν και οι άλλοι δύο μάρτυρες υπεράσπισης, η γιατρός Ττόλλα και ο πιστοποιών υπάλληλος Πέτρος Παπουής. Η πρώτη ήταν σε θέση να καταθέσει σε σχέση με το Γεώργιο Ανδρέα Αδάμου, καθότι ήταν η γιατρός του και παράλληλα ήταν συγχωριανή του. Τον γνώριζε πολύ καλά από την παιδική της ηλικία καθότι αυτός συνδεόταν φιλικά με τον πατέρα της. Και ο Πέτρος Παπουής γνώριζε τον αποβιώσαντα, τον είχε συναντήσει μια-δυο φορές σε κάποιο καφενείο προτού τον εξυπηρετήσει επαγγελματικά. Η μαρτυρία αμφοτέρων των μαρτύρων ήταν φυσική και δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις. Παρατήρησα ότι ο Πέτρος Παπουής είχε πρόβλημα σε κάποιες περιπτώσεις να αντιληφθεί τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και καθυστερούσε να απαντήσει. Τον παρακολουθούσα καθ΄ όλη τη διάρκεια που κατέθετε και είχα την ευκαιρία να εξετάσω τη μαρτυρία του σφαιρικά, η εικόνα που αποκόμισα ήταν ότι ήταν κάπως συγχυσμένος, κάποτε δε αφαιρείτο και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το νόημα των ερωτήσεων. Τα πιο πάνω δεν κλονίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Δέχομαι τη μαρτυρία αμφοτέρων στο σύνολό της. Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας. Για τους λόγους που αναλύω πιο πάνω, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί εκ μέρους των εναγουσών για το θέμα αυτό δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, στηριζομένη στη μαρτυρία του λοχία Γ. Χρυσάνθου, καταλήγω ότι η αμφισβητουμένη υπογραφή στο Γενικό Πληρεξούσιο ήταν η γνήσια υπογραφή του Γεωργίου Ανδρέα Αδάμου, πατέρα των δύο εναγουσών και της εναγομένης
- Ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας της συγκεκριμένης υπογραφής απορρίπτεται. Ο κ. Ιωάννου, εκ μέρους της υπεράσπισης, εισηγήθηκε ότι σε τέτοιας φύσης υποθέσεις δεν είναι δυνατό να προβάλλεται ισχυρισμός περί πλαστογραφίας και διαζευκτικά ισχυρισμός περί ψυχικής πίεσης. Προς υποστήριξη της θέσης του επικαλέστηκε την απόφαση Βασιλική Π. Χάρους και 1.Χρίστου Χάρους κ.ά.[1]. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η ενάγουσα αξίωνε κληρονομικό μερίδιο επί όλης της ακινήτου περιουσίας του πατέρα της. Ήταν η θέση της ότι οι εναγόμενοι με δόλιο τρόπο, ήτοι με την κατάρτιση πλαστών πληρεξουσίων εγγράφων, μεταβίβασαν στο όνομά τους το μερίδιο που αυτή δικαιούτο από την περιουσία του πατέρα της. Διαζευκτικά προώθησε τον ισχυρισμό ότι αν αποδεικνυόταν ότι τα πληρεξούσια δεν ήταν πλαστά, τότε αυτά δεν έδιναν εξουσία στον εναγόμενο 1 να ενεργήσει ως έπραξε. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι τα πληρεξούσια έγγραφα ήταν πλαστά και ότι δεν ήταν αυτή που τα είχε υπογράψει. Από τη στιγμή που ο πιο πάνω ισχυρισμός απορρίφθηκε, έκρινε ότι δεν ήταν πλέον δυνατό να της επιτραπεί να επανατοποθετηθεί επί του συγκεκριμένου θέματος. Εάν επιτρεπόταν στην ενάγουσα να προβάλει νέους διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αυτό θα ήταν «ανακόλουθο και αντινομικό» με τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο ισχυρισμός της περί πλαστογραφίας ήταν ψευδής. Το Εφετείο έκρινε ότι η πιο πάνω αντιμετώπιση του θέματος από το πρωτόδικο δικαστήριο ήταν ορθή. Η απόφαση αυτή δεν θέτει ως γενικό κανόνα ότι όταν εγείρεται θέμα πλαστογραφίας δεν είναι δυνατό να εγείρεται άλλος ή άλλοι διαζευκτικοί ισχυρισμοί. Εκείνο που αποφασίστηκε είναι ότι από τη στιγμή που η αξιοπιστία της μάρτυρας είχε τρωθεί δεν μπορούσε να επανέλθει και να εισηγηθεί ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας ήταν ψευδής, τότε το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει τον ισχυρισμό της κατά πόσο είχε δώσει οδηγίες στον εναγόμενο 1 να προβεί στις συγκεκριμένες μεταβιβάσεις. Εξάλλου, τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης διαφέρουν. Στην υπόθεση Βασιλική Χάρους (πιο πάνω), η ενάγουσα προέβαλε θέμα πλαστογραφίας του πληρεξουσίου, ενώ στην πραγματικότητα το είχε υπογράψει η ίδια, γεγονός που έπληξε άμεσα την αξιοπιστία της. Στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα υπογραφής του πληρεξουσίου από τις ίδιες τις ενάγουσες. Η θέση τους περί πλαστογραφίας στηριζόταν σε εικασίες και δεν είναι ανακόλουθη με τις θέσεις τους περί εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης. Περαιτέρω, η διατύπωση τέτοιου γενικού κανόνα, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης, θα ήταν σε αντίθεση με την προϋπάρχουσα νομολογία και ιδιαίτερα με το σκεπτικό στην υπόθεση Ιάκωβος Κώστα Χριστοφόρου και Άννας Χαραλάμπους Ιακώβου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαραλάμπου Ιακώβου Παπαχριστοφόρου[2]. Στην πιο πάνω απόφαση η ενάγουσα αξίωνε διάταγμα ακύρωσης κτήματος του αποβιώσαντος πατέρα της που είχε εγγραφεί στο όνομα του εναγομένου. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς για απάτη, ψευδείς παραστάσεις και πλαστογράφηση του γενικού πληρεξουσίου, κατέληξε όμως ότι η αγωγή θα έπρεπε να επιτύχει στη βάση της άσκησης ψυχικής πίεσης και της ετεροβαρούς συναλλαγής και εξέδωσε διάταγμα ακύρωσης της επίδικης εγγραφής. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές και έχοντας υπόψη ότι η απόρριψη του ισχυρισμού περί πλαστογραφίας στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν καθιστά την υποβολή διαζευκτικών θέσεων ανακόλουθη ή αντινομική, ως ήταν στην υπόθεση Βασιλική Π. Χάρους (ανωτέρω), θα προχωρήσω και θα εξετάσω την επόμενη εισήγηση, ήτοι ότι η δωρεά ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού και ή ψυχικής πίεσης. Εξαναγκασμός είναι, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κεφ. 149, «. η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή από τροποποίησή του, ή η παράνομη κατακράτηση, ή η απειλή κατακράτησης περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε άλλου προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία». Καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να δεικνύει ότι η απόφαση του Γεωργίου Αντρέα Αδάμου να μεταβιβάσει στο όνομα της εναγομένης τα επίδικα κτήματα ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Το θέμα της ψυχικής πίεσης διέπεται από το άρθρο 16 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο παραθέτω αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «16
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου· ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Σύμβαση που προέκυψε από την άσκηση ψυχικής πίεσης είναι, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου, ακυρώσιμη. Το άρθρο 2
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ρητά προβλέπει ότι ο Νόμος ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές νομικής ερμηνείας που ισχύουν στην Αγγλία και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο Νόμο, θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια που τους απέδωσε το αγγλικό δίκαιο[3]. Η ψυχική πίεση αποτελεί δόγμα του δικαίου της επιείκειας. Η εφαρμογή του δόγματος είχε σκοπό να διασφαλίσει ότι δεν θα επιτρεπόταν σε κανένα πρόσωπο να κρατήσει το όφελος του δικού του δόλου ή της παράνομης πράξης του. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Αγγλική απόφαση Royal Bank of Scotland v. Etridge (No.2)[4]: «. Undue influence is one of the grounds of relief developed by the courts of equity as a court of conscience. The objective is to ensure that the influence of one person over another is not abused. In everyday life people constantly seek to influence the decisions of others. They seek to persuade those with whom they are dealing to enter into transactions, whether great or small. The law has set limits to the means properly employable for this purpose. To this end the common law developed a principle of duress. Originally this was narrow in its scope, restricted to the more blatant forms of physical coercion, such as a personal violence". H έννοια της ψυχικής πίεσης αναφέρεται σε περιπτώσεις που οι σχέσεις μεταξύ των μερών, δωρητή και δωρεοδόχου, είναι τέτοιες ώστε ο δωρεοδόχος να είναι σε θέση να επηρεάζει, «.. να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου» και να επωφελείται από τη θέση αυτή με σκοπό την εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους έναντι του δωρητή[5]. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς, ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση Μ. Κεφάλας v. Μυριάνθης Κ. Νικόλα, δεν υπάρχουν «στεγανά». Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση[6]: «. Εκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε». Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν περιγράψει την ψυχική πίεση ".. ως άδικη και ανάρμοστη συμπεριφορά, ως εξαναγκασμό κάποιας μορφής εξαπάτηση και γενικά αλλά όχι πάντοτε η εκμετάλλευση από το ένοχο μέρος". Στην πιο πρόσφατη απόφαση της Βουλής των Λόρδων Etridge (No.2) (ανωτέρω), ψυχική πίεση περιγράφεται ως «. the taking of unfair advantage», «misuse of influence», «abuse of trust and confidence and a connotation of impropriety». Μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις επί του θέματος είναι η αγγλική απόφαση Allcard v. Skinner[7], οι αρχές της οποίας έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων. Στην πιο πάνω απόφαση τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι στις περιπτώσεις που υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό για να τεκμηριωθεί ότι η επίδικη πράξη ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης. Πέραν της ειδικής σχέσης των δύο μερών, για να δημιουργηθεί το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η πράξη ήταν τέτοια για την οποία χρειάζεται κάποια εξήγηση, η οποία δεν θα μπορούσε να αποδοθεί σε συνήθη κίνητρα ή στη σχέση των δύο μερών. Όπως ανάφερε χαρακτηριστικά ο δικαστής Lindley L.J., δημιουργείται το τεκμήριο όταν η πράξη δεν μπορεί να αποδοθεί λογικά σε φιλία, σχέση, φιλανθρωπία ή άλλα συνηθισμένα κίνητρα με βάση τα οποία οι άνθρωποι λειτουργούν[8]. Με απλά λόγια δεν δημιουργείται τεκμήριο ψυχικής πίεσης σε κάθε περίπτωση που γίνεται δωρεά κάποιας περιουσίας και υπάρχει ιδιαίτερη σχέση μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχου, αλλά στις περιπτώσεις όπου χρειάζεται να δοθεί κάποια εξήγηση για την πράξη. Σε αντίθετη περίπτωση θα καταλήγαμε στο παράδοξο αποτέλεσμα κάθε δωρεά γονιού προς παιδί ή μεταξύ συζύγων να είναι ακυρώσιμη εκτός εάν αποδειχθεί ότι ο δωρητής έλαβε ανεξάρτητη συμβουλή από δικηγόρο. Αν όμως κάποια πράξη είναι ετεροβαρής, αν είναι δωρεά χωρίς αντάλλαγμα η οποία θέτει τον δωρητή σε ιδιαίτερα δυσμενή κατάσταση, για παράδειγμα τον αφήνει με πολύ περιορισμένους πόρους, και υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, τότε εγείρεται το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης[9]. Όταν η δωρεά γίνεται από ένα γονιό ηλικιωμένο ή που πάσχει από γεροντική άνοια δεν δημιουργείται τεκμήριο ψυχικής πίεσης, η ψυχική πίεση όμως μπορεί να στοιχειοθετηθεί με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles[10] και στην Αγγλική απόφαση Avon Finance Co. Ltd v. Bridger and another[11]. Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, διαπιστώνω ότι οι σχέσεις του Γεωργίου Ανδρέα Αδάμου και της θυγατέρας του, εναγομένης, ήταν πολύ στενές. Κατά το χρόνο που ο Γεώργιος Ανδρέα Αδάμου υπέγραψε το γενικό πληρεξούσιο ήταν σε προχωρημένη ηλικία, συγκεκριμένα ογδόντα ετών και αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα στα κάτω άκρα, γεγονός που τον δυσκόλευε στο περπάτημα, ιδίως μετά το ατύχημα που υπέστη. Λίγο χρόνο πριν φύγει από τη ζωή, μετακινείτο με δυσκολία, με τη βοήθεια περιπατητικού βοηθήματος. Τόσο η ηλικία του όσο και η υγεία του τον καθιστούσαν σωματικά πιο ευάλωτο. Η εναγομένη και η στενή της οικογένεια, σύζυγος και θυγατέρα, ήταν οι μόνοι που φρόντιζαν το γέροντα καθημερινά για τα τελευταία είκοσι περίπου έτη. Αυτοί μεριμνούσαν για τη διατροφή, την καθαριότητα, την υγεία και γενικά την ευημερία του. Τον στήριζαν οικονομικά και, το κυριότερο, του κρατούσαν συντροφιά, κάτι που σε άτομα προχωρημένης ηλικίας είναι πολύ σημαντικό. Ο Γεώργιος Ανδρέα Αδάμου είχε, ως αναφέρω και ανωτέρω, προικίσει και τις τρεις θυγατέρες του με σπίτια και κτήματα. Λίγες εβδομάδες πριν φύγει από τη ζωή, προφανώς αισθανόμενος και ο ίδιος ότι πλησίαζε το τέλος του, μεταβίβασε στη θυγατέρα που τον φρόντιζε όλα αυτά τα χρόνια, ήτοι την εναγομένη, την υπόλοιπη ακίνητή του περιουσία, που αποτελείτο επί το πλείστον από μικρά μερίδια χωραφιών στο χωριό Λύμπια. Η πράξη του αυτή δεν ήταν, κατά την άποψή μου, το αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης που άσκησαν οι εναγόμενοι προς το γέροντα, αλλά αποτελούσε την αναγνώριση των ό,σων αυτοί του είχαν προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια. Το κίνητρο πίσω από την πράξη του να μεταβιβάσει την εναπομείνασα περιουσία του στην εναγομένη, ήταν προφανώς η ευγνωμοσύνη και όχι ο φόβος ή η άσκηση πίεσης. Αυτό αναφέρει και στο σημείωμα που υπέγραψε λίγες μέρες μετά την υπογραφή του γενικού πληρεξουσίου, ενώπιον του πιστοποιούντα υπαλλήλου, Τεκμήριο 14. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η αξίωση των εναγουσών δεν μπορεί να πετύχει. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγουσών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ................ Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1]
(2010)1 ΑΑΔ 267 [2]
(2002)1(Α) ΑΑΔ 33 [3] Patsalidou v. Kyriakides
(1979)1 C.L.R. 71 και Κεφάλας κ.ά. v. Νικόλα
(2000)1 ΑΑΔ 1226, 1237 [4] [2002] 2 AC 773 [5] M. Κεφάλας v. Μυριάνθης Κ. Νικόλα [2000] 1Β ΑΑΔ 1226 [6] Σελίδα 1238 [7] [1887] 35 Ch. D. 145 [8] «.. reasonably (be) accounted for on the grounds of friendship, relationship, charity or other ordinary motives on which ordinary men act. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε και τονίστηκε στην πιο πρόσφατη Αγγλική απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση Royal Bank of Scotland v. Etridge (No.2) (ανωτέρω). Εκτενής αναφορά επί του συγκεκριμένου θέματος γίνεται και στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, Έκδοση 2012, παρ. 7-75, 7-78. [9] Βλέπετε σχετικά Hammond v. Osborn [2002] EWCA Civ 885 [10] Τόμος 1, έκδοση 2012, 7-078 [11]
(1985)2 All E.R. 281 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο